Tag Archives: ΜΕΛΛΟΝ

Δημογραφικό Black Out στα Βαλκάνια

Σερβία και Κροατία

Δύο πρώην εχθροί μοιράζονται την ίδια δημογραφική μοίρα

Δημογραφικό Black Out στα Βαλκάνια

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Από τις σλοβενικές Άλπεις ως τις ακτές του Αιγαίου κι από τις δαλματικές ακτές ως τις εκβολές του Δούναβη, όλες οι βαλκανικές χώρες υφίστανται τις τελευταίες δεκαετίες μια δημογραφική κατάπτωση, που χαρακτηρίζεται από μείωση της γεννητικότητας, συνεχιζόμενη εκροή μεταναστών, δραματική αύξηση της γήρανσης, που οδηγούν σε ένα όλο και μικρότερο και πιο γερασμένο πληθυσμό. Υπολογίζεται πως όλα τα Βαλκάνια χάνουν κάθε χρόνο περίπου 800.000 με ένα εκατομμύριο κατοίκους τους. Από αυτούς πάνω από μισό εκατομμύριο μεταναστεύει κάθε χρόνο προς τη Δύση (μόνο από τα Δυτικά Βαλκάνια 238.000 άνθρωποι μετανάστευσαν κατά το 2018). Οι υπόλοιπες απώλειες οφείλονται στην καθαρή υπεροχή των θανάτων επί των γεννήσεων, που στερεί από κάθε βαλκανική χώρα τον πληθυσμό μιας επαρχιακής πόλης. Παντού στα Βαλκάνια συναντά κανείς την εικόνα των κλειστών δημοτικών σχολείων και των γεμάτων νεκροταφείων. Άδειες κούνιες και γεμάτα φέρετρα προεικάζουν μια γκρίζα προοπτική για τα Βαλκάνια του 21ου αιώνα.

Ο δημογραφικός κατήφορος δύο πρώην Γιουγκοσλάβων αντιπάλων

Σερβία και Κροατία, δύο χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, που ήταν εχθροί και σε εμπόλεμη κατάσταση κατά τη δεκαετία του 1990, μοιράζονται πλέον την ίδια ζοφερή δημογραφική μοίρα, που είναι ωστόσο κοινή σε όλα τα Βαλκάνια.

Η Σερβία θα χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του σημερινού πληθυσμού της έως το 2050, καθώς οι νέοι και οι ειδικευμένοι μεταναστεύουν σε αναζήτηση εργασίας και όχι μόνο. Από το 1989 ως το 2050 η Σερβία θα έχει χάσει το 23,81% του πληθυσμού της, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα. Έτσι ο πληθυσμός της Σερβίας θα πέσει στα 5,79 εκατομμύρια μέχρι το 2050 από 6,95 εκκατομύρια σήμερα και 7,81 εκατομμύρια το 1991.

Αλλά και το νεώτερο κράτος μέλος της Ε.Ε., η Κροατία, αν και μια από τις “νικήτριες” χώρες των γιουγκοσλαβικών πολέμων, μαστίζεται από παρόμοια δημογραφική και μεταναστευτική κρίση με την “ηττημένη” Σερβία. Ο πληθυσμός της Κροατίας έπεσε, για πρώτη φορά από το 1955, κάτω από τα 4 εκατομμύρια το 2019. Από 4,7 εκατομμύρια που ήταν το 1989, παρά την εισροή περίπου 200.000 Κροατών από τη Σερβία και τη Βοσνία -υπολογίζοντας και τη φυγή περισσότερων από 200.000 Σέρβων της Κροατίας.

Μια μελέτη του ΟΗΕ προβλέπει ότι ο πληθυσμός της Κροατίας θα μειωθεί στα 3,46 εκατομμύρια μέχρι το 2050 ή κατά 22,42%. Οι δύο χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, που βρέθηκαν αντιμέτωπες στη δίνη των πολέμων της γιουγκοσλαβικής διαδοχής κατά τη δεκαετία του 1990, θα χάσουν ως το 2050 σχεδόν το 1/4 του πληθυσμού τους χωρίς να “πέσει ούτε μία σφαίρα” αλλά ως θύματα της “λευκής πανούκλας” του δημογραφικού.

Η αθρόα μετανάστευση των Κροατών προς την Ευρώπη

Κανείς δεν έχει μια κρυστάλλινη σφαίρα για να προβλέψει το μέλλον. Τα αμείλικτα όμως στατιστικά δεδομένα από το παρελθόν αφηγούνται μια ιστορία συνεχόμενης δημογραφικής κατάπτωσης τόσο της Σερβίας, όσο και της Κροατίας. Η Κροατία έλπιζε πως η είσοδος της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2013 θα ανέκοπτε τη δημογραφική της κρίση μέσω της υποσχόμενης ανάπτυξης και της πολιτικής σταθερότητας. Στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, καθώς η χώρα γνώρισε μια οικονομική κρίση διάρκειας τριών χρόνων.. Μετά το 2013, όταν η Κροατία προσχώρησε στην Ε.Ε., περίπου 230.000 χιλιάδες, κυρίως νέοι, Κροάτες εγκατέλειψαν τη χώρα για να να μεταναστεύσουν στη Δύση. Από αυτούς το 71% μετανάστευσαν στη Γερμανία, το 8% στην Αυστρία και το 7% στην Ιρλανδία.

Από την 1η Ιουλίου του 2019, όταν η Κροατία θα έχει συμπληρώσει επτά χρόνια απο την είσοδό της στην Ε.Ε. και οι Κροάτες πολίτες θα έχουν πλήρη ελευθερία εγκατάστασης και εργασίας στις χώρες της Ένωσης. Πολλοί στο Ζάγκεμπ φοβούνται ότι το κύμα της μετανάστευσης Κροατών προς τη Δύση θα διογκωθεί επικίνδυνα. Και τότε ο πληθυσμός της χώρας θα αρχίσει να μειώνεται και να γηράσκει με μεγαλύτερη ταχύτητα. Σήμερα οι γυναίκες της Κροατίας έχουν κατά μέσο όρο 1,44 παιδιά, τα οποία δεν είναι μόνο κάτω από τα 2,1 που χρειάζονται για την αντικατάσταση του πληθυσμού μιας χώρας, αλλά το δεύτερο χαμηλότερο από τα επτά κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Το 2018, περίπου 37.000 βρέφη γεννήθηκαν στην Κροατία (το 1992, παρότι πόλεμος, γεννήθηκαν στη χώρα 43.000 μωρά), σχεδόν 400 περισσότερα από ό, τι το 2017 και οι Κροάτες αναθάρρησαν κάπως. Το 2017 ήταν το χειρότερο δημογραφικά έτος από το 1960, όταν στην Κροατία, γεννήθηκαν 76.156 μωρά. «Αυτό είναι ένα νέο φαινόμενο και δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο που έχει τόσο υψηλό ποσοστό μετανάστευσης και τέτοιο συνεχιζόμενο χαμηλό ποσοστό γονιμότητας». υποστηρίζει ο Ivica Bosnjak, αναπληρωτής υπουργός στο υπουργείο Δημογραφίας της Κροατίας.

Η Κροατία αναζητεί πλέον μετανάστες εκτός Ευρώπης

Ο πληθυσμός της Κροατίας λοιπόν συνεχίζει να συρρικνώνεται χάρη στο χαμηλό ποσοστό γεννήσεων, τα υψηλά ποσοστά μετανάστευσης και τη γήρανση του πληθυσμού. Κι αυτό, παρά τα τεράστια κονδύλια από την Ε.Ε. που επενδύονται από την κατασκευή νηπιαγωγείων έως τη γεωργία, ειδικά σε περιοχές που έχουν συρρικνωθεί το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, όπως είναι τα ανατολικά της χώρας. Παρά τον τουρισμό και τους περισσότερους από 17 εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται κάθε χρόνο τις δαλματικές ακτές.

Στο παρελθόν τα μεγάλα κύματα μετανάστευσης των Κροατών προς το εξωτερικό αντισταθμίστηκαν από τα υψηλά ποσοστά γεννήσεων. Το ποσοστό γονιμότητας της Κροατίας έπεσε κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης (2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) το 1968. Ωστόσο κατά την περίοδο που ακολούθησε η Κροατία ήταν ένα από τα πλουσιότερα μέρη της Γιουγκοσλαβίας, και προσέλκυσε μετανάστες από την υπόλοιπη χώρα. Πλέον η δημογραφική κρίση και η μετανάστευση προκαλούν ήδη έλλειψη εργατικού δυναμικού στην εποχιακή τουριστική βιομηχανία στη Δαλματία αλλά και στον τομέα των κατασκευών. Το 2019 η κυβέρνηση διπλασίασε το ποσό των αδειών εργασίας για τους αλλοδαπούς από τον Τρίτο Κόσμο σε 63.900, σε σύγκριση με 39.000 το 2018.

Παλιότερα, πολλές από αυτές τις θέσεις απασχόλησης ήταν γεμάτες από εργαζόμενους από άλλα μέρη της πρώην Γιουγκοσλαβίας (εκτός της Ε.Ε.), αλλά τώρα, καθώς η Γερμανία και άλλες βορειοευρωπαϊκές χώρες άνοιξαν τις αγορές εργασίας τους σε αυτούς, πηγαίνουν εκεί για τις καλοαμειβόμενες και πλήρης απασχόλησης θέσεις εργασίας και όχι για κακοπληρωμένες εποχιακές δουλειές στην Κροατία. Μακροπρόθεσμα, ακόμη και αν ένα μεγάλο ποσοστό των Κροατών μεταναστών επιστρέψουν στην πατρίδα τους, η Κροατία θα χρειαστεί και μετανάστες εκτός Ευρώπης αν θέλει να αντιστρέψει την πτώση του πληθυσμού της.

Δεν υπάρχουν “Ουκρανοί” για την Κροατία

Η κροατική κυβέρνηση σχεδιάζει μια πολιτική που προβλέπει την πλήρωση κενών κατοικιών σε αραιοκατοικημένες περιοχές με εποίκους από την κροατική διασπορά και από χώρες που έχουν ήδη εθνικές μειονότητες στην Κροατία, όπως είναι η Βοσνία και η Σερβία. Ωστόσο η ανταπόκριση για την ώρα είναι μικρή.

Από την άλλη, στην Κροατία έχουν απομείνει μόνο 200.000 Σέρβοι, ενώ πριν απο τον πόλεμο ζούσαν περίπου 700.000. Ωστόσο όσοι Σέρβοι έφυγαν από την Κροατία εξαιτίας του πολέμου, ή τα παιδιά τους, δύσκολα θα αποφάσιζαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και στα χωριά τους, καθώς θεωρούνται ανεπιθύμητοι από το κροατικό κράτος και την κροατική κοινωνία γενικότερα. Ούτε φυσικά θέλουν στην καθολική Κροατία μουσουλμάνους ή Ασιάτες μετανάστες.

Αλλά και “επιθυμητοί μετανάστες” από άλλες περιοχές της Ευρώπης δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμοι, όπως πριν από δύο δεκαετίες. Οι Ουκρανοί ως παράδειγμα. Γιατί ένας φτωχός Ουκρανός να πάει να ζήσει σήμερα σε μια κροατική περιοχή που δεν έχει να του προσφέρει αρκετά, αντί να μεταναστεύσει στην πιο πλούσια Πολωνία ή Γερμανία; Συνοπτικά από δημογραφική άποψη η Κροατία δεν κατευθύνεται σε κάποια μεγάλη καταστροφή ή κρίση αλλά μάλλον σε «μακροχρόνια στασιμότητα».

