Category Archives: ΜΟΡΦΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ & ΑΝΤΙΚΟΥΛΤΟΥΡΑ – ANTICULTURE

Αλμπέρ Καμύ (1913-1960): Ο Επαναστατημένος Συγγραφέας

Αλμπέρ Καμί (Albert camus)

1913-1960

Ο «Επικίνδυνος Συγγραφέας»

 «Επαναστατώ άρα υπάρχω!»

«Στα βάθη του χειμώνα έμαθα πως τελικά μέσα μου υπήρχε ένα ακατανίκητο καλοκαίρι». Αλμπέρ Καμί

Image result for Albert camus

Η Τέχνη δεν αντέχει τη λογική; Ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), o Γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος, Αλμπέρ Καμύ χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλλιγούλας» και «Οι δίκαιοι» αλλά και στα φιλοσοφικά του δοκίμια «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος». Έγραψε για την αναζήτηση του νοήματος στη ζωή και για την ανάγκη της εξέγερσης και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957.

«Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα».

Image result for albert camus books

Για τον βιογράφο του, Ολιβιέ Τοντ, ήταν ένας «επικίνδυνος συγγραφέας» αμφισβητώντας το ιδεολογικό δόγμα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ο Καμύ δεν αποδέχεται τον σουρεαλισμό, χαρακτηρίζοντάς τον παρωχημένο πνευματικό κίνημα, αλλά, αντιθέτως, αντιλαμβάνεται το παράλογο με την έννοια του αντιφατικού, του μη λογικού. Δεν θεωρεί λογικό εκείνον που σκέφτεται, αλλά εκείνον που αισθάνεται λογικά, αναφέροντας σ’ ένα από τα πρώτα του άρθρα ότι «η Τέχνη δεν αντέχει τη λογική».

«Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές».

Image result for Albert camusΗ Τέχνη δεν αντέχει τη λογική

Από τα 47 χρόνια της ζωής του τα 27 τα έζησε στην Αλγερία και τα 20 στη Γαλλία. Γεννήθηκε  7 Νοεμβρίου 1913 και συστηνόταν ως «γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας παραδουλεύτρας, ανιψιός βαρελοποιού». Ο πατέρας του, Λουσιάν, τραυματίστηκε στη μάχη της Μαρν κατά τη διάρκεια του ‘Α Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο αργότερα πέθανε. Με τη μητέρα του είχε μία πολύ ιδιαίτερη σχέση. Χαρακτηριστικό είναι ότι της αφιέρωνε τα βιβλία του με την επισήμανση «σ΄ αυτήν που δεν θα μπορέσει να το διαβάσει ποτέ», γιατί ήταν αγράμματη.

Ο Καμύ ξεκινάει να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα δημοσιεύονται στο περιοδικό Sud το 1932. Πήρε πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία αλλά εξαιτίας της φυματίωσης δεν κατάφερε να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation). Δύο χρόνια μετά την εγγραφή του στο κομουνιστικό κόμμα, το εγκαταλείπει, προσάπτοντάς του «ιδεολογικό απολυταρχισμό». Εκείνη την εποχή γράφει στα σημειωματάριά του: «Όσοι έχουν κάποιο μεγαλείο μέσα τους δεν κάνουν πολιτική». Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Το λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πια, όμως η έρευνά του με τίτλο «Μιζέρια της Καμπυλίας», συναντά αντιδράσεις και το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ.

» Από την εμπειρία κανείς δεν γίνεται σοφός, αλλά εμπειρογνώμων. Σε τι όμως;»

Τότε είναι που εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir. Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει και τον «Ξένο» (1942) και τον «μύθο του Σίσυφου» (1942). «Ο Ξένος», η ιστορία ενός άντρα που δεν δείχνει κανένα συναίσθημα για το θάνατο της μητέρας του, που στη συνέχεια σκοτώνει έναν Άραβα, έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία. Σύμφωνα με την δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου», ο οποίος θα συμπληρωθεί με τα θεατρικά έργα «Η παρεξήγηση» και ο «Καλλιγούλας».

Related image

Το 1943 προσλαμβάνεται ως αναγνώστης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard. Κατά την κατοχή της Γαλλίας από τους Ναζί, ο Καμύ υπήρξε ενεργός στην αντίσταση, γράφοντας και έχοντας την αρχισυνταξία για την παράνομη εφημερίδα Combat. Το λογοτεχνικό του έργο συνεχίζεται με τον «κύκλο της εξέγερσης», στον οποίο περιλαμβάνεται η «Πανούκλα» (1947) αλλά και άλλα έργα όπως «Οι δίκαιοι» (1949) και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951).

Ο βιογράφος του γράφει για τη σχέση του με τη δημοσιογραφία: «Πολλοί συγγραφείς γεννιούνται από τη δημοσιογραφία. Αλλοι τόσοι θάβονται απ΄ αυτήν. Ο Καμύ ξεκινάει μια αντίστροφη κίνηση. Ξέρει ήδη να στήνει το σκηνικό, να τοποθετεί τα πρόσωπα. Το δίπλωμα της φιλοσοφίας του είναι χρήσιμο: αναζητεί το νόημα κάτω από τα γεγονότα».

Related image

Πολιτική και δημοσιογραφία έχουν αξίες ασύμβατες κατά τον Καμύ, καθώς ο πολιτικός αποκρύπτει την αλήθεια, ενώ ο δημοσιογράφος οφείλει να την ξεσκεπάσει, χαρακτηρίζοντας τον δημοσιογράφο «ιστορικό τού άμεσου».

Επισκέφθηκε την Ελλάδα στις 28 Απριλίου 1955 και είχε δώσει διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Τη συζήτηση αποτύπωσε στο μαγνητόφωνο ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

«Ο κόσμος όπου αισθάνομαι πιο άνετα, είναι ο Ελληνικός μύθος».

Εκείνη την εποχή, οι μνήμες του Εμφυλίου στη χώρα μας ήταν ακόμα νωπές, ενώ ο Καμύ είχε ήδη συνυπογράψει επιστολή συμπαράστασης στους αριστερούς που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο (1949), ενώ αργότερα κράτησε την ίδια στάση και για τους αγωνιστές της Κύπρου. «Πράγματι», παραδεχόταν, «υπήρξε μια γαλλική εθνική αλληλεγγύη και υπήρξε και μια ελληνική εθνική αλληλεγγύη: η αλληλλεγγύη της οδύνης. Αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να την ξαναβρούμε κάθε στιγμή και όχι μόνο με το ένδυμα της οδύνης».

Image result for Albert camus

Κατά τη συζήτηση αυτή, απάντησε και στην ερώτηση «πού είναι η ελευθερία την οποία διεκδικείτε;», που του έθεσε μια μαθήτρια: «Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας. Την άνευ ορίων ελευθερία μόνον οι τύραννοι μπορούν να την ασκούν. Ο Χίτλερ ήταν ένας σχετικά ελεύθερος άνθρωπος, ο μόνος άλλωστε από όλη την Αυτοκρατορία του. Αλλά αν θέλουμε να ασκήσουμε μια αληθινή ελευθερία, αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί μόνο προς το συμφέρον τού ατόμου που την ασκεί. Η ελευθερία είχε πάντα ως όριο την ελευθερία των άλλων».

Image result for Albert camus death

Ο συγγραφέας έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε σε ένα δέντρο. Ο Γκαλιμάρ τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε πέντε ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο. Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Ο ίδιος έλεγε στους φίλους του ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα». Η σορός του ενταφιάστηκε στην Lourmarin, στη Νότια Γαλλία, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Related image

«Να αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;’ Αλμπέρ Καμί

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ του Αλμπέρ Καμί

The Stranger (L’Étranger, often translated as The Outsider) (1942)
The Plague (La Peste) (1947)
The Fall (La Chute) (1956)
A Happy Death (La Mort heureuse) (written 1936–38, published posthumously 1971)
The First Man (Le premier homme) (incomplete, published posthumously 1995)

Short stories
Exile and the Kingdom (L’exil et le royaume) (collection, 1957)
The Adulterous Woman (La Femme adultère)
The Renegade or a Confused Spirit (Le Renégat ou un esprit confus)
The Silent Men (Les Muets)
The Guest (L’Hôte)
Jonas or the Artist at Work (Jonas ou l’artiste au travail)
The Growing Stone (La Pierre qui pousse)
Non-fiction books[edit]
Christian Metaphysics and Neoplatonism (1935)
Betwixt and Between (L’envers et l’endroit, also translated as The Wrong Side and the Right Side) (collection, 1937)
Nuptials (Noces) (1938)
The Myth of Sisyphus (Le Mythe de Sisyphe) (1942)
The Rebel (L’Homme révolté) (1951)
Notebooks 1935–1942 (Carnets, mai 1935 —fevrier 1942) (1962)
Notebooks 1943–1951 (1965)
Notebooks 1951–1959 (2008) Published as «Carnets Tome III : Mars 1951 – December 1959» (1989)
Algerian Chronicles (2013)[45][46][47]
Plays[edit]
Caligula (performed 1945, written 1938)
Requiem for a Nun (Requiem pour une nonne, adapted from William Faulkner’s novel by the same name) (1956)
The Misunderstanding (Le Malentendu) (1944)
The State of Siege (L’État de Siège) (1948)
The Just Assassins (Les Justes) (1949)
The Possessed (Les Possédés, adapted from Fyodor Dostoyevsky’s novel Demons) (1959)

Essays
Create Dangerously (Essay on Realism and Artistic Creation) (1957)
The Ancient Greek Tragedy (Parnassos lecture in Greece) (1956)
The Crisis of Man (Lecture at Columbia University) (1946)
Why Spain? (Essay for the theatrical play L’ Etat de Siège) (1948)
Reflections on the Guillotine (Réflexions sur la guillotine) (Extended essay, 1957)
Neither Victims Nor Executioners (Combat) (1946)

Collected essays
Resistance, Rebellion, and Death (1961) – a collection of essays selected by the author, including the 1945 Lettres à un ami allemand (Letters to a German Friend) and A Defense of Intelligence, a 1945 speech given at a meeting organized by Amitié Française[48]
Lyrical and Critical Essays (1970)
Youthful Writings (1976)
Between Hell and Reason: Essays from the Resistance Newspaper «Combat», 1944–1947 (1991)
Camus at «Combat»: Writing 1944–1947 (2005)
Albert Camus Contre la Peine de Mort (2011)

Επιλεγμένες βιογραφίες για τον Α. Καμί

Philip Malcolm Waller Thody, Albert Camus, A Study of His Work (1957) (OCLC 342101)
Germaine Brée, Camus (1959) (ISBN 1-122-01570-4)
Emmett Parker, Albert Camus, The Artist in the Arena (1965) (OCLC 342770)
Adele King, Camus (1966) (ISBN 0-05-001423-4)
Vicente de Paulo Barretto, Camus: vida e obra (1970)
Herbert R. Lottman, Albert Camus: A Biography (1979) (ISBN 3-927258-06-7)
David Sprintzen, «Camus: A Critical Examination» (1988) (ISBN 0-87722-544-3)
Stephen Eric Bronner, «Camus: Portrait of a Moralist» (1999) (ISBN 0-81663283-9)
Howard E. Mumma, Albert Camus and the Minister (2000) (ISBN 1-55725-246-7)
Olivier Todd, Albert Camus: A Life (2000) (ISBN 0-7867-0739-9)
Heiner Wittmann, Albert Camus: Kunst und Moral (ISBN 3-631-39525-6)
Sean B. Carroll (2014). Brave Genius: A Scientist, a Philosopher, and Their Daring Adventures from the French Resistance to the Nobel Prize. Broadway Books. ISBN 978-0307952349.
References.

Εμμανουήλ Ροΐδης: Ο Αιρετικός Έλληνας Λογοτέχνης

Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904)

Ο φιλοπαίγμων και Αιρετικός Έλληνας Λογοτέχνης

 

«Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Ελληνας».  

Εμμανουήλ Ροίδης 

Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Καυστικός και οξυδερκής, ο Εμμανουήλ Ροΐδης είχε διατυπώσει το περίφημο «εκαστος τόπος έχει την πληγήν του: Η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τους Έλληνας» και το «Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων».

Στην Ελλάδα άπαντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσιν τους έχοντες πτερά. (Εμμανουήλ Ροΐδης)

 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου, γόνος εύπορης αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή από την Χίο. Το 1841 ο πατέρας του, Δημήτριος Ροΐδης, διορίστηκε διευθυντής μεγάλου εμπορικού οίκου και, στη συνέχεια, ανέλαβε τη θέση του γενικού πρόξενου της Ελλάδας στη Γένοβα, όπου η φιλελεύθερη γενοβέζικη επανάσταση του 1848-49 σημαδεύει τον νεαρό Ροΐδη αποφασιστικά στους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς.

Το 1849 η οικογένεια επέστρεψε στην Σύρο, όπου ο Εμμανουήλ εγγράφηκε και φοίτησε στο ελληνοαμερικανικό λύκειο του Χ. Ευαγγελίδη. Τότε ξεκίνησε και η ενασχόλησή του με τη συγγραφή – ενώ την ίδια εποχή γνωρίστηκε με τον μετέπειτα λόγιο, ποιητή και πεζογράφο Δημήτριο Βικέλα, με τον οποίο ως μαθητές εξέδωσαν το χειρόγραφο περιοδικό Μέλισσα.

«ΟI Γραικοί εξεύρουν να γκρεμίζουν τυραννικάς οικοδομάς, αλλά δεν είναι καλοί να οικοδομήσωσιν ευνομουμένην Πολιτείαν.»

Το 1855 ξεκινά σπουδές Φιλολογίας και Φιλοσοφίας στο Βερολίνο, τις οποίες όμως διέκοψε μετά από 2 χρόνια. Ασχολήθηκε με το εμπόριο και ταξίδεψε στην ηπειρωτική Ευρώπη, τις παραδουνάβιες περιοχές και την Αίγυπτο. Διέμεινε στη Ρουμανία με την οικογένειά του έως το 1862, χωρίς να πάψει όμως να επισκέπτεται την Αθήνα τακτικά. Το 1860 δημοσιεύει τοΟδοιπορικό του Σατωβριάνδου (Chateaubriand Itineraire) ενώ δυο χρόνια αργότερα μετακομίζει πλέον στην Αθήνα και αφοσιώνεται στη συγγραφή.

 

Όταν έχει κανείς το δικαίωμα να λαθεύει απεριόριστα, είναι βέβαιος πως κάποτε θα πετύχει. Ε. Ροίδης

H «ΠΑΠΙΣΣΑ ΙΩΑΝΝΑ»

Το 1866 εξέδωσε την «Πάπισσα Ιωάννα», ένα μυθιστόρημα με ιστορική βάση, που όμως περισσότερο μοιάζει με μια ιστορική μελέτη. Ο Ροΐδης άκουσε την ιστορία της Πάππισας Ιωάννας όταν ήταν ακόμα παιδί στη Γένοβα και εντυπωσιάστηκε βαθιά. Η Πάπισσα Ιωάννα εκτυλίσσεται τον 9ο αιώνα μ.Χ. και είναι η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, κόρης ιεραποστόλου, η οποία, όταν έμεινε ορφανή, μεταμφιέστηκε σε άντρα, μπήκε σε μοναστήρι. Εκεί γνωρίζει και έναν επισκέπτη μοναχό, τον οποίο ακολουθεί και ζει μαζί του για 7 χρόνια στο ίδιο κελί, ως μοναχός και η ίδια, σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων. Όταν οι εραστές έφυγαν από το μοναστήρι, ταξίδεψαν σε αρκετές χώρες, ώσπου, στην Αθήνα, η Ιωάννα εγκατέλειψε τον εραστή της και μπήκε σε ένα πλοίο με προορισμό τη Ρώμη.

Εκεί κατάφερε να αναρριχηθεί μέχρι την κορυφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και τον Παπικό θρόνο. Η ερωτική σχέση όμως την οποία σύναψε με τον θαλαμηπόλο της. Φλώρο, είχε σαν αποτέλεσμα την εγκυμοσύνη της. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης λιτανείας το έκπληκτο πλήθος βλέπει τον σεβαστό Πάπα Ιωάννη τον Η΄, να γεννά «άωρον και ημιθανές βρέφος» και να πεθαίνει υπό την οργή «του μαινόμενου όχλου, λακτοπατούντος, καταπτύοντος και ζητούντος να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον».

Το έργο εμφανώς στηλιτεύει τα αρνητικά της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά είναι φανερό ότι η κριτική και η απόρριψη απευθύνονται κυρίως στην Ορθόδοξη, κάτι που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κληρικών. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον Τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε τον συγγραφέα και έργο ως «κακόηθες και βλάσφημον», ζητώντας την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Η Πάπισσα Ιωάννα, ωστόσο, αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου αι. όχι μόνο χάρη στο επιμελημένο ύφος αλλά και εξαιτίας της αντιρομαντικής διάθεσης που θεωρήθηκε πρόδρομος της στροφής προς τον ρεαλισμό που πραγματοποιήθηκε στην ελληνική πεζογραφία μετά την εμφάνιση της γενιάς του 1880.

«Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν τη χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων νόμων.»

Στον αφορισμό του έργου ο συγγραφέας απάντησε αρχικά χιουμοριστικάο κύριος εισαγγελεύς ουδ’ απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες οτι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν…»), με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου» με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο-με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».

Πολύ φοβούμεθα ότι οι ημέτεροι καθηγηταί καθιστώσι την κλασσικήν αρχαιότητα ενδιαφέρουσαν και αγαπητήν, όσω και οι παπάδες την ορθόδοξον θρησκείαν.

Ε. Ροίδης

Στα επόμενα χρόνια δημοσιεύει πολιτικά και φιλολογικά κείμενα, συνεργάζεται με τις γαλλόφωνες εφημερίδες «La Grece» και «Independance Hellenique», και το 1870 γίνεται διευθυντής της «Grece». Το 1873, στην κρίση των «Λαυρεωτικών», χάνει σχεδόν όλη του την περιουσία, αφού είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής, και πλέον ζει, με δυσκολίες, από την πένα του.

Εξειδίκευση είναι η διέξοδος της άγνοιας προς μίαν κατεύθυνσιν. Ε. Ροίδης

Το 1875-1877 εκδίδει με τον Θέμο Άννινο το εβδομαδιαίο περιοδικό, χιουμοριστικό στην αρχή, σατιρικό κατόπιν, «Ασμοδαίος», μέσα από το οποίο σχολιάζει την δημόσια και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Καυτηρίαζε τη κομματική συναλλαγή της εποχής του, υποστηρίζοντας όμως τη πολιτική του Χαρίλαου Τρικούπη. Με αφορμή ένα κριτικό του κείμενο με τίτλο «Περί Συγχρόνου Ελληνικής Ποιήσεως», το 1877, ξεκινά η διαμάχη του με τον πολιτικό και λογοτέχνη Άγγελο Βλάχο σχετικά με την ποιητική δημιουργία υπό την επίδραση του κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος.

 

Αι Μούσαι, ως όλαι αι γεροντοκόραι, αγαπώσι τους μόλις γενειώντας νεανίσκους. Αληθές είναι ότι απαντώνται ενίοτε ώριμοι άνδρες ποιούντες καλούς στίχους, αλλά μόνον μεταξύ εκείνων οίτινες νέοι όντες εποίησαν καλλιτέρους. Ε. Ροίδης

Το 1878 διορίστηκε έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην οποία εργαζόταν κατά την διάρκεια των κυβερνήσεων Τρικούπη, ενώ απολυόταν από τις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Παράλληλα, εμφανιζόταν ως υπέρμαχος της δημοτικής με μια σειρά από γλωσσικές μελέτες αν και ο ίδιος έγραφε τα κείμενά του στην καθαρεύουσα. Το πρόβλημα της «διγλωσσίας» το θεωρούσε εθνική συμφορά και επέρριπτε στους λογίους την ευθύνη για αυτό. Τη δημοτική γλώσσα τη θεωρούσε ισάξια της καθαρεύουσας σε πλούτο, ακρίβεια και σαφήνεια και πρότεινε για τη λογοτεχνική γλώσσα την σταδιακή απλοποίηση της καθαρεύουσας και τον εμπλουτισμό της δημοτικής ώστε τελικά να «συναντηθούν» σε μια γλώσσα.

«Κόμμα: Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι.»

Ε. Ροίδης

Το 1885 είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα, με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες, ενώ το 1890 έχασε την ακοή του οριστικά – αντιμετώπιζε πρόβλημα βαρηκοΐας από τα νιάτα του. Πέθανε στην Αθήνα, από καρδιακή προσβολή, στις 7 Ιανουαρίου 1904.

