Tag Archives: ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ

Δημογραφικό Black Out στα Βαλκάνια

Σερβία και Κροατία

Δύο πρώην εχθροί μοιράζονται την ίδια δημογραφική μοίρα

Δημογραφικό Black Out στα Βαλκάνια

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Από τις σλοβενικές Άλπεις ως τις ακτές του Αιγαίου κι από τις δαλματικές ακτές ως τις εκβολές του Δούναβη, όλες οι βαλκανικές χώρες υφίστανται τις τελευταίες δεκαετίες μια δημογραφική κατάπτωση, που χαρακτηρίζεται από μείωση της γεννητικότητας, συνεχιζόμενη εκροή μεταναστών, δραματική αύξηση της γήρανσης, που οδηγούν σε ένα όλο και μικρότερο και πιο γερασμένο πληθυσμό. Υπολογίζεται πως όλα τα Βαλκάνια χάνουν κάθε χρόνο περίπου 800.000 με ένα εκατομμύριο κατοίκους τους. Από αυτούς πάνω από μισό εκατομμύριο μεταναστεύει κάθε χρόνο προς τη Δύση (μόνο από τα Δυτικά Βαλκάνια 238.000 άνθρωποι μετανάστευσαν κατά το 2018). Οι υπόλοιπες απώλειες οφείλονται στην καθαρή υπεροχή των θανάτων επί των γεννήσεων, που στερεί από κάθε βαλκανική χώρα τον πληθυσμό μιας επαρχιακής πόλης. Παντού στα Βαλκάνια συναντά κανείς την εικόνα των κλειστών δημοτικών σχολείων και των γεμάτων νεκροταφείων. Άδειες κούνιες και γεμάτα φέρετρα προεικάζουν μια γκρίζα προοπτική για τα Βαλκάνια του 21ου αιώνα.

Ο δημογραφικός κατήφορος δύο πρώην Γιουγκοσλάβων αντιπάλων

Σερβία και Κροατία, δύο χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, που ήταν εχθροί και σε εμπόλεμη κατάσταση κατά τη δεκαετία του 1990, μοιράζονται πλέον την ίδια ζοφερή δημογραφική μοίρα, που είναι ωστόσο κοινή σε όλα τα Βαλκάνια.

Η Σερβία θα χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του σημερινού πληθυσμού της έως το 2050, καθώς οι νέοι και οι ειδικευμένοι μεταναστεύουν σε αναζήτηση εργασίας και όχι μόνο. Από το 1989 ως το 2050 η Σερβία θα έχει χάσει το 23,81% του πληθυσμού της, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα. Έτσι ο πληθυσμός της Σερβίας θα πέσει στα 5,79 εκατομμύρια μέχρι το 2050 από 6,95 εκκατομύρια σήμερα και 7,81 εκατομμύρια το 1991.

Αλλά και το νεώτερο κράτος μέλος της Ε.Ε., η Κροατία, αν και μια από τις “νικήτριες” χώρες των γιουγκοσλαβικών πολέμων, μαστίζεται από παρόμοια δημογραφική και μεταναστευτική κρίση με την “ηττημένη” Σερβία. Ο πληθυσμός της Κροατίας έπεσε, για πρώτη φορά από το 1955, κάτω από τα 4 εκατομμύρια το 2019. Από 4,7 εκατομμύρια που ήταν το 1989, παρά την εισροή περίπου 200.000 Κροατών από τη Σερβία και τη Βοσνία -υπολογίζοντας και τη φυγή περισσότερων από 200.000 Σέρβων της Κροατίας.

Μια μελέτη του ΟΗΕ προβλέπει ότι ο πληθυσμός της Κροατίας θα μειωθεί στα 3,46 εκατομμύρια μέχρι το 2050 ή κατά 22,42%. Οι δύο χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, που βρέθηκαν αντιμέτωπες στη δίνη των πολέμων της γιουγκοσλαβικής διαδοχής κατά τη δεκαετία του 1990, θα χάσουν ως το 2050 σχεδόν το 1/4 του πληθυσμού τους χωρίς να “πέσει ούτε μία σφαίρα” αλλά ως θύματα της “λευκής πανούκλας” του δημογραφικού.

Η αθρόα μετανάστευση των Κροατών προς την Ευρώπη

Κανείς δεν έχει μια κρυστάλλινη σφαίρα για να προβλέψει το μέλλον. Τα αμείλικτα όμως στατιστικά δεδομένα από το παρελθόν αφηγούνται μια ιστορία συνεχόμενης δημογραφικής κατάπτωσης τόσο της Σερβίας, όσο και της Κροατίας. Η Κροατία έλπιζε πως η είσοδος της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2013 θα ανέκοπτε τη δημογραφική της κρίση μέσω της υποσχόμενης ανάπτυξης και της πολιτικής σταθερότητας. Στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, καθώς η χώρα γνώρισε μια οικονομική κρίση διάρκειας τριών χρόνων.. Μετά το 2013, όταν η Κροατία προσχώρησε στην Ε.Ε., περίπου 230.000 χιλιάδες, κυρίως νέοι, Κροάτες εγκατέλειψαν τη χώρα για να να μεταναστεύσουν στη Δύση. Από αυτούς το 71% μετανάστευσαν στη Γερμανία, το 8% στην Αυστρία και το 7% στην Ιρλανδία.

Από την 1η Ιουλίου του 2019, όταν η Κροατία θα έχει συμπληρώσει επτά χρόνια απο την είσοδό της στην Ε.Ε. και οι Κροάτες πολίτες θα έχουν πλήρη ελευθερία εγκατάστασης και εργασίας στις χώρες της Ένωσης. Πολλοί στο Ζάγκεμπ φοβούνται ότι το κύμα της μετανάστευσης Κροατών προς τη Δύση θα διογκωθεί επικίνδυνα. Και τότε ο πληθυσμός της χώρας θα αρχίσει να μειώνεται και να γηράσκει με μεγαλύτερη ταχύτητα. Σήμερα οι γυναίκες της Κροατίας έχουν κατά μέσο όρο 1,44 παιδιά, τα οποία δεν είναι μόνο κάτω από τα 2,1 που χρειάζονται για την αντικατάσταση του πληθυσμού μιας χώρας, αλλά το δεύτερο χαμηλότερο από τα επτά κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Το 2018, περίπου 37.000 βρέφη γεννήθηκαν στην Κροατία (το 1992, παρότι πόλεμος, γεννήθηκαν στη χώρα 43.000 μωρά), σχεδόν 400 περισσότερα από ό, τι το 2017 και οι Κροάτες αναθάρρησαν κάπως. Το 2017 ήταν το χειρότερο δημογραφικά έτος από το 1960, όταν στην Κροατία, γεννήθηκαν 76.156 μωρά. «Αυτό είναι ένα νέο φαινόμενο και δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο που έχει τόσο υψηλό ποσοστό μετανάστευσης και τέτοιο συνεχιζόμενο χαμηλό ποσοστό γονιμότητας». υποστηρίζει ο Ivica Bosnjak, αναπληρωτής υπουργός στο υπουργείο Δημογραφίας της Κροατίας.

Η Κροατία αναζητεί πλέον μετανάστες εκτός Ευρώπης

Ο πληθυσμός της Κροατίας λοιπόν συνεχίζει να συρρικνώνεται χάρη στο χαμηλό ποσοστό γεννήσεων, τα υψηλά ποσοστά μετανάστευσης και τη γήρανση του πληθυσμού. Κι αυτό, παρά τα τεράστια κονδύλια από την Ε.Ε. που επενδύονται από την κατασκευή νηπιαγωγείων έως τη γεωργία, ειδικά σε περιοχές που έχουν συρρικνωθεί το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, όπως είναι τα ανατολικά της χώρας. Παρά τον τουρισμό και τους περισσότερους από 17 εκατομμύρια τουρίστες που επισκέπτονται κάθε χρόνο τις δαλματικές ακτές.

Στο παρελθόν τα μεγάλα κύματα μετανάστευσης των Κροατών προς το εξωτερικό αντισταθμίστηκαν από τα υψηλά ποσοστά γεννήσεων. Το ποσοστό γονιμότητας της Κροατίας έπεσε κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης (2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) το 1968. Ωστόσο κατά την περίοδο που ακολούθησε η Κροατία ήταν ένα από τα πλουσιότερα μέρη της Γιουγκοσλαβίας, και προσέλκυσε μετανάστες από την υπόλοιπη χώρα. Πλέον η δημογραφική κρίση και η μετανάστευση προκαλούν ήδη έλλειψη εργατικού δυναμικού στην εποχιακή τουριστική βιομηχανία στη Δαλματία αλλά και στον τομέα των κατασκευών. Το 2019 η κυβέρνηση διπλασίασε το ποσό των αδειών εργασίας για τους αλλοδαπούς από τον Τρίτο Κόσμο σε 63.900, σε σύγκριση με 39.000 το 2018.

Παλιότερα, πολλές από αυτές τις θέσεις απασχόλησης ήταν γεμάτες από εργαζόμενους από άλλα μέρη της πρώην Γιουγκοσλαβίας (εκτός της Ε.Ε.), αλλά τώρα, καθώς η Γερμανία και άλλες βορειοευρωπαϊκές χώρες άνοιξαν τις αγορές εργασίας τους σε αυτούς, πηγαίνουν εκεί για τις καλοαμειβόμενες και πλήρης απασχόλησης θέσεις εργασίας και όχι για κακοπληρωμένες εποχιακές δουλειές στην Κροατία. Μακροπρόθεσμα, ακόμη και αν ένα μεγάλο ποσοστό των Κροατών μεταναστών επιστρέψουν στην πατρίδα τους, η Κροατία θα χρειαστεί και μετανάστες εκτός Ευρώπης αν θέλει να αντιστρέψει την πτώση του πληθυσμού της.