Το Δυτικό Πολιτικό Σύστημα: Η Κατάρρευση των Μύθων

Το μέλλον του παρελθόντος μας

Η κατάρρευση των μύθων

Γράφει ο Δρ Μάνος Δανέζης, Αστροφυσικός

Το Δυτικό πολιτικό σύστημα

Το δυτικό πολιτικό σύστημα, παρά τις κάποιες περί του αντιθέτου απόψεις, στηρίχθηκε ιστορικά στην κοινωνική φιλοσοφία της «Αριστοκρατίας». Η ουσιαστική έννοια του όρου προκύπτει από τη ρίζα της λέξης που σημαίνει η «κυριαρχία των αρίστων». Το νόημα της έννοιας «άριστος» μπορούμε να το βρούμε αναλυμένο σε όλα τα κείμενα του Αριστοτέλη, αλλά και πολλών άλλων Ελλήνων φιλοσόφων. 
Η έννοια του όρου «άριστος», με την πάροδο των αιώνων, έτυχε μιας σκαιής μεταχείρισης και μιας εσκεμμένης παρερμηνείας. Αυτό συνέβη επειδή αποτελούσε προϋπόθεση κατάληψης ηγετικών θέσεων στα πλαίσια της κοινωνικής αυτής δομής. Με την πάροδο όμως των ετών, οι ηγετικές και εξουσιαστικές ομάδες παρέμεναν μεν ολιγομελείς, όπως και οι αριστοκρατικές, παρόλο που δεν αποτελούντο πλέον από «αρίστους». Απλά οι ολιγομελείς αυτές ομάδες εξουσίας αυτοονομάζονταν φιλάρεσκα «αριστοκρατικές» επιβάλλοντας στην κοινωνία, με κάθε μέσον, να τους απονέμει αυτόν τον τίτλο.
Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας μετάλλαξε την κοινωνική φιλοσοφία της Αριστοκρατίας, σε ένα απλό «Ολιγαρχικό κοινωνικό σύστημα». Στο σύστημα αυτό η έννοια της αριστοκρατικής ομάδας διοίκησης αντικαταστάθηκε από την έννοια της «ελίτ» η οποία δεν συνεπαγόταν ότι ήταν και αριστοκρατική.
Μέσω αυτής της μετάλλαξης, η οποία δεν ήταν επιβεβλημένη φυσιολογικά, αλλά βίαια, είχαν ήδη τεθεί οι ρίζες της κατάρρευσης της κοινωνικής φιλοσοφίας της αριστοκρατίας του πνεύματος, εφόσον είχε χαθεί η αυτοσυνέπεια και η συνέχεια βασικών προϋποθέσεων και αρχών λειτουργίας της. 
Ο έλεγχος των διοικητικών δομών της κοινωνίας είχε περιέλθει πλέον στα χέρια «ολίγων» αλλά όχι και «αρίστων». Η εξέλιξη αυτή, επειδή εξυπηρετούσε και ωφελούσε τις μωροφιλοδοξίες και τις άκρατες και χωρίς φραγμούς ωφελιμιστικές επιδιώξεις των «ολίγων», αλλά όχι και «αρίστων», παγιώθηκε και διαιωνίστηκε μέχρι τις ημέρες μας
Αυτό που θα πρέπει να τονίσουμε είναι ότι σε ένα ιδεατό αριστοκρατικό κοινωνικό μοντέλο οι ηγεσίες δεν αποτελούν αντανάκλαση και έκφραση των αδυναμιών του λαού, αλλά φωτισμένες πρωτοπορίες των «αρίστων», αποδεκτές φυσιολογικά από το λαό.
Η παγίωση όμως μιας κοινωνικής ολιγαρχικής διοικητικής δομής, χωρίς αριστοκρατικά χαρακτηριστικά, δημιούργησε προβλήματα εφόσον δεν έχαιρε μιας βιωματικής ηθικής και συνειδησιακής αποδοχής από μέρους της κοινωνίας. Η αποδοχή αυτή ήταν αναγκαία προϋπόθεση μιας ειρηνικής αποδοχής, εκ μέρους της κοινωνίας, των επιβεβλημένων, τις περισσότερες φορές δια της βίας, ολιγαρχικών ηγεσιών. Για το λόγο αυτό αντικαταστάθηκαν, η ηθική, η γνώση και η κοινωνική προσφορά ως στοιχεία μέτρησης του αρίστου, από την αποδοχή ως μέτρου μέτρησης του «υλικού πλούτου».
Η θέσπιση όμως του κριτηρίου του υλικού πλούτου ως κριτηρίου κοινωνικής αποδοχής, αποτέλεσε ένα νέο πλήγμα στις δομές του πυλώνα της κοινωνικής φιλοσοφίας του δυτικού πολιτισμικού ρεύματος. Συγχρόνως δημιούργησε βαθιές ρωγμές στις δομές της επιστήμης και της θεολογίας, οι οποίες, αν ήθελαν να επιζήσουν, έπρεπε να ανασυγκροτηθούν με βάση τα νέα δεδομένα.
Έτσι τέθηκαν οι βάσεις των μελλοντικών συγκρούσεων και προστριβών μεταξύ των δομών της κοινωνικής φιλοσοφίας, της επιστήμης και της θεολογίας. 
Επειδή όμως υπήρξε προφανής και κατανοητή η ασυμφωνία και η ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ επιστήμης, θεολογίας της κοινωνικής φιλοσοφίας, έγινε μια προσπάθεια αλλοίωσης βασικών αρχών και κανόνων λειτουργίας της επιστήμης και της θεολογίας, έτσι ώστε να εξυπηρετούν και να καλύπτουν φιλοσοφικά και ιδεολογικά τα συμφέροντα του εκχυδαϊσμένου πλέον πυλώνα της κοινωνικής φιλοσοφίας.
Είναι η εποχή κατά την οποία τα χριστιανικά ιερατεία περιέβαλαν το χριστιανισμό με κοσμικά χαρακτηριστικά. Ο χριστιανισμός γίνεται πλέον μιλιταριστικός, βίαιος τρυγητής υλικών αγαθών, ρατσιστικός και εθνικιστικός, σε αντίθεση με όλα τα διδάγματα και τις επιταγές του ιδρυτή του. 
Ομοίως η επιστήμη γίνεται υλιστική, ωφελιμιστική και κατευθυνόμενη. Είναι αποδεκτή από την κοινωνική δομή και χρηματοδοτείται μόνο αν εξυπηρετεί τον πόθο των ολίγων για δόξα και υλικό κέρδος.
Όπως γίνεται φανερό από όλα τα προηγούμενα, μια τέτοια κοινωνική διοικητική δομή δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Τότε ακριβώς αρχίζει η εποχή της κατάρρευσης των αναπτυχθέντων ολιγαρχικών δομών (φεουδαρχίες, μοναρχίες κ.λ.π.). 
Η κατάρρευση αυτή θα μπορούσε να δράσει θετικά στην ανασύνταξη του πολιτισμικού αυτού πυλώνα, αν αποτελούσε την αρχή μιας αυτοκάθαρσής του, και μιας ουσιαστικής επαναφοράς της αρχής των «αρίστων». 
Η ευκαιρία όμως χάθηκε λόγω μιας Οβιδιακής και πανέξυπνης μεταμόρφωσης του ολιγαρχικού συστήματος
Οι καταρρέουσες ολιγαρχικές κοινωνικές δομές επιχείρησαν επιτυχώς μια εκπληκτική πολιτισμική αναδίπλωση. Προκειμένου να διατηρήσουν τον διοικητικό έλεγχο, υιοθέτησαν, φαινομενικά και υποκριτικά βέβαια, τη φιλοσοφική αρχή του ιδεαλιστικού πολιτισμικού μοντέλου, την αρχή της «Άμεσης Δημοκρατίας».
Επικαλούμενοι όμως κάποιες ουσιαστικές και πραγματικές κοινωνικές αδυναμίες, η «άμεση δημοκρατία» αντικαταστάθηκε από την «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» η οποία με την σειρά της έδωσε τη θέση της στην «αντιπροσωπευτική πολυκομματική δημοκρατία».
Είναι αλήθεια ότι όλη αυτή την περίοδο των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών, έγιναν φιλότιμες προσπάθειες αλλαγής του φιλοσοφικού και ιδεολογικού προσανατολισμού των διοικητικών δομών του πολιτιστικού πυλώνα. Στόχος αυτής της προσπάθειας ήταν η εφαρμογή της αρχής των «αρίστων», στην επιλογή των «δημοκρατικά» εκλεγομένων αντιπροσώπων.
Στο σημείο αυτό όμως κρυβόταν ο «άσσος» των ολιγαρχικών δομών. Ποντάροντας στην «ανθρώπινη φύση», επέκτεινε αριθμητικά τον ολιγαρχικό κύκλο συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτόν όλους τους εκάστοτε εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού. Οι εκπρόσωποι αυτοί, περιβάλλονταν με όλα τα ολιγαρχικά προνόμια και γίνονταν δεκτοί στους ολιγαρχικούς κύκλους ως ισότιμοι όσο διαρκούσε η θητεία τους.
Ήταν σχεδόν βέβαιο ότι το πάθος της εξουσίας και του πλούτου, η ηδονή της επιβολής τους στο πλήθος, η λαϊκή αποδοχή που μπορούσαν να αποκομίσουν μέσω της εξυπηρέτησης βασικών αναγκών, μέσω θεμιτών ή αθέμιτων μέσων, θα αλλοτρίωναν ακόμα και τους άριστους μετατρέποντάς τους απλά σε «ολίγους». 
Η ύπαρξη κάποιων αδιάφθορων αντιπροσώπων απλά θα αποτελούσε το «άλλοθι» και την προς τα έξω «καλή μαρτυρία» του συστήματος.
Μια τέτοια εξέλιξη βεβαίως παραχάραζε το ουσιαστικό νόημα της άμεσης δημοκρατίας μετατρέποντάς την σε ένα παράδοξο σύστημα «ολιγαρχικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας». 
Ένα τέτοιο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα ικανοποιούσε επιφανειακά το λαϊκό αίσθημα το οποίο αποζητούσε συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, ενώ ουσιαστικά οι αποφάσεις λαμβάνονταν και πάλι από μια διευρυμένη και περιχαρακωμένη ολιγαρχική ομάδα.
Ένας δεύτερος παράγοντας που παρέμεινε αναλλοίωτος στα πλαίσια αυτής της κοινωνικής μετάλλαξης είναι η διατήρηση ως παράγοντα κοινωνικής αξιολόγησης, της ποσότητας και της ποιότητας των υλικών αγαθών. Ο παράγοντας αυτός, όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά συν τω χρόνω αποτέλεσε τη βάση του οικοδομήματος της σχεδιοποιημένης οικονομίας και σε προέκταση του «πολιτικού συστήματος αξιών».
Με την αποδοχή αυτού του είδους του πολιτικού συστήματος, η σήψη των δομών της κοινωνικής φιλοσοφίας του δυτικού πολιτισμού, είχε περάσει στην τελευταία και πλέον επώδυνη φάση του.