 

Σέβομαι τους νεκρούς, και όταν ακόμη είναι ζωντανοί. (Ε. Ροίδης)

airetikes-megalofyies-1

ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ MEΓΑΛΟΦΥΪΕΣ

ΑΛΛΟΠΑΡΜΕΝΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ, ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ, ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

 ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ # ΧΕΝΡΙ ΜΙΛΕΡ # # ΝΙΚΟΛΑ ΤΕΣΛΑ # ΦΙΛΙΠ Κ. ΝΤΙΚ # ΚΑΡΛ ΣΑΓΚΑΝ # ΒΙΛΧΕΛΜ ΡΑΪΧ # ΣΛΑΒΟΪ ΖΙΖΕΚ # ΒΙΚΤΩΡ ΣΑΟΥΜΠΕΡΓΚΕΡ # ΧΙΟΥΓΚΟ ΓΚΕΡΝΣΜΠΑΚ # ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ # ΝΟΣΤΡΑΔΑΜΟΣ ● ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝΑΣ ● ΟΡΣΟΝ ΓΟΥΕΛΣ ● ΤΖ. Ρ. Ρ. ΤΟΛΚΙΕΝ ● ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ ● Χ. ΤΖ. ΓΟΥΕΛΣ ● ΜΑΡΣΑΛ ΜΑΚΛΟΥΑΝ # ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ 

airetikes-megalofyies-1

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ AMEΣΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ «ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΙΕΣ»;

 

Οι «Αιρετικές Μεγαλοφυΐες» κοστίζουν 7 ευρώ,  συν 5 ευρώ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής μέσω  ΕΛΤΑ, για να σας έρθει Άμεσα στο σπίτι σας 

 

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Άιρετικές Μεγαλοφυίες”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ  – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

 

airetikes-megalofyies-1

Μπακούνιν: Ο Πατέρας της Aναρχικής Σκέψης

Μιχαήλ Μπακούνιν

Ο πατέρας της Aναρχικής σκέψης

 

maxresdefault

«Ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό είναι προνόμιο, σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι υποδούλωση και βαρβαρότητα»

bakunin-slavery

Της Μικαέλας Κόλλια

Γεννημένος τον Μάιο του 1814, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, κατά πολλούς ο πατέρας της «κολεκτιβιστικής αναρχίας», αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές και ενδιαφέρουσες επαναστατικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα, που σχεδόν σε κάθε πράξη του έμοιαζε να εκφράζει τις πιο δυναμικές πλευρές της αναρχίας.

bakunin

Τα πρώτα χρόνια και οι επιρροές

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν γεννήθηκε στο Πριαμούκινο κοντά στο Τβερ (σημερινό Καλίνιν), το 1814, στις 8 Μαΐου (αν και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του αμφισβητείται από πολλούς). Προερχόμενος από αριστοκρατική ρωσική οικογένεια, προοριζόταν για στρατιωτική καριέρα στην Αγία Πετρούπολη. Εντούτοις, εκείνος πίστευε ότι οι στρατιώτες είναι δουλοπάροικοι, που δωροδοκούνται με αμοιβές και δώρα για να καταστείλουν τον υπόλοιπο λαό. Και ενώ, το 1828, κατατάχτηκε στη σχολή του πυροβολικού, στρέφει το ενδιαφέρον του προς τη φιλοσοφία. Το 1832 γίνεται αξιωματικός, αλλά μην αντέχοντας τον τρόπο ζωής στο στρατό, παραιτείται το 1835 και οδεύει για τη Μόσχα όπου ελπίζει να σπουδάσει φιλοσοφία.

Από πολύ μικρός επηρεάστηκε από την εγελιανή φιλοσοφία και κυριότερα από την ιστορική διαλεκτική από την οποία συνήγαγε και τη θεωρία της αναρχικής πάλης. Στα 22 του χρόνια, ήταν ο πρώτος που μετέφρασε στα ρωσικά έργο του Χέγκελ – συγκεκριμένα το «Gymnasial Lectures». Ήρθε σε επαφή με τον Μαρξ και τον Προυντόν, τις θέσεις τού οποίου για τον αναρχισμό ασπάσθηκε: ο Μπακούνιν εναντιώθηκε στην ύπαρξη κάθε μορφής κράτους, ακόμα και τού σοσιαλιστικού.

images (2)

Η επαναστατική του δράση

Η επαφή του με τους διαλεκτικούς φιλοσόφους ήταν η κινητήριος δύναμη που τον ώθησε να προσχωρήσει στο κίνημα εγελιανής Αριστεράς της Δρέσδης. Με εισιτήριο ένα δοκίμιο του, με τίτλο «Η Αντίδραση στη Γερμανία», που πήρε αρκετή δημοσιότητα, ταξίδεψε στην Ελβετία και ύστερα στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, ο οποίος τον μύησε στις αναρχικές ιδέες. Τα επόμενα χρόνια ο Μπακούνιν τα αφιέρωσε στο να κάνει το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα αναρχικό και διεθνές.

Από το 1844 μέχρι το 1848 έζησε κυρίως στο Παρίσι. Όταν, όμως, κατηγορήθηκε για κατασκοπεία από την πλευρά των Ρώσων, επικηρύχθηκε για 10.000 επειδή αρνήθηκε να υπακούσει διαταγή που το επέβαλλε να επιστρέψει στη Ρωσία. Ενώ απελάθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση, εκείνος επέστρεψε στο Παρίσι το 1848. Από εκεί όρμησε στην Πράγα μεταλαμπαδεύοντας τη σπίθα της επανάστασης και παίρνοντας μέρος στη σλαβική επαναστατική επιτροπή.

images (1)

Οι διωγμοί και η εξορία

Ο Μπακούνιν ήταν μια εκκεντρική προσωπικότητα, ο πρώτος από μια ολόκληρη γενιά αριστοκρατών που υποστήριξε την υπόθεση του αναρχισμού, εκφράζοντας πάντα μια ενστικτώδη περιφρόνηση για όλες τις αστικές συμβατικότητες. Πήρε μέρος στη Γερμανική Επανάσταση του 1848 και στην Πολωνική του 1863, αφιερώνοντας τη ζωή του στην πραγματοποίηση των ιδανικών του. Καμιά εξορία, κανένας κίνδυνος και εμπόδιο δε στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την επαναστατική του δράση και το πάθος του για την αλήθεια.

Το 1849 ανεβαίνει στα οδοφράγματα της Δρέσδης στο πλευρό του Βάγκνερ, όπου, σε μια προσπάθεια διαφυγής, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο. Και ενώ η θανατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, ξανά καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή προσπάθησε να δραπετεύσει. Τελικά, γλίτωσε και εκδόθηκε στη Ρωσία. Μολονότι, έμεινε εξόριστος σε ένα μπουντρούμι στο φρούριο Νέβα της Βαλτικής και για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Σιβηρία (όπου παντρεύτηκε τη νεαρή Πολωνέζα, Αντονία Κβιατκόφσκα), κατόρθωσε να δραπετεύσει και να περπατήσει ανατολικά πάνω από 1.000 μίλια μέσα από τρομερές κακουχίες, φθάνοντας στη θάλασσα, από όπου πέρασε απέναντι στην Ιαπωνία. Από εκεί πήγε στην Καλιφόρνια, στη Νέα Υόρκη, για να καταφύγει τελικά στο Λονδίνο όπου φιλοξενήθηκε από τον Χέρτσεν. Έχοντας υποστεί αναρίθμητες δυσκολίες και περιπέτειες και έχοντας αναμιχθεί με όλους τους τύπους των ανθρώπων, κάτω από όλες τις συνθήκες, διαπίστωσε ότι κάθε κυβέρνηση ήταν τυραννία. Ρίχτηκε στην επαναστατική δράση με έντονο ενθουσιασμό και δημοσίευσε με τον Χέρτσεν τον «Συναγερμό της Επανάστασης».

bakunin_and_marx_from_russia_with_love_by_fabiotmb-d4sudimΗ πρώτη Διεθνής και ο Μαρξ

Το 1868, ίδρυσε μαζί με τον Μαρξ τη Διεθνή Ένωση Εργαζομένων, επίσης γνωστή ως Πρώτη Διεθνής, μια ομοσπονδία ριζοσπαστικών συνδικάτων με παραρτήματα-σωματεία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι συγκρούσεις μεταξύ του Μπακούνιν και του Μαρξ διαποτίζουν την ιστορία της Διεθνούς και αντικατοπτρίζουν τις διαφορές τους σε επίπεδο τοποθέτησης και χαρακτήρα. Από τη μια, ο Μαρξ ήταν πολιτικός επαναστάτης, από την άλλη, ο Μπακούνιν ήταν κοινωνικός.

Ενώ ο Μαρξ πίστευε ότι η επανάσταση θα ξεσπάσει στις αναπτυγμένες χώρες και το βιομηχανικό προλεταριάτο, ο Μπακούνιν πίστευε ότι η επανάσταση θα ξεκινήσει από τις υπανάπτυκτες χώρες (Ρωσία, Κίνα, Κούβα κτλ) και η βάση της θα είναι οι αγρότες, διανοούμενοι και οι «λούμπεν» προλετάριοι. Όπως έγραψε ο ίδιος το 1848 «το άστρο της επανάστασης θα ανατείλει ψηλά πάνω από τη Μόσχα μέσα από μια θάλασσα αίματος και φωτιάς και θα μεταβληθεί σε φάρο που θα οδηγήσει σε μια απελευθερωμένη ανθρωπότητα». Όπως θα δούμε και παρακάτω, η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας και της ισότητας είναι κεντρικές στο έργο και τη δράση του, αφού τονίζει ότι κανένα βιβλίο, καμιά θεωρία, κανένα σύστημα και βιβλίο δε θα σώσει τον κόσμο, καθώς «δεν προσκολλώμαι σε κανένα σύστημα. Είμαι ένας κυνηγός της απόλυτης αλήθειας».

fce135b860b4573ea3c259ba33e5dff6

Βασισμένος στην πίστη του στην ελευθερία, στην αυτονομία και την αυτοδιάθεση υπήρξε υπέρμαχος της δημιουργίας επαναστατικών Κομμούνων. Το 1870 πρωτοστάτησε σε μια εξέγερση στη Λυών, οι αρχές της οποίας αποτέλεσαν αργότερα βάση για την Παρισινή Κομμούνα. Κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου και σε απάντηση της κατάρρευσης της γαλλικής κυβέρνησης, έκανε έκκληση για γενική εξέγερση με σκοπό να προωθήσει μια κοινωνική επανάσταση. Τότε συνέταξε τη Διακήρυξη της Αναρχικής Επανάστασης που τοιχοκολλήθηκε στη Λυών στις 26 Σεπτεμβρίου 1870. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «καταργούνται η κυβερνητική εξουσία του κράτους και η διοικητική μηχανή, επειδή κατέληξαν να είναι άχρηστες» (άρθρο 1) και «αναστέλλεται η λειτουργία των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων και τις αρμοδιότητές τους επωμίζεται η Λαϊκή Δικαιοσύνη». (άρθρο 2)

Η αντίθεσή του με τον Μαρξ θα γιγαντωθεί όταν στο συνέδριο της Διεθνούς, το 1872, κυριάρχησε η διαμάχη ανάμεσα στη φράξια που στήριζε τη συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές εκλογές, και τη φράξια γύρω από τον Μπακούνιν, που αντιτάχτηκε σε μια τέτοια συμμετοχή. Ο Μπακούνιν ισχυριζόταν ότι με το πρόσχημα της δικτατορίας του προλεταριάτου, θα ακμάσει μια «νέα τάξη» που θα αντικαταστήσει τους φεουδάρχες και τους καπιταλιστές και θα αρνηθεί στους ανθρώπους την ελευθερία τους. Με το τέλος του συνεδρίου κυριάρχησε το σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του Μαρξ, που υποστήριζε την κατάκτηση της πολιτικής δύναμης από την εργατική τάξη και την ύπαρξη μιας μεταβατικής μορφής κράτους μετά την επανάσταση. Η ήττα της ομάδα του Μπακούνιν, είχε ως αποτέλεσμα την αποβολή του ίδιου και άλλων για υποτιθέμενη συγκρότηση μυστικής οργάνωσης μέσα στη Διεθνή.

Τα «αντί-απολυταρχικά» τμήματα της Διεθνούς, τα οποία υποστήριζαν την άμεση επαναστατική δράση και την οργάνωση των εργαζομένων προκειμένου να καταργηθούν άμεσα το κράτος και η κεφαλαιοκρατία, επέμεναν ότι το συνέδριο ήταν στημένο και έτσι οργάνωσαν δική τους Διάσκεψη της Διεθνούς στο Σεν-Υμέρ στην Ελβετία. Ο Μπακούνιν συνέχισε να δραστηριοποιείται σε αυτή αλλά και στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα. Στα χρόνια μεταξύ του 1870 και 1876 έγραψε ένα μεγάλο μέρος των έργων του «Κρατισμός και Αναρχία» και το «Θεός και Κράτος».

Παρά τη φθίνουσα πορεία της υγείας του συνέχισε να δραστηριοποιείται στο ριζοσπαστικό κίνημα της Ευρώπης, έως ότου αναγκάστηκε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο της Βέρνης στην Ελβετία, όπου πέθανε την 1η Ιουλίου του 1876.

bakun1

Μερικές από τις βασικές αρχές του Μπακούνιν

«Το πρόβλημα δεν έγκειται σε κάποια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης, αλλά στην ίδια την ύπαρξη της ίδιας της κυβέρνησης».

Αντί του επιστημονικού σοσιαλισμού που προκύπτει από μια υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Μπακούνιν ήταν υπέρμαχος του ενστικτώδη σοσιαλισμού: «Η επανάσταση θα πρέπει να δημιουργηθεί μέσω της αυθόρμητης οργάνωση της εργατικής τάξης και της κοινής ιδιοκτησίας των ενώσεων παραγωγής, και μέσω της εξίσου αυθόρμητης δημιουργίας κοινοτήτων. Θα πρέπει να δημιουργηθεί  από την εξίσου αυθόρμητη δημιουργία των κοινοτήτων, όχι από τις επιβολές του κράτους».

Αναφερόμενος στην επιτυχία της επανάστασης (η βία, εξήγησε, θα πρέπει να κατευθύνεται προς την καταστροφή των ιδρυμάτων και όχι των ανθρώπων που τα διατηρούν), ο Μπακούνιν προειδοποίησε ότι ένα κράτος δεν μπορεί να κατευθύνει τις μάζες προς το σοσιαλισμό. Αν η ισότητα διατηρείται από το κράτος, προσθέτει, η ελευθερία αποκλείεται απαραίτητα:

«Η ελευθερία του ατόμου συνίσταται απλώς σε αυτό: ότι υπακούει στους φυσικούς νόμους επειδή ο ίδιος τους έχει αναγνωρίσει ως τέτοιους».

Το Ανθρώπινο Ιδεώδες

Το ιδεώδες αυτό σαφώς και εμφανίζεται στους ανθρώπους σηματοδοτώντας πρώτα από όλα το τέλος της ανάγκης, το τέλος της ανέχειας, και την πλήρη ικανοποίηση όλων των υλικών αναγκών μέσω της συλλογικής εργασίας, ισότιμης και υποχρεωτικής για όλους, και στην συνέχεια, ως το τέλος της κυριαρχίας και της αρχής της ελεύθερης οργάνωσης της ζωής των ανθρώπων σύμφωνα με τις ανάγκες τους – όχι από επάνω προς τα κάτω, όπως συμβαίνει με το Κράτος, αλλά με μια οργάνωση δημιουργημένη από τους ίδιους τους ανθρώπους, πέρα από όλες τις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια, με την ελεύθερη ένωση των εργατών στα εργοστάσια και τα αγροκτήματα, στις κομμούνες και τα έθνη, και εντέλει, στο απώτερο μέλλον, στην παγκόσμια ανθρώπινη αδελφότητα, που θα πανηγυρίζει πάνω από τα συντρίμμια όλων των Κρατών.

αρχείο λήψης

Το Πρόγραμμα της Ελεύθερης Κοινωνίας

Έξω από το σύστημα του Μαζίνι (Ιταλός πολιτικός, συνιδρυτής του σύγχρονου ιταλικού κράτους) που δεν είναι άλλο από το σύστημα της δημοκρατίας στην μορφή του Κράτους, δεν υφίσταται άλλο σύστημα από αυτό της δημοκρατίας ως κομμούνα, της δημοκρατίας ως ομοσπονδισμό, και της Σοσιαλιστικής και γνήσια λαϊκής δημοκρατίας – το σύστημα του Αναρχισμού. Είναι οι πολιτικές της Κοινωνικής Επανάστασης, που στοχεύουν στην κατάργηση του Κράτους, και της οικονομικής, συνολικά ελεύθερης οργάνωσης των ανθρώπων, μιας οργάνωσης από κάτω προς τα επάνω, μέσω της ομοσπονδίας. Δεν θα υπάρχει δυνατότητα ύπαρξης πολιτικής κυβέρνησης, γιατί αυτή η κυβέρνηση θα μεταμορφωθεί σε απλή διαχειρίστρια των κοινών υποθέσεων. Το πρόγραμμά μας συνοψίζεται με λίγα λόγια στα εξής:

Ειρήνη, χειραφέτηση, και ευτυχία των καταπιεσμένων
• Πόλεμος ενάντια σε όλους τους καταπιεστές και τους καταχραστές
• Πλήρης αποκατάσταση των εργαζομένων: όλο το κεφάλαιο, τα εργοστάσια και όλα τα εργαλεία της δουλειάς και οι πρώτες ύλες να αποδοθούν στις ενώσεις, και η γη σε εκείνους που την καλλιεργούν με τα χέρια τους
• Ελευθερία, δικαιοσύνη και αδελφότητα για όλα τα ανθρώπινα όντα στην γη
• Ισότητα για όλους

Προς όλους, χωρίς καμία απολύτως διάκριση, με όλα τα μέσα ανάπτυξης, εκπαίδευσης και ανατροφής, καθώς και με ίσες δυνατότητες για ζωή παράλληλα με την εργασία. Οργάνωση μιας κοινωνίας μέσω της ελεύθερης ομοσπονδοποίησης από κάτω, των εργατικών ενώσεων, των βιομηχανικών αλλά και αγροτικών, επιστημονικών καθώς και των λογοτεχνικών ενώσεων – αρχικά στην μορφή της κομμούνας, μετά της ομοσπονδοποίησης των κομμούνων σε περιφέρειες, των περιφερειών σε έθνη, των εθνών στην διεθνή αδελφική ένωση.

Η Ελεύθερη Οργάνωση που ακολουθεί την Κατάργηση του Κράτους

Η κατάργηση του Κράτους και της Εκκλησίας θα πρέπει να αποτελεί την πρωταρχική και αναμφισβήτητη συνθήκη της πραγματικής χειραφέτησης της κοινωνίας. Μόνο μετά από αυτά η κοινωνία θα μπορέσει και πρέπει να ξεκινήσει την αναδιοργάνωσή της. Ωστόσο αυτά, πρέπει να συμβούν όχι από την κορυφή προς τα κάτω, όχι σύμφωνα με κάποιο ιδανικό σχέδιο που ετοίμασαν μερικοί σοφοί ή πολυμαθείς, και μέσω διαταγμάτων που εκδίδει κάποια δικτατορική εξουσία ή ακόμη και Εθνοσυνέλευση εκλεγμένη από κάποιο καθολικό δικαίωμα στην ψήφο. Ένα τέτοιο σύστημα, όπως έχω ήδη ισχυριστεί, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην δημιουργία μιας κυβερνητικής αριστοκρατίας, δηλαδή, μιας τάξης προσώπων που δεν έχει απολύτως τίποτα κοινό με τις μάζες των ανθρώπων. Και ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία, η τάξη αυτή θα στρέφονταν ξανά στην εκμετάλλευση και την αποχαύνωση των μαζών υπό την επίφαση της κοινής ευημερίας ή της σωτηρίας του Κράτους.

michail_bakunin

Η Ελευθερία πρέπει να πηγαίνει Χέρι με Χέρι με την Ισότητα

Είμαι ένας από τους πεπεισμένους θιασώτες της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, γιατί πιστεύω πως μακριά από αυτήν, η ισότητα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η προκοπή των ανθρώπων καθώς και η ευημερία των εθνών, δεν είναι τίποτα παρά νέα λάθη. Όντας ταυτόχρονα υπέρμαχος της ελευθερίας – της πρωταρχικής συνθήκης της ανθρωπότητας – πιστεύω πως η ισότητα θα πρέπει να εγκαθιδρυθεί σε έναν κόσμο αυθόρμητης οργάνωσης της εργασίας και της συλλογικής ιδιοκτησίας, με την ελεύθερη οργάνωση των παραγωγών σε κομμούνες, και τις ελεύθερες ομοσπονδίες των κομμούνων – αλλά σε καμιά περίπτωση μέσω της κυριαρχικής προστασίας του Κράτους.

de2360acabe3a235101fb1fb8770c4b5

Πηγές
Μιχαήλ Μπακούνιν, Θεός και Κράτος
Μιχαήλ Μπακούνιν, Από τον Εθνικό πόλεμο στο Ταξικό πόλεμο
Μιχαήλ Μπακούνιν, Η Παρρισινή Κομμούνα και η Ιδέα του Κράτους
G.P. Maximof, Πολιτικη Φιλοσοφια του Bakunin
André Nataf, Η καθημερινή ζωή των αναρχικών στη Γαλλία

Ian Curtis: Η Σκοτεινή Ψυχή των Joy Division και το Σύμβολο μιας «Καταραμένης Γενιάς»

Ian Curtis

Ian-Curtis

Η Σκοτεινή Ψυχή των Joy Division και το Σύμβολο μιας «Καταραμένης Γενιάς»

maxresdefault

Στις 18 Μαΐου του 2016 συμπληρώνονται 36 χρόνια από την ημέρα που αυτοκτόνησε ο Ian Curtis, o 23χρονος τραγουδιστής των Joy Division. Το αγόρι με την μπλε απόκοσμη ακεραιότητα στο βλέμμα και την κατατονική φιγούρα έφυγε από τη ζωή και η αυτοκτονία του σόκαρε ίσως όσο καμία άλλη στη ροκ σκηνή. Ήταν μόλις 23 χρόνων –παράξενη σύμπτωση, αν σκεφτεί κανείς τι ισχυρίζονται ορισμένοι για αυτόν τον αριθμό. Δεν πρόλαβε να ξεδιπλώσει όλες τις πτυχές του αλλόκοτου ταλέντου του, που εκδηλωνόταν στη βίαιη μελαγχολία της φωνής του, στους λυγμούς των στίχων του, στις εκρηκτικές χορευτικές κινήσεις του στη σκηνή και στην πολυπλοκότητα των συνθέσεων του που έμοιαζαν να βυθίζονται σε μια πρώιμη ωριμότητα…

Ian-Curtis-joy-division-16972121-1280-868

Γράφει η Εύα Κουσιοπούλου

Η απώλεια του Curtis ήταν τεράστια για τους χιλιάδες μαυροντυμένους φαν της μπάντας. Η απώλεια του όμως ήταν εξίσου μεγάλη, κατά γενική ομολογία, για την παγκόσμια μουσική, καθώς όλοι αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο ποιητή του 20ού αιώνα, που θα στεκόταν υπερβολικά ευαίσθητος αλλά και σκληρός κριτής των καιρών μας.

maxresdefault (1)

Suicide Is Not Painless

Θα επιχειρήσω να σας ξεναγήσω στις τελευταίες στιγμές του τραγουδιστή που ενσάρκωσε τη ζοφερή ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1980 καλύτερα από κάθε άλλον ξορκίζοντας φόβους και δαίμονες, μιλώντας για το θάνατο, την απογοήτευση, τον έρωτα που σε ξεσκίζει και τον πόνο του ανέφικτου. Θα το κάνω ωστόσο όσο πιο «αποστειρωμένα» μπορώ, χωρίς περιττές φιοριτούρες, αρχίζοντας να μετράω αντίστροφα τις στιγμές του μελαγχολικού πρίγκιπα. Αυτοκτόνησε στο σπίτι του περνώντας απλά ένα σκοινί στο λαιμό του, λίγες ημέρες πριν ξεκινήσουν την πρώτη τους μεγάλη περιοδεία στην Αμερική. Πριν φύγει είπαν ότι έβλεπε την ταινία του cult Γερμανού σκηνοθέτη Werner Herzog «Stroszek» και άκουγε ξανά και ξανά το Τhe Idiot του Iggy Pop. Ο ήρωας της ταινίας προτιμά το θάνατο από το να διαλέξει ανάμεσα σε δύο γυναίκες και για κάποιους υπάρχει μία σπαρακτική ταύτιση ανάμεσα στους δύο αυτόχειρες, καθώς ο Curtis είχε αφεθεί στον έρωτα της Βελγίδας δημοσιογράφου Ανίκ Ονορέ, χωρίς να μπορεί να εγκαταλείψει οριστικά τη σύζυγο του. O Ιan έβαλε τέλος στη ζωή του μη μπορώντας να αντιμετωπίσει το ερωτικό αδιέξοδο, αφήνοντας στη γυναίκα του ένα γράμμα, δύο μόλις μήνες πριν κλείσει τα 24; Ίσως πάλι να ήταν η πίεση που δεχόταν όταν πλέον η τέχνη και η μουσική μετατράπηκε σε επάγγελμα ή να ήταν μόνο η τάση του για τη φυγή και την αυτοκαταστροφή; Ή μήπως έφταιγαν οι επιληπτικές κρίσεις του, που γίνονταν όλο και πιο αφόρητες; Ίσως τίποτε από όλα αυτά, ή όλα αυτά μαζί. Δεν έχει σημασία. Τα πραγματικά κίνητρα ενός αυτόχειρα σπάνια γίνονται γνωστά.

joy-division-ian-curtis-3-pics-manchester-79

Είναι δύσκολο να αποτιμήσεις μια τέτοια ενέργεια ζώντας όπως όλοι μας στη συνηθισμένη –και εσφαλμένη– αίσθηση ασφάλειας.