Δεν υπάρχουν “Ουκρανοί” για την Κροατία

Η κροατική κυβέρνηση σχεδιάζει μια πολιτική που προβλέπει την πλήρωση κενών κατοικιών σε αραιοκατοικημένες περιοχές με εποίκους από την κροατική διασπορά και από χώρες που έχουν ήδη εθνικές μειονότητες στην Κροατία, όπως είναι η Βοσνία και η Σερβία. Ωστόσο η ανταπόκριση για την ώρα είναι μικρή.

Από την άλλη, στην Κροατία έχουν απομείνει μόνο 200.000 Σέρβοι, ενώ πριν απο τον πόλεμο ζούσαν περίπου 700.000. Ωστόσο όσοι Σέρβοι έφυγαν από την Κροατία εξαιτίας του πολέμου, ή τα παιδιά τους, δύσκολα θα αποφάσιζαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους και στα χωριά τους, καθώς θεωρούνται ανεπιθύμητοι από το κροατικό κράτος και την κροατική κοινωνία γενικότερα. Ούτε φυσικά θέλουν στην καθολική Κροατία μουσουλμάνους ή Ασιάτες μετανάστες.

Αλλά και “επιθυμητοί μετανάστες” από άλλες περιοχές της Ευρώπης δεν υπάρχουν πλέον διαθέσιμοι, όπως πριν από δύο δεκαετίες. Οι Ουκρανοί ως παράδειγμα. Γιατί ένας φτωχός Ουκρανός να πάει να ζήσει σήμερα σε μια κροατική περιοχή που δεν έχει να του προσφέρει αρκετά, αντί να μεταναστεύσει στην πιο πλούσια Πολωνία ή Γερμανία; Συνοπτικά από δημογραφική άποψη η Κροατία δεν κατευθύνεται σε κάποια μεγάλη καταστροφή ή κρίση αλλά μάλλον σε «μακροχρόνια στασιμότητα».

Η αναβίωση του Βαλκανικού Συνδρόμου: Δημογραφική κρίση στα Βαλκάνια

Η αναβίωση του Βαλκανικού Συνδρόμου

Οι νέοι εγκαταλείπουν μαζικά τα Βαλκάνια

Μετά το “βέτο” της Γαλλίας επιστρέφει ο Ευρωσκεπτικισμός

και η απαισιοδοξία στα Βαλκάνια

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Απογοήτευση, απαισιοδοξία, ευρωκόπωση, καθώς και μια αίσθηση έλλειψης προοπτικών για το μέλλον, επιστρέφουν και πάλι στα Δυτικά Βαλκάνια έπειτα από το πρόσφατο γαλλικό βέτο, που καθυστέρησε και πάλι την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το “ιστορικό λάθος”, όπως το χαρακτήρισε ο απερχόμενος πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ, θα έχει πολλαπλές αρνητικές συνέπειες τόσο για τους κατοίκους των δυτικών Βαλκανίων, όσο και για την ίδια την Ευρώπη, που έδειξε αδυναμία, ατολμία και αναβλητικότητα απέναντι στις ιστορικές της ευθύνες.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και υπαίθριες δραστηριότητες

Το “βαλκανικό σύνδρομο”

Απουσία ενός αξιόπιστου κι αισιόδοξου αφηγήματος για το μέλλον των χωρών τους, οι πολίτες των Δυτικών Βαλκανίων γλιστρούν και πάλι σε μια “μαύρη τρύπα” από την ενέργεια της οποίας ενισχύεται και πάλι ο Ευρωσκεπτικισμός, ο εθνικισμός, ο θρησκευτικός φανατισμός, η μισαλλοδοξία και η ξενοφοβία. Όλα όσα δηλαδή εκμεταλλεύονται οι εθνολαϊκιστές και ακροδεξιοί πολιτικοί για να επιβάλλουν την αυταρχική τους εξουσία, δημιουργώντας έτσι ένα τοξικό και κλειστοφοβικό “καφκικό” περιβάλλον, που προκαλεί ασφυξία ειδικά στους νέους. Ως αντίδραση οι νέοι των Βαλκανίων δραπετεύουν μεταναστεύοντας μαζικά στη Δύση.

Η εικόνα ίσως περιέχει: δέντρο, φυτό, ουρανός, σπίτι, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση
Άδεια χωριά στη Σουμάντια, στην καρδιά της Σερβίας (Φώτο γ. Στάμκςς)

Αντίο Βαλκάνια!

Αντί να έλθει λοιπόν η Ευρώπη στα Βαλκάνια, τα Βαλκάνια πηγαίνουν στην Ευρώπη. Μεταναστεύουν μαζικά και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό τα τελευταία χρόνια, παρά το τέλος των πολέμων, την όποια πολιτική και οικονομική σταθερότητα, και παρά το δέλεαρ της Ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης να πλανάται στον ορίζοντα.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat περίπου 230.000 άνθρωποι, κυρίως νέοι, εγκατέλειψαν τις έξι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, τις λεγόμενες WB6, μόνο το 2018. Ο μεγαλύτερος αριθμός (62.000) μετανάστευσε από την Αλβανία. Ακολούθησαν η Βοσνία & Ερζεγοβίνη (53.500), η Σερβία (51.000), το Κόσοβο (34.500), η Βόρεια Μακεδονία (24.500) και το Μαυροβούνιο (3.000).

Το κόστος της μετανάστευσης για τα φτωχά Βαλκάνια

Κι αυτή η τάση μετανάστευσης αυξάνεται αντί να μειώνεται. Μια έρευνα που έγινε στη Σερβία έδειξε πως το 46% των ανθρώπων ηλικίας 15 έως 29 ετών επιθυμούν να εγκαταλείψουν τη χώρα χωρίς πρόθεση να επιστρέψουν. Μάλιστα το 27% των ατόμων με ανώτερη εκπαίδευση εξέφρασε την επιθυμία να την εγκαταλείψει μόνιμα. Αυτή η ακατάσχετη ανθρωπορραγία έχει τεράστιο κόστος για τη Σερβία και για τις άλλες χώρες της περιοχής. Σύμφωνα με μια έκθεση του ιδρύματος Westminster που δημοσιεύτηκε το 2019, τέσσερις στους πέντε νέους Σέρβους σκέπτονται σοβαρά τη μετανάστευση. Αυτή η ανθρώπινη εκροή υπολογίζεται πως κοστίζει στην πολύπαθη Σερβία έως 1,2 δισεκατομμύρια Ευρώ ετησίως.

Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση (2019) της Παγκόσμιας Τράπεζας για τα Δυτικά Βαλκάνια αυτή “η αθρόα μετανάστευση, αν δεν παρεμποδιστεί, θα περιορίσει σοβαρά τις προοπτικές ανάπτυξης και μείωσης της φτώχειας» σε όλη την περιοχή. Πως όμως να αποτραπεί αυτό το μαζικό μεταναστευτικό φαινόμενο, όταν οι έξι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, παραμένουν οι φτωχότερες στην Ευρώπη και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ακολουθεί απελπιστικά αργούς ρυθμούς; Όταν οι καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας είναι σπάνιες; Όταν οι πολιτικές ελίτ των χωρών φαίνονται περισσότερο επικεντρωμένες στα προσωπικά οφέλη τους και στα ιδιωτικά επιχειρηματικά συμφέροντα, που τις σπονσοράρουν, παρά στο δημόσιο συμφέρον και στο μέλλον των νέων τους;

Μια “τοξική” ατμόσφαιρα

Δεν φεύγουν όμως όλοι οι νέοι για καθαρά οικονομικούς λόγους. Πολλοί αναχωρούν λόγω της «τοξικής» ατμόσφαιρας των χωρών τους (αυταρχισμός, διαφθορά, νεποτισμός, ρατσισμός κ.α.) και της έλλειψης προοπτικών. Απογοητευμένοι έπειτα από δεκαετίες κενών υποσχέσεων από τις τοπικές τους ελίτ, αλλά κι από την Ε.Ε., που για τους δικούς της λόγους έχει τις χώρες τους μονίμως “κολλημένες στο προθάλαμό” της.

Παρά την απογοήτευση ωστόσο τουλάχιστον τέσσερις στους πέντε πολίτες των Δυτικών Βαλκανίων λένε ότι η ένταξη των χωρών στην ΕΕ θα ωφελήσει τη χώρα τους. Έπειτα όμως κι από την τελευταία απόρριψη της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονία και της Αλβανίας, ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων στα Δυτικά Βαλκάνια πιστεύουν πλέον ότι η χώρα τους δεν θα γίνει ποτέ μέλος της Ε.Ε. με τον Ευρωσκεπτικισμό να έχει επιστρέψει για τα καλά, μαζί με όλο το σχετικό “βαλκανικό σύνδρομο”. Ως αντίδραση οι νέοι αυτών των χωρών επιλέγουν να μεταναστεύσουν στην Ε.Ε.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, υπαίθριες δραστηριότητες

Ο τρόμος των αμείλικτων στατιστικών

Αυτή η μαζική μετανάστευση συντελεί καθοριστικά στη δραματική γήρανση και πληθυσμιακή συρρίκνωση των χωρών της περιοχής. Με βάση τις τρέχουσες προβολές, μέχρι το 2050, η Βουλγαρία θα είναι κατά 38,6% μικρότερη πληθυσμιακά από ό,τι το 1989. Η Σερβία θα έχει 23,8% λιγότερους κατοίκους, η Κροατία 22,4% και η Ρουμανία 30,1%! Η Μολδαβία έχει ήδη χάσει το 33,9% του πληθυσμού της (από τα 4,7 το 1990 έπεσε στα τρία εκατομμύρια περίπου). Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη έχει ποσοστό γονιμότητας 1,26, που είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο. Ακόμη και το Κόσοβο, το οποίο με μέση ηλικία 29 ετών είναι η νεώτερη χώρα στην περιοχή, δεν ξεφεύγει από τη δημογραφική κάμψη. Ο πληθυσμός του Κοσόβου θα μειωθεί κατά 11% ως το 2050, κυρίως λόγω της μετανάστευσης των Αλβανών κατοίκων τους προς την Ευρώπη.