Το Διαχειριστικό μοντέλο

Την κατάρρευση του δυτικού πολιτικού μοντέλου προσπάθησαν να ξεπεράσουν οι διοικητικές δυτικές δομές, προβάλλοντας το «Διαχειριστικό Πολιτισμικό Μοντέλο» το οποίο εκφράζει στα τελευταία στάδια κατάρρευσης του δυτικού πολιτικού συστήματος. Η άποψη η οποία διατυπώνεται είναι ότι το μοναδικό αίτιο αποσάθρωσης των δομών του Δυτικού πολιτισμικού μοντέλου είναι η κακή διαχείριση. Με βάση αυτή την φιλοσοφία η άρχουσα διοικητική δυτική τάξη, προβαίνει σε μια αναδιάταξη των κοινωνικών διοικητικών δομών μέσω της θεσμοθέτησης ενός απέραντου πλέγματος νέων θεσμικών κοινωνικών συμβάσεων (νόμων και διατάξεων λειτουργίας). Σε κάποιες περιπτώσεις και σε κάποια έκταση, οι διαχειριστικές αυτές παρεμβάσεις μπορεί να κρίνονται αναγκαίες. Το πρόβλημα αρχίζει να εμφανίζεται όταν οι φιλοδοξίες των διαχειριστικών διοικητικών δομών, προκειμένου να διαιωνίσουν την εξουσιαστική παρουσία τους στα πλαίσια της κοινωνίας, αρχίζουν να σχηματοποιούν τις πρώτες κοινωνικές ψευδαισθήσεις. Οι ψευδαισθήσεις συνίστανται στη δημιουργία της εντύπωσης ότι η «διαχείριση» μπορεί να ταυτιστεί και να αντικαταστήσει την έννοια της «κοινωνίας» και της «πολιτικής». Αυτό γίνεται επιπόλαια και χωρίς να γίνονται αντιληπτές οι εκλεκτικές και διαφοροποιητικές σχέσεις οι οποίες διέπουν αυτές τις έννοιες. Η «κοινωνία» αποτελεί το ιστορικό υποκείμενο. Η «πολιτική», σε κάθε της έκφραση, το μέσον επίτευξης των στόχων της κοινωνίας και τέλος η «διαχείριση», μέσω σύγχρονων δομών και τεχνικών, το εργαλείο εξυπηρέτησης της «κοινωνίας των ανθρώπων».
Ένα τέτοιο διαχειριστικό κοινωνικό σύστημα σύντομα αλώνετε από την οικονομική δομή και έτσι, από διαχειριστικό μεταμορφώνεται σε «οικονομίστικο», Η ακραία αυτή Διαχειριστική αντίληψη, την οποία βιώνουμε σήμερα, αποτελεί το κύκνειο άσμα του διοικητικού πολιτισμικού συστήματος.

Η Οικονομία

Το οικοδόμημα της οικονομίας εντάσσεται στα πλαίσια του διαχειριστικού πολιτικού μοντέλου. Χωρίς να ταυτίζεται μ’ αυτό, αποτελεί μέρος, όργανο, αλλά και ουσιαστικό συστατικό του. Η οικονομία όμως δεν αποτελεί, στο φιλοσοφικό της τουλάχιστον επίπεδο, επιστήμη, παρά μόνο στο μέτρο της χρησιμοποίησης μιας σειράς επιστημονικών ειδικοτήτων όπως της κοινωνιολογίας, των μαθηματικών και της ψυχολογίας. 
Η οικονομία, ιδεατά, αποτελεί τον ισχυρό βραχίονα μέσω του οποίου η κοινωνική δομή, στην εφαρμοσμένη της έκφραση, στηρίζει την επιστήμη και την θεολογία. Η οικονομική δομή βέβαια διαμορφώνεται και οριοθετείται από το περιεχόμενο και την επίδραση του πολιτισμού των κρατούντων.
Όπως όμως αναφέρει ο Μ. Μπέγζος, στα πλαίσια ενός διαχειριστικού μοντέλου: «Κανένας ηθικός φραγμός, καμιά θρησκευτική απαγόρευση, κανένα θεολογικό όριο δεν μπορούν να αναχαιτίσουν ή να επηρεάσουν την οικονομική δραστηριότητα του ατόμου. Με αυτόν τον τρόπο όμως κινδυνεύει η ιδιωτική πρωτοβουλία να εκφυλιστεί σε ατομική υστεροβουλία. Χάνονται τα όρια ανάμεσα στη ελευθερία και στην αυθαιρεσία, την πρωτοβουλία και την υστεροβουλία, το κέρδος και την κερδοσκοπία». 
Όπως αντιλαμβανόμαστε σήμερα, οι διαχειριστικές δομές, υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες της οικονομίας ως μέσου επιβολής, της επιτρέπουν το γιγαντισμό, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε άλωση όλων των κοινωνικών, επιστημονικών, θεολογικών και πολιτικών δομών, ένα γεγονός που εκχυδαΐζει την πολιτική και κοινωνική δομή.

Είναι λοιπόν εμφανές ότι εδώ και αρκετά χρόνια αυτό που ονομάζουμε «δυτική αντιπροσωπευτική δημοκρατία» αποκλίνει δραματικά από τους βασικούς κανόνες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, την οποία υποτίθεται ότι αποδέχεται ως βάση της συγκρότησής της. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξουμε ότι το σημερινό πολιτικό σύστημα προσεγγίζει το «Ολιγαρχικό», με μια βασική διαφορά. Επιτρέπει στους πολίτες, μέσω διαφανών εκλογικών διαδικασιών, να επιλέγουν δημοκρατικά την ολιγαρχική ομάδα της αρεσκείας τους, καθώς και τα πρόσωπα που θα την πλαισιώσουν. Το σύστημα αυτό, πολλές φορές, ολισθαίνει σε μοναρχικό, όταν ο πρώτος τη τάξει της ομάδας εξουσίας πιστέψει στην «ενός ανδρός αρχή», επιβάλλοντας τη θέληση και τις επιλογές του με κάθε τρόπο, θεμιτό ή αθέμιτο. Σε ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα, έννοιες όπως αυτές του «κοινωνικού ελέγχου», της «διαφάνειας», της «συμμετοχής», του «δικαίου», της «ισονομίας» και της «ισοπολιτείας» των «ίσων ευκαιριών», όπως και τόσες άλλες, χάνουν το νόημά τους. Αποτελούν απλώς «κούφια» νοήματος λόγια, τα οποία διατυπώνονται απλώς από συνήθεια, ή για λόγους εντυπωσιασμού και προπαγάνδας, στην προσπάθεια διαιώνισης του συστήματος της «Δημοκρατικής Ολιγαρχίας». και των προσώπων που την συγκροτούν. Όπως αναφέρει ο H. Marcuse στο έργο του «Μονοδιάστατος άνθρωπος»: «Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο μια ορισμένη μορφή κυβέρνησης ή κόμματος, είναι ακόμα κι ένα ειδικό σύστημα παραγωγής και διανομής, που εναρμονίζεται απόλυτα με τα πολλά κόμματα και τις εφημερίδες, με την διάκριση των εξουσιών κ.λ.π.»

Στα πλαίσια μιας τέτοιας πολιτικής συγκρότησης, οι πολίτες διαπαιδαγωγούνται αντιδημοκρατικά στο όνομα της δημοκρατίας. Δεν συνειδητοποιούν ότι οι εκλεγέντες αντιπρόσωποί τους δεν μεταφέρουν τις λαϊκές απόψεις και διεκδικήσεις, αλλά αποτελούν κομματικούς παράγοντες, οι οποίοι, τις περισσότερες φορές, υπακούουν τυφλά και υστερόβουλα στα κελεύσματα του αρχηγού, των βαρόνων και των οπλαρχηγών της ολιγαρχικής ομάδας εξουσίας. Η συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας «πνίγει» τους πολίτες που την συνειδητοποιούν αναγκάζοντάς τους να διεκδικούν τα δίκαια ή άδικα δικαιώματά τους από την πολιτεία, πολλές φορές, βίαια και εξωθεσμικά. Τι άλλο όμως θα μπορούσαν να κάνουν, όταν οι αντιπρόσωποί τους πολιτεύονται μεν, αλλά ενίοτε βουλεύονται; Όσον αφορά την Ελλάδα, αλλά και όλα τα μικρά κράτη της περιφέρειας του δυτικού κόσμου, τα προηγούμενα προβλήματα έχουν πάρει έναν δραματικό χαρακτήρα. Η προσπάθεια επαναχάραξης των σφαιρών επιρροής στον κόσμο και τα καλπάζοντα υπερεθνικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, αποτελούν το ιδανικό πεδίο ανάπτυξης μιας «ολιγαρχικής δημοκρατίας». Αυτό όμως που θα πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι για την κατάσταση αυτή δεν φταίνε τα πρόσωπα, αλλά το πολιτικό σύστημα το οποίο έχει κλείσει τον ιστορικό του κύκλο και θα πρέπει επιτέλους να ανανεωθεί. Η ανανέωση αυτή δεν είναι δυνατόν να στηρίζεται σε μιαν απλή αντιγραφή άλλων δυτικών συστημάτων, τα οποία δεν έχουν λάβει υπ’ όψη τους τις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Η Ελλάδα γέννησε την ανόθευτη Δημοκρατία, τη βάση των Δυτικών Δημοκρατιών, και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποτελεί το θεματοφύλακα των βασικών αξιών της. Είναι υποχρέωσή της, αντί να αναπαράγει την Ολιγαρχική Δημοκρατία άλλων δυτικών κρατών, να κάνει προτάσεις ανατροπής και αντικατάστασής της από μια γνήσια Δημοκρατία, εναρμονισμένη με την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και συνεπή με τα βασικά και απαράβατα δημοκρατικά δεδομένα. Επιτέλους οι επαγγελματίες της πολιτικής πρέπει να αντιληφθούν ότι, δεν είναι ο Λαός ο οποίος «εφευρέθηκε» προκειμένου να τους εξυπηρετεί, αλλά τα κόμματα και τα στελέχη τους, τα οποία οφείλουν να επανέλθουν στην οδό της πραγματικής δημοκρατικής σκέψης και νοοτροπίας.

*Από το βιβλίο των Μάνου Δανέζη και Στράτου Θεοδοσίου: «Το Μέλλον του Παρελθόντος μας – Επιστήμη και Νέος Πολιτισμός» Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2005

Το Τέλος της Δύσης; The West and the Rest

Το Τέλος της Δύσης;

The West and the Rest

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση διαρκείας, διάσπαση και εσωτερικοί ανταγωνισμοί, δημογραφική στασιμότητα και γήρανση, απώλεια βιομηχανικού και τεχνολογικού προβαδίσματος σε πολλούς τομείς, συσσώρευση χρεών και ελλειμμάτων, κρίση αξιών, ταυτότητας και οραμάτων, φοβικά σύνδρομα και αίσθηση παρακμής, και τέλος “κενό ακυβερνησίας” στη Δύση, διαπιστώνουν οι αναλυτές, συνοψίζοντας την κατιούσα πορεία της Δύσης από τις αρχές του 21ου αιώνα. Το “κερασάκι στην τούρτα” είναι το μεγάλο κενό που αφήνει η ακυβερνησία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που προκαλεί μεγάλες αναταραχές τόσο στο εσωτερικό τους, όσο και στην περιφέρειά τους και ειδικά στη Μέση Ανατολή, αλλά και στην Ουκρανία, η οποια αφήνεται έρμαιο στις επεκτατικές ορέξεις της Ρωσίας του Πούτιν. Με απερχόμενους τους ηγέτες της Βρετανίας (με το Brexit προ των πυλών) και της Γερμανίας, με τον Γάλλο πρόεδρο να ταπεινώνεται από τον ξεσηκωμό των Κίτρινων Γιλέκων και τις ΗΠΑ του Τραμπ να είναι βαθιά διχασμένες σχετικά με τον παγκόσμιο ρόλο τους, το αναδυόμενο κενό ηγεσίας στις εύρωστες δημοκρατίες της Δύσης φαίνεται να είναι ξαφνικά ιδιαιτέρως έντονο, σημειώνει εύστοχα το το Bloomberg.

Η Δύση πλέον δεν υφίσταται

Πολλοί έγκριτοι αναλυτές καταλήγουν στο θλιβερό συμπέρασμα πως η Δύση ως ιδέα δεν υφίσταται πλέον, ενώ επώδυνες και τεκτονικής φύσης μεταβολές φαίνεται να λαμβάνουν χώρα σε όλο τον κόσμο, αλλάζοντας τον ριζικά, και με το Δυτικό κόσμο να παρακολουθεί αμήχανος τις εξελίξεις. Πλησιάζοντας στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μήπως ζούμε το τέλος της 500ετούς υπεροχής της Δύσης;

“Για το μεγαλύτερο διάστημα των προηγούμενων 500 ετών, η Δύση είχε σαφώς απολαύσει ένα πραγματικό και μόνιμο πλεονέκτημα έναντι των Υπολοίπων. Η ψαλίδα ανάμεσα στο δυτικό και στο κινεζικό εισόδημα είχε αρχίσει να ανοίγει ήδη από την πρώτη δεκαετία του 1600, και συνέχισε να διευρύνεται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αν όχι και αργότερα. Έκτοτε, όμως, έκλεισε με εκπληκτική ταχύτητα. Η χρηματοπιστωτική κρίση (σ.σ. του 2008) αποκρυστάλλωσε το επόμενο ιστορικό ερώτημα που θα ήθελα να θέσω: Μήπως έχει πλέον χαθεί το πλεονέκτημα της Δύσης;”, διερωτάται με νόημα ο Βρετανός ιστορικός Nial Ferguson στο βιβλίο του “Civilization: The West and the Rest” (στα Ελληνικά, εκδ. Παπαδόπουλος, 2012).