Δεν έχει νόημα να εξηγήσεις μια τέτοια πράξη γιατί απλά ο Ήρωας δεν είναι πια εδώ. Δε χρειάζεται να πεις αν πρόκειται για μια ακραία ενέργεια ηρωισμού ή για μια πράξη δειλίας, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι. Έτσι και αλλιώς, ήρωες είναι αυτοί που έχουν συνείδηση της δειλίας τους. Αλλά αληθινοί ήρωες είναι αυτοί που δε φοβούνται τις ανατροπές και τιμούν τις επιλογές τους. Γι‘ αυτό και όλοι οι βολεμένοι οικογενειάρχες που στηρίζουν στις κουρασμένες πλάτες τους το δόγμα «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» και οι αδύναμοι εγκεφαλικοί γιοι τους καταδικάζουν τους αυτόχειρες σα «μαύρα πρόβατα». Γι’ αυτό η Εκκλησία αντιμετωπίζει εχθρικά την αυτοκτονία και την καταδικάζει ως μια –επαναστατική– πράξη ενάντια στη θεϊκή εξουσία. Το βέβαιο είναι ότι το τραγικό τέλος του μπλε αγοριού, που είχε ζήσει μόλις 23 χρόνια, εξασφάλισε για αυτόν και τους Joy Division την υστεροφημία.

Ο «Ευτυχισμένος Πρίγκιπας»

Ο Ian γεννήθηκε στο Μάντσεστερ, στις 15 Ιουλίου 1956. Απόλυτα μεθοδικός, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. Έμοιαζε να παίρνει τα πάντα στα σοβαρά από παιδί. Διάβαζε διαρκώς, χανόταν με τις ώρες και απομονωνόταν με τους ήρωες των βιβλίων που τον γοήτευαν. Συνήθιζε να ζωγραφίζει τους στρατιώτες και τους μονομάχους που τον κέρδιζαν με τις περιπέτειες τους και σύντομα συγκρότησε μια ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα «Σπαρτιάτες». Έβαζε μάλιστα συστηματικά αγγελίες σε εφημερίδες του Μάντσεστερ για να βρει συμπαίκτες και να οργανώσει τους επόμενους αγώνες. Η Βρετανία της δεκαετίας του 1970 δεν είναι η ιδανική πατρίδα για το νεαρό, που έμελλε να γίνει το είδωλο μιας γενιάς που δεν πίστευε σε ήρωες. Ανάμεσα σε μια νεολαία που στερείται ιδεολογίας και οραμάτων, ο Ian τριπάρει στον κόσμο κάθε λογής επικίνδυνων ουσιών. Σιτίζεται στην κυριολεξία με χάπια, καταπίνει αντιβηχικά σιρόπια, σνιφάρει γκαζάκια και βυθίζεται όλο και περισσότερο στο τέλμα. Παρόλα αυτά ο νεαρός μοιάζει να παραμένει καθαρός στην ψυχή και το γαλάζιο, έντονο βλέμμα του προδίδει τη γενναιοδωρία και τη διάθεση του να βοηθήσει τον πλησίον. Χαρίζει εύκολα τους αγαπημένους του δίσκους, θέλει να μοιραστεί ότι έχει με τους υπόλοιπους, διαβάζει δακρυσμένος στην κοπέλα του τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα του Όσκαρ Ουάιλντ και πουλά την αγαπημένη του κιθάρα για να της αγοράσει ένα δαχτυλίδι.

Την ίδια στιγμή γοητεύεται από τις στολές, διαβάζει για την ιστορία του Ναζισμού και ο ρομαντισμός του ξεφεύγει από τα ηνία του ορθολογισμού και αγγίζει σκοτεινά όρια. Χαρακτηρίζεται από μία τάση φυγής σε φανταστικούς κόσμους, ονειρικούς και μυθικούς. Εξιδανικεύει τη νοσταλγία ενός ένδοξου παρελθόντος που ο ίδιος δεν έχει βιώσει. Παντρεύεται τη Deborah, πριν κλείσει τα είκοσι και επιλέγει για τη γαμήλια τελετή τους ήχους της μελωδίας του Χάιντν, η οποία ενέπνευσε τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας. Ταξιδεύει στο Παρίσι, στήνει την πρώτη του μπάντα και το 1977 ύστερα από αποχωρήσεις, ατέλειωτες συζητήσεις και νέες αφίξεις το γκρουπ οδηγείται στην τελική του μορφή. O κιθαρίστας της μπάντας είναι ο Bernard Albrecht (θα το αλλάξει αργότερα σε Sumner) και ο μπασίστας ο Peter Hook. Βαφτίζουν το γκρουπ «Warsaw» από το ομώνυμο κομμάτι του David Bowie. Η ηλικία όλων των μελών της μπάντας είναι γύρω στα είκοσι.

88046583_10_a_76167c

Από τους Warsaw, στους Joy Division

Στις 29 Μαΐου της ίδιας χρονιάς το σχήμα δίνει την πρώτη του συναυλία. Η έκρηξη του πανκ είναι γεγονός και το Μάντσεστερ αποτελεί πόλο έλξης νεοεμφανιζόμενων καλλιτεχνών και γκρουπ που ακροβατούν στην κόψη του ξυραφιού. Οι κριτικές για τους Warsaw, ωστόσο, κάνουν λόγο για εκρηκτική παρουσία του Ian στη σκηνή αλλά και για αδυναμίες των στίχων.

O Ian πείθει ένα δημοσιογράφο, τον Tony Wilson, τον μετέπειτα θρυλικό παραγωγό και ιδρυτή της Factory Records να ενδιαφερθεί για το γκρουπ. Αναζητά ντράμερ μέσω αγγελιών σε μουσικά περιοδικά και εντυπωσιάζει με τις κρίσεις ανισορροπίας που φτιάχνουν σιγά-σιγά το ιδιαίτερο στιλ του στη σκηνή. Ο ντράμερ βρίσκεται στο όνομα του Steven Morris και ο Wilson γίνεται ο μέντορας του νεαρού Curtis. Είναι η στιγμή να αλλάξει το όνομα του γκρουπ σε Joy Division που σημαίνει «Τάγμα της Χαράς», το αποτρόπαιο όνομα δηλαδή που έδιναν οι Ναζί στις αιχμάλωτες, οι οποίες προορίζονταν να ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορέξεις και τη βαναυσότητα του Γερμανικού Στρατού.

6019f3a66de942a699412df56137bd2f

Η μουσική τους είναι ριζικά διαφορετική από άλλους σύγχρονους τους: υποβλητική, αιχμηρή, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος συναισθήματος. Ένα δάνειο 400 λιρών από την τράπεζα για την αγορά επίπλων που προορίζεται δήθεν για τη φωλιά του ζεύγους Curtis, μετατρέπεται στα απαραίτητα «καύσιμα» για να κλειστούν στο στούντιο. Ηχογραφούν το πρώτο τους EP, το θρυλικό An Ideal For Living. Η άκρατη γερμανοφιλία του Ian αρχίζει να ξενίζει τους υπόλοιπους της μπάντας. Παρ’ όλα αυτά στο εξώφυλλο του «χειροποίητου» δίσκου εικονίζεται ένας τυμπανιστής, μέλος της Νεολαίας του Χίτλερ κι ένας Γερμανός στρατιώτης που σημαδεύει με το όπλο του ένα παιδί. Στο μεταξύ ο leader πλέον του γκρουπ Ian ακολουθεί μία ιλιγγιώδη άνοδο γεμάτη εντάσεις αλλά και σκοτεινές μεταπτώσεις. Ο Hook έχει πει για εκείνη την εποχή ότι ο Ian δε δίστασε να διαλύσει κάποτε σε μία ζωντανή τους εμφάνιση ολόκληρη τη σκηνή! Σα μανιακός ξήλωσε τις σανίδες της, με τα καρφιά να εξέχουν και τις πέταξε στο κοινό σε ένα παραλήρημα πανκ επιθετικότητας. Στη συνέχεια έσπασε ένα ποτήρι μπύρας, κυλίστηκε πάνω στα σπασμένα γυαλιά με αποτέλεσμα να κοπεί στο μηρό και να αποκτήσει μία ουλή εικοσιπέντε εκατοστών. Και όμως την επόμενη στιγμή –λένε όσοι τον γνώριζαν– μπορούσε να είναι μειλίχιος και ευγενικός και ύστερα πάλι εσωστρεφής και κατατονικός.

images

Ο Samner έχει πει πως «ο Ian ήταν ο καταλύτης του γκρουπ. Ήξερε να μας κατευθύνει, να ηλεκτροσυγκολλά θαρρείς τις ιδέες μας, να τις συνδυάζει και να ανοίγει με το δικό του τρόπο το κουτί με τους στίχους για να τελειοποιήσει τις πρωτόλειες εμπνεύσεις όλων». Ο Robert Greton γίνεται μάνατζέρ τους και τον παροτρύνει να δίνει συνεντεύξεις καθώς η μπάντα αρχίζει να γίνεται ευρύτερα γνωστή, αλλά ο Ian αρνείται. Δε βλέπει θετικά τις συνεντεύξεις ούτε των υπολοίπων μελών της μπάντας, ενώ αντιδρά σχεδόν φασιστικά όταν κάποιος θέλει να πάει διακοπές, καθώς το θεωρεί σπατάλη χρόνου. Άλλοτε παραληρεί μιλώντας την αρχαϊκή γλώσσα του 19ου αιώνα και άλλοτε εκφράζεται μέσα από έξαλλες κινήσεις επί σκηνής μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού.joy-division-ian-curtis-3-pics-manchester-79

Απομακρύνεται από τη γυναίκα του και την κόρη που αποκτούν το 1979, τη Νatalie, και οι διαθέσεις του εναλλάσσονται από την τυφλή μανία μέχρι το ρομαντισμό, την ευσπλαχνία και την αβρότητα με ένα τρόπο που αποδιοργανώνει και τρομοκρατεί όσους βρίσκονται κοντά του. Είναι πλέον το επίκεντρο της προσοχής, εξώφυλλο στο New Musical Express και είδωλο για τους ανερχόμενους μουσικούς. Καπνίζει ασταμάτητα και έχει παντού μαζί του μια σακούλα γεμάτη σημειώσεις και χαρτιά, όπου γράφει ότι επιθυμεί να θυμάται. Οι κρίσεις επιληψίας τον βασανίζουν όλο και συχνότερα. Η Deborah αναφέρει μάλιστα στο βιβλίο της με τίτλο Touching From A Distance («Αγγίζοντας από Απόσταση») ότι διασκέδαζε αναπαριστώντας επί σκηνής τις κρίσεις του. Χόρευε σαν επιληπτικός ξεσηκώνοντας το κοινό του, ανεμίζοντας σε μια παρωδία του ίδιου του εαυτού του τα μπράτσα του, τινάζοντας σπασμωδικά το κορμί του, σα μια μαριονέτα που κρεμόταν από μία αόρατη κλωστή. Όμως η επιληψία του έχει και μια άλλη διάσταση: του προσδίδει μια εξαιρετική διαύγεια που τον εξοντώνει καθώς «βλέπει» καθαρά αυτά που έρχονται.

521dbd5d7e58321a35d913ed8f25c2d7

Το πρώτο άλμπουμ των Joy Division κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1979 και έχει τον τίτλο Unknown Ρleasures. Ο Curtis βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που ονειρευόταν. Αισθάνεται να ταυτίζεται με τον Morrison και τη Joplin, θαυμάζει τον Iggy Pop και τον David Bowie, αλλά νιώθει πλέον πως φτάνει τους Sex Pistols, το γκρουπ που είχε πρωτοδεί στο Free Trade Hall της πόλης που γεννήθηκε και τον επηρέασε περισσότερο από κάθε άλλο.

Αρχίζει να φλερτάρει με το θάνατο και οι παλαιότερες εμμονές του επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση. Άλλωστε πάντα πίστευε ότι η ζωή μετά τα 25 είναι ένα μουντό, αδιάφορο τέλμα, ένας βάλτος που καταπίνει τις ανθρώπινες επιθυμίες, μια μονότονη καθημερινότητα. Αφηρημένος, ευάλωτος και μόνος, αφήνεται στον έρωτα της Ονορέ και γίνεται φαινομενικά πιο γήινος. Γελά περισσότερο, παριστάνει επιτέλους τον ωραίο! Όμως το κενό συνεχίζει να βρίσκεται παντού μέσα του. Το κοιτά κατάματα, ατρόμητος με το γαλάζιο παγωμένο βλέμμα. Το έρεβος που τον κατατρέχει, η προσωπική του κόλαση δεν αφορούν κανένα. Διαβάζει για ακόμη μια φορά ότι μπορεί να τον γοητεύσει, καταβροχθίζει την Αποκάλυψη, εντρυφά στα σκοτάδια του ανθρώπινου νου και το ταξίδι προς το τέλος ξεκινά. Τη μια μέρα σκορπίζει τα κομμάτια της Βίβλου που έχει διαλύσει με το ξυράφι και την άλλη βρίσκεται να δουλεύει με τρομαχτική διαύγεια τους ύμνους του Closer που ανοίγει με το εξαιρετικό Atrocity Exhibition. Η Deborah παραδέχεται στο βιβλίο της για τον Ian πως «όλοι οι άλλοι ήταν δευτεραγωνιστές στο έργο του. Είχε οργανώσει την πτώση του, όντας δικαστής και δεσμοφύλακας του εαυτού του». Και μερικούς μήνες μετά θα στείλει τη σύζυγο και την κόρη τους στους παππούδες για να δώσει ανενόχλητος τέλος στη ζωή του.jdivision-630x420

Love Will Tear Us Apart –again

Επανέρχομαι στο σήμερα και πέφτω πάνω στο δημοσίευμα για την ταινία που ετοιμάζεται για τη ζωή του Curtis ανάμεσα σε μια σινε-πλημμύρα ροκ βιογραφιών. Αναφέρει μεταξύ άλλων: «η ζωή και ο τραγικός θάνατος του Ian Curtis θα έχει άρωμα ποπ-κορν με την ταινία Control». Το σενάριο του φιλμ βασίζεται στο βιβλίο της γυναίκας του, Deborah. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Δανός Anton Corbijn, διάσημος από τις συνεργασίες του με U2 και Depeche Mode, αλλά και τους ίδιους τους Joy Division στο Atmosphere. Ο Tony Wilson, ο οποίος μαζί με το Martin Hannet ευθύνεται για τις κυκλοφορίες των Joy Division αλλά και των New Order και Ηappy Mondays θα είναι συμπαραγωγός στην ταινία. Ο Τony παραμένει φίλος της χήρας και της κόρης του Ian και θα λάβει ενεργά μέρος στην παραγωγή, ενώ έχει δηλώσει στο BBC News ότι «η ταινία θα αντανακλά τις διάφορες απόψεις για την αιτία της αυτοκτονίας του leader των Joy Division εστιάζοντας στη ζωή του και όχι απλά στη μουσική του γκρουπ». Και για όσους θέλουν μία παραπάνω πληροφορία σας θυμίζω πως ο Tony είναι η περσόνα της ροκ που υποδυόταν ο Steve Cogan στο λατρεμένο 24 Ηour Party People κάνοντας μάλιστα και μία cameo εμφάνιση. Επίσης, ανάμεσα στα ονόματα των σταρ που διέρρευσαν στον Τύπο, ότι πρόκειται να συμμετάσχουν στην ταινία είναι και αυτά του Μoby –ο οποίος είναι και φανατικός φίλος της μουσικής της μπάντας– και του Jude Law.

Tον Νοέμβριο του 2005 στο dj set του ο Ιρλανδός David Holmes –σε μια στιγμή ευφυούς αλαζονείας;– έπαιξε σε διάστημα δύο ωρών δύο φορές το Love will tear us apart, κάνοντας έναν παλιό συμμαθητή να μου ψιθυρίσει «για σένα το παίζει επειδή ξέρει ότι τους λατρεύεις» και εμένα να χαζεύω το trendy κοινό να τα… σπάει. Μερικούς μήνες μετά στο ίδιο club ο Peter Hook βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για ένα dj set που περιελάμβανε άπειρα hit των New Order –η ζωή συνεχίζεται βλέπετε!

7c25be7e46c0bcfe5ce7bad575c73f51

Το άπληστο κοινό όπως και οι πιτσιρικάδες φίλοι μου djs αδημονούσαν για ένα μόνο κομμάτι. Και το Love will tear us apart, ίσως το πιο σπαραχτικό κομμάτι που γράφτηκε ποτέ μας έκανε όλους –μαζί και τον ίδιο τον Hook– να χαθούμε σε ένα ξέσπασμα που έμοιαζε να κράτησε ώρες και όχι μόνο μερικά λεπτά. Πάντα έλεγα ότι η μουσική είναι το μόνο που με σώζει, είναι λύτρωση, φευγιό. Για αυτό και το Love will tear us apart, σημαίνει για τόσες γενιές, για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό μιλώντας στις ψυχές μας, σαν ένας μυστικός κώδικας κάτω από το δέρμα, τον οποίο μοιράζονται πολλοί μυημένοι. Θα μπορούσα να συνεχίσω γράφοντας δεκάδες άλλα στιγμιότυπα αναφορικά με τον απόλυτο ύμνο, του οποίου ο τίτλος του έχει γίνει ακόμη και τατουάζ στα χέρια κάποιων αλλά θα κλείσω μόνο με μια ανάμνηση.

Χρόνια πριν, σχεδόν στα 23, στην ηλικία δηλαδή του Curtis (πάλι αυτός ο αριθμός;) χόρευα ανύποπτη με τη φωνή του να μη μου θυμίζει ακόμη πως ένας έρωτας μπορεί να σε κόψει στα δυο. Άνοιξα τα μάτια και είδα στην άλλη άκρη του μπαρ μια μικρούλα που θα΄ ταν το πολύ στα δεκαοχτώ, να χορεύει με τα μάτια κλειστά και τα δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα της. Η εικόνα με σόκαρε. Δε μπορούσα προφανώς, έτσι προστατευμένη όπως ήμουν μεσ’ το κουκούλι ενός παιδικού έρωτα να εξηγήσω τι πληγές κουβαλούσε όντας τόσο νέα και τι θα μπορούσε να την κάνει να διαλύεται βουβά, μέσα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μπαρ, καλοκαίρι σε νησί. Υποθέτω ότι αν ερχόταν σήμερα στο μαγαζί που παίζω μουσική θα της αφιέρωνα ένα κομμάτι. Χρόνια μετά θα΄ ταν και πάλι το ίδιο κομμάτι που χορεύαμε εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα…

4db7ebab953167711d7b0658e1a722df

Η ΕΥΑ ΚΟΥΣΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι δημοσιογράφος και ασχολείται με τη μουσική και την εναλλακτική τέχνη.

Αληθινοί ήρωες είναι αυτοί που δε φοβούνται τις ανατροπές και τιμούν τις επιλογές τους.

Πάντα πίστευε ότι η ζωή μετά τα 25 είναι ένα μουντό, αδιάφορο τέλμα, ένας βάλτος που καταπίνει τις ανθρώπινες επιθυμίες, μια μονότονη καθημερινότητα.