Οι νέοι των Δυτικών Βαλκανίων φεύγουν. Τα ποσοστά γονιμότητας έχουν καταρρεύσει. Οι κοινωνίες γερνούν. Και παρόλο που εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες έχουν περάσει από την περιοχή, λίγοι θέλουν να μείνουν. Οι αγροτικές περιοχές παντού ερημώνονται και μόνο στη Βουλγαρία υπάρχουν περίπου 800 χωριά-φαντάσματα.

Υπάρχουν και λίγες εξαιρέσεις…

Κάποιες βαλκανικές πόλεις όμως συνεχίζουν να αυξάνονται, όπως τα Τίρανα, που προσελκύουν 25.000 νέους κατοίκους ετησίως, αν και η Αλβανία στο σύνολό της μειώνεται πληθυσμιακά.

Το Κλουζ στην Τρανσυλβανία της Ρουμανίας είναι επίσης μια πόλη με πληθυσμιακή έκρηξη, στην οποία συρρέουν άνθρωποι από άλλες περιοχές της Ρουμανίας αλλά και από το εξωτερικό. Η επιτυχία της βασίζεται στην οικονομία της γνώσης, στην πληροφορική, στη διασυνδεσιμότητα και στην εξωστρέφεια της. Ωστόσο το Κλουζ αποτελεί την εξαίρεση στον βαλκανικό “κανόνα” της υποανάπτυξης, της τεχνολογικής καθυστέρησης και της πληθυσμιακής εγκατάλειψης.


Μετριοπαθείς πολιτικοί σε υποχώρηση

Όλο αυτό το δυσοίωνο και τοξικό κλίμα, σε συνδυασμό με την ατολμία της Ε.Ε. να προχωρήσει τη διεύρυνσή της στα Δυτικά Βαλκάνια, παράγει ήδη αρνητικά πολιτικά και γεωπολιτικά αποτελέσματα. Μετριοπαθείς και προοδευτικοί πολιτικοί, όπως ο Ζόραν Ζάεφ, ενδέχεται να χάσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους, καθώς αμφισβητείται ο βασικός κορμός της πολιτικής τους, που είναι ο εκδημοκρατισμός και η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μετά το γαλλικό “βέτο” στη διεύρυνση της Ε.Ε. ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας, Ζόραν Ζάεφ, προσέφυγε σε πρόωρες εκλογές για “να μιλήσει ο λαός για το μέλλον της χώρας”. Αυτές οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στη γειτονική χώρα εγκυμονούν τον κίνδυνο της επιστροφής των εθνικιστών και των Ευρωσκεπτικιστών του VMRO στην εξουσία στα Σκόπια. Παράλληλα αφήνουν ένα γεωπολιτικό κενό στα Δυτικά Βαλκάνια, το οποίο και θα σπεύσουν να καλύψουν δυνάμεις όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Τουρκία. Έτσι τα Βαλκάνια θα συνεχίσουν να φλερτάρουν με την αστάθεια και να παραμένουν η “αχίλλειος πτέρνα” της Ευρώπης.

Ο νέος δημογραφικός εθνικισμός της Ανατολικής Ευρώπης

Ο δημογραφικός εθνικισμός της Ανατολικής Ευρώπης

V-4 Vs δημογραφική κρίση

Όταν το κράτος επιδοτεί ζευγάρια για να “σώσουν το Έθνος”

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Ένας νέος διχασμός εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέρα από τον παραδοσιακό διχασμό Κέντρου και Περιφέρειας καθώς και Βορρά και Νότου, στο δεύτερο σκέλος του οποίου συνωστίζονται οι ευρωμεσογειακές χώρες με όλες τις παθογένειες τους, αναδείχθηκε τελευταία κι ένας τρίτος διχασμός, ο οποίος είναι στην ουσία απόρροια του Β’ Π. Πολέμου. Εκείνος μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι έντεκα χώρες της Ανατολικής και Νοτιανατολικής Ευρώπης, που εισήλθαν στην Ε.Ε. μετά το 2004, παρά τις όποιες προσπάθειες και μεταρρυθμίσεις έχουν κάνει τα πρώτα χρόνια για να συγκλίνουν με τον “πυρήνα” της Ε.Ε., παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια μια σειρά από αποκλίσεις.

Η μεγάλη απόκλιση της Ανατολικής Ευρώπης

Με εξαίρεση ίσως τον οικονομικό τομέα, όπου παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη πρόοδο αν και, εκτός από τη Σλοβενία, οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται ακόμη ως “μεσαίου βιοτικού επιπέδου”, σε μια σειρά από άλλους καθοριστικής σημασίας τομείς εμφανίζεται πλέον απόκλιση. Καταρχάς στον πολιτικό τομέα επικρατούν σε αυτές τις χώρες εθνολαϊκιστικές κυβερνήσεις, που αποδομούν τους όποιους δημοκρατικούς θεσμούς και το Κράτος Δικαίου των χωρών τους, ενώ εμφανίζονται ευρωσκεπτικιστικές και χωρίς ουσιαστική διάθεση αλληλεγγύης, όπως έδειξε και η στάση τους στο προσφυγικό ζήτημα.

Κατά βάθος υπάρχει μια αξιακή, αν όχι πολιτισμική απόκλιση, με αυτές τις χώρες, που έζησαν σχεδόν μισό αιώνα υπό σοβιετικό έλεγχο, να μην αγγίζονται από τον αξιακό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια σειρά από τομείς όπως η Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η Ελευθερία του Τύπου, τα ανθρώπινα, ατομικά και μειονοτικά δικαιώματα, ακόμη και σε σχέση με τα δικαιώματα των γυναικών (π.χ. απαγόρευση των αμβλώσεων στην Πολωνία).

Η δημογραφική κρίση και το “υπαρξιακό άγχος”

Υπάρχει τέλος και μια τρίτη, εξίσου σοβαρή απόκλιση, η οποία λαμβάνει χώρα στο δημογραφικό τομέα. Σε αντίθεση με τη Δυτική και βόρεια Ευρώπη, που έχει πετύχει την πληθυσμιακή σταθεροποίηση και αύξηση, εξαιτίας ενός συνδυασμού Κράτους Πρόνοιας και εισδοχής μεταναστών, σχεδόν όλες οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχουν πληθυσμούς γηρασμένους, που συρρικνώνονται δημογραφικά, ενώ οι όλο και λιγότεροι νέοι τους συνεχίζουν να μεταναστεύουν, γεγονός που επιτείνει την αγωνία τους για την “επιβίωση του έθνους”. Οι εκτιμήσεις του ΟΗΕ συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο πληθυσμός της Πολωνίας, της μεγαλύτερης χώρας της περιοχής, αναμένεται να μειωθεί σε περίπου 32 εκατομμύρια μέχρι το 2050 από περίπου 38 εκατομμύρια σήμερα. Ο πληθυσμός της Ουγγαρίας προβλέπεται να μειωθεί κάτω από οκτώ εκατομμύρια μέχρι το 2050 από 9,8 εκατομμύρια σήμερα. Η Βουλγαρία από τα σημερινά 6,9 εκατομμύρια θα κατρακυλήσει στα 5,5 εκατομμύρια κατοίκους. Στη Λιθουανία ο πληθυσμός θα μειωθεί κατά 23% και στη Λετονία κατά 22% μέχρι το 2050. Καμιά χώρα της Ανατολικής Ευρώπης δεν πρόκειται να μείνει εντελώς αλώβητη από τον επερχόμενο “δημογραφικό χειμώνα”.

Αυτή η αρνητική εικόνα, σε συνδυασμό με την ακατάσχετη τάση μετανάστευσης νέων, που δεν αναπληρώνεται φυσικά από εισδοχή μεταναστών από άλλες χώρες, δημιουργεί στην πλειοψηφία των λαών αυτών των χωρών ένα είδος “υπαρξιακού άγχους”, μιας εντεινόμενης αγωνίας και μιας γενικευμένης ανασφάλειας σχετικά με την “επιβίωση του έθνους”. Αυτά τα εκμεταλλεύονται οι πολιτικές ελίτ αυτών των χωρών, που είναι κυρίως εθνολαϊκιστές, υπερσυντηρητικοί ακόμη και ακροδεξιοί, ώστε να χειραγωγούν ευκολότερα τους πολίτες τους εγκαθιδρύοντας έτσι μια μόνιμη κατάσταση “έκτακτης ανάγκης” και αφαιρώντας από τις κοινωνίες σημαντικά δημοκρατικά και ατομικά δικαιώματα, που θεωρούνται αυτονόητα στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η V-4 στην πρωτοπορία του υπερσυντηρητισμού

Η ομάδα των τεσσάρων χωρών του Βίσεγκραντ (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία) ή V-4, όπως είναι πλέον γνωστές, που μοιράζονται όλα τα προηγούμενα χαρακτηριστικά που αναφέραμε, αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τη σοβαρή δημογραφική κρίση τους, που προκαλείται από την πτώση της γεννητικότητας και την αυξανόμενη μετανάστευση, εκπονώντας το λεγόμενο Σχέδιο Δράσης για την Οικογενειακή Προστασία, που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2019, προκαλώντας εγκώμια αλλά και έντονη κριτική.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Ουγγαρία, η εθνολαϊκιστική κυβέρνηση της οποίας, υπό τον Βίκτορ Όρμπαν, εισήγαγε νέα οικονομικά κίνητρα για τις οικογένειες ώστε να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Κίνητρα φορολογικά και οικονομικά ώστε να ενθαρρύνουν τις οικογένειες να έχουν περισσότερα παιδιά για να μη μειωθεί κι άλλο ο πληθυσμός, αλλά και για να προωθηθεί η εθνική πολιτική ταυτότητα, που εξυπηρετεί τους πολιτικούς στόχους της εθνολαϊκιστικής κυβέρνησης του Όρμπαν.