Η αποδυνάμωση της Αμερικής

Τα γεγονότα και οι εξελίξεις συνηγορούν σε μία καταφατική ερώτηση σε αυτό το καίριο ερώτημα. Καταρχάς η πιο ισχυρή δύναμη της Δύσης, οι ΗΠΑ, και η πλανητική αυτοκρατορία που οικοδόμησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1945-1991), έχει αρχίσει σταδιακά να αποδυναμώνεται και τα άκρα της να ξηλώνονται. Στη Μέση Ανατολή η αμερικανική στρατιωτική ισχύς αποδείχθηκε ανίκανη να επιφέρει μακροπρόθεσμες νίκες και σταθερότητα, όπως έδειξε το τέλμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, το οποιο είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ στο Συριακό εμφύλιο (2011-2018), που έδωσε την ευκαιρία στη Ρωσία και σε άλλες δυνάμεις (Ιράν, Τουρκία κ.ά.) να καλύψουν το κενό και να αναλάβουν στρατιωτική δράση. Στο εσωτερικό πεδίο η αμερικανική κοινή γνώμη έδειξε σχεδόν αδιαφορία για τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και αλλού.

Επίσης η υπερχρεωμένη αμερικανική οικονομία, προσανατολισμένη περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην παραγωγή, αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις, κι εξαρτημένη από ξένα κεφάλαια, δάνεια και επενδύσεις. Η φτηνή εργασία και τα φτηνά κεφάλαια της Κίνας διόγκωσαν την κατανάλωση στις ΗΠΑ κι έπαιξαν το ρόλο τους στην “φούσκα” των ετών 2002-2007 και στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την επακόλουθη οικονομική ύφεση, από την οποία ούτε οι ΗΠΑ, ούτε και η Δύση συνολικά δεν έχει συνέλθει ακόμη. Την ίδια περίοδο μη Δυτικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, συνέχισαν να αναπτύσσονται αλματωδώς και να βελτιώνουν θεαματικά τη διεθνή τους οικονομική και γεωπολιτική θέση.

Εμπορικοί πόλεμοι ΗΠΑ: μια ομολογία αδυναμίας

Οι εμπορικοί πόλεμοι, τους οποίους κήρυξε μονομερώς από το 2017 ο πρόεδρος Τραμπ, και οι οποίοι στρέφονται κυρίως κατά της ανερχόμενης Κίνας και δευτερευόντως κατά της Ευρώπης, είναι στην ουσία ομολογία αδυναμίας και ανασφάλειας, δηλαδή αποτυχίας της αμερικανικής οικονομίας να ανταγωνιστεί παλιές και νέες οικονομικές δυνάμεις μέσα στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που η ίδια δημιούργησε. Παρά την επιθετικότητα τους οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ είναι στην ουσία “αμυντικοί”: μια εμφανής παραδοχή κατωτερότητας των ΗΠΑ, αλλά και της Δύσης γενικότερα, ειδικά στον οικονομικό, παραγωγικό και τεχνολογικό τομέα, κυρίως σε σχέση με τις ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις της ανατολικής Ευρασίας.

Οι κοινωνίες και οικονομίες της Ανατολής, στην αρχή της Ιαπωνίας και κατόπιν και της Κίνας, έκλεισαν την ψαλίδα τους με τη Δύση αρχικά αντιγράφοντας τους θεσμούς και τους τρόπους λειτουργίας και βιομηχανικής παραγωγής της Δύσης. Κατόπιν, αφού εκσυγχρονίστηκαν ταχύτατα και απέκτησαν ανταγωνιστική παραγωγική βάση, ξεπέρασαν τη Δύση σε πολλούς τομείς. Απέκτησαν έτσι μια νέα αυτοπεποίθηση και στη συνέχεια υιοθέτησαν ένα δικό τους “υβριδικό μοντέλο” συνδυάζοντας επιλεκτικά στοιχεία του Δυτικού πολιτισμού, της πολιτικής, οικονομίας και τεχνολογίας, με τα δικά τους πολιτισμικά στοιχεία και παραδόσεις, δημιουργώντας μια νέα -και πετυχημένη για την ώρα- σύνθεση. Όσο κι αν αυτο-επαίρεται ο Τραμπ, ζητώντας επιτακτικά την ανάκτηση του “αμερικανικού μεγαλείου”, δεν μπορεί πλέον να αξιώνει ανωτερότητα των ΗΠΑ, αλλά και της Δύσης γενικότερα, έναντι της ανατολικής Ευρασίας, δηλαδή της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ινδονησίας και μελλοντικά και της Ινδίας, ειδικά σε τομείς τεχνολογίας και οικονομίας. Η υπεροχή αυτή της ανατολικής Ευρασίας είναι ζήτημα χρόνου να μετατραπεί και σε αμυντική, στρατιωτική υπεροχή, με νέα πεδία ανταγωνισμού, όπως είναι το Διάστημα. Στην καλύτερη περίπτωση είναι πιο ρεαλιστικό ένας Αμερικανός πρόεδρος να αρχίσει να οραματίζεται τη θέση των ΗΠΑ στις επόμενες 2-3 δεκαετίες ως “πρώτης μεταξύ ισοδύναμων”, δηλαδή ηγέτιδας -αλλά όχι Ηγεμονικής- δύναμης σ’ έναν πολυπολικό κόσμο, και όχι στον αλαζονικό ρόλο του “Πλανητάρχη”.

Η Ρωσία “γυρίζει την πλάτη” στη Δύση;

Η αυταπάτη της “αμερικανικής υπερδύναμης” διαλύθηκε και σε σχέση με την, ηττημένη από τον Ψυχρό Πόλεμο, Ρωσία. Η Αμερική, ενώ κατά τη δεκαετία του 1990 αντιμετώπιζε περιφρονητικά τη Ρωσία ως έναν ετοιμοθάνατο πρώην αντίπαλο, από το 2001 και μετά, φαίνεται πως έχει περάσει σε σχέση τακτικής εξάρτησης από τη Ρωσία, ειδικά σε σχέση με την παγκόσμια εκστρατεία της Ουάσιγκτον για την καταστολή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η ρωσική συνδρομή ήταν ζωτικής σημασίας για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν ενάντια στους Ταλιμπάν από το φθινόπωρο του 2001 και μετά. Οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες των δύο χωρών συνεχίζουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνεργάζονται σε αυτόν τον τομέα. Χωρίς την ενεργή στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο της Συρίας, υπέρ του καθεστώτος Άσαντ και κατά του ISIS, το “Ισλαμικό Χαλιφάτο” του Λεβάντε δε θα είχε κατανικηθεί. Οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία διάθεση να εμπλακούν άμεσα σε αυτόν τον πόλεμο, έπειτα από το τέλμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, που οδήγησαν και στην “τερατογέννεση” του ISIS. Και δεν έχει καμία διάθεση να εμπλακεί στρατιωτικά -και ορθώς- στη διένεξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, προκρίνοντας μια άνευρη διπλωματική πίεση σε συνδυασμό με οικονομική στήριξη του Κιέβου.

Το “θερμό επεισόδιο” μεταξύ ουκρανικών και ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην Αζοφική Θάλασσα τον Νοέμβριο του 2018 απέδειξε πως η Μόσχα, υπό την αποφασιστική ηγεσία του αυταρχικού Πούτιν, μπορεί να εκμεταλλευτεί τόσο την αμερικανική αδυναμία, όσο και τη διαφορά απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, πάνω σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα, όπως είναι η Ουκρανία, η Συρία, και ειδικά το Ιράν. Ο Πούτιν δοκίμασε την αποφασιστικότητα της Δύσης στο Ουκρανικό και η Δύση απέτυχε και σε αυτή τη δοκιμασία.

Αυτό το “κενό ηγεσίας” εκ μέρους της Δύσης προσφέρει τη δυνατότητα στον πρόεδρο Πούτιν και στον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ να έχουν περισσότερα περιθώρια για ελιγμούς, ενώ εγείρει το ερώτημα εάν υπάρχει πλέον ενότητα στη Δύση. Σε κάθε περίπτωση, καθώς “η γεωπολιτική απεχθάνεται το κενό”, είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο σε αυτή τη φάση η Ρωσία, βλέποντας την διάσπαση και την αδυναμία της Δύσης, να της “γυρίσει την πλάτη” και να στραφεί προς την Ανατολή, συνάπτοντας στρατηγική συμμαχία με την ανερχόμενη Κίνα -ενδεχόμενο καταστροφικό, ειδικά για την Ευρώπη.

Η Ευρώπη σ’ έναν μετά-Δυτικό κόσμο

Αν η Ρωσία συμπράξει τελικά με την Κίνα ο μεγάλος χαμένος θα είναι η Ευρώπη. Μεταξύ Αμερικής και ανατολικής Ευρασίας η σημερινή Ευρώπη, η κοιτίδα του Δυτικού πολιτισμού, η οποία ως τις αρχές του 20ου αιώνα κυριαρχούσε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, βλέπει τον παγκόσμιο ρόλο της να περιορίζεται, τον πληθυσμό της να συρρικνώνεται και να γηράσκει, την οικονομία της να μην έχει ανακτήσει το χαμένο δυναμισμό της, και να σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες και υπαρξιακά προβλήματα, τη στιγμή που η περιφέρεια της βυθίζεται στις συγκρούσεις, προκαλώντας αποσταθεροποίηση και κύματα προσφύγων. Σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση ακρωτηριάζεται λόγω Brexit (Μάρτιος 2019), βλέπει ταυτόχρονα την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνολαϊκισμού, που προκάλεσε η στείρα υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας που διέρρηξαν την κοινωνική συνοχή, να δυναμιτίζουν το αξιακό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε, αυξάνοντας το δημοκρατικό έλλειμμα στη γηραιά ήπειρο. Την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει ένα έντονο “κενό ηγεσίας” με τους δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες των σημαντικότερων χωρών της να αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και έρμαια των εξελίξεων. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι η Ευρώπη δεν εμπνέει πλέον τους λαούς της, όπως στο παρελθόν. Αν αυτό λάβει διαστάσεις καθολικής αποδοκιμασίας της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους ευρωπαϊκούς λαούς, τότε η διάλυση της θα είναι αναπόφευκτη. Για την ώρα απέχουμε ακόμη αρκετά από αυτό το “σημείο χωρίς επιστροφή”, αν και οι επερχόμενες Ευρωεκλογές (Μάιος 2019) θα αποτελέσουν ένα -ευχάριστο ή δυσάρεστο- προμήνυμα του ευρωπαϊκού μέλλοντος.