«Όλοι οι άλλοι ήταν δευτεραγωνιστές στο έργο του. Είχε οργανώσει την πτώση του, όντας δικαστής και δεσμοφύλακας του εαυτού του».

control-sam-riley-as-ian-curtis-2007-weinstein-companycourtesy-everett-e5mbp2

Πιοτρ Κροπότκιν (1842-1921): Ένας «Αναρχικός Πρίγκιπας»

Πιοτρ Κροπότκιν

(Pjotr Kropotkin, 1842-1921)

Ένας «Αναρχικός Πρίγκιπας»

Ελευθερία ή Τίποτα!

 

«ΑΝΑΡΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗ ΒΙΑ, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή βιαίως της βούλησης ενός η περισσοτέρων στους υπόλοιπους. Είναι μέσο της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελουσίας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, τη μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία». Πιοτρ Κροπότκιν
 Στις 9 Δεκεμβρίου του 1842, γεννήθηκε ο Πιοτρ Κροπότκιν, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του αναρχικού κινήματος.  Πατέρας του ο πρίγκιπας Αλεξέι Πέτροβιτς Κροπότκιν, αξιωματικός του στρατού του Τσάρου, και μητέρα του η Αικατερίνα Νικολάεβνα Σουλίμα, κόρη στρατηγού με φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή της, την οποία όμως ο Κροπότκιν θα χάσει σε νεαρή ηλικία. Ο θάνατός της θα τoν επηρεάσει καθώς ο πατέρας του θα ξαναπαντρευτεί μία αυταρχική γυναίκα και οι σχέσεις τους θα κλονιστούν. Ακολουθώντας την πορεία που ο πατέρας του χάραξε για κείνον, σε ηλικία 15 ετών θα βρεθεί στην επίλεκτη στρατιωτική σχολή, το Σώμα των Πριγκίπων.

Θα επιλέξει να μην υποταχτεί σε κάτι που δεν τον εκφράζει. Διαβάζει πολύ και επιδίδεται στην έκδοση μίας εφημερίδας. Αποφοιτώντας από τη σχολή θα ζητήσει να μετατεθεί σε σύνταγμα της Σιβηρίας. Τα πέντε χρόνια που θα παραμείνει εκεί αφιερώνεται σε γεωγραφικές έρευνες και μελέτες. Όταν θα του προταθεί η θέση του Γραμματέα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας, θα αρνηθεί. Το ίδιο θα κάνει και αργότερα. Θα απαρνηθεί όσους τίτλους του προτάθηκαν θέλοντας να αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό θα είναι η αρχή της αναρχικής πορείας του.

 

Από το 1862 έως το 1867 υπηρέτησε ως αξιωματικός στη Σιβηρία. Παράλληλα με τα στρατιωτικά του καθήκοντα μελέτησε την πανίδα της περιοχής και επιδόθηκε σε γεωγραφικές έρευνες. Την περίοδο της παραμονής του στη Σιβηρία μελέτησε τα βιβλία του Γάλλου αναρχικού Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, του Άγγλου φιλελεύθερου στοχαστή Τζον Στιούαρτ Μιλ και του συμπατριώτη του διανοούμενου Αλεξάντερ Χέρτζεν, του «πατέρα του ρωσικού σοσιαλισμού», όπως αποκλήθηκε. Αυτές οι πνευματικές αναζητήσεις του, σε συνδυασμό με τις εμπειρίες του από την κατάσταση των αγροτών στη Σιβηρία, τον οδήγησαν να διακηρύξει το 1872 ότι είναι αναρχικός.

Το 1867 παραιτήθηκε από τον στρατό, γεγονός που δυσαρέστησε τον πατέρα του, ο οποίος τον αποκλήρωσε. Γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης για σπουδές στα μαθηματικά και παράλληλα συνέχιζε τις γεωγραφικές του έρευνες στη Σουηδία και τη Φιλανδία, με έξοδα της Ρωσικής Γεωγραφικής Υπηρεσίας. Τα πορίσματα των ερευνών του τού εξασφάλισαν αμέσως αναγνώριση και του άνοιξαν τον δρόμο για μια λαμπρή επιστημονική καριέρα. Ωστόσο, το 1871 αρνήθηκε τη θέση του γενικού γραμματέα της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας και αφού αποποιήθηκε τον τίτλο του πρίγκιπα, που κατείχε κληρονομικά, αφιέρωσε τη ζωή του στους σκοπούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

Προκειμένου να μελετήσει το εργατικό κίνημα θα ταξιδέψει στην Ευρώπη. Πρώτη του στάση η Ελβετία και η Πρώτη Διεθνής της οποίας θα γίνει μέλος. Επόμενο βήμα η μύηση στον σοσιαλισμό, μέσω βιβλίων απαγορευμένων στη Ρωσία και επαφών του με σοσιαλιστές ηγέτες. Μέσα από την αναζήτηση θα καταλήξει στη δική του επιλογή. Τον κόσμο του αναρχισμού. Θα οδηγηθεί πίσω στη Ρωσία όπου και θα γίνει ενεργό μέλος μίας επαναστατικής ομάδας, των Τσαϊκόφσκι (μεγαλοαστοί και αριστοκράτες νέοι που μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και ιστορία στον αμόρφωτο πληθυσμό), αρχίζοντας παράλληλα να αναπτύσσει τις θεωρίες του. Το 1876 θα φυλακιστεί. Μετά από δύο χρόνια θα καταφέρει να αποδράσει και θα ζήσει στην Ευρώπη, ταξιδεύοντας μεταξύ Ελβετίας, Γαλλίας και Μ. Βρετανίας. Θα ζήσει 40 δημιουργικά χρόνια στα οποία θα γράψει τα σπουδαιότερα έργα του.

Ανάμεσα σε αυτά ο ύμνος του αναρχοκομμουνισμού «The Conquest of Bread» («Η κατάκτηση του ψωμιού»), «Mutual Aid» («Αλληλοβοήθεια»), «Memoirs of a Revolutionist» («Αναμνήσεις ενός επαναστάτη»), «Fields, Factories and Workshops» («Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια»). Στα έργα του είναι διάχυτος ο επηρεασμός του από την Παρισινή Κομούνα που αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της αναρχοκομουνιστικής θεωρίας του.

Στο «The Conquest of Bread» και το τρίτο κεφάλαιο «Αναρχοκομμουνισμός» ο Κροπότκιν γράφει:  «Κάθε κοινωνία που έχει καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία θα αναγκαστεί, υποστηρίζουμε, να οργανωθεί στις γραμμές της Κομουνιστικής Αναρχίας. Η Αναρχία οδηγεί στον Κομουνισμό, και ο Κομουνισμός στην Αναρχία, που είναι και οι δυο τους εκφράσεις της κυρίαρχης τάσης στις σύγχρονες κοινωνίες, της αναζήτησης της ισότητας».

Ως αναρχοκομουνιστής δίνει μεγάλη έμφαση στη δύναμη της λαϊκής μάζας. «Οι κομουνιστικές οργανώσεις δεν μπορεί να αφεθούν να δημιουργηθούν από νομοθετικά σώματα που ονομάζονται κοινοβούλια, δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια. Πρέπει να είναι δουλειά όλων, μια φυσική ανάπτυξη, ένα παράγωγο της εποικοδομητικής μεγαλοφυΐας των μαζών». 

Βαθιά αντικαπιταλιστής, τοποθετούσε την απαρχή της κοινωνικής επανάστασης, στην ύπαρξη μίας ευημερούσας εργατικής τάξης που θα είχε θετικά αποτελέσματα στην παραγωγή χωρίς την παρεμβολή καμίας μορφής εξουσίας. Στη θεωρία του αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία με την ελεύθερη διάθεση όλων των αγαθών και υπηρεσιών, θεωρώντας το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής εμπόδιο για την πρόοδο και στέκεται απέναντι στο κράτος που την υπηρετεί, απορρίπτοντας τον μηχανισμό της αγοράς και το μισθολογικό σύστημα. Την ίδια ώρα, δεν αποδέχεται τα συστήματα του κολεκτιβισμού.

«Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση των Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα» γράφει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον Πιοτρ Κροπότκιν το οικονομικό σύστημα θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» δηλαδή κάθε τι που παράγεται πρέπει να διανέμεται και να ανταλλάσσεται με βάση τις επιταγές της κοινωνίας και τις ανάγκες του καθενός.

O Κροπότκιν έγινε διάσημος περισσότερο με τα συγγράμματά του, παρά με τη δράση του, αν και στην αρχή διάνυσε ως επαναστάτης μια περιπετειώδη διαδρομή, την οποία περιγράφει στην αυτοβιογραφία του Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1899). Η ζωή του αποτέλεσε υπόδειγμα υψηλών ηθικών στόχων και του συνδυασμού διανόησης και δράσης, που δίδασκε σε όλα τα επίπεδα. Δεν επέδειξε εγωπάθεια, διπροσωπία, πάθος για την εξουσία, εκδηλώσεις που έβλαψαν την εικόνα τόσων άλλων επαναστατών. Για τους λόγους αυτούς θαυμάστηκε, όχι μόνο από τους συντρόφους του, αλλά και από πολλούς, που ο χαρακτηρισμός «αναρχικός» δεν σήμαινε τίποτε άλλο από τον φονιά με το στιλέτο ή τη βόμβα. Ο Όσκαρ Ουάιλντ τον θεωρούσε ως ένα από τους δυο αληθινά ευτυχισμένους ανθρώπους που είχε γνωρίσει.

Ο Κροπότκιν μετά τη σαραντάχρονη αναζήτηση του θα επιστρέψει στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917, στα 75 χρόνια. Θα γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από 60.000 Ρώσους και την προσωρινή επαναστατική Κυβέρνηση του Αλεξάντερ Κερένσκι. Και πάλι δεν θα συμβιβαστεί. Όταν θα του προταθεί η θέση του Υπουργού Παιδείας θα αρνηθεί. Παρότι η στάση του απέναντι στου Μπολσεβίκους υπήρξε κριτική – κάτι που καταμαρτυρούν οι επιστολές του προς τον Λένιν – θα επικεντρώσει τη δράση του εναντίον της αντεπανάστασης και των ξένων στρατών που στάλθηκαν στη Ρωσία.

Δεν άντεξε όμως πολύ. Η χρόνια βρογχίτιδα από την οποία υπέφερε τον γονάτισε καθώς ένα κρυολόγημα θα εξελιχθεί σε πνευμονία. 8 Φεβρουαρίου 1921 πριν προλάβει να τελειώσει το τελευταίο του έργο «Ethics» ο θεωρητικός του αναρχοκομμουνισμού θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ντμίτροβ.

Η κηδεία του έγινε στο κοιμητήριο Νοβοντεβίτσι της Μόσχας παρουσία δεκάδων χιλιάδων αναρχικών και μετατράπηκε σε πορεία διαμαρτυρίας κατά των Μπολσεβίκων με την ανοχή του Λένιν που φοβήθηκε γενικευμένα επεισόδια σε περίπτωση απαγόρευσης ή επέμβασης. Η κηδεία του ήταν η τελευταία μαζική συγκέντρωση αναρχικών στη Ρωσία.

 

Pjotr Kropotkin:  «Προς τους δασκάλους»

«Τι να πω, επίσης, στο δάσκαλο, όχι στον άνθρωπο εκείνο που θεωρεί το επάγγελμά του βαρετό, αλλά σε αυτόν ο οποίος, όταν περιβάλλεται από μια χαρούμενη παρέα νέων, αισθάνεται αγαλλίαση από τα εύθυμα πρόσωπα και το χαριτωμένο τους χαμόγελο. Σ’ εκείνον που προσπαθεί να φυτέψει στο μικρό τους κεφάλι τις ιδέες εκείνες του ανθρωπισμού που και ο ίδιος αγάπησε όταν ήταν νέος.

Συχνά σε βλέπω λυπημένο και ξέρω τι είναι εκείνο που σε κάνει να κατσουφιάζεις. Σήμερα ο πιο αγαπημένος σου μαθητής που, αλήθεια, δεν είναι και πολύ καλός στα Λατινικά, αλλά που, παρ’ όλα αυτά, διαθέτει μια θαυμάσια καρδιά, διηγούνταν με ενθουσιασμό την ιστορία του Γουλιέλμου Τέλλου. Τα μάτια του βούρκωσαν, φαινόταν σαν να ήθελε να μαχαιρώσει όλους τους τυράννους που υπήρξαν ποτέ. Απέδωσε με τέτοιο πάθος τους φλογερούς στίχους του Σίλερ:

Μπροστά στο σκλάβο όταν σπάζει τα δεσμά του και όχι μπροστά στον ελεύθερο να τρέμεις.

Αλλά όταν γύρισε σπίτι του, οι γονείς του και ο θείος του τον κατσάδιασαν άγρια για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε απέναντι στον υπουργό ή τον τοπικό χωροφύλακα. Τον έψελναν επί ώρες, μιλώντας του για «σύνεση, σεβασμό απέναντι στην εξουσία, υποταγή στους καλυτέρους του», ώσπου άφησε παράμερα το Σίλερ για να μελετήσει την τέχνη με την οποία θα προοδεύσει ο κόσμος.

Κι έπειτα, χθες ακόμα έμαθες ότι οι καλύτεροι μαθητές σου έχουν πάρει τον κακό δρόμο. Ο ένας δεν κάνει τίποτε άλλο από το ονειρεύεται τα γαλόνια του αξιωματικού, ο άλλος μαζί με το αφεντικό του κλέβει τον τιποτένιο μισθό των εργατών και εσύ, που έτρεφες τόσες ελπίδες γι’ αυτούς τους νέους, συλλογιέσαι τώρα τη θλιβερή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη ζωή σου και στο ιδανικό σου.

Ακόμα συλλογίζεσαι αυτή την αντίφαση, αλλά προμαντεύω ότι το πολύ σε δύο χρόνια, αφού θα έχεις υποστεί τη μια απογοήτευση μετά την άλλη, θα βάλεις τους αγαπημένους σου συγγραφείς στο ράφι και θα καταλήξεις να πεις ότι ο Τέλλος ήταν αληθινά ένας πολύ τίμιος άνθρωπος, αλλά πέρα από αυτό τίποτε άλλο: ότι η ποίηση αποτελεί μια πρώτης τάξεως απασχόληση για τις ώρες της ανάπαυσης, ιδιαίτερα όταν ένας άνθρωπος διδάσκει τη μέθοδο των τριών όλη την ημέρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι ποιητές αεροβατούν πάντα και οι στίχοι τους δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή ζωή ούτε με την επόμενη επίσκεψη του σχολικού επιθεωρητή.

Ή, από την άλλη μεριά, τα όνειρα της νιότης σου θα γίνουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις της ώριμης ηλικίας σου. Θα θέλεις να υπάρχει μια πλατιά, ανθρώπινη εκπαίδευση για όλους, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό και βλέποντας ότι αυτό είναι αδύνατο μέσα στις συνθήκες που επικρατούν, θα χτυπήσεις τα ίδια ακριβώς τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας.

Τότε, διωγμένος καθώς θα είσαι από το Υπουργείο Παιδείας, θα εγκαταλείψεις το σχολείο σου και, προσχωρώντας στο στρατόπεδό μας, θα γίνεις ένας από μας. Θα πεις σε ανθρώπους, που είναι μεγαλύτεροι από σένα αλλά που έχουν πετύχει λιγότερα στη ζωή τους, πόσο δελεαστική είναι η γνώση, πώς όφειλε να είναι η ανθρωπότητα, αλλά και τι θα μπορούσαμε να είμαστε. Θα έρθεις και θα εργαστείς με τους επαναστάτες για τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του επικρατούντος συστήματος. Θα αγωνιστείς δίπλα μας, για να πετύχουμε την αληθινή ισότητα, αδελφότητα και την ατελείωτη ελευθερία για όλο τον κόσμο».

Ο αριστοκρατικής καταγωγής Πιοτρ Αλεξέγεβιτς Κροπότκιν (Pyotr Kropotkin) γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1842 (9 Δεκεμβρίου 1842 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο) στη Μόσχα. Ήταν γιος του πρίγκιπα του Σμολένσκ, Αλεξέι Πέτροβιτς Κροπότκιν, ο οποίος διέθετε μεγάλα τσιφλίκια και 1200 δουλοπάροικους στη δούλεψή του. Ρώσος αναρχικός στοχαστής, ο οποίος διατύπωσε μία παραλλαγή της αναρχικής θεωρίας, γνωστής ως «αναρχο-κομουνισμός». Θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός δημιουργούσε φτώχεια και τεχνητή σπανιότητα των αγαθών, ενώ προωθούσε την ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

 

Πιοτρ Κροπότκιν: Νόμος και Εξουσία

Kropotkin_Portrait«Όταν η αμάθεια κυριαρχεί στην κοινωνία κι η αταξία στα μυαλά των ανθρώπων, οι νόμοι πολλαπλασιάζονται, η νομοθεσία προσδοκάται να τα κάνει όλα, κι ενώ κάθε καινούργιος νόμος είναι ένα νέο στραβοπάτημα, οι άνθρωποι οδηγούνται συνεχώς στο ν’ απαιτούν απ’ αυτόν ό,τι μπορεί να προκύψει μονάχα από τους ίδιους, από την δική τους εκπαίδευση και την δική της ηθική». Δεν είναι επαναστάτης αυτός που τα λέει αυτά ούτε έστω ένας μεταρρυθμιστής. Είναι ο νομικός Dalloy, συγγραφέας της συλλογής του Γαλλικού δικαίου που είναι γνωστή σαν «Ευρετήριο της Νομοθεσίας». Κι όμως, μολονότι αυτές οι γραμμές γράφτηκαν από ‘ναν άνθρωπο, ο οποίος ήταν ο ίδιος δημιουργός και θαυμαστής του νόμου, εκφράζουν τέλεια την ανώμαλη κατάσταση της κοινωνίας μας.

Στα υπάρχοντα κράτη οι άνθρωποι προσβλέπουν σ’ ένα καινούργιο νόμο σαν φάρμακο για οποιοδήποτε κακό. Αντί ν’ αλλάξουν μόνοι τους ό,τι είναι κακό, οι άνθρωποι αρχίζουν να ζητούν ένα νόμο για να το αλλάξει. [1] Αν ο δρόμος μεταξύ δύο χωριών είναι απροσπέλαστος, ο χωριάτης λέει: «θα ’πρεπε να υπάρχει ένας νόμος για τους επαρχιακούς δρόμους». Αν ένας φύλακας πάρκου εκμεταλλεύεται την έλλειψη πνεύματος σ’ ένα από κείνους, οι οποίοι τον ακολουθούν με δουλικό σεβασμό και τον προσβάλλει, ο προσβλημένος, λέει: «θα ’πρεπε να υπάρχει ένας νόμος που να επιβάλλει περισσότερη ευγένεια στους φύλακες πάρκων». Αν υπάρχει στασιμότητα στη γεωργία ή στο εμπόριο, ο γεωργός, ο κτηνοτρόφος, ή ο σιτέμπορος, υποστηρίζει: «χρειαζόμαστε προστατευτική νομοθεσία». Μέχρι τον τελευταίο εμποράκο, δεν υπάρχει κανείς που να μη ζητά ένα νόμο για να προστατέψει το επάγγελμά του. Αν ο εργοδότης κατεβάζει τους μισθούς ή αυξάνει τις ώρες εργασίας, ο εκκολαπτόμενος πολιτικός διακηρύσσει: «Πρέπει να υπάρξει ένας νόμος για να βάλει τάξη σ’ όλα αυτά». Κοντολογίς, ένας νόμος παντού και για το παν! Νόμος για τις μόδες, νόμος για τους τρελούς σκύλους, νόμος για την αρετή, νόμος που να βάλει τέλος σ’ όλα τα βίτσια κι όλα τα κακά, τα οποία απορρέουν από την ανθρώπινη παθητικότητα και δειλία.

Έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί από μια διαπαιδαγώγηση, η οποία από τη νηπιακή ηλικία ζητά να σκοτώσει μέσα μας το πνεύμα της εξέγερσης, και ν’ αναπτύξει εκείνο της υποταγής στην εξουσία. Έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί απ’ αυτή την ύπαρξη υπό τον ζυγό του νόμου, ο οποίος κανονίζει κάθε γεγονός στη ζωή μας – την γέννησή μας, την εκπαίδευσή μας, την ανάπτυξή μας, την αγάπη μας, την φιλία μας – ώστε, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση πραγμάτων, θα χάσουμε κάθε πρωτοβουλία, κάθε συνήθεια να σκεφτόμαστε μόνοι μας.  Η κοινωνία μας δεν φαίνεται πια ικανή να καταλάβει ότι είναι δυνατό να ζήσουμε κατ’ άλλο τρόπο, και όχι μόνο υπό το κράτος του νόμου, που τον επεξεργάζεται μία αντιπροσωπευτική κυβέρνηση και τον διαχειρίζεται μια χούφτα κυβερνητών. Ακόμα κι’ όταν έφτασε ως το σημείο να χειραφετηθεί από την δουλεία, η πρώτη της φροντίδα ήταν να την αποκαταστήσει άμεσα. Το «Έτος Ι της Ελευθερίας» δεν διήρκεσε ποτέ περισσότερο από μία μέρα, γιατί μόλις το διακήρυξαν οι άνθρωποι έβαλαν τους εαυτούς τους, την άλλη κιόλας μέρα, υπό τον ζυγό του νόμου και της εξουσίας.