Ο πρόεδρος του Ιδρύματος JOL-LET της Βουδαπέστης και εμπειρογνώμονας σε θέματα πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας, Katalin Kevehazi, δήλωσε ότι η προώθηση αυτού του σχεδίου έχει και έντονη πολιτική διάσταση πέρα από τα ποσοστά γονιμότητας. «Γενικά, όλες οι κυβερνήσεις των V4 έχουν μια υπερσυντηρητική προσέγγιση απέναντι στις γυναίκες, βλέποντας τον κεντρικό τους ρόλο σχεδόν αποκλειστικά ως μητέρες που γεννούν παιδιά. Στην Ουγγαρία όμως, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και μιλάνε για τη ‘διάσωση του έθνους’ και της οικογένειας και για τη μελλοντική διατήρηση του ουγγρικού έθνους”. Και πρόσθεσε: «Να θυμάστε πως οι εθνικά Ούγγροι πέρα από τα σύνορα -στην Τρανσυλβανία, στη Σερβία (Βοϊβοντίνα), στη Σλοβακία ή στην Ουκρανία- είναι επίσης επιλέξιμοι για οικονομική στήριξη ώστε να κάνουν περισσότερα παιδιά».

Η επιστροφή της Βιοπολιτικής

Η Ουγγαρία δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση. Η πολωνική κυβέρνηση χρησιμοποιεί επίσης γενναιόδωρα φορολογικά και συνταξιοδοτικά οφέλη για να αυξήσει τα ποσοστά γεννήσεων, ενώ έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει δια νόμου τις αμβλώσεις -κάτι που στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. θεωρείται αδιανόητο διότι θίγει τον αξιακό της πυρήνα, εκείνο του αυτεξούσιου του σώματός μας.

Παρατηρείται δηλαδή, για μια ακόμη φορά, η αναχρονιστική εργαλειακή χρήση από το κράτος του σώματος των γυναικών ως μηχανισμό παραγωγής νέων “μελών του έθνους” ώστε, όχι μόνο να υπάρχει βιολογική συνέχεια, αλλά και υπερίσχυση έναντι των άλλων, γειτονικών σε πρώτη φάση, εθνών. Είναι η επιστροφή της Βιοπολιτικής στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Πολωνία έχει αυξήσει όλες τις οικογενειακές παροχές που καταβάλλονται μετά τη γέννηση κάθε παιδιού, ανεξάρτητα από το επίπεδο εισοδήματος της οικογένειας. Στην Ουγγαρία, οι οικογένειες υποστηρίζονται μέσω φτηνών δανείων και μέσω φορολογικών εκπτώσεων, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να εργαστείτε για να είστε επιλέξιμοι. Για να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη, λοιπόν, οι γονείς πρέπει να έχουν αξιοπρεπείς μισθούς. Οι φτωχότερες οικογένειες – συχνά περιλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στη μειονότητα των Ρομά – αποκλείονται αυτόματα, υποστηρίζει η Katalin Kevehazi.

Επιδοτήσεις για “παραγωγή παιδιών”

Η εθνολαϊκιστική κυβέρνηση της Ουγγαρίας θα δαπανά ένα γενναιόδωρο 4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στην οικογενειακή βοήθεια. Το ποσοστό αυτό συμβαδίζει με τους δείκτες δαπανών από πλούσιες Σκανδιναβικές χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία. Σύμφωνα με τα νέα μέτρα που θεσπίστηκαν τον Ιούλιο του 2019, τα παντρεμένα ζευγάρια -και όχι οι μονογονεϊκές οικογένειες- μπορούν να πάρουν μέχρι και 10 εκατομμύρια φιορίνια Ουγγαρίας (δηλαδή 30.000 Ευρώ) σε δωρεάν χρήματα με την προϋπόθεση να “παράγουν” τρία παιδιά μέσα σε 10 χρόνια. Στο μεταξύ, εργαζόμενες μητέρες με τέσσερα παιδιά απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και οι οικογένειες μπορούν ακόμη να λάβουν βοήθεια για την αγορά νέου μεγάλου αυτοκινήτου. Περίπου 14.000 νέες οικογένειες υπέβαλαν αίτηση στην Ουγγαρία για κάποιο είδος οικογενειακής στήριξης τον πρώτο μήνα, δήλωσε η υπουργός Katalin Novak σε συνέντευξή του στη φιλοκυβερνητική Magyar Hirlap.

Οι ειδικοί ωστόσο προειδοποιούν ότι αρκετοί άνθρωποι μπορεί να αντιμετωπίσουν πρόβλημα αν εκμεταλλευτούν το νέο σχέδιο οικογενειακών παροχών αλλά δεν μπορούν να διαβάσουν τα “ψιλά γράμματα” της σύμβασης. Εάν δεν «παράγετε» τα τρία παιδιά σε 10 χρόνια για οποιονδήποτε λόγο, τότε θα πρέπει να επιστρέψετε ολόκληρο το ποσό στο κράτος συν τους τόκους!

Η μητρότητα είναι ο πατριωτισμός των γυναικών”

«Όταν η κυβέρνηση εισήγαγε επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια για νέες οικογένειες το 2015, τα ποσοστά γεννήσεων στην Ουγγαρία αυξήθηκαν ελαφρά. Έχουν καταφέρει να αντιμετωπίσουν μια από τις βασικές προκλήσεις για τις νέες οικογένειες: τη στέγαση. Χωρίς ουσιαστική στήριξη, είναι πρακτικά αδύνατο να χρηματοδοτήσετε ένα διαμέρισμα ακόμα και με μισθό πάνω από το μέσο όρο”, δήλωσε η Katalin Novak. Ωστόσο το ποσοστό γονιμότητας της Ουγγαρίας είναι 1,49 γεννήσεις ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, το οποίο είναι περίπου ευθυγραμμισμένο με άλλες χώρες της Ευρώπης. Μόνο που η Ουγγαρία δεν δέχεται μετανάστες, αλλά στέλνει ακόμη Ούγγρους μετανάστες στο εξωτερικό. Η προσέλκυση εθνικά Ούγγρων που ζουν ως μειονότητες στις γειτονικές χώρες και η πολιτογράφηση τους δεν έλυσε το δημογραφικό πρόβλημα της Ουγγαρίας. Ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από 10,7 εκατομμύρια το 1980 σε 9,7 εκ. σήμερα και, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΟΗΕ, θα κατρακυλήσει στα 8 εκατομμύρια πριν από το 2060.

Το γεγονός αυτό ώθησε τον Όρμπαν σε μια νέα εθνική εκστρατεία δημογραφικής ανάκαμψης, υιοθετώντας το Μεσοπολεμικό σύνθημα “η μητρότητα είναι ο πατριωτισμός των γυναικών”. Κηρύσσοντας από τη μία πόλεμο κατά των “δυνάμεων της Παγκοσμιοποίησης”, κλείνοντας το 2015 ερμητικά τα σύνορα στους Σύριους πρόσφυγες για να προστατεύσει την Ουγγαρία από την “εισβολή μουσουλμάνων μεταναστών”, ο Όρμπαν ήρθε σε ρήξη με τις Βρυξέλλες δηλώνοντας κυνικά πως “μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση επειδή περιμέναμε να έρθουν τουρίστες, αλλά εσείς μας στέλνετε μετανάστες!”

Το ουγγρικό έθνος εξαφανίζεται”!

Το 2015 ο Όρμπαν πούλησε στους ψηφοφόρους του το νέο αφήγημα πως αυτοί οι πρόσφυγες και μετανάστες ήταν η νέα “εθνική απειλή”. Ο ίδιος προφήτευσε την εξαφάνιση της Δυτικής Ευρώπης και κάλεσε τους νέους Ούγγρους μετανάστες (τα παιδιά του Brain Drain) στην Ευρώπη να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να την υπερασπιστούν διότι “η επιβίωσή της απειλείται από την εισροή μεταναστών. Όταν το φράγμα εκρήγνυται, τότε το νερό πλημμυρίζει τα πάντα και η πολιτιστική κατοχή θα γίνει μη αναστρέψιμη”, δήλωσε ο Όρμπαν συνοψίζοντας το ξενοφοβικό και κλειστοφοβικό δόγμα που έχει υιοθετήσει.