Σε κάθε περίπτωση υφίσταται πλέον ένας διχασμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στο εσωτερικό της Ε.Ε., πράγμα αυτοκαταστροφικό για το σήμα που εκπέμπει η Δύση συνολικά στον υπόλοιπο κόσμο. Ο αθυρόστομος πρόεδρος Τραμπ έχει ταχθεί υπέρ της διάλυσης της Ε.Ε., σε ίδιο μήκος κύματος με τον πρόεδρο Πούτιν. Και οι δύο τους εργάζονται συστηματικά για να δυναμιτίσουν την Ευρώπη. Ο Τραμπ είναι ένθερμος υποστηρικτής του Brexit -μάλιστα παρότρυνε το Γάλλο πρόεδρο Μακρόν να κάνει το ίδιο!- ενώ ο Πούτιν ήταν υπέρ της απόσχισης της Καταλονίας, τη στιγμή που η Ρωσική Ομοσπονδία δεν αφήνει καμία από τις δημοκρατίες που την αποτελούν να αποσχιστεί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό για την Ευρώπη να παραμείνει ενωμένη ως Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’ όλες τις ατέλειές της, και μάλιστα να εμβαθύνει κι άλλο την ενοποίηση της, δημιουργώντας δικό της Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, προϋπολογισμό Ευρωζώνης, δικό της Ευρωστρατό, κοινή πολιτική άμυνας, διαστήματος, περιβαλλοντική κλπ. Είναι αποφασιστικής σημασίας τόσο για την ύπαρξη της ίδιας της Ευρώπης, όσο για το “πολιτισμικό σήμα” που θα συνεχίσει να εκπέμπει η Δύση σ’ έναν κόσμο που θα την έχει πλέον ξεπεράσει.

Στις επόμενες δεκαετίες η γηρασμένη Ευρώπη θα συρρικνωθεί κι άλλο δημογραφικά (εκτός αν με τη συνδρομή και των μεταναστών ο πληθυσμός της θα παραμείνει σταθερός ή θα αυξηθεί έστω λιγάκι), ενώ η συμμετοχή της στο παγκόσμιο ΑΕΠ θα βαίνει συνεχώς μειούμενη. Ως το 2050 μόνο μία χώρα της Ε.Ε. θα βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα των πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου. Θα είναι η Γερμανία με ΑΕΠ 6.138 τρισ. δολάρια (PPP, ισοτιμία αγοραστικής δύναμης) και θα βρίσκεται στην 9η θέση, κάτω από το Μεξικό και πολύ πιο κάτω από την Ινδονησία (4η θέση). Στην πρώτη θέση θα βρίσκεται η Κίνα με 58.499 τρισ. δολάρια (PPP, ισοτιμία αγοραστικής δύναμης), ακολουθούμενη από την Ινδία με 44.128 τρισ. δολάρια, ενώ σε μεγάλη απόσταση, 3η και “καταϊδρωμένη” θα είναι η σημερινή “παγκόσμια υπερδύναμη”, η Αμερική με 34.102 τρισ. Δολάρια. Στην πρώτη δεκάδα των πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου του 2050, θα βρίσκονται μόνον δύο Δυτικές χώρες (ΗΠΑ και Γερμανία) και αυτό τα λέει όλα.

Ο δημογραφικός παράγοντας είναι εξίσου σημαντικός: Το 1900 περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ήταν “κάτω από τον πολιτικό έλεγχο” της Δύσης. Το 1990 το ποσοστό αυτό κατρακύλησε στο 15%, ενώ το έτος 2025 κάτω από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Δύσης.

Ο οικονομικός ρόλος της Δύσης θα είναι περιορισμένος στις επόμενες δεκαετίες. Αυτή η εξέλιξη θα προκαλέσει μία, τεκτονικής φύσης, μετατόπιση της ισχύος από τη Δύση προς την Ανατολή και συγκεκριμένα προς την ανατολική και νότια Ευρασία (Κίνα και Ινδία). Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να συνεχίσει η Ευρώπη να είναι ενωμένη, καθώς η κάθε χώρα ξεχωριστά θα έχει πολύ μικρότερη σημασία σε σχέση με το ενιαίο μπλοκ της Ε.Ε. όπως εμφανίζεται σήμερα. Αυτό θα φανεί άλλωστε και με το Brexit, έπειτα από το οποίο η “περήφανη και ανεξάρτητη Μεγάλη Βρετανία” θα συνειδητοποιήσει πόσο μικρή και μη ανταγωνιστική είναι στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθώς θα βλέπει την οικονομία της να συρρικνώνεται, το βιοτικό της επίπεδο να μένει στάσιμο, τις επιχειρήσεις της να περνούν σε ξένα χέρια και το γεωπολιτικό της ρόλο να περιορίζεται. Μέσα από αυτή την πικρή εμπειρία θα συνειδητοποιήσει πόσο πολύτιμη είναι η Ε.Ε., παρά τις όποιες ατέλειες της.

Σ’ έναν μετά-Δυτικό, πολυπολικό, κόσμο ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως “γέφυρας”, “σημείου αναφοράς” και παγκόσμιων πρωτοβουλιών για το περιβάλλον, τον πολιτισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, θα είναι καθοριστικός και αναντικατάστατος. Μόνον έτσι μπορεί να αποτελέσει έναν φάρο ελπίδας για όλη την ανθρωπότητα και μια υπενθύμιση του θετικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η Δύση στο νέο πλανητικό πολιτισμό του 21ου αιώνα.


Ο Γιώργος Στάμκος ( stamkos@post.com0 είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 23.12.2019

 

 

ΠΕΤΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ: Η Παράκαμψη της Περιοριστικής Διάταξης Carnot του 2ου Νόμου της Θερμοδυναμικής

 

ΠΕΤΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Η παράκαμψη της περιοριστικής διάταξης Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικης

Η παράκαμψη της περιοριστικής διάταξης Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής

Του Πέτρου Ζωγράφου

 

Ο Πέτρος Ζωγράφος, ηλεκτρομηχανικός και εφευρέτης

Η ανάγκη αλλαγής πλεύσης της ανθρωπότητας είναι προφανής, ιδιαίτερα ως προς τον τρόπο παραγωγής της χρήσιμης για την διαβίωσηκαι την ανέλιξή μας ενέργειας, αφού τα ορυκτά καύσιμα έχουν οδηγήσει την εξελικτική μας πορεία σε λανθασμένο δρόμο.

Η θεωρητική θεμελίωση του προτεινόμενου από την ομάδα μας «αντιδραστήρα ψυχρής καύσης», που παρουσιάσθηκε ήδη ως πρακτική εφαρμογή και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του κατεστημένου της παραγωγής ενέργειας, είναι το ίδιο απαραίτητη, έτσι ώστε να διευκρινισθούν οι θεωρητικές λεπτομέρειες και να αρθούν ή έστω να «παρακαμφθούν» οι έωλες αντιρρήσεις των οπαδών της καθεστηκυίας τάξης.

Παρουσιάζουμε λοιπόν σήμερα την θεωρητική προσέγγιση της καινοτομίας και πιστεύουμε ότι με τον τρόπο αυτό λύνονται καθαρά οι απορίες για τους περιορισμούς που επιβάλλονται από το θεώρημα Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ αξίζει σε όλες τις φίλες και όλους τους φίλους που στήριξαν με αυταπάρνηση όλο αυτό τον καιρό τις προσπάθειες της ερευνητικής ομάδας μας. Σε αυτούς αφιερώνουμε και την θεωρητική ανάλυση που αναρτούμε σήμερα εδώ.

Εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας Πέτρος Ζωγράφος

Η παράκαμψη της περιοριστικής διάταξης Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής

Ο λόγος που με ώθησε να πραγματοποιήσω αυτή την ανάλυση είναι η βαθμιαία αλλά σταθερή ανοδική πορεία του ανορθόδοξου τρόπου, που έχει επιλεχθεί και καθιερωθεί για τη μετατροπή της χημικής ενέργειας των καυσίμων σε ηλεκτρική ενέργεια.

Φαίνεται πλέον ξεκάθαρα, ότι ο πλανήτης μας ρυπαίνεται με γεωμετρική πρόοδο και αυτή η ρύπανση οφείλεται κυρίως σε ανθρωπογενή αίτια. Η συνεχώς αυξανόμενη κακή χρήση των υδρογονανθράκων (φυσικού αερίου, πετρελαίου και υποκατάστατων, όπως βενζίνης κλπ.) ως καύσιμης ύλης έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και είναι συντελεί στην διαρκή υποβάθμιση του γήινου περιβάλλοντος.

Η χρήση της καύσης του άνθρακα και ειδικά των υδρογονανθράκων με την εδώ και περίπου 150 χρόνια εφαρμοζόμενη μέθοδο μετατροπής τους (χημική – θερμική) σε ηλεκτρική, κινητική κλπ. ενέργεια, μας προσφέρει έναν πολύ μικρό βαθμό απόδοσης. Τούτο οφείλεται στο γεγονός, ότι κάθε θερμική μηχανή έχει απώλειες ενέργειας, που αποβάλλονται υπό μορφή θερμότητας, με συνέπεια η ωφέλιμη ενέργεια της θερμικής μηχανής να είναι κατά πολύ μικρότερη από την αρχική ενέργεια που της δόθηκε.

Εν κατακλείδι, ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής υποδηλώνει, ότι σε κάθε θερμικό σύστημα υπάρχει πολύ μεγάλη απώλεια ενέργειας.

Nicolas Leonard Sadi Carnot διατύπωσε το 1824 τις πρώτες θεωρίες για την μέγιστη απόδοση των θερμικών μηχανών, που έθεσαν τις βάσεις και αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από τον Rudolf Clausius αλλά και από τον Λόρδο Kelvin για την ποσοτικοποίηση και οριστικοποίηση του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής και τον καθορισμό της έννοιας της εντροπίας. Για τον λόγο αυτό ο Sadi Carnot αναφέρεται συχνά ως «πατέρας της θερμοδυναμικής».

Το θεώρημα Carnot που προτάθηκε το 1824 και ονομάζεται κανόνας του Carnot και καθορίζει τα όρια της μέγιστης απόδοσης των θερμικών μηχανών, αφού σύμφωνα με αυτό η απόδοση μιας θερμικής, μηχανής εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαφορά των θερμών και ψυχρών περιοχών. (βλ.σχήμα 3 NASA).

Η παράκαμψη της περιοριστικής διάταξης Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής 2

Αναλυτικότερα, για μια τέτοια μετατροπή χημική – θερμική, πρώτα έχουμε την καύση και μετατροπή σε θερμότητα, εν συνεχεία μετατροπή σε μηχανική ενέργεια και σε τρίτο στάδιο μετατροπή σε ηλεκτρική η κινητική ενέργεια.

Στις μηχανές εσωτερικής καύσης, δηλαδή στις μηχανές των αυτοκινήτων, πλοίων και αεροσκαφών που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα, κατά την πρώτη μετατροπή (ανάφλεξη και καύση) της καύσιμης ύλης (π.χ. βενζίνη) λαμβάνουμε την θερμότητα (θερμική ενέργεια) και από αυτήν εκμεταλλευόμαστε μόνον τα παράπλευρα αποτελέσματα της ολικής καύσης, δηλαδή τα παραγόμενα αέρια, τα οποία στην συνέχεια οδηγούμενα στους αντίστοιχους κυλίνδρους των μηχανών εσωτερικής καύσης πιέζουν τα έμβολα και έχουμε την μετατροπή σε μηχανική ενέργεια, από την οποία μηχανική ενέργεια κατόπιν περαιτέρω μετατροπής λαμβάνουμε την επιθυμητή ηλεκτρική ή κινητική ενέργεια.

Από τις παραπάνω συνεχείς μετατροπές προκύπτει ευχερώς η περιοριστική διάταξη του κύκλου Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής (βλ. σχήμα 3 NASA).

Αξίζει να αναφερθεί, ότι εκείνη την χρονική περίοδο (1824), που διατύπωνε το συγκεκριμένο θεώρημα, ο Leonard Sadi Carnot είχε υπ’ όψιν του μόνον τις μηχανές εσωτερικής καύσης και τις ατμομηχανές.

Αυτού του είδους οι θερμικές μηχανές μετατρέπουν την χημική ενέργεια σε θερμική ενέργεια πριν την μετατροπή σε κινητική ή ηλεκτρική ενέργεια, έτσι ώστε λόγω της «έμμεσης» ενδιάμεσης παραγωγής μηχανικής και θερμικής ενέργειας να έχει εφαρμογή η περιοριστική αρχή του κύκλου Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής, που καθορίζει μερική, ουσιαστικά πολύ μικρή μετατροπή της αρχικής ενέργειας σε ηλεκτρική ή κινητική.