Πράγματι, για μερικές χιλιάδες χρόνια, εκείνοι οι οποίοι μάς κυβερνούν δεν έχουν κάνει άλλο από το να διατυμπανίζουν τον «Σεβασμό στο νόμο, την υποταγή στην εξουσία». Αυτή είναι η ηθική ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία οι γονείς ανατρέφουν τα παιδιά τους, και το σχολείο χρησιμεύει μονάχα για να επικυρώσει αυτή την κατάσταση. Έξυπνα επιλεγμένα ψήγματα, νόθας επιστήμης εντυπώνονται στα μυαλά των παιδιών για ν’ αποδείξουν την αναγκαιότητα του νόμου· η υποταγή στο νόμο γίνεται θρησκεία· η ηθική καλοσύνη κι ο νόμος των κυρίαρχων συγχέονται μέσα σε μία και την αυτή θεότητα. Ο ιστορικός ήρωας της σχολικής αίθουσας είναι ο άνδρας που υπακούει στο νόμο, και τον υπερασπίζει ενάντια στους επαναστάτες.

Αργότερα, όταν μπαίνουμε στην δημόσια ζωή, η κοινωνία και η λογοτεχνία που μας γαλβανίζουν μέρα με την μέρα κι ώρα με την ώρα όπως η σταλαγματιά τρυπάει την πέτρα, συνεχίζουν να μάς εντυπώνουν την ίδια προκατάληψη. Τα βιβλία ιστορίας, πολιτικής επιστήμης, κοινωνικής επιστήμης, είναι παραγεμισμένα μ’ αυτό τον σεβασμό για το νόμο. Ακόμη κι οι φυσικές επιστήμες έχουν τεθεί  στην υπηρεσία αυτού του σκοπού με την εισαγωγή τεχνητών τρόπων έκφρασης, δανεισμένων από την θεολογία και την αυθαίρετη εξουσία, μέσα στη γνώση που είναι καθαρά αποτέλεσμα παρατήρησης. Έτσι η νοημοσύνη μας συσκοτίζεται επιδέξια, και πάντα με σκοπό να διατηρηθεί ο σεβασμός μας για το νόμο. Η ίδια εργασία γίνεται από τις εφημερίδες. Δεν έχουν ούτε ένα άρθρο, το οποίο να μην κηρύσσει τον σεβασμό στο νόμο, ακόμη κι όταν η Τρίτη σελίδα αποδείχνει κάθε μέρα την ηλιθιότητα του νόμου, και δείχνει πώς σύρεται μέσα από κάθε ποικιλία λάσπης και βρωμιάς από κείνους που ’ναι επιφορτισμένοι με την διαχείρισή του. Η υποτακτικότητα μπροστά στο νόμο έχει γίνει αρετή κι αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ έστω κι ένας επαναστάτης που να μην άρχισε στη νεότητά του σαν αμύντορας του νόμου ενάντια σ’ ό,τι γενικά αποκαλούνται «καταχρήσεις», μολονότι αυτές οι τελευταίες είναι αναπόφευκτες συνέπειες του νόμου.

Η τέχνη ευθυγραμμίζεται με την ψευτο-επιστήμη.  Ο ήρωας του γλύπτη, του ζωγράφου, του μουσικού, καλύπτει το Νόμο υπό την ασπίδα του, και με φλογίζοντα μάτια και φουσκωμένα ρουθούνια στέκεται πάντα έτοιμος να συντρίψει εκείνον, ο οποίος θα σήκωνε χέρι ενάντιά του. Ναοί ανυψώνονται σ’ αυτόν· οι επαναστάτες οι ίδιοι διστάζουν να θίξουν τους υψηλούς ιερείς που ‘χουν αφιερωθεί στην υπηρεσία του, κι όταν η επανάσταση πρόκειται να σαρώσει κάποιον αρχαίο θεσμό, είναι ακόμα με το νόμο που προσπαθεί να επικυρώσει αυτή την πράξη.

Η συγκεχυμένη μάζα κανόνων συμπεριφοράς που αποκαλείται δίκαιο, και που μας έχει κληροδοτηθεί από την δουλεία, την δουλοπαροικία, τον φεουδαρχισμό και την βασιλεία, έχει πάρει τη θέση εκείνων των πέτρινων τεράτων, μπροστά στα οποία συνηθιζόταν να θυσιάζονται ανθρώπινα θύματα, και τα οποία δουλοπρεπείς άγριοι δεν τολμούσαν έστω και ν’ αγγίξουν μήπως και καούν από τους κεραυνούς του ουρανού.

Αυτή η νέα λατρεία καθιερώθηκε με τη ιδιαίτερη επιτυχία από την άνοδο στην εξουσία της μεσαίας τάξης – από την μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Υπό το παλαιό καθεστώς, οι άνθρωποι μιλούσαν λίγο για νόμους· εκτός, πραγματικά, αν επρόκειτο, μαζί με τον Μοντεσκιέ, τον Ρουσσώ και τον Βολταίρο, να τους αντιπαραβάλλουν στη βασιλική αυθαιρεσία. Η υποταγή στη θέληση του βασιλιά και της ακολουθίας του ήταν υποχρεωτική επί ποινή απαγχονισμού ή φυλάκισης. Αλλά στη διάρκεια των επαναστάσεων και μετά απ’ αυτές όταν οι νομικοί ανέβηκαν στην εξουσία, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν την αρχή, στην οποία οφειλόταν η άνοδός τους! Η μεσαία τάξη την αποδέχτηκε αμέσως σαν ανάχωμα για να τιθασεύσει τον λαϊκό χείμαρρο. Ο κλήρος έσπευσε να την κυρώσει, για να σώσει το σκάφος του από ναυάγιο ανάμεσα στους παραβάτες. Τελικά ο λαός την αποδέχτηκε σαν μία βελτίωση σε σχέση με την αυθαίρετη εξουσία και βία του παρελθόντος.

Για να το καταλάβουμε αυτό, πρέπει να μεταφερθούμε με την φαντασία στον 18ο αιώνα. Οι καρδιές μας πρέπει να ‘χουν πονέσει από την ιστορία των θηριωδιών που διαπράχτηκαν από τους παντοδύναμους ευγενείς του καιρού εκείνου πάνω στους άντρες και τις γυναίκες του λαού, προτού καταλάβουμε ποιά πρέπει να ‘ταν η μαγική επίδραση πάνω στο μυαλό του χωρικού της φράσης: «Ισότητα ενώπιον του νόμου, υποταγή στο νόμο χωρίς διάκριση καταγωγής και περιουσίας». Αυτός που ως τότε είχε αντιμετωπιστεί χειρότερα κι από ζώο, αυτός που ποτέ δεν είχε δικαιώματα, αυτός που ποτέ δεν είχε βρει δικαιοσύνη ενάντια στις αποτρόπαιες πράξεις των ευγενών, εκτός αν έπαιρνε εκδίκηση σκοτώνοντας τον ευγενή και αντιμετωπίζοντας μετά την κρεμάλα – βρήκε τον εαυτό του ν’ αναγνωρίζεται απ’ αυτό το αξίωμα, τουλάχιστο στην θεωρία, τουλάχιστο αναφορικά με τα προσωπικά του δικαιώματα σαν ίσος με τον κύριό του.  Ο,τιδήποτε και να ‘ταν αυτός ο νόμος, υποσχόταν νε μεταχειριστεί τον κύριο και τον χωρικό όμοια· διακήρυσσε την ισότητα πλούσιου και φτωχού ενώπιον του δικαστή. Η υπόσχεση ήταν ψέμα, και σήμερα το ξέρουμε· αλλά σ’ εκείνη την περίοδο ήταν μια πρόοδος, φόρος τιμής στην αλήθεια. Αυτός είναι ο λόγος που όταν οι σωτήρες της απειλούμενης μεσαίας τάξης (οι Ροβεσπιέρροι και οι Δαντόν) υιοθέτησαν τα γραπτά του Ρουσσώ και του Βολταίρου, και διακήρυξαν τον «σεβασμό για το νόμο, ίδιο για κάθε άνθρωπο», ο λαός αποδέχτηκε τον συμβιβασμό· γιατί ο επαναστατικός του πυρετός είχε ήδη αναλωθεί στην πάλη μ’ έναν εχθρό, που γινόταν μέρα με τη μέρα απειλητικότερος· έκλιναν τον αυχένα κάτω από τον ζυγό του νόμου για να σώσουν τους εαυτούς τους από την αυθαίρετη εξουσία των φεουδαρχών.

Η μεσαία τάξη συνέχισε από τότε να εκμεταλλεύεται αυτό το αξίωμα, το οποίο μαζί με μια άλλη αρχή, εκείνη της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, συνοψίζει την όλη φιλοσοφία της αστικής εποχής, του δέκατου ένατου αιώνα. Κήρυξε αυτή την θεωρία στα σχολεία, την προπαγάνδισε στα γραπτά της, διέπλασε την τέχνη και την επιστήμη της για τον ίδιο σκοπό, σκόρπισε τις πεποιθήσεις της σε κάθε τρύπα και γωνιά – σαν την ευσεβή Αγγλίδα που ρίχνει φυλλάδια κάτω από την πόρτα – και το ‘χει κάνει αυτό με τόση επιτυχία, ώστε σήμερα βλέπουμε την κατάληξη στο αποκρουστικό γεγονός ότι άνθρωποι που λαχταρούν την ελευθερία επιχειρούν να την αποκτήσουν παρακαλώντας τους κυρίους τους να έχουν την καλοσύνη να τους προστατεύσουν τροποποιώντας τους νόμους, τους οποίους αυτοί οι κύριοι οι ίδιοι δημιουργήσει!

Αλλ’ οι καιροί και οι διαθέσεις, αλλάζουν. Υπάρχουν παντού επαναστατημένοι που δεν θέλουν πια να υπακούουν στο νόμο χωρίς να ξέρουν από πού προέρχεται, ποιές είναι οι χρήσεις του, και από πού πηγάζει η υποχρέωση της υπακοής του και ο σεβασμός με τον οποίο συνοδεύεται. Οι επαναστατημένοι των ημερών μας  κριτικάρουν τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας, τα οποία έως τώρα θεωρούνταν ιερά, και πρώτα απ’ όλα αυτό το φετίχ, το νόμο.

Οι άνθρωποι που έχουν κριτική αντίληψη αναλύουν τις πηγές του νόμου, και βρίσκουν εκεί είτε ένα θεό, προϊόν των φόβων του αγρίου, και ηλίθιο, τιποτένιο και κακεντρεχή όπως οι ιερείς που εγγυώνται την υπερφυσική καταγωγή του, ή άλλως, αιματοχυσία, κατάκτηση δια πυρός και σιδήρου. Μελετούν τα χαρακτηριστικά του νόμου, κι αντί για συνεχή πρόοδο που ν’ αντιστοιχεί σ’ εκείνη της ανθρώπινης φυλής, βρίσκουν πως το διακριτικό του γνώρισμα είναι η ακινησία, μια τάση ν’ αποκρυσταλλώσει ό,τι θα ‘πρεπε να τροποποιείται καιν’ αναπτύσσεται μέρα με τη μέρα. Ρωτούν πώς ο νόμος έχει διατηρηθεί, και στην υπηρεσία του βλέπουν τις θηριωδίες του Βυζαντινισμού, τις ωμότητες της ιεράς Εξέτασης, τα βασανιστήρια του μεσαίωνα, ζωντανή σάρκα ξεσχισμένη από το μαστίγιο του δήμιου, αλυσίδες, ρόπαλα, πελέκεις, τα σκοτεινά κελιά των φυλακών, αγωνία, κατάρες και δάκρυα. Στις μέρες μας βλέπουν, όπως πρώτα, τον πέλεκυ, το σχοινί, το ντουφέκι, τη φυλακή· από τη μια μεριά τον αποκτηνωμένο φυλακισμένο, που έχει υποβιβαστεί στην κατάσταση ενός εγκλωβισμένου θηρίου με την εξευτέλιση όλης της ηθικής υπόστασής του· κι από την άλλη τον δικαστή, στερημένο από κάθε συναίσθημα που τιμά πράγματι την ανθρώπινη φύση, να ζει σαν μισότρελος ερημίτης σ’ έναν κόσμο νομικών μυθοπλασιών, να γλεντάει με την επιβολή φυλάκισης και θανάτου, χωρίς έστω να υποψιάζεται μέσα στην ψυχρή κακοήθεια της τρέλας του, την άβυσσο του ξεπεσμού όπου έχει πέσει μπροστά στα μάτια εκείνων, τους οποίους καταδικάζει.

Βλέπουν μια φυλή νομοθετών να νομοθετούν χωρίς να ξέρουν που αναφέρονται οι νόμοι τους· σήμερα να ψηφίζουν ένα νόμο για την υγειονομία των πόλεων, χωρίς καν την αμυδρότερη ιδέα υγιεινής, αύριο να φτιάχνουν κανονισμούς για τον εξοπλισμό στρατευμάτων χωρίς να ξέρουν τίποτα από όπλα· να φτιάχνουν νόμους για την διδασκαλία και την εκπαίδευση χωρίς ποτέ να ‘χουν δώσει ένα μάθημα οποιουδήποτε είδους, ή έστω και μια έντιμη διαπαιδαγώγηση στα παιδιά τους· να νομοθετούν εκεί κι ως έτυχε προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά χωρίς να ξεχνούν ποτέ να προβλέπουν ποινές για τους κουρελιάρηδες, τη φυλακή και τα κάτεργα, κι ας είναι οι δυστυχείς αυτοί χίλιες φορές λιγότερο ανήθικοι από τους ίδιους τους νομοθέτες.

Τέλος, τα κριτικά πνεύματα βλέπουν τον δεσμοφύλακα να χάνει κάθε ανθρώπινο αίσθημα, τον αστυνομικό να εκπαιδεύεται σαν κυνηγόσκυλο, τον καταδότη της αστυνομίας να σιχαίνεται τον εαυτό του· το «κάρφωμα» να μεταμορφώνεται σε αρετή· τη διαφθορά ν’ ανυψώνεται σε σύστημα· όλα τα ελαττώματα, όλες τις κακές ιδιότητες της ανθρωπότητας να ενθαρρύνονται και να καλλιεργούνται για να εξασφαλιστεί ο θρίαμβος του νόμου.

Αυτά τα βλέπουμε, και, γι’ αυτό, αντί να επαναλάβουμε μάταια την παλιά φόρμουλα, «Σεβασμός στο νόμο», λέμε, «περιφρονήστε το νόμο κι όλα τα επακόλουθά του!». Στη θέση της δειλής φράσης, «Υπακούστε στο νόμο», η κραυγή μας είναι «Εξεγερθείτε ενάντια σε όλους τους νόμους!».

Συγκρίνετε μόνο τα κακά που γίνονται στ’ όνομα κάθε νόμου με τα καλά που μπόρεσε να κάνει, ζυγίστε προσεκτικά τα καλά και τα κακά, και θα βρείτε αν έχουμε δίκιο.

Σχετικά μιλώντας, ο νόμος είναι προϊόν των σύγχρονων καιρών. Για αιώνες κι αιώνες η ανθρωπότητα ζούσε χωρίς οποιοδήποτε γραπτό δίκαιο, έστω κι εκείνο που ‘ναι χαραγμένο σε σύμβολα πάνω στις πέτρες της εισόδου ενός ναού. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ανθρώπινες σχέσεις ρυθμίζονταν απλώς από έθιμα, συνήθειες και πρακτικές, που καθιερώνονταν με τη συνεχή επανάληψη, κι αποκτιούνταν από κάθε πρόσωπο στην παιδική ηλικία, ακριβώς όπως μάθαινε πώς να εξασφαλίζει την τροφή του με το κυνήγι, την κτηνοτροφία, ή τη γεωργία.

Όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες πέρασαν απ’ αυτή την πρωτόγονη φάση κι ως σήμερα [2] ένα μεγάλο ποσοστό της ανθρωπότητας δεν έχει γραπτό δίκαιο. Κάθε φυλή έχει τους τρόπους της και τα έθιμά της· εθιμικό δίκαιο, όπως λένε οι νομικοί. Έχει κοινωνικές συνήθειες, και τούτο αρκεί για να διατηρήσει εγκάρδιες σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του χωριού, των μελών της φυλής ή της κοινότητας. Ακόμη κι ανάμεσά μας – στα «πολιτισμένα» έθνη – όταν αφήνουμε τις μεγάλες πόλεις και πάμε στην ύπαιθρο, βλέπουμε ότι εκεί οι αμοιβαίες σχέσεις των κατοίκων ρυθμίζονται σύμφωνα μ’ αρχαία και γενικά αποδεκτά έθιμα, κι όχι σύμφωνα με το γραπτό δίκαιο των νομοθετών. Οι χωρικοί της Ρωσίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, κι ακόμη ενός μεγάλου μέρους της Γαλλίας και της Αγγλίας, δεν έχουν καμία ιδέα του γραπτού δικαίου. Μπαίνει στη ζωή τους μόνο για να ρυθμίσει τις σχέσεις τους με το κράτος. Ως προς τις σχέσεις μεταξύ τους, μολονότι είναι μερικές φορές πολύ περίπλοκες, ρυθμίζονται απλώς σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο. Πρωτύτερα, έτσι είχαν τα πράγματα με την ανθρωπότητα εν γένει.

Δύο διαφορετικά ρεύματα εθίμων αποκαλύπτονται από την ανάλυση των ηθών των πρωτόγονων ανθρώπων.

Καθώς ο άνθρωπος δεν ζει σ’ απομονωμένη κατάσταση, αναπτύσσονται μέσα του συνήθειες και συναισθήματα, τα οποία είναι χρήσιμα για τη διατήρηση της κοινωνίας και τη διεύρυνση της φυλής. Χωρίς κοινωνικά συναισθήματα και ήθη, η ζωή από κοινού θα ‘ταν απόλυτα αδύνατη. Δεν είναι ο νόμος που τα ‘χει εγκαθιδρύσει· προηγούνται από κάθε νόμο. Ούτε η θρησκεία τα έχει επιβάλλει· προηγούνται απ’ όλες τις θρησκείες. Ανευρίσκονται ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα που ζουν σε κοινωνία. Αναπτύσσονται αυθόρμητα από την ίδια τη φύση πραγμάτων, όπως εκείνες οι συνήθειες στα ζώα, τις οποίες οι άνθρωποι αποκαλούν ένστικτα. Ξεπηδούν από ένα προτσές εξέλιξης, το οποίο είναι χρήσιμο και, πραγματικά, για να διατηρήσει την κοινωνία ενωμένη στην πάλη που εξαναγκάζεται να κάνει για να διατηρήσει την ύπαρξή τους. Οι άγριοι καταλήγουν να μην τρώνε πια ο ένας τον άλλο, γιατί βρίσκουν ότι μακροχρόνια είναι περισσότερο πλεονεκτικό ν’ αφιερωθούν σε κάποιο είδος καλλιέργειας παρά ν’ απολαμβάνουν την ευχαρίστηση του να τρώνε τη σάρκα ενός γερασμένου συγγενή μια φορά τον χρόνο. Πολλοί ταξιδιώτες έχουν απεικονίσει τους τρόπους ζωής απόλυτα ανεξάρτητων φυλών, όπου οι νόμοι κι οι αρχηγοί είναι άγνωστοι [3] αλλά όπου τα μέλη της φυλής έχουν πάψει να χτυπάνε ο ένας τον άλλο σε κάθε διαμάχη, γιατί η συνήθεια να ζουν σε κοινωνία έχει καταλήξει στην ανάπτυξη ορισμένων συναισθημάτων αδελφοσύνης και κοινότητας συμφερόντων, και προτιμούν ν’ απευθύνονται σ’ ένα τρίτο πρόσωπο για τον διακανονισμό των διαφορών. Η φιλοξενία τω πρωτόγονων λαών, ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή, η αίσθηση της αμοιβαίας υποχρέωσης, η συμπάθεια προς τον αδύνατο, το θάρρος, που επεκτείνεται ακόμα και στην αυτοθυσία για χάρη των άλλων, πρώτα των παιδιών και των φίλων, και αργότερα των μελών της ίδιας της κοινότητας – όλες αυτές οι ιδιότητες αναπτύσσονται στον άνθρωπο πριν από κάθε νόμο, ανεξάρτητα από κάθε θρησκεία, όπως στην περίπτωση των κοινωνικών ζώων. Τέτοια συναισθήματα και πρακτικές είναι τα αναπόφευκτα αποτελέσματα της κοινωνικής ζωής. Χωρίς να ‘ναι όπως λένε οι παπάδες κι οι μεταφυσικοί έμφυτες στον άνθρωπο, αυτές οι ιδιότητες είναι το αποτέλεσμα της ζωής από κοινού.

Αλλά δίπλα – δίπλα μ’ αυτά τα έθιμα, απαραίτητα στην ζωή των κοινωνιών και την διατήρηση της φυλής, άλλες επιθυμίες, άλλα πάθη κι επομένως άλλες συνήθειες κι έθιμα, εξελίσσονται στην ανθρώπινη συνένωση. Η επιθυμία να κυριαρχήσει κανείς πάνω σ’ άλλους, να επιβάλλει την θέλησή του πάνω τους, η επιθυμία να καταλάβουν τα προϊόντα της εργασίας μιας γειτονικής φυλής· η επιθυμία να περιβληθεί κανείς μ’ ανέσεις χωρίς να παράγει τίποτα, ενώ οι σκλάβοι προμηθεύουν τον κύριό τους, με τα μέσα απόκτησης κάθε είδους ηδονής και πολυτέλειας – αυτές οι εγωιστικές, προσωπικές επιθυμίες δημιουργούν ένα άλλο ρεύμα συνηθειών κι εθίμων. Ο ιερέας κι ο πολεμιστής – ο τσαρλατάνος που κερδοσκοπεί πάνω στην δεισιδαιμονία κι αφού απελευθερωθεί ο ίδιος από το φόβο του δαίμονα τον καλλιεργεί σε άλλους, κι ο παλληκαράς, που θέλει την εισβολή και τη λήστευση των γειτόνων του για να γυρίσει με λάφυρα κι ακολουθούμενος από σκλάβους. Αυτοί οι δύο, χέρι με χέρι, έχουν πετύχει να επιβάλουν πάνω στην πρωτόγονη κοινωνία έθιμα πλεονεκτικά και για τους δυο τους, που τείνουν να διαιωνίσουν την κυριαρχία τους στις μάζες. Επωφελούμενοι από την παθητικότητα, τους φόβους, την αδράνεια του πλήθους, και χάρη στη συνεχή επανάληψη των ίδιων πράξεων, έχουν εγκαθιδρύσει μόνιμα έθιμα, τα οποία έχουν γίνει μια στέρεη βάση για την κυριαρχία τους.