Ο Βίκτορ Ορμπάν, που πιστεύει πως “το ουγγρικό έθνος εξαφανίζεται”, φιλοδοξεί να αλλάξει τη δημογραφική πορεία της χώρας του, υιοθετώντας μια αντίστοιχη ρητορική και πολιτική. Είναι γνωστό άλλωστε πως ο Ορμπάν έχει υιοθετήσει τη ρητορική της θεωρίας της “Μεγάλης Αντικατάστασης”, που υιοθετήθηκε στη Γαλλία από τον Renaud Camus, και έγινε το πρότυπο για ένα μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Ο δημογραφικός εθνικισμός του Όρμπαν

Ο “δημογραφικός εθνικισμός” του Όρμπαν, ο οποίος από τη μία θέλει να ενοποιήσει όλους τους Ούγγρους που ζουν εκτός χώρας σ’ έναν ενιαία εθνικό χώρο, κι από την άλλη επιβάλει διακρίσεις στις μειονότητες των Ρομά και των Εβραίων στο εσωτερικό της χώρας, αρνούμενος παρανοϊκά να δεχθεί μετανάστες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιθυμεί να προωθήσει τις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και να σταματήσει τη μείωση της γεννητικότητας των Ούγγρων.

Άλλωστε στο εκλογικό πρόγραμμα του Fidesz για το 2010 υπήρχε κάτι το αντίστοιχο: “Η ψυχική και φυσική υγεία της Ουγγαρίας και της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να αποκαθιστούμε και να διατηρούμε την υγεία των οικογενειών, τόσο στην πατρίδα μας όσο και σε μια κοινή Ευρώπη… Χρειάζεται να προχωρήσουμε πέρα από μια κοντόφθαλμη προσέγγιση που συνίσταται στο περιορισμό του ζητήματος της οικογένειας και της μητρότητας στην προσωπική σφαίρα”. Με άλλα λόγια ο Όρμπαν προκρίνει την εφαρμογή μιας Βιοπολιτικής, με την εργαλειοποίηση των σωμάτων των γυναικών της χώρας, που θα πρέπει να γεννούν περισσότερα παιδιά για “εθνικό όφελος”, απορρίπτοντας το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής και της γυναικείας χειραφέτησης.

Επειδή ωστόσο η Ουγγαρία είναι, ακόμη τουλάχιστον, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και κοινοβουλευτική δημοκρατία, και δεν μπορεί έτσι να επιβάλει τέτοιες δημογραφικές πολιτικές και αντιλήψεις που προσιδιάζουν σε δικτατορικά καθεστώτα, η κυβέρνηση του Όρμπαν έχει προτείνει μια σειρά από μέτρα για την τόνωση της γεννητικότητας, όπως εκπτώσεις σε φοιτητικά δάνεια για αποφοίτους που έχουν παιδιά κατά τη διάρκεια σπουδών, χορήγηση αυξήσεων στις συντάξεις ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών, ακόμη και τη χορήγηση πρόσθετων δικαιωμάτων ψήφου σε μεγάλες οικογένειες!

Η ουγγρική κυβέρνηση επέλεξε τελικά ένα παραδοσιακό σύστημα οικογενειακών επιδομάτων, το οποίο βασίζεται στο γαλλικό σύστημα, καθώς και σε μέτρα για τη βελτίωση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, συμπεριλαμβανομένων και συνολικής επιδότησης περίπου 30.000 Ευρώ, κατανεμημένα μέσα σε δέκα χρόνια, για τα ζευγάρια που θα δεσμευτούν να αποκτήσουν τουλάχιστον τρία παιδιά.

Μορφωμένες γυναίκες Vs macho κουλτούρα

Ωστόσο όλη αυτή η ρητορική και η πολιτική του “δημογραφικού εθνικισμού” -ή του “Κάνε Μωρά” του Όρμπαν- δεν είχε παρά πενιχρά αποτελέσματα. Τα ποσοστά γεννητικότητας στην Ουγγαρία από 1,3 (παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) που ήταν κατά την περίοδο 1997-2013 ανέβηκε ισχνά σε μόλις 1,5 το 2018. Αν και η κατάσταση στην αγορά εργασίας στη χώρα είναι βελτιωμένη, καθώς σήμερα υπάρχουν 4,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε σύγκριση με μόλις 3,8 εκατομμύρια το 2010, και παρά την επιδοματική πολιτική, αυτό δεν αποδείχθηκε αρκετό. Τα ποσοστά θνησιμότητας στην Ουγγαρία εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα ποσοστά των γεννήσεων, και ο πληθυσμός των γυναικών σε ηλικία τεκνοποίησης μειώνεται συνεχώς δημιουργώντας έτσι έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο δημογραφικής συρρίκνωσης.

Πάντως οι γυναίκες, τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην καθολική Πολωνία, είναι πιο μορφωμένες από τους άνδρες, και αρκετές είναι ακόμη και επιχειρηματίες, διαμορφωτές της κοινής γνώμης και πολιτικοί, και δεν αισθάνονται άνετα όταν τις αντιμετωπίζουν απλώς ως “εργαλεία αναπαραγωγής”. Αντιδρούν, αλλά οι μεγαλύτερες αντιδράσεις πιθανόν να έρθουν στη συνέχεια. «Είναι ένα παράδοξο: έχουμε πολύ μορφωμένες γυναίκες αλλά μια πολύ macho κουλτούρα. Η Ουγγαρία είναι μια πολύ ιεραρχική, supermacho χώρα που προτιμώ να τη συγκρίνω με τη Ρωσία του Πούτιν παρά με τις υπόλοιπες V4», δήλωσε η Katalin Kevehazi.

Πλήρης υιοθέτηση της “ακροδεξιάς ατζέντας” από τον Όρμπαν

Αν και ο Ορμπάν ανακοίνωσε πως η αντιμετώπιση της μείωσης του ουγγρικού πληθυσμού αποτελεί την κύρια προτεραιότητα της πολιτικής του εντούτοις εώς τώρα τα αποτελέσματα της πολιτικής του είναι ισχνά. Το δημογραφικό είναι πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα από αυτό που αντιλαμβάνονται Δεξιοί συντηρητικοί πολιτικοί όπως ο Όρμπαν, οι οποίοι αδυνατούν να δουν τη “Μεγάλη Εικόνα” και περιορίζονται σε μια αμυντική και κλειστοφοβική αντιμετώπιση των εξελίξεων.

Το σίγουρο πάντως είναι πως, με βάση και την αντιμεταναστευτική και δημογραφική του πολιτική, το Δεξιό κόμμα Fidesz βρίσκεται πλέον πιο Δεξιά κι από το ριζοσπαστικό ακροδεξιό κόμμα Jobbik, το οποίο υποστηρίζει πως το ερώτημα δεν είναι εάν η Ουγγαρία θα γίνει χώρα εισδοχής μεταναστών, αλλά ως πότε θα συνεχίσει να είναι η ίδια χώρα που στέλνει μετανάστες στο εξωτερικό. Όπως σχεδόν παντού στην Ευρώπη ο ανταγωνισμός μεταξύ Δεξιάς και Ακροδεξιάς για πολιτική κυριαρχία στο χώρο “δεξιότερα του Κέντρου” οδηγεί σε υιοθέτηση “ακροδεξιάς ατζέντας” και σε μετατόπιση της παραδοσιακής Δεξιάς σε πιο ακροδεξιές θέσεις και εν τέλει σε ενίσχυση της ίδιας της ακροδεξιάς. Όλα αυτά οδηγούν νομοτελειακά σ’ έναν πολύ σκοτεινό τόπο.

Έτσι ο Όρμπαν ανοίγει το δρόμο προς ένα πιο ισχυρότερο ακροδεξιό Jobbik, χωρίς να προσφέρει στην κεντροαριστερή αντιπολίτευση πολλές ευκαιρίες για να ανασυνταχθεί και να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Από κάθε άποψη η περίπτωση της Ουγγαρίας είναι διδακτική και θα πρέπει να λειτουργήσει ως παράδειγμα προς αποφυγήν για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Η δημογραφική ερήμωση των Βαλκανίων

Η «Λευκή Πανούκλα» των Βαλκανίων

Τα Βαλκάνια ερημώνουν δημογραφικά, οι νέοι συνεχίζουν να μεταναστεύουν και ο εθνικισμός να ανεβαίνει

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Ταξιδεύοντας στη βαλκανική ενδοχώρα εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες παντού συναντούσα την εικόνα μιας εγκαταλελειμμένης, σχεδόν έρημης, υπαίθρου, που μαράζωνε χρόνο με το χρόνο. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατήρησα ότι και τα περισσότερα πεδινά χωριά των Βαλκανίων, που κάποτε έσφιζαν από ζωή, άρχισαν κι αυτά να ερημώνονται, να μετατρέπονται σε άτυπα γηροκομεία, όπως συνέβαινε παλαιότερα και με τα ορεινά χωριά. Παντού τα δημοτικά σχολεία κλείνουν, ενώ τα νεκροταφεία επεκτείνονται. Τα γραφεία κηδειών στα Βαλκάνια κάνουν «χρυσές δουλειές», καθώς οι θάνατοι είναι αυξημένοι κατά 20-30% σε σχέση με πριν από τρεις δεκαετίες. Τα νεκροταφεία, ακόμη και στα χωριά, είναι υπερπλήρη, ενώ τα δημοτικά σχολεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Άδειες κούνιες και γεμάτα φέρετρα, είναι η εικόνα που κυριαρχεί στα Βαλκάνια εδώ και δεκαετίες. Μια πραγματική «λευκή πανούκλα» σύμφωνα με τον εύστοχο χαρακτηρισμό των δημογράφων.