Η φύση όμως έχει επιλέξει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να παράγει ενέργεια, όπως π.χ. στους βιολογικούς οργανισμούς, όπου παρατηρείται η μέγιστη απόδοση κατά την μετατροπή ενέργειας χωρίς να προκαλείται και μόλυνση του περιβάλλοντος.

Αυτή η μετατροπή ενέργειας στους βιολογικούς οργανισμούς επιτυγχάνεται με την διαδικασία της «οξειδοαναγωγής», ως εξής :

Από χημική άποψη η «οξείδωση» αναφέρεται στην απώλεια ηλεκτρονίων. Η οξείδωση του άνθρακα σημαίνει, ότι τα άτομα του άνθρακα στο καύσιμο χάνουν ηλεκτρόνια καθώς μετατρέπονται σε διοξείδιο του άνθρακα, τα δε ηλεκτρόνια που χάνονται ανήκουν σε άτομα υδρογόνου, τα οποία αποτελούνται από ένα πρωτόνιο και ένα ηλεκτρόνιο.

Αυτή η αντίδραση οξείδωσης συνδέεται χημικά με μια αντίδραση αναγωγής, που η επιστήμη της χημείας ορίζει ως αντιδράσεις «οξειδοαναγωγής». Όταν ένα άτομο χάνει ηλεκτρόνια («οξείδωση»), ένα άλλο άτομο κερδίζει («αναγωγή»), αφού κατά την καύση του “καυσίμου” τα ηλεκτρόνια (στα άτομα υδρογόνου) μεταφέρονται από τον άνθρακα στο οξυγόνο. Όπως τα άτομα αναδιατάσσονται, τα μεταφερόμενα ηλεκτρόνια απελευθερώνουν ενέργεια, η οποία “συλλαμβάνεται” από τα κύτταρα του οργανισμού στο ATP (ΜΙΤΟΧΟΝΔΡΙΟ).

Η ως άνω διαδικασία μετατροπής ενέργειας, που έχει επιλεγεί από την φύση, ουδεμία σχέση έχει με τις συνήθεις διαδικασίες παραγωγής ενέργειας από τα ορυκτά καύσιμα, αφού τα περισσότερα τέτοια μηχανήματα που κατασκευάζονται από ανθρώπους χρησιμοποιούν πολύ λιγότερο την χημική ενέργεια από το καύσιμο τους (μεταξύ 8% – 22%), όπως π.χ. τα αυτοκίνητα που αξιοποιούν-εκμεταλλεύονται κατά μέσον όρο μόνον το 22%, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής, ήτοι : n = T1 – T2 / T1 = Q1 – Q2 / Q1

Επομένως, πρέπει να επαναδιατάξουμε τις προσπάθειές μας προς μια τεχνολογία «ψυχρής» μετατροπής των καυσίμων, αντί της «χημικής – θερμικής» που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα.

Κατωτέρω παραθέτω την εξήγηση, για ποιους λόγους πρέπει να γίνει αυτή η μετάβαση από την θερμική προς την ψυχρή μετατροπή.

Πρώτα από όλα, οφείλουμε να κατανοήσουμε, ότι η βάση της λειτουργίας των ψυχρών μετατροπών είναι η φυσικοχημική μεταβολή που λαμβάνει χώραν εντός αυτών ή στο εσωτερικό τους.

Από ενεργειακής απόψεως, το μέγιστο δυνατό μηχανικό έργο μπορεί πραγματικά να παρέχεται από την αντιστρεπτή θερμοδυναμική μεταφορά χημικού συστήματος από μια κατάσταση σε μία άλλη με την εκμετάλλευση της ελεύθερης ενέργειας ΔG του χημικού συστήματος.

Για να πετύχουμε λοιπόν τον μέγιστο βαθμό αποδόσεως, είναι απαραίτητο να εργάζεται μια διάταξη σε απολύτως αντιστρεπτές συνθήκες. Όσο το ρεύμα ανταλλαγής είναι μεγαλύτερο και όσο η αντίσταση του ύδατος με την παρουσία κράματος υλικών είναι μικρότερη, τόσο πιο καλά μπορεί να πραγματοποιηθεί η λειτουργία της διάταξης σε απολύτως αντιστρεπτές συνθήκες.

Ως παράδειγμα, μπορούμε να θεωρήσουμε μια αντίδραση, όπου το νερό μετατρέπεται με βρασμό αναστρέψιμα σε ατμό. Για να είναι αναστρέψιμη η αντίδραση, ας υποθέσουμε ότι το μείγμα νερού και ατμού περιέχεται σε έναν κύλινδρο με κινητό έμβολο και διατηρείται σε σημείο βρασμού με πίεση μιας ατμόσφαιρας από μια δεξαμενή θερμότητας.

Η αλλαγή ενθαλπίας είναι : ΔΗ = 40,65 kilojoules ανά mole, η οποία είναι η λανθάνουσα θερμότητα εξάτμισης. Η αλλαγή εντροπίας είναι :

Δ S = 40,65 373  = 0,109 kilojoules ανά γραμμομόριο . Κ

που αντιπροσωπεύει τον μεγαλύτερο βαθμό διαταραχής, όταν το νερό εξατμίζεται και μετατρέπεται σε ατμό. Η ελεύθερη ενέργεια γνωστή και ως λειτουργία Gibbs ορίζεται ως G=H-Tδ όπου το S αναφέρεται στην εντροπία του συστήματος. Έτσι για κάθε αλλαγή στην κατάσταση, μπορούμε να γράψουμε την εξαιρετικά σημαντική σχέση ΔG=ΔΗ-ΤΔS

Η ελεύθερη αλλαγή ενέργειας Gibbs είναι : ΔG = ΔΗ – ΤΔ S . Στην περίπτωση αυτή η ελεύθερη αλλαγή ενέργειας Gibbs ισούται με το μηδέν, επειδή ο ατμός και το νερό ευρίσκονται σε ισορροπία και δεν μπορεί να εξαχθεί χρήσιμο έργο από τον συγκεκριμένο μηχανισμό (εκτός από το έργο μέσω της ατμόσφαιρας). Με άλλα λόγια, ελεύθερη ενέργεια Gibbs ανά μόριο νερού (ονομαζόμενη επίσης «χημικό δυναμικό») είναι η ίδια, τόσο για το νερό σε υγρή μορφή όσο και για τον ατμό, αφού με τον τρόπο αυτό τα μόρια του νερού μπορούν να περνούν ελεύθερα από την μια φάση στην άλλη, χωρίς να αλλάζουν την συνολική ελεύθερη ενέργεια του συστήματος.

Με αντίστοιχο θερμοδυναμικά αντιστρεπτό τρόπο και χρησιμοποιώντας την ψυχρή καύση επιτυγχάνεται η ελάττωση της αποδιδόμενης στο περιβάλλον ελεύθερης ενέργειας (ΔG) κατά την ένωση του άνθρακα με το οξυγόνο και κατά συνέπεια η εκμετάλλευση μεγάλου ποσού μηχανικής ενέργειας.

Λίγα λόγια για τον παρεξηγημένο όρο εντροπία

Όταν έχουμε ένα ποτήρι ζεστό γάλα το οποίο κρυώνει, τότε η εντροπία του μειώνεται, Δεν αυξάνει. Όμως η εντροπία του περιβάλλοντος αυξάνει ακόμα περισσότερο αφού το ζεστό γάλα είναι θερμότερο από το περιβάλλον.

Ερώτημα: Μπορούμε να καταρρίψουμε την αλλαγή της εντροπίας που προκύπτει από αλλαγές στις συγκεκριμένες ιδιότητες του συστήματος μας? Υπάρχουν αλλαγές σε πέντε πράγματα που θα οδηγήσουν σε μια αλλαγή στην εντροπία του συστήματος.

  1. Οι αλλαγές στη θερμοκρασία θα προκαλέσουν αλλαγές στην εντροπία Όσο μεγαλύτερη είναι η θερμοκρασία τόσο μεγαλύτερη είναι η θερμική ενέργεια που έχει το σύστημα. Όσο πιο μεγάλη θερμική ενέργεια έχει το σύστημα, τόσο πιο πολλοί τρόποι υπάρχουν για την διανομή της ενέργειας. Όσο πιο πολλοί τρόποι υπάρχουν για να μοιραστεί αυτή η ενέργεια, τόσο μεγαλύτερη είναι η εντροπία. Η αύξηση της θερμοκρασίας θα αυξήσει την εντροπία.
  2. Οι αλλαγές στον όγκο θα οδηγήσουν σε αλλαγές στην εντροπία. Όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος, τόσο πιο πολλοί τρόποι υπάρχουν για τη διανομή των μορίων σε αυτόν τον όγκο, όσο πιο πολλοί τρόποι υπάρχουν για τη διανομή των μορίων (ενέργεια), τόσο μεγαλύτερη είναι η εντροπία. Η αύξηση της έντασης θα αυξήσει την εντροπία.
  3. Αλλαγές στη φάση θα οδηγήσουν σε αλλαγές στην εντροπία. Ορισμένες φάσεις έχουν μεγαλύτερο αριθμό συχνοτήτων και συνεπώς υψηλότερη ενέργεια. Τα στερεά δονούνται σε χαμηλότερες συχνότητες και επομένως τη μικρότερη εντροπία. Τα υγρά έχουν περισσότερες μικροσκοπικές μονάδες υψηλότερες συχνότητες και έτσι έχουν υψηλότερη εντροπία. Όταν μια ουσία είναι αέριο, έχει πολλές περισσότερες μικροσκοπικές μονάδες και έχει υψηλότερη εντροπία.
  4. Η μίξη των ουσιών αυξάνει την εντροπία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα μικροστοιχεία για το μικτό σύστημα χωρίς ανάμιξη. Περισσότερες συχνότητες (μικροκέντρα) σημαίνουν μεγαλύτερη εντροπία. Αυτό είναι ένα από τα παραδείγματα από τα οποία προκύπτει η εσφαλμένη αντίληψη ότι η εντροπία είναι διαταραχή.
  5. Τέλος η εντροπία μπορεί να αλλάξει ως αποτέλεσμα χημείας. Τα διάφορα μόρια έχουν διαφορετικέ εντροπίες. Έτσι μπορεί να είναι δύσκολο να κοιτάξετε μια αντίδραση και να μαντέψετε εάν ανεβαίνει η κατεβαίνει. Εντούτοις γενικά αν τα προϊόντα έχουν μεγαλύτερο αριθμό μορίων από τα αντιδρώντα τότε η εντροπία μπορεί να αυξηθεί. Εάν τα βρίσκονται σε φάσεις υψηλότερης εντροπίας από τα αντιδρώντα η αντίδραση πιθανόν να έχει μεγαλύτερη εντροπία π.χ 2Fe(s)+3O2(g) > 2Fe2O3(ες)ΔSr<O). Η αλλαγή στην εντροπία γι αυτήν την αντίδραση θα είναι αρνητική. Αυτό επειδή τα αντιδραστήρια έχουν τόσο ένα στερεό όσο και ένα αέριο, ενώ το προϊόν είναι απλώς μια στερεή ένωση.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΧΗΜΙΚΗΣ – ΘΕΡΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ (ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ κλπ.)

Ο μηχανισμός της χημικής – θερμικής μετατροπής της ενέργειας σε κινητική και κατόπιν σε ηλεκτρική μπορεί να εξηγηθεί απλά βάσει της κινητικής θεωρίας των μορίων, όπου η μεταβολή στην ενέργεια μεταξύ των αρχικών στοιχείων και των αποτελεσμάτων της δράσης εκδηλώνεται ως θερμότητα.