Γι’ αυτό το σκοπό, θα ‘καναν χρήση, κατά πρώτο λόγο, εκείνης της τάσης να ακολουθεί κανείς την πεπατημένη, που’ χει τόσο πολύ αναπτυχθεί στην ανθρωπότητα. Στα παιδιά κι όλους τους άγριους παίρνει εκπληκτικές διαστάσεις και μπορεί επίσης να παρατηρηθεί στα ζώα. Ο άνθρωπος, όταν είναι τελείως δεισιδαίμονας, φοβάται πάντα να εισαγάγει οποιοδήποτε είδος αλλαγής στις υπάρχουσες συνθήκες· γενικά σέβεται ό,τι είναι παλιό. «Οι πατέρες μας έκαναν αυτό κι αυτό· τα πήγαιναν αρκετά καλά· κάνετε το ίδιο», λένε οι παλιοί στους νέους κάθε φορά που οι τελευταίοι θέλουν ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Το άγνωστο τους φοβίζει, προτιμούν να προσκολλούνται στο παρελθόν, ακόμη κι όταν αυτό το παρελθόν αντιπροσωπεύει φτώχεια, καταπίεση και σκλαβιά.

Μπορεί ακόμη να λεχθεί ότι όσο πιο εξαθλιωμένος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο φοβάται κάθε είδος αλλαγής, μήπως και τον κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο. Κάποια ακτίνα ελπίδας, μερικά ψίχουλα άνεσης, πρέπει να διαπεράσουν την σκοτεινή κατοικία του προτού αρχίσει να επιθυμεί καλύτερα πράγματα, να κριτικάρει τους παλιούς τρόπους ζωής, και να προετοιμαστεί να τους βάλει σε κίνδυνο χάριν μιας αλλαγής. Όσο δεν είναι εμποτισμένος από ελπίδα, όσο δεν είναι απελευθερωμένος από την κηδεμονία εκείνων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την δεισιδαιμονία και τους φόβους του, προτιμά να παραμείνει στην προγενέστερη κατάστασή του. Όταν οι νέοι επιθυμούν κάποια αλλαγή, οι παλιοί εγείρουν κραυγή πανικού ενάντια στους νεωτεριστές. Μερικοί άγριοι θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά μάλλον παρά να παραβούν τα έθιμα της χώρας τους, γιατί τους έχουν πει ότι η ελάχιστη παραβίαση της κατεστημένης ρουτίνας θα ‘φερνε κακοτυχία και συμφορά σ’ ολόκληρη την φυλή. Ακόμη και σήμερα, πόσοι πολιτικοί, οικονομολόγοι και δήθεν επαναστάτες δεν δρουν με τον ίδιο τρόπο και προσκολλούνται σ’ ένα εξαφανιζόμενο παρελθόν! Πόσοι δεν έχουν σαν μοναδική φροντίδα τους ν’ αναζητούν τα προηγούμενα! Πόσοι διάπυροι νεωτεριστές δεν είναι παρά απλοί αντιγραφείς επαναστάσεων του παρελθόντος!

Το πνεύμα της ρουτίνας, γεννημένο μέσα στην δεισιδαιμονία, την παθητικότητα και την δειλία, υπήρξε σε όλους τους καιρούς ο στυλοβάτης της καταπίεσης. Στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ιερείς και τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Διαιώνισαν έθιμα χρήσιμα μόνο στους εαυτούς τους και πέτυχαν να τα επιβάλουν πάνω σ’ ολόκληρη τη φυλή. Όσο αυτή η συντηρητική διάθεση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διασφαλίσει τον αρχηγό στην καταπάτησή του της ατομικής ελευθερίας, όσο οι μόνες ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων ήταν έργο της φύσης, και δεν αυξάνονταν εκατό φορές από τη συγκέντρωση της ισχύος και του πλούτου, δεν υπήρχε ανάγκη για νόμο και για τους φοβερούς μηχανισμούς των δικαστηρίων και των ολοένα αυξανόμενων ποινών που επιβάλλουν.

Αλλά καθώς η κοινωνία διαιρούνταν όλο και πιο πολύ σε δύο εχθρικές τάξεις, που η μία ζητούσε να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία της κι άλλη αγωνιζόταν να ξεφύγει, η πάλη άρχισε· τώρα ο κατακτητής βιαζόταν να διασφαλίσει τα’ αποτελέσματα των πράξεών του σε διαρκή μορφή, και προσπάθησε να τα τοποθετήσει πέρα από κάθε αμφιβολία, να τα κάνει ιερά και σεβαστά με κάθε μέσο. Ο νόμος έκανε την εμφάνισή του από υπό τις ευλογίες του ιερέα και το ρόπαλο του πολεμιστή τέθηκε στην υπηρεσία του. Το έργο του ήταν να κάνει αμετακίνητα τα έθιμα προς όφελος της κυρίαρχης μειοψηφίας. Η στρατιωτική ισχύς ανέλαβε να εξασφαλίσει την υπακοή. Αυτή η νέα λειτουργία ήταν μια καινούργια εγγύηση για την εξουσία του πολεμιστή· τώρα δεν είχε μόνο την ωμή βία στην υπηρεσία του· ήταν ο αμύντορας του νόμου.

Αν ο νόμος, όμως, δεν παρουσίαζε παρά μόνο μια συλλογή προσταγών χρήσιμων στους κυβερνήτες, θα ‘βρισκε κάποια δυσκολία στην εξασφάλιση αποδοχής κι υπακοής. Έτσι, οι νομοθέτες ανέμιξαν σ’ ένα κώδικα τα δύο ρεύματα εθίμων, τα οποία μάλιστα αναφέραμε: τα’ αξιώματα που αντιπροσωπεύουν αρχές ηθικής και κοινωνικής ένωσης και δημιουργήθηκαν σαν αποτέλεσμα της ζωής από κοινού, και τις εντολές που θέλουν να εξασφαλίσουν μια εξωτερική εδραίωση στην ανισότητα. Έθιμα απόλυτα αναγκαία για την ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας, βρίσκονται στον κώδικα, έξυπνα ανακατεμένα με ήθη που επιβλήθηκαν από την κυβερνώσα κάστα, και αξιώνουν και τα δύο ίσο σεβασμό από το πλήθος. «Να μην σκοτώσεις», λέει ο κώδικας, και σπεύδει να προσθέσει: «Και πλήρωνε δεκάτες στον ιερέα». «Να μην κλέψεις», λέει ο κώδικας, και αμέσως κατόπιν: «Αυτός που αρνείται να πληρώσει φόρους, να του κόψουν το χέρι».

Αυτός ήταν ο νόμος· κι έχει ως σήμερα διατηρήσει τον διπλό χαρακτήρα του. Η καταγωγή του είναι η επιθυμία της κρατούσας τάξης να δώσει διάρκεια σ’ έθιμα που επιβλήθηκαν από την ίδια προς όφελός της. Το χαρακτηριστικό του είναι η επιδέξια ανάμιξη εθίμων χρήσιμων στην κοινωνία, εθίμων που δεν έχουν ανάγκη νόμου για να εξασφαλίσουν σεβασμό, με άλλα έθιμα, χρήσιμα μόνο στους κυβερνώντες, επιζήμια στην μάζα του λαού, και διατηρούμενα μόνο από τον φόβο της τιμωρίας.

Όπως και το ατομικό κεφάλαιο, το οποίο γεννήθηκε από την δολιότητα και την βία, κι αναπτύχθηκε υπό την αιγίδα της εξουσίας, ο νόμος δεν έχει κανένα δικαίωμα στον σεβασμό των ανθρώπων. Γεννημένος από την βία και την δεισιδαιμονία, και εγκαθιδρυμένος προς το συμφέρον του προνομιούχου παράσιτου, του ιερέα και του πλούσιου εκμεταλλευτή, πρέπει να καταστραφεί παντελώς την ημέρα που ο λαός θα θελήσει να σπάσει τις αλυσίδες του.

Θα πειστούμε καλύτερα γι’ αυτό όταν, αργότερα, θ’ αναλύσουμε την μεταγενέστερη ανάπτυξη των νόμων υπό την αιγίδα της θρησκείας, της εξουσίας και του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού συστήματος.

Είδαμε πώς ο νόμος γεννήθηκε μέσα στην καθιερωμένη πρακτική και το έθιμο, και πώς από την αρχή παρουσίαζε μια επιδέξια ανάμιξη των κοινωνικών συνηθειών, αναγκαίων για την διατήρηση της ανθρώπινης φυλής, μ’ άλλα έθιμα, που επιβλήθηκαν από κείνους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την λαϊκή δεισιδαιμονία καθώς και το δικαίωμα του ισχυρότερου προς όφελός τους. Αυτός ο διπλός χαρακτήρας του νόμου έχει καθορίσει την κατοπινότερη εξέλιξή του στην διάρκεια της πολιτικής οργάνωσης. Ενώ στην πορεία των αιώνων ο πυρήνας του κοινωνικού εθίμου εμπεριέχεται στο νόμο υποβλήθηκε σε ασήμαντες και βαθμιαίες τροποποιήσεις, το άλλο τμήμα αναπτύχθηκε ευρέως σε κατευθύνσεις που υπεδείκνυαν τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και προς βλάβη των καταπιεζόμενων τάξεων.

Από καιρό σε καιρό αυτές οι κυρίαρχες τάξεις έχουν επιτρέψει να τους αποσπασθεί ένας νόμος, ο οποίος παρουσίαζε, ή φαινόταν να παρουσιάζει, κάποια εγγύηση για τους απόκληρους. Αλλά τότε οι τέτοιοι νόμοι απλώς ανακαλούσαν ένα προηγούμενο νόμο, καμωμένο προς όφελος της κυβερνώσας κάστας. «Οι καλύτεροι νόμοι, λέει ο Buckle, «ήταν εκείνοι οι οποίοι ανακαλούσαν τους προηγούμενους». Αλλά τί τρομερές προσπάθειες χρειάστηκαν, πόσοι ποταμοί αίματος χύθηκαν, κάθε φορά που υπήρξε ζήτημα ανάκλησης κάποιου απ’ αυτούς τους θεμελιώδεις νόμους που χρησιμεύουν για να κρατούν τον λαό στα δεσμά. Προτού μπορέσει να καταργήσει τα τελευταία ίχνη δουλοπαροικίας και φεουδαρχικών δικαιωμάτων, και να διαλύσει τη δύναμη της βασιλικής αυλής, η Γαλλία αναγκάστηκε να περάσει μεσ’ από τέσσερα χρόνια επανάστασης και είκοσι χρόνια πολέμου. Δεκαετίες πάλης χρειάζονται για ν’ ανακληθούν και οι λιγότερο σημαντικοί από τους άδικους νόμους, που μας κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν, κι ακόμη τότε σπανίως εξαφανίζονται, εκτός από περιόδους επανάστασης.

Η ιστορία της γένεσης του κεφαλαίου έχει ήδη εκτεθεί από τους σοσιαλιστές πολλές φορές. Έχουν περιγράψει πώς γεννήθηκε από τον πόλεμο και την καταλήστευση, τη δουλεία και την καθυπόταξη, τη σύγχρονη απάτη κι εκμετάλλευση. Έχουν δείξει πώς τρέφεται από το αίμα του εργάτη, και πώς λίγο – λίγο κατέκτησε ολόκληρο τον κόσμο. Η ίδια ιστορία, αναφορικά με την γένεση και την ανάπτυξη του νόμου, δεν έχει ακόμα εκτεθεί. Όπως συνήθως, η λαϊκή ευφυΐα έχει κλέψει την πρωτοβουλία από τους ανθρώπους των βιβλίων. Έχει ήδη συνθέσει την φιλοσοφία αυτής της ιστορίας, κι είναι απασχολημένη με την αποτύπωση των ουσιωδών οροσήμων της.

Ο νόμος, στην ιδιότητά του σαν εγγυητή των αποτελεσμάτων της λήστευσης, της δουλείας και της εκμετάλλευσης, έχει ακολουθήσει τις ίδιες φάσεις ανάπτυξης με το κεφάλαιο. Δίδυμοι αδελφός κι αδελφή, έχουν προχωρήσει χέρι – χέρι, συντηρώντας ο ένας τον άλλο με την ταλαιπωρία της ανθρωπότητας. Σε κάθε χώρα της Ευρώπης, η ιστορία τους είναι κατά προσέγγιση η ίδια. Διέφερε μόνο στην λεπτομέρεια· τα κύρια γεγονότα είναι τα ίδια· και αν ρίξουμε μια ματιά στην ανάπτυξη του νόμου στη Γαλλία ή τη Γερμανία, ξέρουμε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τις φάσεις ανάπτυξής του στα περισσότερα από τα Ευρωπαϊκά έθνη.

Αρχικά, ο νόμος ήταν ένα εθνικό σύμφωνο ή συμβόλαιο. Είναι αλήθεια ότι αυτό το συμβόλαιο δεν ήταν πάντα ελευθέρα αποδεκτό. Ακόμη και στις πρώτες μέρες οι πλούσιοι κι ισχυροί επέβαλλαν την θέλησή τους πάνω στους υπόλοιπους. Αλλά πάντως αντιμετώπιζαν ένα εμπόδιο στις καταπατήσεις τους από την μάζα του λαού, που συχνά τους έκανε να αισθάνονται με την σειρά τους την δύναμή του.

Αλλά καθώς η εκκλησία από την μια μεριά κι οι ευγενείς από την άλλη πέτυχαν να υποδουλώσουν τον λαό, το δικαίωμα της δημιουργίας νόμων ξέφυγε από τα χέρια του έθνους και πέρασε σ’ εκείνα των προνομιούχων τάξεων. Ενισχυμένη από τον πλούτο που συσσωρεύτηκε στα σεντούκια της, η εκκλησία επεξέτεινε την εξουσία της. Εισέδυσε όλο και περισσότερο στην ιδιωτική ζωή, κι υπό το πρόσχημα της σωτηρίας των ψυχών, έβαλε χέρι στην εργασία των δουλοπάροικών της, μάζεψε φόρους από κάθε τάξη, και πλούτισε στο μέτρο που αυξανόταν ο αριθμός των παρανομιών, γιατί το προϊόν κάθε προστίμου διοχετευόταν στα θησαυροφυλάκιά της. Οι νόμοι δεν είχαν πια οποιαδήποτε σύνδεση με το συμφέρον του έθνους. «Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι αυτοί προέρχονταν από ένα συμβούλιο θρησκόληπτων φανατικών, παρά από νομοθέτες» παρατηρεί ένας ιστορικός του Γαλλικού δικαίου.

Ταυτόχρονα καθώς ο φεουδάρχης επεξέτεινε παρόμοια την εξουσία του πάνω στους εργαζόμενους της υπαίθρου και στους τεχνίτες των πόλεων, έγινε κι αυτός, επίσης, νομοθέτης και δικαστής. Τα λίγα κατάλοιπα εθνικού δικαίου που χρονολογούνται από τον δέκατο αιώνα είναι απλώς συμφωνίες που ρυθμίζουν την υπηρεσία, τη νόμιμη εργασία, [4] και τους φόρους που οφείλονταν από τους δουλοπάροικους και τους υποτελείς στον κύριό τους. Οι νομοθέτες εκείνης της περιόδου ήταν μια δράκα ληστών, οργανωμένων για την καταλήστευση του λαού, που γινόταν κάθε μέρα και πιο ειρηνικός καθώς επιδιδόταν σε γεωργικές ασχολίες. Αυτοί οι άρπαγες εκμεταλλεύτηκαν τα συναισθήματα για δικαιοσύνη που ‘ναι έμφυτα στο λαό, πόζαραν σαν διαχειριστές εκείνης της δικαιοσύνης, έκαναν μια πηγή εισοδήματος για τους εαυτούς τους από τις θεμελιώδεις αρχές της και κατασκεύασαν νόμους για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους.

Αργότερα, αυτοί οι νόμοι, που συλλέχτηκαν και ταξινομήθηκαν από δικαστές, σχημάτισαν τη βάση των σύγχρονων κωδίκων. Και πρόκειται εμείς να συζητήσουμε για σεβασμό αυτών των κωδίκων, της κληροδοσίας του φεουδάρχη και του Ιερέα;

Η πρώτη επανάσταση, η εξέγερση των πόλεων υπήρξε επιτυχής στην κατάργηση μόνο ενός τμήματος αυτών των νόμων· οι χάρτες δικαιωμάτων των απελευθερωμένων πόλεων είναι, ως επί το πλείστον, ένας απλός συμβιβασμός μεταξύ της φεουδαρχικής και επισκοπικής νομοθεσίας, και των νέων σχέσεων που δημιουργήθηκαν μέσα στην ίδια την ελεύθερη περιοχή. Κι όμως, πόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ αυτών των νόμων και των νόμων που ‘χουμε τώρα! Η πόλη δεν αναλάμβανε να φυλακίσει και να εκτελέσει πολίτες για Κρατικούς λόγους· αρκούνταν να εκδιώξουν καθένα που συνωμοτούσε με τους εχθρούς της πόλης, και να κατεδαφίσουν το σπίτι του. Περιορίζονταν στην επιβολή προστίμων για τα καλούμενα «εγκλήματα και παραβάσεις», και στους δήμους του δωδέκατου αιώνα μπορεί ακόμα να βρεθεί η δίκαιη αρχή που σήμερα έχει ξεχαστεί, η οποία θεωρεί ολόκληρη την κοινότητα υπεύθυνη για την κακή συμπεριφορά καθενός από τα μέλη της. Οι κοινωνίες εκείνου του καιρού έβλεπαν το έγκλημα σαν ατύχημα ή κακοτυχία· μια αντίληψη συνηθισμένη ανάμεσα στους ρώσους χωρικούς σήμερα. Γι’ αυτό δεν παραδέχονταν την αρχή της προσωπικής εκδίκησης όπως κηρύσσεται από την βίβλο, αλλά θεωρούσαν ότι η ευθύνη για κάθε παρανομία αντανακλούνταν σ’ όλη την κοινωνία. Χρειάστηκε όλη η επίδραση της βυζαντινής εκκλησίας, η οποία εισήγαγε στη Δύση τις εξευγενισμένες ωμότητες του Ανατολικού δεσποτισμού, για να εισαγάγει στα ήθη των Γαλατών και των Γερμανών την ποινή του θανάτου και τα φοβερά μαρτύρια που ύστερα επιβάλλονταν σ’ όσους θεωρούνταν εγκληματίες. Ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο, χρειάστηκε όλη η επίδραση του Ρωμαϊκού κώδικα, του προϊόντος της διαφθοράς της αυτοκρατορικής Ρώμης, για να εισαγάγει τις έννοιες της απόλυτης ιδιοκτησίας στην γη, η οποία ανέτρεψε τα κομμουνιστικά έθιμα των πρωτόγονων ανθρώπων.

Όπως ξέρουμε, οι ελεύθεροι δήμοι δεν κατόρθωσαν να διατηρηθούν. Ρημαγμένοι από εσωτερικές διαμάχες μεταξύ πλούσιων και φτωχών, μεταξύ δημοτών και δουλοπάροικων, έγιναν εύκολη λεία της βασιλείας. Και καθώς η βασιλεία αποκτούσε καινούργια ισχύ, το δικαίωμα της νομοθέτησης πέρασε όλο και πιο πολύ στα χέρια μιας κλίκας αυλικών. Έκκληση στο έθνος γινόταν μόνο για να επικυρώσει τους φόρους που απαιτούνταν από τον βασιλιά. Κοινοβούλιο που συγκαλούνταν σε διαστήματα δύο αιώνων, σύμφωνα με την καλή διάθεση ή το καπρίτσιο της αυλής, «Εξαιρετικά Συμβούλια», συνελεύσεις ευγενών, υπουργοί που άκουγαν σπάνια τα «παράπονα των υπηκόων του βασιλιά» – αυτοί ήταν οι νομοθέτες της Γαλλίας. Ακόμη αργότερα, όταν όλη η εξουσία είναι συγκεντρωμένη σ’ ένα μοναδικό άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να πει «Εγώ είμαι το κράτος» τα διατάγματα χαλκεύονται στα «κρυφά πριγκηπικά συμβούλια», σύμφωνα με τις ορέξεις ενός υπουργού, ή ενός ιδιότροπου βασιλιά· και οι υπήκοοι πρέπει να υπακούσουν επί ποινή θανάτου. Όλες οι δικαστικές εγγυήσεις καταργούνται· το έθνος είναι ο δουλοπάροικος της βασιλείας και μιας χούφτας αυλικών. Και σ’ αυτή την περίοδο εκπλήττει το βλέμμα μας η φρικιαστικότητα των ποινών – ο τροχός, ο πάσσαλος, ο εκδαρμός ζωντανών θυμάτων, βασανιστήρια κάθε λογής, επινοημένα από την αρρωστημένη φαντασία καλόγερων και τρελών, που αναζητούσαν ευχαρίστηση στην αγωνία των εκτελούμενων εγκληματιών.