Η αμείλικτη «γλώσσα των αριθμών»

Όλες οι βαλκανικές χώρες υφίστανται πλέον μια δημογραφική καθίζηση. Άλλες ξεκίνησαν τη δημογραφική τους τελμάτωση από τη δεκαετία του 1970 (Κροατία, Σερβία), άλλες από τη δεκαετία του 1980 (Ελλάδα), οι περισσότερες από τη δεκαετία του 1990 (Βουλγαρία, Ρουμανία, Βοσνία, Αλβανία, π.Γ.Δ.Μ.), ενώ το τελευταίο «κάστρο γονιμότητας» στα Βαλκάνια, το Κόσοβο, έπεσε από το 2011 και μετά. Η γλώσσα των αριθμών είναι αμείλικτη. Η πιο «δυτική» χώρα των Βαλκανίων, η Κροατία, είδε τον πληθυσμό της να πέφτει από τα 4,785 εκ. κατοίκους το 1991 (έτος της ανεξαρτησίας της από τη Γιουγκοσλαβία) σε 4,150 το 2018, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ένα πληθυσμό μόλις 3,1 εκ. κατοίκων το 2050. Η γειτονική Βοσνία & Ερζεγοβίνη, που γνώρισε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (1992-1995), είχε μια πληθυσμιακή μείωση από 4,400 εκ. κατοίκους το 1991 σε 3,500 εκ. το 2016 και έπεται συνέχεια. Η Σερβία (χωρίς το Κόσοβο) είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται από 7,835 εκ. το 1991 σε 7 εκ. σήμερα, παρόλο που την ίδια περίοδο υποδέχθηκε σχεδόν μισό εκατομμύριο Σέρβους πρόσφυγες από τις άλλες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αλλά και η μεγαλύτερη βαλκανική χώρα, η Ρουμανία, δεν απέφυγε την ίδια δημογραφική μοίρα καθώς ο πληθυσμός της μειώθηκε από 22,750 εκ. το 1991 σε 19,6 εκ. το 2017, έχοντας μια καθαρή υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων κατά -65.000 το χρόνο.

Η χειρότερη πάντως περίπτωση βαλκανικής χώρας που καταρρέει δημογραφικά αποτελεί η γειτονική μας Βουλγαρία η οποία είδε τον πληθυσμό της από 9 εκατομμύρια που ήταν το 1989 να κατρακυλά στα 6,950 εκ. σήμερα, ενώ οι προβλέψεις κάνουν λόγο για έναν πληθυσμό 5,3 εκ. το 2060. Στη σημερινή Βουλγαρία των χαμηλών φορολογικών συντελεστών, όπου όλα γενικώς «είναι φθηνά», το εκπληκτικό 75,6% των νοικοκυριών δεν έχει ούτε ένα παιδί κάτω των 16 ετών, ενώ ο πληθυσμός της χώρας συνεχίζει να μειώνεται κατά 45.000 ανθρώπους ετησίως, δηλαδή όσο μια μεγάλη επαρχιακή πόλη. Κι όλα αυτά χωρίς να συμβεί κανένας πόλεμος, όπως στη γειτονική Γιουγκοσλαβία, ούτε κάποια μεγάλη οικονομική ή πολιτική καταστροφή, παρά μόνον η μετάβαση από τον κομουνισμό στον καπιταλισμό, όπως άλλωστε συνέβη και σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Τέλος στην Ελλάδα η οικονομική κρίση επιτάχυνε τη δημογραφική καθίζηση και τη μετανάστευση προς το εξωτερικό κι έτσι ο πληθυσμός της χώρας μας έπεσε από 11,2 εκ. το 2010 σε 10,7 το 2018, και οι προβλέψεις κάνουν λόγο για έναν πληθυσμό 9,5 εκατομμυρίων το 2050 και για 7,6 εκ. ως το 2080, γερασμένων στη μεγάλη τους πλειοψηφία.

Υποφέρουν και οι μουσουλμάνοι

Κι αν υποθέτετε πως αυτή η δημογραφική καθίζηση αφορά μονάχα τις χώρες, που κατοικούνται κυρίως από χριστιανικούς πληθυσμούς, και όχι κι εκείνες που κατοικούνται κυρίως από μουσουλμανικούς πληθυσμούς, τότε, με βάση και τα τελευταία στατιστικά στοιχεία, θα πρέπει να αναθεωρήσετε τις απόψεις σας. Η Αλβανία (60% μουσουλμάνοι) είχε μια πληθυσμιακή μείωση της τάξεως του μισού εκατομμυρίων ανθρώπων από το 1991 (3,250 εκ.) ως το 2018 (2,750 εκ.) και επέται συνέχεια καθώς ο δείκτης γεννητικότητας στη χώρα έπεσε στα 1,54 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, ενώ απαιτείται δείκτης 2,1 για να παραμείνει ο πληθυσμός σταθερός. Αλλά και το Κόσοβο, κατοικημένο κατά 90% από Αλβανούς μουσουλμάνους, το οποίο θεωρούνταν επί δεκαετίες πως είχε προσκυνήσει τη «βαλκανική θεά της γονιμότητας», καθώς ο πληθυσμός του τετραπλασιάστηκε από το 1921 ως το 1991, βιώνει κι αυτό μια αργή αλλά σταθερή πληθυσμιακή συρρίκνωση. Η πιο νεανική περιοχή της Ευρώπης (το 50% του πληθυσμού είναι κάτω των 28 ετών) είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται από τα 2,185 εκ. το 1991 σε 1,750 εκ, σήμερα και έπεται συνέχεια, καθώς η μετανάστευση νεαρών Κοσοβάρων προς την Ευρώπη συνεχίζεται ακάθεκτη. Τέλος πρέπει να σημειωθεί πως και το ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας, η ανατολική Θράκη, υφίσταται εδώ και δύο δεκαετίες παρόμοια δημογραφική τελμάτωση, με δείκτη γεννητικότητας αρκετά κάτω του 2,1 και βλέπει τον πληθυσμό αρκετών νομών της να μειώνεται.

Χάνουμε ένα εκατομμύριο Βαλκάνιους κάθε δύο χρόνια

Συνολικά υπολογίζεται πως οι βαλκανικές χώρες μαζί με την Ελλάδα (εκτός Τουρκίας της οποίας μόνο το 5% του εδάφους βρίσκεται στα Βαλκάνια), χάνουν κάθε χρόνο περίπου 250.000 κατοίκους, μόνον από τη υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων και χωρίς να υπολογιστεί η διαρροή των Βαλκάνιων μεταναστών προς το εξωτερικό, η οποία κάποιες χρονιές ξεπερνούσε το μισό εκατομμύριο ετησίως. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων οδήγεί σε μείωση του βαλκανικού πληθυσμού κατά πέντε εκατομμύρια περίπου ανά δεκαετία ή μια Ελλάδα κάθε είκοσι χρόνια. Τέτοιες πληθυσμιακές απώλειες η περιοχή μας δεν είχε ούτε κατά τη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Και φυσικά ο πληθυσμός που παραμένει στα Βαλκάνια είναι χαμηλότερων δεξιοτήτων και μορφωτικού επιπέδου, αλλά και πολύ πιο γερασμένος. Αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται εύστοχα από τους δημογράφους των Βαλκανίων ως «λευκή πανούκλα».

Πολλοί στα Βαλκάνια αντιδρούν έντονα στους μετανάστες και στους πρόσφυγες ξεχνώντας πως το μεγαλύτερο πρόβλημα των χωρών της χερσονήσου μας δεν ήταν ποτέ οι ξένοι πρόσφυγες και μετανάστες που ήθελαν να εγκατασταθούν σε αυτά και να τα ενισχύσουν δημογραφικά, αλλά οι ίδιοι οι Βαλκάνιοι που αναγκάζονταν ιστορικά να μεταναστεύσουν μαζικά στο εξωτερικό για «καλύτερη ζωή». Τα Βαλκάνια υπέφεραν ιστορικά από τη μετανάστευση των νέων τους και τη «διαρροή εγκεφάλων» και όχι από το αντίθετο. Όλες οι χώρες της περιοχής μας αιμορραγούν για αυτό το λόγο, δημογραφικά αλλά και οικονομικά, και ατενίζουν όλο και πιο ζοφερά το υποθηκευμένο μέλλον τους, αυξάνοντας έτσι την ανασφάλεια και οδηγώντας σε μια παρατεταμένη κρίση, την οποία και εκμεταλλεύονται εθνικιστές και εθνολαϊκιστές για τα πολιτικά τους συμφέροντα.

Το βαλκανικό «Τείχος των Δακρύων»

Στις 17 Οκτωβρίου 2017, μέσα σε μερικές μόνον ώρες, στήθηκε ένα αυτοσχέδιο «Τείχος των Δακρύων» στο κέντρο της Μπάνια Λούκα, της άτυπης πρωτεύουσας της Σερβικής Δημοκρατίας (Republika Srpska), της διαιρεμένης Βοσνίας & Ερζεγοβίνης. Σύντομα το «τείχος» αυτό καλύφθηκε από εκατοντάδες ονόματα που έφυγαν, δημιουργώντας ένα εφήμερο μνημείο προς τιμήν μιας κοινότητας που κινδυνεύει να εξαφανιστεί, καθώς δεκάδες μέλη της, κυρίως νέοι, μεταναστεύουν καθημερινά ή αυτοεξορίζονται προς το εξωτερικό, αναζητώντας πάντα μια «καλύτερη ζωή». Πρόκειται για μια μαζική έξοδο, καθώς οι νέοι των Βαλκανίων έχουν χάσει πλέον κάθε ελπίδα για αλλαγή και δεν βλέπουν λόγους για να παραμείνουν στον τόπο τους, όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, διαφθορά και νεποτισμός και μόνιμη οικονομική καχεξία.