Αν εξετάσουμε μια Μηχανή Εσωτερικής Καύσης , όταν πυροδοτηθεί η καύση του καυσίμου προκαλείται κινητική ενέργεια των μορίων των θερμανθέντων αερίων συστατικών της δράσης και αυτά (τα μόρια των αερίων) προσκρούουν π.χ. στο πιστόνι της Μηχανής Εσωτερικής Καύσης, αλλά δυστυχώς η μεταφορά της ορμής τους σε αυτό το πιστόνι δεν είναι ολοκληρωμένη . Έτσι η κινητική ενέργεια ανά Κελβίνο ΄΄μονοατομικό ιδανικό αέριο΄΄ είναι 3[R/2] =3R/2:  ανά γραμμομόριο: 12.47 J. Ανά μόριο: 20.7 yJ = 129μev. Σε κανονική θερμοκρασία 273.15Κ παίρνουμε: Ανά γραμμομόριο: 3406 J  και ανά μόριο: 5.65 ZJ = 35.2 mev

Ο όγκος της μεταφοράς του ποσοστού κινήσεως αυτών των μορίων (κινητική ενέργεια κάθε μορίου) υπολογίζεται με τον τύπο :(3/2 ΚΤ).

Με δεδομένο ότι η θερμοκρασία του μορίου είναι Τ1 πριν την σύγκρουσή του και μεταβάλλεται σε Τ2 μετά την σύγκρουση και απομάκρυνση από το πιστόνι, τότε η μετατρεπόμενη ενέργεια ανά μόριο θα καθορίζεται από την εξίσωση: 3/2ΚΤ1/ – 3/2 ΚΤ2

Το μικρό ποσοστό ενέργειας, που παραμένει στο μόριο, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης με οποιονδήποτε μέχρι σήμερα γνωστό τρόπο, καθ’ όσον   μεταφέρεται μετά την πρόσκρουση από το μόριο στο πιστόνι, που  αποτελεί το αντίθετο της θερμής πηγής, δηλαδή την ψυχρή πηγή. n=3/2KT1-3/2ΚΤ2/3/2ΚΤ1=Τ1-Τ2/Τ1.

Και εδώ συνίσταται το πρόβλημα του τελικού βαθμού απόδοσης στην χημική – θερμική μετατροπή για τις συμβατικές μηχανές εσωτερικής καύσης, ο οποίος (τελικός βαθμός απόδοσης) είναι αυτός που προβλέπεται πολύ σωστά έως εδώ, από την περιοριστική διάταξη του κύκλου Carnot του 2ου θερμοδυναμικού νόμου.

Αντιθέτως, στον αντιδραστήρα ψυχρής καύσης δεν υπάρχουν ούτε κρούσεις ούτε τριβές αλλά ούτε και θερμοκρασίες, που συνεπάγονται ενεργειακές απώλειες, αλλά μόνον κινήσεις ηλεκτρονίων: 2H2   > 4H +  4eΑποβολ.   Ο+ 4H+ 4e– > 2H2O προσλ.

Λόγω της ανωτέρω διαδικασίας, μπορούμε να λάβουμε ηλεκτρική ενέργεια μέσω ενός εξωτερικού ηλεκτρικού φορτίου καταλλήλου αντιστάσεως, μόνον μια ελάχιστη διαφορά ανάμεσα στη (-ΔG) και στη (-ΔΗ)  μπορεί να διαπιστωθεί,  η οποία διαφορά ισούται με τον πολύ μικρό εντροπικό όρο ΤΔs, που σε τελική ανάλυση είναι άνευ αξίας. Όσο μικρότερος είναι ο εντροπικός όρος ΤΔS τόσο μεγαλύτερο βαθμό απόδοσης έχει ο αντιδραστήρας ψυχρής καύσης εάν ληφθεί υπόψιν  και  o  ΔΗ. Το ιδανικό πρότυπο δυναμικό ενός στοιχείου του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης είναι Η20) και είναι 1228mv με υγρό νερό σαν αποτέλεσμα, και 1217mv για νερό με αέριο. Αυτή η τιμή είναι το δυναμικό οξείδωσης του υδρογόνου, Το δυναμικό αυτό το ονομάζουμε και ως αλλαγή στην ελεύθερη ενέργεια του Gibbs για την δράση υδρογόνου και οξυγόνου. Η ελεύθερη ενέργεια του Gibbs αυξάνεται καθώς μειώνεται η θερμοκρασία του αντιδραστήρα σε σχέση με της θερμικές μηχανές εσωτερικής καύσης, όπου συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή όσο αυξάνεται η θερμοκρασία (διαφορά θερμού-ψυχρού) αυξάνεται και ο βαθμός απόδοσης τους.

Για την πληρέστερη κατανόηση της θερμικής – χημικής μετατροπής παρατίθεται το αντίστοιχο σχήμα του μηχανικού αναλόγου (σχήμα 1).

Η παράκαμψη της περιοριστικής διάταξης Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής 3

ΘΕΡΜΟΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΣΕ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΨΥΧΡΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι οι θερμοδυναμικοί υπολογισμοί βασίζονται στο γεγονός, ότι οι χημικές μεταβολές γίνονται κοντά στην κατάσταση ισορροπίας. Η τάση ενός αντιδραστήρα ψυχρής καύσης είναι περίπου ίση με την τάση της θερμοδυναμικής ισορροπίας, δηλαδή ο αντιδραστήρας ψυχρής καύσης λειτουργεί ως »ισοθερμική στατική μηχανή», οπότε δεν έχει ανάγκη δύο διαφορετικών πηγών θερμοκρασίας δηλαδή μιας δεξαμενής υψηλής θερμοκρασίας, και μιας δεξαμενής χαμηλής θερμοκρασίας (αρχή Carnot δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής – (βλ. σχήμα 3 NASA).

Όπως προβλέπεται από τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής και την συναφή περιοριστική διάταξη Carnot, «θερμικές μηχανές» είναι οι μηχανές που παράγουν έργο στηριζόμενες σε θερμιδικά φαινόμενα, ενώ για να λειτουργήσουν απαιτείται η περιοδική μεταβολή της θερμοκρασίας κάποιου «σώματος» ύλης, συνήθως κάποιου αερίου.

Η μεταβολή της θερμοκρασίας αυτού του σώματος γίνεται με μεταφορά θερμότητας, δηλαδή προσδίδεται αρχικά στο σώμα θερμική ενέργεια, ήτοι αυξάνεται η θερμοκρασία του, οπότε τότε το σώμα αποβάλλει την ενέργεια παράγοντας έργο, με σκοπό να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση και να προσλάβει και πάλι ενέργεια (πχ βενζίνη, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, κλπ.). Η ανωτέρω διαδικασία ονομάζεται κύκλος λειτουργίας.

Σύμφωνα δε με τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, σε κάθε κύκλο λειτουργίας υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ποσόν ενέργειας, το οποίο αποβάλλεται από το σώμα όχι με την μορφή έργου, αλλά με την μορφή θερμότητας, προκαλώντας έτσι μεγάλη απώλεια ενέργειας.

Όμως, ένας αντιδραστήρας ψυχρής καύσης μετατρέπει την χημική ενέργεια απευθείας σε ηλεκτρική ενέργεια, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό την ανεπάρκεια που σχετίζεται με την μετατροπή της θερμικής ενέργειας, έτσι ώστε η διαθέσιμη ενέργεια να είναι ίση με την ελεύθερη ενέργεια Gibbs. Η απόδοση του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης διέπεται από την καμπύλη πόλωσής του.

Για να κατανοήσουμε την απόδοση που έχει μια ψυχροδυναμική μετατροπή ενέργειας δεδομένης χημικής δράσης σε ηλεκτρική ενέργεια έχουμε: – ΔG =(Wa–PΔV) και η μέγιστη χρήσιμη εργασία που λαμβάνεται από τον αντιδραστήρα ψυχρής καύσης είναι: dG = dH – TdS . Όπου W δίνεται από το : ΔG ( ή NFE ).

Βάσει της ανωτέρω σχέσης η μείωση της ελεύθερης κατά Gibbs ενέργειας για μια δράση ισούται με το αντιστρεπτά ολικό έργο μείον το έργο διαστολής του συστήματος. Εάν ωθήσουμε να πραγματοποιηθεί μια δράση με ψυχροδυναμικό τρόπο και εάν τροφοδοτήσουμε αυτή την δράση με υδρογόνο και οξυγόνο και σαν απόβλητο αυτής της διαδικασίας σχηματιστεί νερό  (Η2O), τότε έχουμε: 2H2 + O2  > 2H2O

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, έχουμε μια αλλαγή στην ελεύθερη ενέργεια ΔG της διάταξης 2H2 + O2.

Εάν όμως παρατηρήσουμε το φαινόμενο με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε μια μεταφορά 4 ηλεκτρικών φορτίων μέσω μιας ολικής διαφοράς δυναμικού Ε εν κενώ, ή μιας τάσης U υπό φορτίο. Σε γενικές γραμμές όταν έχουμε μεταφορές ηλεκτρονίων σε κάθε μόριο του κράματος που βρίσκεται εντός του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης, τότε το ηλεκτρικό έργο θα εξαρτάτε από την εξίσωση: Wh= Q .V και πρέπει να γνωρίζουμε όταν γίνεται μεταφορά ηλεκτρονίων σε κάθε μόριο του κράματος υλικών του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης τότε το ηλεκτρικό έργο θα είναι Whl = n FE για κάθε mole του κράματος υλικών που βρίσκεται αναμεμιγμένο εντός του νερού. Ανάλογη επίσης θα είναι και η μείωση στην ελεύθερη ενέργεια της εκάστοτε διαδικασίας. Πχ για 2Η+ Ο> 2Η2Ο  οπότε θα έχουμε  -ΔG = nFE

Επομένως τα v/ – v// = – dζ / de όπου v/ και v // δηλώνουν τα ηλεκτρικά δυναμικά του κράματος υλικών, το de είναι μια διαφορική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας, και το dζ (διαφορά ΖΗΤΑ) είναι η μεταβολή της διαθέσιμης ενέργειας, η ισοθερμική ισοβαρική ελεύθερη ενέργεια GGbs dG, που ΔF = – NFE, αν το Δ είναι η ελεύθερη ενέργεια Lewis στη θέση της ελεύθερης ενέργειας G ή Gibbs, το F είναι ισοδύναμο Faraday και το N αντί του n είναι ο αριθμός των ισοδυνάμων που διέρχονται μέσω του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης όταν η δράση συμβαίνει, όπως έχει γραφτεί.

Αν η τάση του ψυχροδυναμικού αντιδραστήρα ήταν ακριβώς ίση με την τάση ισορροπίας, τότε όλη η ΔG της διαδικασίας της δράσης θα μετατρεπόταν σε ηλεκτρική ενέργεια και θα ήταν ίση με – nFE , οπότε ο αντιδραστήρας ψυχρής καύσης θα είχε βαθμό απόδοσης 100% . Δηλαδή μια αρκετά υψηλή απόδοση, που δεν παρατηρείται σε καμία θερμική μηχανή μέχρι σήμερα.

Εκ των ως άνω αναλύσεων προκύπτει, ότι οι αποδόσεις μετατροπής με βάση αυτήν την πρόταση είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τις αποδόσεις των θερμικών μετατροπών, οι οποίες μετά βίας αγγίζουν το 22% λόγω της απώλειας ενέργειας και της συνακόλουθης εφαρμογής της περιοριστικής διάταξης του κύκλου Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής.

Τονίζω, ότι και σε αυτή την θέση η μεταβολή της ελεύθερης ενέργειας της διαδικασίας, η οποία μετατρέπεται σε ηλεκτρικό έργο, διαφέρει από την μεταβολή της ενθαλπίας ΔΗ της αντίστοιχης δράσεως.

Μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι η θερμότητα που παρουσιάζεται στην διαδικασία, στην περίπτωση που αυτή ελάμβανε χώρα καθαρά χημικώς θα είχε μια μικρή διαφορά από την ελάττωση στην ελεύθερη ενέργεια, ήτοι από το παραγόμενο ηλεκτρικό έργο, κάτι που προκύπτει εύκολα από την θερμοδυναμική εξίσωση του Gibbs:

ΔG = ΔH + T . [(d (ΔG) / dT)].   Για μια δεδομένη δράση  ΔG0 = G0προ– G0αντι

Λόγω των ανωτέρω αλλά και της παραμέτρου -ΔG = nFE , λαμβάνουμε την γνωστή θερμοδυναμική εξίσωση των g.e: ΔΗ = ΔG + nFT (dE / dT).