Η μεγάλη Επανάσταση άρχισε την κατεδάφιση αυτού του πλαισίου δικαίου, που μας κληροδοτήθηκε από τον φεουδαρχισμό και την βασιλεία. Αλλ’ αφού κατεδάφισε μερικά τμήματα του αρχαίου οικοδομήματος, η Επανάσταση έδωσε την εξουσία νομοθέτησης στην μπουρζουαζία, η οποία, με τη σειρά της, άρχισε να ανεγείρει ένα νέο πλαίσιο νόμων αποσκοπούντων να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν την κυριαρχία της μεσαίας τάξης πάνω στις μάζες. Το κοινοβούλιό τους νομοθετεί δεξιά και αριστερά, και βουνά νόμων συσσωρεύονται με φοβερή ταχύτητα. Αλλά τί είναι όλοι αυτοί οι νόμοι κατά βάθος;

Το κύριο τμήμα δεν έχει παρά ένα θέμα – να προστατεύσει την ιδιωτική ιδιοκτησία, δηλαδή τον πλούτο που αποκτάται με την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σκοπός του είναι να διανοίξει στο κεφάλαιο καινούργια πεδία για εκμετάλλευση και να επικυρώσει τις νέες μορφές που προσλαμβάνει συνεχώς αυτή η εκμετάλλευση, καθώς το κεφάλαιο κατακυριεύει τον ένα μετά τον άλλο τους κλάδους της ανθρώπινης δραστηριότητας: σιδηροδρόμους, τηλεγράφους, ηλεκτρικό φως, χημικές βιομηχανίες, την έκφραση της σκέψης του ανθρώπου στην λογοτεχνία και την επιστήμη κλπ. Το αντικείμενο των υπόλοιπων απ’ αυτούς τους νόμους είναι θεμελιωδώς το ίδιο. Υπάρχουν για να διατηρούν τη μηχανή της κυβέρνησης, η οποία χρησιμεύει για να εξασφαλίζει στο κεφάλαιο την εκμετάλλευση και το μονοπώλιο του παραγόμενου πλούτου. Οι δικαστές, η αστυνομία, ο στρατός, η δημόσια εκπαίδευση, το χρηματοδοτικό σύστημα, όλα υπηρετούν ένα θεό – το κεφάλαιο· όλα έχουν ένα μόνο στόχο – να διευκολύνουν την εκμετάλλευση του εργάτη από τον καπιταλιστή. Αναλύστε όλους τους νόμους που ψηφίζονται και δεν θα βρείτε παρά μόνο αυτό.

Η προστασία του προσώπου, η οποία προβάλλεται σαν η αληθινή αποστολή του νόμου, καταλαμβάνει ένα ανεπαίσθητο χώρο ανάμεσά τους, γιατί, στην υπάρχουσα κοινωνία, οι επιθέσεις κατά του προσώπου που υπαγορεύονται άμεσα από το μίσος και την κτηνωδία τείνουν να εξαφανιστούν. Σήμερα, αν δολοφονείται κάποιος, αυτό γίνεται συνήθως για να τον ληστέψουν. Αλλ’ αν αυτή η κατηγορία εγκλημάτων και παραβάσεων ελαττώνεται συνεχώς, σίγουρα δεν οφείλουμε αυτή την αλλαγή στη νομοθεσία. Οφείλεται στην ανάπτυξη του ανθρωπισμού στις κοινωνίες μας, στις αυξανόμενα κοινωνικές συνήθειες μάλλον, παρά στις εντολές των νόμων μας. Ανακαλέστε αύριο κάθε νόμο που ασχολείται με την προστασία του προσώπου και σταματήστε αύριο όλες τις δίκες για επίθεση, κι ο αριθμός των αποπειρών που υποκινούνται από προσωπική εκδίκηση και από κτηνωδία δεν θ’ αυξανόταν ούτε κατά μία περίπτωση.

Θα μάς φέρουν ίσως την αντίρρηση ότι στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων, έχουν θεσμοθετηθεί πάρα πολλοί φιλελεύθεροι νόμοι. Αλλ’ αν αναλυθούν αυτοί οι νόμοι θ’ ανακαλυφθεί ότι αυτή η φιλελεύθερη νομοθεσία συνίσταται στην ανάκληση των νόμων που μας κληροδοτήθηκαν από την βαρβαρότητα των προηγούμενων αιώνων. Κάθε φιλελεύθερος νόμος, κάθε ριζοσπαστικό πρόγραμμα, μπορεί να συνοψισθεί σ’ αυτές τις λέξεις – κατάργηση των νόμων που ‘γιναν βαρετοί και στην ίδια την μεσαία τάξη, κι επιστροφή κι επέκταση σ’ όλους τους πολίτες ελευθεριών που υπήρχαν στους δήμους του δωδέκατου αιώνα. Η κατάργηση της θανατικής ποινής, η δίκη από ενόρκους για όλα τα «εγκλήματα» (υπήρχε ένα πιο φιλελεύθερο ορκωτό σύστημα στον δωδέκατο αιώνα), η εκλογή των δικαστών, το δικαίωμα να φέρει κανείς δημόσιους αξιωματούχους σε δίκη, η κατάργηση των μόνιμων στρατών, η δωρεάν εκπαίδευση κλπ., κάθε τι που τονίζεται σαν εφεύρεση του σύγχρονου φιλελευθερισμού, δεν είναι παρά επιστροφή στην ελευθερία, η οποία υπήρχε πριν η εκκλησία κι ο βασιλιάς βάλουν χέρι σε κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής.

Έτσι η προστασία της εκμετάλλευσης, άμεσα με νόμους πάνω στην ιδιοκτησία, κι έμμεσα με την διατήρηση του Κράτους, είναι και το πνεύμα και η ουσία των σύγχρονων κωδίκων μας, κι η μοναδική λειτουργία της πολυδάπανης νομοθετικής μηχανής μας. Αλλ’ είναι καιρός που έχουμε πάψει να ικανοποιούμαστε με απλές φράσεις και μάθαμε να εκτιμούμε την πραγματική τους σημασία. Ο νόμος, ο οποίος στην πρώτη εμφάνισή του παρουσιαζόταν σαν σύνοψη των εθίμων που ‘ναι χρήσιμα για την διατήρηση της κοινωνίας, γίνεται τώρα αντιληπτός σαν τίποτ’ άλλο από ένα όργανο για την διατήρηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας πάνω στις μοχθούσες μάζες από πλούσια παράσιτα. Σήμερα η πολιτιστική αποστολή του είναι τελείως ανύπαρκτη· δεν έχει παρά ένα στόχο: να υποστηρίζει την εκμετάλλευση.

Αυτά μάς λέει η ιστορία ως προς την εξέλιξη του νόμου. Πάνω στη βάση αυτής της ιστορίας καλούμαστε να τον σεβαστούμε; Σίγουρα όχι. Δεν έχει περισσότερο δικαίωμα στο σεβασμό απ’ ότι το κεφάλαιο, ο καρπός της καταλήστευσης. Και το πρώτο καθήκον της επανάστασης θα ‘ναι να βάλει φωτιά σ’ όλους τους υπάρχοντες νόμους και σ’ όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας.

Τα εκατομμύρια των νόμων, τα οποία υπάρχουν για την ρύθμιση της ανθρωπότητας, εμφανίζονται ύστερα από έρευνα να διαιρούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες: προστασία της ιδιοκτησίας, προστασία των προσώπων, προστασία της κυβέρνησης. Κι αναλύοντας κάθε μια απ’ αυτές τις τρεις κατηγορίες φτάνουμε στο ίδιο λογικό κι αναγκαίο συμπέρασμα: το άχρηστο και το επιβλαβές του νόμου.

Οι σοσιαλιστές ξέρουν τί σημαίνει προστασία της ιδιοκτησίας. Οι νόμοι πάνω στην ιδιοκτησία δεν γίνονται για να εγγυηθούν είτε στο άτομο είτε στην κοινωνία την απόλαυση του προϊόντος της εργασίας τους. Απεναντίας, γίνονται για να ληστέψουν από τον παραγωγό ένα μέρος απ’ αυτό που ‘χει δημιουργήσει, και να εξασφαλίσουν σ’ ορισμένους άλλους ανθρώπους εκείνο το τμήμα του προϊόντος, το οποίο έχουν κλέψει είτε από τον παραγωγό είτε από την κοινωνία σαν όλο. Όταν, για παράδειγμα, ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμα του Κου τάδε σ’ ένα σπίτι, δεν καθιερώνει το δικαίωμά του σε μια καλύβα που ‘χει κτίσει για τον εαυτό του, ή σ ένα σπίτι που ‘χει οικοδομήσει με την βοήθεια κάποιων φίλων του. Σ’ αυτή την περίπτωση κανείς δεν θ’ αμφισβητούσε το δικαίωμά του. Απεναντίας, ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμά του σ’ ένα σπίτι, το οποίο δεν είναι προϊόν της εργασίας του· πρώτ’ απ’ όλα γιατί έχει βάλει άλλους να το κτίσουν για λογαριασμό του χωρίς να τους έχει πληρώσει την πλήρη αξία της εργασίας τους, και κατόπιν γιατί αυτό το σπίτι αντιπροσωπεύει μια κοινωνική αξία, την οποία δεν θα μπορούσε να παραγάγει για τον εαυτό του. Ο νόμος καθιερώνει το δικαίωμά του σ’ ό,τι ανήκει στον καθένα γενικά και σε κανένα συγκεκριμένα. Το ίδιο σπίτι, κτισμένο στο μέσον της Σιβηρίας, δεν θα ‘χε την αξία που κατέχει σε μια μεγάλη πόλη, και, όπως ξέρουμε, αυτή η αξία προέρχεται από τον μόχθο κάπου πενήντα γενεών ανθρώπων που ‘χουν κτίσει την πόλη, την ομόρφυναν, την προμήθευσαν με νερό και φωταέριο, μ’ ωραίους δρόμους, κολλέγια, θέατρα, καταστήματα, σιδηροδρόμους και λεωφόρους που οδηγούν σε κάθε κατεύθυνση. Έτσι, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του Κου τάδε σ’ ένα συγκεκριμένο σπίτι στο Παρίσι, στο Λονδίνο ή στη Ρουέν, ο νόμος αποδίδει άδικα σ’ αυτόν ένα ορισμένο τμήμα της εργασίας της ανθρωπότητας εν γένει. Κι επειδή ακριβώς αυτή η ιδιοποίηση κι όλες οι άλλες μορφές ιδιοκτησίας που φέρουν τον ίδιο χαρακτήρα είναι μια κραυγαλέα αδικία, χρειάζεται ένα ολόκληρο οπλοστάσιο νόμων κι ένας ολόκληρος στρατός στρατιωτών, αστυνομικών και δικαστών για να την διατηρήσει ενάντια στο αίσθημα της λογικής και της δικαιοσύνης, που ‘ναι έμφυτα στην ανθρωπότητα.

Οι μισοί από τους νόμους μας – ο αστικός κώδικας σε κάθε χώρα – δεν εξυπηρετεί άλλο σκοπό από το να διατηρήσει αυτή την ιδιοποίηση, αυτό το μονοπώλιο, προς όφελος ορισμένων ατόμων κι ενάντια σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τα τρία τέταρτα των υποθέσεων που εκδικάζονται από τα δικαστήρια δεν είναι παρά φιλονικίες μεταξύ μονοπωλιστών – δύο ληστές που τσακώνονται για την λεία τους. Και πάρα πολλοί από τους ποινικούς μας νόμους έχουν κατά νου τον ίδιο στόχο, κι ο σκοπός τους είναι να κρατήσουν τον εργάτη σε μια υποτακτική θέση απέναντι στον εργοδότη του, κι έτσι να παράσχουν ασφάλεια για την εκμετάλλευση.

Ως προς την εγγύηση του προϊόντος της εργασίας του στον παραγωγό, δεν υπάρχουν νόμοι που έστω να επιχειρούν τέτοιο πράγμα. Είναι τόσο απλό και φυσικό, τόσο πολύ μέρος των τρόπων και των εθίμων της ανθρωπότητας, ώστε ο νόμος δεν το ‘χει σκεφτεί καν. Η ανοικτή ληστεία, με το ξίφος στο χέρι, δεν είναι γνώρισμα της εποχής μας. Ούτε ένας εργαζόμενος πάει ποτέ και φιλονικεί για το προϊόν της εργασίας του μ’ έναν άλλο. Αν έχουν μια διαφορά την διευθετούν προσεπικαλούμενοι ένα τρίτο πρόσωπο, χωρίς να καταφεύγουν στο νόμο. Το μόνο πρόσωπο που απαιτεί από έναν άλλο αυτό που ‘χει παράγει, είναι ο ιδιοκτήτης, που έρχεται και παίρνει την μερίδα του λέοντος. Όσο για την ανθρωπότητα εν γένει, παντού σέβεται το δικαίωμα καθένα σ’ ό,τι έχει δημιουργήσει, χωρίς την παρεμβολή κανενός ειδικού νόμου.

Καθώς όλοι οι νόμοι γύρω από την ιδιοκτησία, οι οποίοι απαρτίζουν παχείς τόμους κωδίκων κι είναι το καύχημα των νομικών μας, δεν έχουν άλλο στόχο από το να προστατεύσουν την άδικη ιδιοποίηση ανθρώπινης εργασίας από ορισμένους μονοπωλιστές, δεν υπάρχει κανένας λόγος για την ύπαρξή τους, και, την ημέρα της επανάστασης, οι κοινωνικοί επαναστάτες είναι ολοκληρωτικά αποφασισμένοι να βάλουν σ’ αυτούς ένα τέρμα. Πράγματι, είναι τελείως δικαιολογημένο να παραδοθούν στην πυρά όλοι οι νόμοι που αναφέρονται στα λεγόμενα «δικαιώματα ιδιοκτησίας», όλες οι δικαιοπραξίες, όλα τα κατάστιχα, με μια λέξη, όλα όσα συνδέονται μ’ οποιοδήποτε τρόπο μ ένα θεσμό, τον οποίο σύντομα θα βλέπουν σαν στίγμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, τόσο ταπεινωτικό όσο κι η δουλεία ή η δουλοπαροικία των περασμένων αιώνων.

Οι παρατηρήσεις που μόλις έγιναν πάνω στους νόμους που αφορούν την ιδιοκτησία είναι εξ ίσου εφαρμόσιμες στη δεύτερη κατηγορία νόμων: σ’ εκείνους που αποσκοπούν στη διατήρηση της κυβέρνησης, δηλαδή στο συνταγματικό δίκαιο.

Τούτο πάλι είναι ένα τέλειο οπλοστάσιο νόμων, διαταγμάτων, πράξεων, διαταγών εν συμβουλίω[5] και χίλιων-δυο άλλων, που όλα χρησιμεύουν να προστατεύσουν τις διάφορες μορφές αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, ανατεθειμένες ή υφαρπασμένες, κάτω από τις οποίες σφαδάζει η ανθρωπότητα. Ξέρουμε πολύ καλά – οι αναρχικοί το έχουν πολύ συχνά τονίσει στην διηνεκή κριτική τους των διάφορων μορφών κυβέρνησης, ότι η αποστολή όλων των κυβερνήσεων, μοναρχικών συνταγματικών ή δημοκρατικών, είναι να προστατεύσουν και να διατηρήσουν με τη βία τα συμφέροντα των κατεχουσών τάξεων, της αριστοκρατίας, του κλήρου και των εμπόρων. Ένα τρίτο των νόμων μας – και κάθε χώρα έχει μερικές δεκάδες χιλιάδες από δαύτους – οι θεμελιώδεις νόμοι πάνω στους φόρους, τους εσωτερικούς δασμούς, την οργάνωση των υπουργικών τμημάτων και των γραφείων τους, του στρατού, της αστυνομίας, της εκκλησίας κλπ., δεν έχουν άλλο σκοπό εκτός από το να διατηρούν και ν’ αναπτύσσουν την διοικητική μηχανή. Κι αυτή η μηχανή χρησιμεύει σχεδόν ολοκληρωτικά να προστατεύει τα συμφέροντα των κατεχουσών τάξεων. Αναλύστε όλους αυτούς τους νόμους, παρατηρείστε τους στην πράξη μέρα με τη μέρα και θα ανακαλύψετε ότι κανένας τους δεν αξίζει να διατηρηθεί.

Γύρω από τέτοιους νόμους δεν μπορούν να υπάρχουν δύο γνώμες. Όχι μόνο οι αναρχικοί, αλλ’ επίσης λίγο – πολύ οι επαναστάτες ριζοσπάστες συμφωνούν ότι η μόνη χρήση των νόμων που αφορούν την οργάνωση της κυβέρνησης είναι να τους ρίξουμε στη φωτιά.

Η τρίτη κατηγορία νόμων παραμένει να εξετασθεί· εκείνη που σχετίζεται με την προστασία του προσώπου και την εξιχνίαση και παρεμπόδιση του «εγκλήματος». Αυτή είναι η πιο σπουδαία γιατί συνδέονται μαζί της πολλές προκαταλήψεις· γιατί, αν το δίκαιο βρίσκει ένα ορισμένο ποσό σεβασμού, αιτία είναι η πεποίθηση ότι αυτό το είδος δικαίου είναι απόλυτα αναντικατάστατο για την διατήρηση της ασφάλειας στις κοινωνίες μας. Αυτοί είναι νόμοι που αναπτύχθηκαν από τον πυρήνα των εθίμων που ‘ναι χρήσιμα στις ανθρώπινες κοινότητες και τα οποία έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους κυβερνώντες για να καθαγιάσουν τη δική τους κυριαρχία. Η εξουσία των αρχηγών των φυλών, των πλούσιων οικογενειών στις πόλεις και του βασιλιά, εξαρτιόταν από τις δικαστικές τους λειτουργίες, κι ακόμη ως τις μέρες μας, όποτε γίνεται λόγος για την αναγκαιότητα της κυβέρνησης, εκείνο που υπονοείται είναι η λειτουργία της σαν ύπατου δικαστή. «Χωρίς κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα κομμάτιαζαν ο ένας τον άλλο», υποστηρίζει ο ρήτορας του χωριού. «Ο απώτατος σκοπός κάθε κυβέρνησης είναι να εξασφαλίζει δώδεκα έντιμους ενόρκους σε κάθε κατηγορούμενο πρόσωπο», είπε ο Burke.

Λοιπόν, παρ’ όλες τις προκαταλήψεις που υπάρχουν στο παρόν θέμα, είναι καιρός οι αναρχικοί να κηρύξουν θαρραλέα αυτή την κατηγορία νόμων άχρηστη κι επιβλαβή όπως και την προηγούμενη.

Πρώτ’ απ’ όλα, ως προς τα λεγόμενα «εγκλήματα»  – προσβολές κατά προσώπων – είναι καλά γνωστό ότι τα δύο τρίτα, και συχνά τα τρία τέταρτα, τέτοιων «εγκλημάτων» υποκινούνται από την επιθυμία να αποκτήσει κανείς την κατοχή του πλούτου κάποιου άλλου. Αυτή η τεράστια κατηγορία των λεγόμενων «εγκλημάτων και παραβάσεων» θα εξαφανιστεί την ημέρα που η ιδιωτική ιδιοκτησία θα πάψει να υπάρχει. «Αλλά», θα λεχθεί, «θα υπάρχουν πάντα κτήνη, τα οποία θα βλάψουν τις ζωές των συμπολιτών τους, τα οποία θα βάλουν τα χέρια τους στο μαχαίρι σε κάθε φιλονικία και θα εκδικηθούν τη μηδαμινότερη προσβολή με φόνο, αν δεν υπάρχουν νόμοι να τους  συγκρατήσουν και ποινές να τους αποτρέψουν». Αυτή η επωδός επαναλαμβάνεται κάθε φορά που το δικαίωμα της κοινωνίας να τιμωρεί αμφισβητείται.

Ωστόσο υπάρχει ένα γεγονός σχετικά μ’ αυτό το θέμα, το οποίο σήμερα είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Η δριμύτητα της ποινής δεν ελαττώνει την ποσότητα των εγκλημάτων. Κρεμάστε, κι αν σάς αρέσει κομματιάστε τους δολοφόνους, κι ο αριθμός των φόνων δεν θα μειωθεί ούτε κατά ένα. Από την άλλη μεριά, καταργείστε την ποινή του θανάτου και δεν θα υπάρξει ούτε ένας φόνος παραπάνω· θα υπάρξουν λιγότεροι. Οι στατιστικές το αποδείχνουν. Αλλ’ αν η σοδειά είναι καλή, το ψωμί φτηνό κι ο καιρός αίθριος, ο αριθμός των φόνων αμέσως μειώνεται. Αυτό πάλι αποδείχνεται από την στατιστική. Η ποσότητα των εγκλημάτων αυξάνει και ελαττώνεται πάντοτε κατ’ αναλογία με την τιμή των αγαθών και την κατάσταση του καιρού. Όχι ότι όλοι οι φονιάδες παρακινούνται από την πείνα. Τούτο δεν συμβαίνει. Αλλ’ όταν η σοδειά είναι καλή και τα αγαθά βρίσκονται σε προσιτή τιμή, κι όταν ο ήλιος λάμπει, οι άνθρωποι, πιο ανάλαφροι στη διάθεση και λιγότερο μίζεροι από συνήθως, δεν δίνουν διέξοδο σε σκοτεινά πάθη και δεν καρφώνουν το μαχαίρι στο στήθος του συνανθρώπου τους για ασήμαντες αφορμές.

Επί πλέον, είναι επίσης ένα πολύ γνωστό γεγονός ότι ο φόβος της τιμωρίας δεν έχει ποτέ σταματήσει έστω κι ένα δολοφόνο. Αυτός που σκοτώνει τον γείτονά του από εκδίκηση ή αθλιότητα δεν σκέφτεται πολύ για τις συνέπειες· κι υπήρξαν ελάχιστοι δολοφόνοι που δεν ήταν ακλόνητα πεπεισμένοι ότι θα διέφευγαν την δίωξη.

Χωρίς να μιλήσουμε για μια κοινωνία στην οποία ο άνθρωπος θα λαβαίνει καλύτερη εκπαίδευση, στην οποία η ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων του κι η δυνατότητα να τις εξασκήσει, θα του προσφέρει τόσες απολαύσεις, ώστε δεν θα ζητά να τις δηλητηριάσει με τύψεις – ακόμη και στην κοινωνία μας, ακόμη και μ’ εκείνα τα ζοφερά προϊόντα της αθλιότητας που βλέπουμε στα καπηλειά των μεγάλων πόλεων – την ημέρα που δεν θα επιβάλλεται καμιά ποινή στους δολοφόνους, ο αριθμός των φόνων δεν θ’ αυξηθεί ούτε κατά μια περίπτωση. Κι είναι άκρως πιθανό ότι, απεναντίας, θα μειωθεί κατά όλες εκείνες τις περιπτώσεις που οφείλονται σήμερα σε εγκληματίες καθ’ έξιν, οι οποίοι έχουν αποκτηνωθεί στις φυλακές.