Όλες οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, είτε είναι μέλη της Ε.Ε. είτε όχι, υποφέρουν εδώ και δεκαετίες από μια διαρκώς επιδεινούμενη δημογραφική κρίση, όπου, εκτός από την αυξανόμενη υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων, παρατηρείται και μια μαζική μετανάστευση των κατοίκων τους προς το εξωτερικό. Χάνοντας τους πιο νέους και πιο μορφωμένους κατοίκους τους, τα Βαλκάνια βλέπουν το μέλλον τους υποθηκευμένο, γερασμένο και οικονομικά καχεκτικό. Αυτή η ανασφάλεια και η παρατεταμένη κρίση ταυτότητας πυροδοτεί ακόμη περισσότερο τον εθνικισμό στους εναπομείναντες Βαλκάνιους, που στρέφονται ο ένας εναντίον των άλλων ή εναντίον μειονοτήτων και άλλων ομάδων αποδιοπόμπευσης, όπως είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, αντί να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν από κοινού το πρόβλημα στη ρίζα τους.

Η λύση;

Η λύση στο πολυπαραγοντικό δημογραφικό πρόβλημα των Βαλκανίων είναι επίσης πολυπαραγοντική. Απαιτούνται πολιτική σταθερότητα, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, καταπολέμηση της διαφθοράς, της γραφειοκρατίας και της αναξιοκρατίας και, φυσικά, επιτάχυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, για την αντιμετώπιση της ενδημικής ανεργίας και της φτώχειας. Με αυτόν τον τρόπο θα ανακοπεί το ρεύμα μετανάστευσης προς το εξωτερικό και θα αρχίσει μάλιστα κι ένα κύμα παλιννόστησης, καθώς πολλοί νέοι των Βαλκανίων θα ήθελαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους αν οι συνθήκες εκεί βελτιωθούν προς το καλύτερο. Απαιτείται επίσης μια γενναιόδωρη δημογραφική πολιτική τόνωσης της γεννητικότητας, όχι μόνον μέσω επιδομάτων αλλά και άλλων κινήτρων στα νέα ζευγάρια, ώστε να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Τέλος απαιτείται και μια ορθολογική μεταναστευτική πολιτική, που θα επιτρέψει τα δημογραφικά αποψιλωμένα Βαλκάνια να ενσωματώσουν ομαλά μετανάστες και νεοφερμένους, ώστε να τους αξιοποιήσουν κυρίως στον οικονομικό τομέα για τόνωση της ανάπτυξης. Προπαντός όμως απαιτείται συνεργασία μεταξύ των βαλκανικών χωρών σε πνεύμα αλληλεγγύης και συνανάπτυξης και όχι στείρος εθνικιστικός ανταγωνισμός, που οδηγεί νομοτελειακά τους λαούς από ήττα σε ήττα λες και είναι το πεπρωμένο τους…

Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Η «Δημογραφική Βόμβα» της Ελλάδας

Η “Δημογραφική Βόμβα” απασφαλίστηκε!

Η μετα-μνημονιακή Ελλάδα αντιμέτωπη με το “δημογραφικό τσουνάμι” της

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Η οικονομία μπορεί να δώσει σε μια χώρα μια δεύτερη ευκαιρία. Η δημογραφία όμως όχι. Ή, έστω, πάρα πολύ δύσκολα. Η Ελλάδα, αν και εξέρχεται από μία οκταετή βαθιά κρίση και ύφεση, με την οικονομία της να ανακάμπτει σε όλους τους τομείς, έχει να αντιμετωπίσει εκτός από το βάρος ενός δυσθεόρατου δημοσίου χρέους (176% του ΑΕΠ) και το βάρος της συντήρησης ολοένα και περισσοτέρων συνταξιούχων, η αναλογία των οποίων σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό αυξάνει ταχύτατα λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης του δημογραφικού προβλήματος της χώρας. Το δημογραφικό πρόβλημα προϋπήρχε στην Ελλάδα. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο δείκτης γεννητικότητας έπεσε για πρώτη φορά κάτω από 2,1 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας, που είναι το αναγκαίο όριο για την ομαλή αντικατάσταση των γενεών και τη σταθερότητα του πληθυσμού. Ωστόσο, πριν από το 2010, ο πληθυσμός της χώρας δε μειωνόταν, αλλά αντίθετα αυξανόταν χάρη στην παλιννόστηση Ελλήνων του εξωτερικού και στον ερχομό κάθε χρόνο δεκάδων χιλιάδων μεταναστών, ειδικά κατά την εικοσαετία 1989-2009. Έτσι ο πληθυσμός της Ελλάδας, από 9.740.417 το 1981, αυξήθηκε σε 10.259.900 το 1991 και στη συνέχεια σε 10.939.000 το 2001 για να φθάσει περίπου στα 11.200.000 το 2010, το πρώτο έτος εφαρμογής των Μνημονίων. Στη συνέχεια άρχισε να μειώνεται και να γηράσκει με πρωτοφανείς ρυθμούς, χάρη σ’ έναν συνδυασμό αύξησης της μετανάστευσης προς το εξωτερικό, περαιτέρω μείωσης των γεννήσεων και αύξησης της γενικής θνησιμότητας.

Όλη αυτή η εφήμερη δημογραφική αισιοδοξία, που υπήρχε στην Ελλάδα από το 2004 και μετά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι ο πληθυσμός της θα έμενε πάνω-κάτω σταθερός κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανατράπηκε ξαφνικά το 2010. Με την έλευση την κρίσης και την εφαρμογή των αυστηρών πολιτικών λιτότητας, που αποθάρρυναν τις πιο αναπαραγωγικές ομάδες του πληθυσμού να κάνουν παιδιά αλλά αντίθετα τις ώθησε να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, η Ελλάδα βυθίστηκε ξαφνικά σ’ έναν βαρύ “δημογραφικό χειμώνα”. Πιο συγκεκριμένα από το 2004 και μετά υπήρχε στην Ελλάδα μια σταθερή υπεροχή των γεννήσεων έναντι των θανάτων με αποκορύφωμα το 2008 όταν, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις στη χώρα μας ήταν 118.302 (1,51 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας), οι θάνατοι ήταν 107.979, άρα η φυσική αύξηση του πληθυσμού ήταν +10.323 (χωρίς να υπολογιστεί και το πλεόνασμα εισροών-εκροών μεταναστών). Τρία χρόνια αργότερα, το 2011, οι γεννήσεις ήταν 106.428 (1,4 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) και οι θάνατοι 111.099, δηλαδή μια φυσική μείωση της τάξεως των -4.671. Τα στοιχεία για το 2012 ήταν ακόμη χειρότερα καθώς οι γεννήσεις κατρακύλησαν στις 100.371, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις 115.000, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα καθαρό έλλειμμα -15.000 ανθρώπων.

Αυτή η αρνητική εξέλιξη συνεχίστηκε επιδεινούμενη κατά τα επόμενα χρόνια. Δεν ήταν μόνον οι γεννήσεις που μειώνονταν, αλλά και η μετανάστευση προς το εξωτερικό που αυξανόταν, μαζί με τη γενική θνησιμότητα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ μόνον κατά την εξαετία 2010-2015 η διαφορά μεταξύ εξερχόμενων μεταναστών από την Ελλάδα και εισερχόμενων σε αυτή -η λεγόμενη “αρνητική μετανάστευση”- ανήλθε στους -251.731. Μόνον κατά το έτος 2012, οπότε καταγράφηκε και η μεγαλύτερη οικονομική ύφεση στη χώρα, εγκατέλειψαν την Ελλάδα 124.194 άτομα, όχι μόνον Έλληνες πολίτες αλλά και νομίμως διαμένοντες αλλοδαποί. Το 80% των όσων αποχώρησαν από τη χώρα μας άνηκαν στην αναπαραγωγική ηλικία των 20-50 ετών και χαρακτηρίζονταν ως άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου και εξειδίκευσης. Ωστόσο το 2016 ήταν η πρώτη χρονιά που η τάση αυτή αντιστράφηκε και εμφανίστηκε πλεόνασμα 10.332 ατόμων μεταξύ εισροών (116.867) και εκροών (106.535) μεταναστών. Την ίδια χρονιά (2016) ο συνολικός πληθυσμός της χώρας υπολογιζόταν σε 10.768.193 με τους θανάτους (118.785) να υπερέχουν των γεννήσεων (92.898) κατά 25.887, αριθμός που απεικονίζει τη φυσική μείωση του εγχώριου πληθυσμού. Συνολικά κατά την 5ετία 2013-2017 η συνολική υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων ανήλθε στην Ελλάδα στα -130.452 άτομα. Μόνον κατά το έτος 2017 η φυσική μείωση του ελληνικού πληθυσμού ανήλθε στα -35.948 άτομα, δηλαδή όσο περίπου ο πληθυσμός της Καρδίτσας! Αν αθροιστεί ο αριθμός της υπεροχής των θανάτων έναντι των γεννήσεων (-130.452) με τη διαφορά μεταξύ εξερχόμενων μεταναστών από την Ελλάδα και εισερχόμενων σε αυτή (-251.731), τότε κατά την 6ετία 2010-15 προκύπτει μια καθαρή μείωση του πληθυσμού της Ελλάδας της τάξεως των -382.183 ατόμων -ένας αριθμός που θα μπορούσε να αντιστοιχεί στις απώλειες ενός ακήρυχτου πολέμου.

ΦΥΣΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (2013-2017)

2013 2014 2015 2016 2017
ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ 94.134 92.148 91.847 92.998 88.553
ΘΑΝΑΤΟΙ 111.794 113.740 121.212 118.722 124.501
ΔΙΑΦΟΡΑ -17.660 -21.592 -29.365 -25.894 -35.948

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Ταυτόχρονα την ίδια περίοδο αυξήθηκε δραματικά και ο δείκτης γήρανσης του ελληνικού πληθυσμού. Είναι γεγονός πως κατά την περίοδο 1951-2011 μειώθηκε ο πληθυσμός των νέων ηλικίας 0-14 χρόνων στο μισό (από 28,8% σε 14,5%), ενώ τριπλασιάστηκε η αναλογία των ηλικιωμένων στον πληθυσμό (από 6,7% το 1951 σε 19,5% το 2011 και σε 21,5% το 2018), με τη μέση ηλικία του ελληνικού πληθυσμού να φτάνει πλέον στα 46 έτη (δηλαδή οι μισοί κάτοικοι της Ελλάδας είναι πλέον άνω των 46 ετών!). Το 2017 ο δείκτης γήρανσης της χώρας έφτασε στο 149,2, δηλαδή σε κάθε 100 παιδιά ηλικίας 0-14 ετών αντιστοιχούν πλέον 149,2 ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών. Όπως επισημαίνει η ακαδημαϊκός Έμκε-Πουλοπούλου και αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημογραφικών Μελετών στην πρόσφατη έρευνά της με τίτλο “Ο πληθυσμός της Ελλάδας υπό διωγμόν”: “Το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας θα επιδεινωθεί (…) Η εντυπωσιακή μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού και η εκτόξευση της αποδημίας θα καταλήξουν σε μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας μας και σε αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων. Θα αυξάνεται ο πληθυσμός άνω των 65 ετών σε βάρος των ηλικιών 0-14”. Η ίδια προβλέπει στην έρευνά της πως ο πληθυσμός της Ελλάδας, το 2050, θα είναι κάτω από τα 10 εκατομμύρια κατοίκους (μείωση 1,3 εκατομμύρια στα επόμενα 32 χρόνια). Και ακόμη χειρότερα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Eurostat, το 2080, η Ελλάδα θα έχει πλέον 7,2 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελώντας έτσι το πιο γηρασμένο και το πιο επισφαλέστερο μέλος της περιφέρειας της Ε.Ε.

Καθισμένη πάνω στην “ωρολογιακή βόμβα” του δημογραφικού προβλήματος η Ελλάδα φαίνεται για την ώρα παραδομένη στη μοίρα της. Εφόσον δεν κάνει καμιά σοβαρή προσπάθεια για να αλλάξει το γκρίζο μέλλον της, βελτιώνοντας τη δημογραφική της εικόνα, η δημογραφική της κατρακύλα θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη. Στη δημογραφία, ως γνωστόν, το λόγο έχουν οι αριθμοί και οι αριθμοί λένε πως το “παιχνίδι” έχει ήδη κριθεί. Το 2050 μας είναι ήδη γνωστό. Άλλωστε οι συνταξιούχοι του αύριο έχουν ήδη γεννηθεί και είστε όλοι εσείς που διαβάζετε αυτό το άρθρο. Το θέμα είναι αν στο μεταξύ γεννηθούν και αρκετά παιδιά ώστε να στηρίξουν την παραγωγή, την οικονομική ανάπτυξη και την πληρωμή των φόρων και εισφορών που θα στηρίξει το ασφαλιστικό σύστημα από το οποίο προσδοκάτε να πάρετε και τις όλο και χαμηλότερες συντάξεις σας.

Με βάση λοιπόν τα αμείλικτα δημογραφικά στοιχεία στην καλύτερη περίπτωση ο πληθυσμός της Ελλάδας του 2060 θα έχει μειωθεί κατά 1-2 εκατομμύρια και θα είναι πολύ μεγαλύτερης ηλικίας. Η μέση ηλικία του θα ξεπερνά τα πενήντα χρόνια. Η Ελλάδα του 2060. θα είναι ένα τεραστίων διαστάσεων “γηροκομείο”, όπου οι Έλληνες άνω των 60 ετών θα είναι διπλάσιοι σε αριθμό από τους νέους κάτω των 20 ετών. Το μέλλον αυτού του “γκρίζου μουσείου” θα είναι αβέβαιο…

Μπορεί να αντιστραφεί όλη αυτή η αρνητική δημογραφική κατρακύλα μας; Η ερευνήτρια-ακαδημαϊκός Έμκε-Πουλοπούλου απαντά σχετικά: “Πρόκειται για μία εν μέρει μη αναστρέψιμη πραγματικότητα. Η επί 40 χρόνια χαμηλή γονιμότητα έχει δημιουργήσει μια μικρότερη αριθμητικά γενιά γυναικών. Ακόμα κι αν οι γυναίκες αυτές αποκτήσουν περισσότερα παιδιά, θα είναι δύσκολο ο αριθμός των γεννήσεων να ξεπεράσει τον αριθμό των θανάτων. Εξάλλου, θα πρέπει να περάσουν 25-30 χρόνια, ώστε η αύξηση των γεννήσεων να δημιουργήσει τη γενιά, που θα ενταχθεί στην αγορά εργασίας και με την απασχόληση και τις εισφορές της στο ασφαλιστικό σύστημα να συμβάλει στη στήριξή του. Μέχρι ν’ αρχίσει να εργάζεται αυτή η γενιά, θα χρειαστούν επιπλέον δαπάνες ιδιωτικές και δημόσιες για την ανατροφή και την εκπαίδευσή της”.

Το δημογραφικό είναι εκ φύσεως ένα δισεπίλυτο πολυπαραγοντικό πρόβλημα. Για να μην εκραγεί η “δημογραφική βόμβα” της Ελλάδας, θα πρέπει να παρθούν άμεσα και γενναία μέτρα και κίνητρα για τη στήριξη των γεννήσεων, της μητρότητας, της απασχόλησης των νέων, γενναιόδωρες κοινωνικές πολιτικές στήριξης των οικογενειών και των πολυτέκνων, επενδύσεις σε παιδεία και δημόσια υγεία κ.λ.π. Επίσης να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την παλιννόστηση του μεγαλύτερου τμήματος των νέων Ελλήνων που μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια, και λόγω της κρίσης, στο εξωτερικό, πράγμα που σημαίνει δημιουργία ενός σταθερού και αναπτυξιακού περιβάλλοντος με νέες θέσεις εργασίες, επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και προοπτικές για το μέλλον. Και, τέλος, θα πρέπει να χαραχθεί και να εφαρμοστεί μια ορθολογική στρατηγική μετανάστευσης με τη νόμιμη εισδοχή και ενσωμάτωση ενός αριθμού μεταναστών που θα κυμαίνεται ετησίως μεταξύ 40.000-50.000 ανθρώπων, οι οποίοι θα καλύψουν σημαντικά κενά στον παραγωγικό ιστό της χώρας, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη, στη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος, ώστε η οικονομία να συνεχίσει να αναπτύσσεται και ο πληθυσμός να παραμείνει τουλάχιστον σταθερός και, αν είναι δυνατόν, να αυξηθεί και λίγο. Η μεταναστευτική πολιτική και η ενσωμάτωση των νεοεισερχόμενων στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Ελλάδας στον αιώνα που διανύουμε. Δύσκολο αλλά όχι όμως και ακατόρθωτο.

Τέλος, και για να “παρηγορηθούμε” λιγάκι, καλά είναι να θυμηθούμε πως υπάρχουν και χειρότερες περιπτώσεις “δημογραφικής κατρακύλας” και μάλιστα στη γειτονιά μας τα Βαλκάνια, που θα πρέπει ωστόσο να λειτουργήσουν και ως παραδείγματα προς αποφυγήν. Όλες οι χώρες της χερσονήσου μας υφίστανται μακροχρόνια δημογραφική καθίζηση, συρρικνώνονται πληθυσμιακά και γηράσκουν απότομα. Ακόμη και το Κόσοβο, που μέχρι πρότινος χαρακτηριζόταν ως “δεξαμενή αδρεναλίνης” των Βαλκανίων, χάρη στο νεανικό του αλβανόφωνο (κατά 88%) και μουσουλμανικό πληθυσμό, μετά το 2012 συρρικνώνεται πληθυσμιακά εξαιτίας της αθρόας μετανάστευσης. Μόνο κατά τα έτη 2014-15 το Κόσοβο έχασε 120.000 Αλβανούς κατοίκους του, ή το 7% του συνολικού πληθυσμού του, που έφυγαν ως οικονομικοί μετανάστες προς την Ευρώπη. Η χειρότερη πάντως περίπτωση αποτελεί η γειτονική μας Βουλγαρία (χώρα μέλος της Ε.Ε. από το 2007), η οποία έχει υποστεί το “Δόγμα του Σοκ” της μετάβασης από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό με όλες τις αρνητικές συνέπειες και κατέρρευσε δημογραφικά χάρη στο λεγόμενο “τρίπτυχο του θανάτου”: υπογεννητικότητα – αυξημένη θνησιμότητα – αποδημία. Το 1989 ο πληθυσμός της Βουλγαρίας ήταν 9 εκατομμύρια, ενώ σήμερα είναι μόλις 6.980.000 κάτοικοι. Καθώς οι αρνητικές τάσεις δημογραφικές τάσεις συνεχίζονται (μέση ετήσια μείωση περίπου 40.000 ή μια ολόκληρη επαρχιακή πόλη), σύμφωνα με τις προβλέψεις το 2060 θα κατοικούν στη γειτονική Βουλγαρία μόλις 4,5 εκατομμύρια κάτοικοι, δηλαδή οι μισοί από όσους κατοικούσαν στη χώρα το 1989, όταν ήταν ακόμη μέλος του “Συμφώνου της Βαρσοβίας”!

Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Σημείωση: Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 15/10.2018