Το αποτέλεσμα nF (dE / dT) μας δίνει την αλλαγή της εντροπίας Δs της διαδικασίας, εφ’ όσον ΔΗ = ΔG + T Δs, ενώ το (dE/dT) μας υποδεικνύει τον θερμικό συντελεστή του δυναμικού του αντίστοιχου ψυχροδυναμικού στοιχείου του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης. Για να έχουμε όμως σωστά αποτελέσματα στα ανωτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ότι το όλο σύστημα πρέπει να λειτουργεί υπό σταθερή πίεση.

Σε εντελώς αντιστρεπτές συνθήκες των διαδικασιών, ο θερμικός συντελεστής ισούται με το μηδέν (0), και ο εντροπικός όρος ΤΔs δεν συμμετέχει στην περίπτωση αυτή στην θερμοδυναμική εξίσωση, έτσι έχουμε: (- ΔG) = ( – ΔΗ).

Όταν όμως ο αντιδραστήρας ψυχρής καύσης, είναι υπό φορτίο και τροφοδοτεί με ηλεκτρικό ρεύμα κάποια ηλεκτρικά φορτία τα οποία μπορεί να είναι ωμικά, επαγωγικά ή σύνθετα, μειούμενο το Ε, παρουσιάζεται μια πάρα πολύ μικρή αύξηση σχεδόν αμελητέα της θερμοκρασίας του, έτσι έχουμε: (dE / dT) <0 που σημαίνει ότι θα έχουμε πλέον σε πλήρη εφαρμογή την εξίσωση ( -ΔG ) < ( -ΔH ). Αυτά όμως συμβαίνουν όταν η καρδιά του αντιδραστήρα (cavity) δεν διατηρείται σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Όταν όμως διατηρείται σε χαμηλές θερμοκρασίες παρατηρείται ότι ( dE/dT ) > 0, άρα κατά την εργασία του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης μειούμενο το Ε μειώνεται και η θερμοκρασία του. Τότε θα έχουμε, (-ΔG) > (-ΔH).

Από όσα παρατηρούμε με έκπληξη στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνουμε επί πλέον κέρδος ενέργειας, που το παίρνουμε από το περιβάλλον. Τούτο συμβαίνει, γιατί η θερμοκρασία του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης μειούται σε επίπεδο πολύ χαμηλότερο από την θερμοκρασία του περιβάλλοντος, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα και την μετατροπή μέρους της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος σε ηλεκτρικό έργο μέσω ενός θερμοηλεκτρικού στοιχείου, που τροφοδοτεί με τάση μόνον κάποιους ηλεκτρονόμους (ρελέ) του συστήματος.

Σε γενικές γραμμές όμως το αποτέλεσμα της εξίσωσης (-ΔG) / (-ΔΗ) δεν ισούται με το 100% οπότε ο βαθμός αποδόσεως του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης βάσει της ΔΗ θα είναι ελάχιστα πιο χαμηλός.

Η θεωρητική τάση στον αντιδραστήρα ψυχρής καύσης είναι ανάλογη προς το ΔG, ήτοι : V = ΔG / nF. Λαμβάνοντας υπ όψιν όλα τα παραπάνω:

Ορίζουμε πλέον την πτώση τάσης ενεργοποίησης με την εξίσωση:

Va= RT / a2F ln ( l/l) = T [a + bln (I)] = Va+ Vact2

Η αναστρέψιμη τάση σε έναν αντιδραστήρα ψυχρής καύσης μπορεί να υπολογιστεί από την σχέση : Ε = ΔGO / NF.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι η ενεργειακή απόδοση των αντιδραστήρων ψυχρής καύσης, όταν πραγματοποιείται ψυχροδυναμικά, διαφέρει σημαντικά ως προς τον βαθμό απόδοσης σε σχέση με την πραγματοποίησή της χημικά – θερμικά, η οποία εφαρμόζεται μέχρι σήμερα κατά κόρον για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και που έχει ως αποτέλεσμα την θερμική μόλυνση και την αλόγιστη ρύπανση του πλανήτη. Όμως, για την ψυχρή καύση με το Ο2 έχουμε:

– nFE / ΔΗ ή αλλιώς το κλάσμα ΔG / ΔΗ. Εάν η ΔG= 265 KJ / mol και η ΔΗ= 271 KJ / mol.  τότε καταλήγουμε σε βαθμό απόδοση περίπου 98%

Στο παρατιθέμενο Σχήμα 2 διακρίνουμε σε γενικές γραμμές τον πολύ μεγάλο βαθμό αποδόσεως του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης σε συνάρτηση με το ρεύμα εξόδου και την ροή εισόδου (κράμα υλικών + νερό) του συστήματος.

Στην συνέχεια αποδεικνύεται, ότι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης και βάσει ειδικών κραμάτων, είναι δυνατόν ο βαθμός απόδοσης ενός αντιδραστήρα ψυχρής καύσης να φθάσει σε υπερβολικά υψηλό επίπεδο, που πολλές φορές να φαίνεται ότι τείνει να υπερβαίνει το 100%.

Παραδείγματος χάριν, για μια διάταξη C + 1/2 O2  > CO, όπου το (-ΔG) είναι 32,811 Kcal και το (-ΔΗ) είναι 27,411 Kcal  ενώ το Ε είναι 0,7121 , τότε η χημική διαδικασία προκαλεί, όπως δείχνουν οι υπολογισμοί, μια γ. απόδοση της χ.α. της τάξης του 117,85% περίπου, οπότε σε αυτή την περίπτωση, όπως παρατηρούμε, παρουσιάζεται αύξηση της εντροπίας, ήτοι : (Δs > 0) της διαδικασίας. Τα ως άνω συμβαίνουν, όταν η καρδιά του αντιδραστήρα ψύχεται κατά την λειτουργία του, ούτως ώστε η (-ΔG) γίνεται μεγαλύτερη από την (-ΔΗ).

Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω προκύπτει, ότι ο βαθμός απόδοσης του αντιδραστήρα ψυχρής καύσης κατά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι πολύ μεγαλύτερος ακόμα και από τον βαθμό απόδοσης ενός πυρηνοηλεκτρικού αντιδραστήρα.

Τέλος είναι δεδομένο, ότι η απόδοση των θερμικών μηχανών, ιδίως των μηχανών εσωτερικής καύσης και των στροβίλων, υπακούοντας στη περιοριστική διάταξη του κύκλου Carnot του δευτέρου νόμου της θερμοδυναμικής, εξαρτάται από το ύψος της θερμοκρασίας λειτουργίας τους.

Για παράδειγμα, η ως άνω  περιοριστική – απαγορευτική διάταξη Carnot επιβάλλει ότι, για να αυξήσουν οι ανωτέρω θερμικές μηχανές το βαθμό απόδοσής τους στο 80%, πρέπει η θερμοκρασία λειτουργίας τους να φθάσει σε πολύ μεγάλα επίπεδα, ήτοι στους 2200Co η θερμή περιοχή και πάρα πολύ χαμηλά η ψυχρή περιοχή, δηλαδή μια τεράστια διαφορά μεταξύ της ψυχρής και της θερμής πλευράς (βλ. σχήμα 3 NASA). Φυσικά, για να επιτευχθούν αυτά χρειάζεται να καταναλώσουμε τεράστια ποσά ενέργειας, δηλαδή περισσότερα καύσιμα, οπότε οι θερμικές μηχανές και ιδίως οι μηχανές εσωτερικής καύσης συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην θερμική και τοξική μόλυνση του περιβάλλοντος.Σε αντίθεση με τις θερμικές μηχανές, ο αντιδραστήρας ψυχρής καύσης είναι μια ισοθερμική στατική διάταξη, η οποία δεν εξαρτάται από μια θερμή και μια ψυχρή περιοχή (βλ. σχήμα 3 NASA), αφού με αυτήν την προτεινόμενη μέθοδο όσο ελαττώνεται αυτή η διαφορά, τόσο αυξάνει ο βαθμός απόδοσής του, ή καλλίτερα μειώνεται το ΔG. Συνεπώς, η περιοριστική διάταξη του κύκλου Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής »παρακάμπτεται» και δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί στον αντιδραστήρα ψυχρής καύσης που προτείνoυμε, διότι ο αντιδραστήρας αυτός είναι μια »στατική ισοθερμική διάταξη» παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ασφαλώς δεν είναι θερμική μηχανή ούτε περιλαμβάνεται στις θερμικές μηχανές, τις οποίες είχε υπ’ όψιν του ο Nicolas Leonard Sadi Carnot κατά την περίοδο (1824) που διατύπωνε την εν λόγω περιοριστική – απαγορευτική αρχή Carnot του 2ου θερμοδυναμικού νόμου, σύμφωνα με την οποία για να παραχθεί έργο απαιτούνται δύο δεξαμενές με διαφορά θερμοκρασίας, ήτοι μια θερμής και μια ψυχρής περιοχής (βλ. σχήμα 3 NASA)

Για τον λόγο αυτό, προτείνω στους επιστήμονες όλου του κόσμου, να στρέψουν τις έρευνές τους προς την κατεύθυνση μετατροπής της χημικής ενέργεια των καυσίμων απευθείας σε ηλεκτρική ενέργεια, παρακάμπτοντας την ως άνω περιοριστική διάταξη του κύκλου Carnot του 2ου νόμου της θερμοδυναμικής.

Έχει επέλθει πλέον το πλήρωμα του χρόνου, για να απεμπλακεί ο άνθρωπος από τις βλαβερές συνέπειες που προκαλούνται από την καύση των υδρογονανθράκων, που αποτελεί παράλληλα την κύρια αιτία της ενεργειακής σκλαβιάς της ανθρωπότητας και της συντελούμενης περιβαλλοντικής καταστροφής του πλανήτη.

Ο ΠΕΤΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ είναι ηλεκτρομηχανικός και εφευρέτης.

ΠΗΓΗ:  https://www.hellagen.gr/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%88%CE%B7/&nbsp;

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΟ Hellagen.gr

Η καταγραφή των άρθρων στο hellagen.gr είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας με αφιλοκερδή σκοπό. H αναδημοσίευση υλικού σε άλλη ιστοσελίδα επιτρέπεται, (όπως επισημαίνεται στους όρους χρήσης)μόνο με την προϋπόθεση αναφοράς της πηγής με ενεργό link προς το πρωτότυπο άρθρο και με την ένδειξη Hellagen.gr. Επικοινωνήστε μαζί μας για οποιοδήποτε θέμα.

ΑΡΘΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Πώς η εφεύρεση του Πέτρου Ζωγράφου παρακάμπτει την απαγορευτική διάταξη του 2ου θερμοδυναμικού νόμου

Πώς η εφεύρεση του Πέτρου Ζωγράφου παρακάμπτει την απαγορευτική διάταξη του 2ου θερμοδυναμικού νόμου

24 Ιουνίου 2018

Οι καινοτομίες του Πέτρου Ζωγράφου

Οι καινοτομίες του Πέτρου Ζωγράφου

7 Ιουνίου 2018

Το Υδρογόνο ως μέταλλο από τον Πέτρο Ζωγράφο

Το υδρογόνο ως μέταλλο από τον Πέτρο Ζωγράφο

17 Φεβρουαρίου 2017

Πέτρος Ζωγράφος

Η εφεύρεση που αλλάζει τον κόσμο – Πέτρος Ζωγράφος

3 Δεκεμβρίου 2015

ΕΠΙΣΗΣ

Αβαθής Γεωθερμία του καθηγητή Γεώργιου Φλωρίδη

Αβαθής Γεωθερμία με Συντελεστή Ενεργειακής Απόδοσης Πέραν του 300% του καθηγητή πανεπιστημίου Γεώργιου Φλωρίδη Η …