Μάς μιλάνε συνεχώς για τα ευεργετήματα που συνεπιφέρει ο νόμος και τα ευεργετικά αποτελέσματα των ποινών, αλλά έχουν ποτέ οι ρήτορες επιχειρήσει να ζυγίσουν τα ευεργετήματα που αποδίδονται στους νόμους και τις ποινές και την εξαχρειωτική επίδραση αυτών των ποινών πάνω στην ανθρωπότητα; Υπολογίστε μόνο τα κακά πάθη που ξύπνησαν στην ανθρωπότητα από τις θηριώδεις ποινές που επιβάλλονταν άλλοτε στους δρόμους! Ο άνθρωπος είναι το σκληρότερο ζώο πάνω στη γη. Αλλά ποιός υποβοήθησε κι ανέπτυξε τα σκληρά ένστικτα που ‘ναι άγνωστα ακόμη κι ανάμεσα στους πιθήκους, αν δεν είναι ο βασιλιάς, ο δικαστής κι οι παπάδες, οπλισμένοι με το νόμο, που ‘καναν την σάρκα κομμάτια, που ‘βραζαν πίσσα για να την χύσουν στις πληγές, που αποσπούσαν μέλη, που συνέτριβαν κόκκαλα, που πριόνιζαν ανθρώπους για να διατηρήσουν την εξουσία τους; Υπολογίστε μονάχα τον χείμαρρο εξαχρείωσης που ξεχύνεται στην ανθρώπινη κοινωνία με το «κάρφωμα», που ενθαρρύνεται από τους δικαστές, που πληρώνεται αδρά από τις κυβερνήσεις, υπό το πρόσχημα ότι βοηθά στην ανακάλυψη του «εγκλήματος». Πηγαίνετε στις φυλακές και μελετείστε τί γίνεται ο άνθρωπος όταν στερείται την ελευθερία του και κλείνεται μ’ άλλα εξαθλιωμένα όντα, βουτηγμένος στην εξαχρείωση και την διαφθορά που αναδύεται κι από τους ίδιους τους τοίχους των υπαρχουσών φυλακών μας. Θυμηθείτε μονάχα ότι όσο περισσότερο αναμορφώνονται οι φυλακές, τόσο πιο αποκρουστικές γίνονται. Τα υποδειγματικά μας σύγχρονα αναμορφωτήρια είναι εκατό φορές πιο φρικτά από τα μπουντρούμια του μεσαίωνα. Τελικά, σκεφτείτε τί διαφθορά, τι εξαχρείωση μυαλού συντηρείται ανάμεσα στους ανθρώπους από την ιδέα της υπακοής, αυτή τούτη την ουσία του νόμου· της τιμωρίας· της εξουσίας που ‘χει το δικαίωμα να τιμωρεί, να κρίνει ανεξάρτητα από την συνείδησή μας και την εκτίμηση των φίλων μας· της αναγκαιότητας για δήμιους, δεσμοφύλακες και πληροφοριοδότες – κοντολογίς, απ’ όλες τις ιδιότητες του νόμου και της εξουσίας. Σκεφτείτε τα όλ’ αυτά και σίγουρα θα συμφωνήσετε μαζί μας, ότι ο νόμος που επιβάλλει ποινές είναι μια βδελυγμία που θα ‘πρεπε να πάψει να υπάρχει.

Λαοί χωρίς πολιτική οργάνωση, κι επομένως λιγότερο εξαχρειωμένοι από εμάς, έχουν καταλάβει τέλεια ότι ο άνθρωπος που αποκαλείται «εγκληματίας» είναι απλώς άτυχος· ότι το φάρμακο δεν είναι να τον μαστιγώσουμε, να τον αλυσοδέσουμε, ή να τον σκοτώσουμε στην αγχόνη ή την φυλακή, αλλά να τον βοηθήσουμε με την πιο αδελφική φροντίδα, με μεταχείριση βασισμένη στην ισότητα, με τα ήθη της ζωής ανάμεσα σ’ έντιμους ανθρώπους. Ελπίζουμε στην επόμενη επανάσταση τούτη η κραυγή θ’ ακουστεί: «Κάψτε τα ικριώματα· γκρεμίστε τις φυλακές· καταργείστε τους δικαστές, τους αστυνόμους και τους πληροφοριοδότες – την πιο βρώμικη ράτσα επί του προσώπου της γης· μεταχειριστείτε σαν αδερφό τον άνθρωπο που ‘χει οδηγηθεί από το πάθος να κάνει κακό στους συνανθρώπους σας· πάνω απ’ όλα, αφαιρέστε από τα χαμερπή προϊόντα της οκνηρίας της μεσαίας τάξης την δυνατότητα να επιδείχνουν τα βίτσια τους με φανταχτερά χρώματα· και να ‘στε βέβαιοι ότι ελάχιστα εγκλήματα θ’ αμαυρώσουν την κοινωνία μας».

Τα κύρια στηρίγματα του εγκλήματος είναι ο παρασιτισμός σε βάρος των άλλων, ο νόμος κι η εξουσία· νόμοι για την ιδιοκτησία, νόμοι για την κυβέρνηση, νόμοι για ποινές και παραβάσεις· και εξουσία, που παίρνει το δικαίωμα να κατασκευάζει αυτούς τους νόμους και να τους εφαρμόζει. Όχι πια νόμους! Όχι πια δικαστές! Η ελευθερία, η ισότητα και η έμπρακτη ανθρώπινη αλληλεγγύη είναι τα μόνα αποτελεσματικά εμπόδια που μπορούμε ν’ αντιπαραθέσουμε στα αντικοινωνικά ένστικτα μερικών από μάς.

 

1.Σημ. του Μετ. – Σ’ αυτό το σημείο ο Κροπότκιν προδιαισθάνεται κάτι που θα αποτελέσει βασική σύλληψη του αντιεξουσιαστικού κινήματος στην εποχή μας, δηλ. την σύλληψη της εξουσίας σαν «μεσολάβησης».

2.Σημ. του Μετ. – Υπενθυμίζουμε ότι το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε το 1886.

3.Σημ. του Μετ. – Πρέπει να υποθέσει κανείς ότι εδώ ο Κροπότκιν εκφράζει μια υπόθεση μάλλον παρά ένα αναμφισβήτητο ανθρωπολογικό γεγονός. Βλέπε σχετικά το «Σύμπαν της Ιεραρχίας», 1976, κεφ.1, καθώς και το υπό έκδοση «Συμβολές στην κριτική θεωρία», δοκίμιο Ι.

4. Σημ. του Μετ. – «Νόμιμη εργασία» σ’ αντίθεση με την «συμβατική εργασία» είναι η εργασία που οφείλεται απ’ ευθείας βάσει του νόμου κι όχι βάσει της ιδιωτικής βούλησης.

5. Σημ. του Μετ. – «Orders incouncil»· πρόκειται για διαταγές που εκδίδονται κατόπιν της γνώμης μυστικού συμβουλίου.

Σημείωση: Το βιβλίο του Πιοτρ Κροπότκιν «Νόμος και Εξουσία» εκδόθηκε από τη «Διεθνή Βιβλιοθήκη» το Φεβρουάριο του 1977 και εκτός από το ομώνυμο δοκίμιο, το οποίο μεταφράστηκε από τον Γιώργο Νταλιάνη, περιέχει και άλλα 6 δοκίμια του Κροπότκιν. Η μετατροπή της πρωτότυπης μετάφρασης στο μονοτονικό σύστημα καθώς και η προσαρμογή της γλώσσας και της ορθογραφίας στα σημερινά πρότυπα έγινα από εμάς, χωρίς αλλαγές στη σύνταξη και χωρίς να υπεισέλθουμε σε έλεγχο της νοηματικής απόδοσης.

Ζήσης Παπαδημητρίου (1939 -2015): O φιλόσοφος-καθηγητής δεν μένει πια εδώ

Πορτραίτο για τον εκλειπόντα

Ζήση Παπαδημητρίου

(19 Ιουλίου 1939 – 1 Οκτωβρίου 2015)

ZISIS ANOIGMA

Αποχαιρετισμός από τον Κώστα Λάμπο

 

Προμύθειο


​Δεν είναι εύκολο να παρουσιάσεις τη ζωή και το έργο ενός οποιουδήποτε ανθρώπου χωρίς να τον αδικήσεις ή και χωρίς να κατηγορηθείς για απόπειρα ‘αγιοποίησής’ του. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου, όπως ο Ζήσης
​Παπαδημητρίου, που έζησε τόσο έντονα συγκρουόμενος με κατασκευασμένες αυθεντίες, με εξουσιαστικά σκιάχτρα και με αγιοποιημένες ‘πνευματικές’ καρικατούρες, αντιπαλεύοντας ακόμα και τον ίδιο του το ‘μύθο’, στην προσπάθειά του να καταθέσει τη συμβολή του στο πανανθρώπινο όραμα για κοινωνική ισότητα και στον αγώνα για ένα καλύτερο κόσμο. Γι’ αυτό παρακαλώ τόσο τους αναγνώστες αυτού του αποχαιρετισμού όσο και τους δικούς του και τους φίλους του να δείξουν κατανόηση στις δυσκολίες του εγχειρήματος για μια πλήρη και αντικειμενική παρουσίαση του ‘Βίου και της Πολιτείας’ του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου.

 

Οι ρίζες

 

Ο Ζήσης Παπδημητρίου δεν ήταν γόνος. Δεν ήταν ούτε από-γονος, δηλαδή, δεν κατάγονταν από τη συμμορία εκείνων των μετρημένων οικογενειών που λυμαίνονται, ‘πάππος προς πάππου’, αυτόν τον τόπο, κι’ έχουν πάρει στο λαιμό τους την Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Οι πρόγονοί του, ανώνυμοι λαϊκοί αγωνιστές και βιοπαλαιστές, ταξιδεύουν πορευόμενοι στους ρυθμούς της ιστορίας του υπόδουλου Ελληνισμού, με προτελευταίο σταθμό τη Φούρκα της Ηπείρου, την οποία εγκαταλείπουν το 1815, για να εγκατασταθούν στην ορεινή Καλλιπεύκη του Ολύμπου, μέχρι οι συνθήκες να το επιτρέψουν (1880) να κατεβούν χαμηλότερα στο μικρό χωριό Ντερελί, τους σημερινούς Γόνους που βρίσκονται απέναντι από τα Αμπελάκια και στην έξοδο των Τεμπών από Θεσσαλονίκη προς Λάρισα. Γεννημένος, λίγο πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο, στους Γόνους της Θεσσαλίας, φέρει ‘πατριδοτοπικώ δικαιώματι’τον τίτλο του Γόνου. Καλός, αλλά μικρός ο τόπος για να τον χωρέσει και γι’ αυτό επέλεξε, από πολύ νωρίς, να γίνει ένας εμιγκρέ, ένας Πολίτης του Κόσμου.

 IMG_1394

Σπουδές

 

Μετά τις πρωτοβάθμιες σπουδές του στους Γόνους, ‘μεταναστεύει’, το 1951, στη Λάρισα για τις δευτεροβάθμιες, κι’ από εκεί ξαναμεταναστεύει, και το 1957 βρίσκεται στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Τεχνικού Πανεπιστήμιου του Βερολίνου, όπου δεν έρχεται σ’ επαφή μόνο με την επιστήμη, αλλά και με τη φιλοσοφία, την πολιτική και τον πολιτισμό. Το 1963 έχει τελειώσει τις σπουδές του, ως ηλεκτρολόγος μηχανικός και επιστρέφει στην Ελλάδα για τη στρατιωτική του θητεία. Ο τόπος όμως δεν το χωράει και το 1965, η ανήσυχη, εμιγκρέδικη φύση του τον οδηγεί και πάλι έξω, στο Αμβούργο της Γερμανίας, όπου αυτή τη φορά ‘μεταναστεύει’ και επιστημονικά, αφού εκεί σπουδάζει Οικονομικά και Κοινωνιολογία. Τελειώνοντας και αυτές σας σπουδές, ξαναμεταναστεύει στη Φρανκφούρτη της κεντρικής Γερμανίας κοντά στον ποταμό Μάιν, όπου και ανακηρύσσεται διδάκτορας Φιλοσοφίας στο Wolfgang Goethe Universität.

 IMG_1395

Πανεπιστημιακή καριέρα

 

Έχοντας δημιουργήσει ένα αξιόλογο επιστημονικό υπόβαθρο καταφέρνει, το 1974, να ‘πατήσει πόδι’ στη γνωστή Κριτική Σχολή της Φραγκφούρτης, στην οποία δίδαξαν κορυφαίοι στοχαστές όπως ο Μαξ Χορκχάιμερ, ο Τέοντορ Αντόρνο, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, ο Έριχ Φρομ, ο Βίλχελμ Ράιχ και πολλοί άλλοι νεομαρξιστές της πρώτης και δεύτερης γενιάς. Εκεί έκανε το διδακτορικό του ο Ζήσης Παπαδημητρίου και συνέχισε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, αλλά και ως εντεταλμένος διδασκαλίας, με κέντρο βάρους την, τότε, πρωτοποριακή έρευνα για την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη βιομηχανία και την επίδρασή τους στις εργασιακές σχέσεις. Γόνιμη διαδρομή, αλλά η νοσταλγία, για την πρώτη και μεγάλη αγαπημένη για κάθε Έλληνα εμιγκρέ, τον οδηγεί στο σχεδιασμό της παλιννόστησης και το 1985 βρίσκεται καθηγητής Γενικής και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και μετά από είκοσι ένα χρόνια, έκλεισε την πανεπιστημιακή του πορεία, το 2006, ανακηρυσσόμενος επίτιμος καθηγητής και συνοδευόμενος από τον τιμητικό τόμο, που εκδόθηκε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΒΒΑΛΑΣ και επιμελήθηκαν οι συνάδερφοί του Αντώνης Μανιτάκης και Μιχάλης Σπουρδαλάκης με τίτλο: Η δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας. Μελέτες χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, στον οποίο κατάθεσαν τον επιστημονικό οβολό τους πολλοί συνάδερφοί του όπως οι: Οζενί Αθανασιάδου, Γιώργος Αναστασιάδης, Δημήτριος Ασπάσιος, Νίκος Βαρσακέλης, Νίκος Γαρυπίδης, Κωνσταντίνος Γώγος, Αναστασία Δεληγκιαούρη, Γιώργος Δουράκης, Κώστας Ζώρας, Μαρία Καϊάφα – Γκμπάντι, Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ξενοφών Κοντιάδης, Αντώνης Μανιτάκης, Παναγιώτης Μαντζούφας, Ιωάννης Μανωλεδάκης, Στέργιος Μπαμπανάσης, Χρήστος Νίκας, Λίνα Παπαδοπούλου, Νίκος Παρασκευόπουλος, Μωυσής Σιδηρόπουλος, Γιώργος Σκουλάς, Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Μαρία Στρατηγάκη, Κώστας Στρατηλάτης, Ελισάβετ Συμεωνίδου – Καστανίδου, Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου, Κώστας Χατζηκωνσταντίνου, Κώστας Χρυσόγονος. Σε όλη αυτή τη διαδρομή θα πρέπει να προσθέσουμε και τις παράλληλες ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητές του, όπως:

·        Tου επισκέπτη ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Tohoku της Ιαπωνίας, (1992), καλεσμένος από την Ιαπωνική Εταιρεία Προώθησης των Επιστημών (Japan Society for the Promotion of Science).

·        Του, για μια τριετία, επισκέπτη, (1993-1996), καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών της Αθήνας με διδακτικό αντικείμενο την Κοινωνιολογία της Εργασίας, καθώς και

·        Του επισκέπτη καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, όπου δίδαξε Γενική Κοινωνιολογία, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και Πολιτική Επιστήμη.

 IMG_1409

Πολιτική διαδρομή

 

Αλλά και στην πολιτική του διαδρομή και δράση ο Ζήσης Παπαδημητρίου δεν στέκεται σε ένα τόπο γιατί φοβάται πως θα γίνει κατεστημένο, ότι θα μουχλιάσει, ότι θα βγάλει ρίζες και δεν θα μπορεί η σκέψη του να μεταναστεύει, αναζητώντας το κάθε φορά καλύτερο, κάτι που βολεύει συνήθως πολλούς, αλλά όχι τον ανήσυχο και ανυπότακτο Ζήση Παπαδημητρίου. Εγκαταλείπει τη σοσιαλίζουσα βενιζελική παράδοση της οικογένειας και εντάσσεται, όταν ακόμα ήταν στρατιώτης, στην Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά, (ΕΔΑ), την οποία και εγκαταλείπει το 1967 για τη μετριοπάθειά της

Γυρίζοντας στο Αμβούργο εντάσσεται στη μαχητική αριστερή Σοσιαλιστική Φοιτητική Ένωση Γερμανίας (ΣΦΕΓ) τη γνωστή SDS που αποσπάστηκε από τη Νεολαία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, (SPD) και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα διαμαρτυρίας της δεκαετίας του 1960. Μέσα από τις γραμμές της συνέβαλε τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά στην υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των λαών του Τρίτου Κόσμου, πράγμα που τον οδήγησε στην Πορτογαλία, στη Χιλή και στην Παλαιστίνη.

Πρακτική υποστήριξη για τον Ζήση Παπαδημητρίου δεν σήμαινε συμμετοχή σε διαμαρτυρίες, εράνους και συμπαράσταση από μακριά. Υποστήριξη λ. χ. στον αγώνα των Παλαιστίνιων, σήμαινε για τον Ζήση φυσική παρουσία και συμμετοχή στον ένοπλο αγώνα τους με ότι μια τέτοια συμμετοχή συνεπάγεται. Κοινός μας φίλος με πληροφόρησε πρόσφατα, ότι σε μια μάχη με τους ισραηλινούς ο Ζήσης δεν κατάλαβε, μέσα στο χαλασμό, την εντολή για υποχώρηση που δόθηκε στα αραβικά, κι’ έμεινε μόνος μαχόμενος μέχρι που κατάλαβε τι είχε συμβεί και κατάφερε να καμουφλαριστεί και να μη συλληφθεί από τους ισραηλινούς. Όταν υποχώρησαν κι’ αυτοί, τότε αυτός σύρθηκε πίσω στις θέσεις των Παλαιστινίων και κατάφερε καταταλαιπωρημένος να φτάσει στο στρατόπεδο την άλλη μέρα το πρωί, την ώρα ακριβώς που απονέμονταν σε φίλο γερμανό συμπολεμιστή του, για να το παραδώσει στην οικογένεια του Ζήση, το «Παράσημο στον ηρωικά πεσόντα Ζήση Παπαδημητρίου». Η σκηνή δεν ήταν μόνο κινηματογραφική, αλλά και επεισοδιακή, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που κάποιοι φίλοι που τον έκλαιγαν, αναφώνησαν με ανακούφιση «που είσαι ρε σύντροφε κι’ εμείς νομίσαμε πως σκοτώθηκες;». Ευτυχώς η μόνη απώλεια ήταν το παράσημο.

Παράλληλα με τη συμμετοχή του στους πολιτικούς αγώνες στη Γερμανία, ανάπτυξε, μέσα από τις γραμμές του Ελληνικού Αντιδικτατορικού Κινήματος Γερμανίας και συγκεκριμένα μέσα από τις Επαναστατικές Σοσιαλιστικές Ομάδες, σημαντική δράση ενάντια στην αμερικανοΝΑΤΟϊκή Χούντα των συνταγματαρχών.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1984, κινείται στο χώρο της ανένταχτης αριστεράς και αγωνίζεται στα πλαίσια ενός χαλαρού κύκλου διανοούμενων να συμβάλλει στη διαμόρφωση του ‘νέου υποκείμενου της σοσιαλιστικής επανάστασης’. Όταν βλέπει πως αυτή η διαδικασία της ‘από τα έξω επίθεσης στο σύστημα αργεί’, τότε επιστρατεύει τη φιλοσοφία του συναγωνιστή του στην Σοσιαλιστική Φοιτητική Ένωση Γερμανίας (ΣΦΕΓ), του Ρούντι Ντούτσκε, ‘της μακράς επίθεσης στο σύστημα μέσα από τους θεσμούς του’. Το Δεκέμβρη 1995 προσχωρεί στο ΔΗΚΚΙ και το Σεπτέμβρη 1996 διεκδικεί ως υποψήφιος βουλευτής μια θέση στο Κοινοβούλιο, αλλά αντ’ αυτού πήγε στο κοινοβούλιο ‘κάποιος Γουλιμής’. Αλλά και πάλι δεν το βάζει κάτω. Την τετραετία 1998-2002 τον βρίσκουμε να δίνει, χωρίς να εγκαταλείπει τα άλλα μετερίζια του, τους αγώνες του, ως Νομαρχιακός Σύμβουλος Νομού Θεσσαλονίκης για τη δευτεροβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το 2007, έχοντας μπει για τα καλά στη δεύτερη εφηβεία του, ξαναδιεκδικεί ως υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, την ψήφο των συμπατριωτών του Λαρισαίων, αλλά ποιος με πραγματικά άγιες προθέσεις ‘άγιασε στον τόπο του’;

 IMG_1419

Νέες θεωρητικές αναζητήσεις

 

Μετά κι’ από αυτή την αποτυχία των Λαρισαίων να κάνουν τη σωστή επιλογή, ο Ζήσης Παπαδημητρίου ξαναγυρίζει στις θεωρητικές αναζητήσεις του ως Πολίτης της Ευρώπης. Με πρωτοβουλία του και σε συνεργασία, φέρνουμε στην Ελλάδα τον Απρίλη του 2011 τον παλιό του σύντροφο από τη Σοσιαλιστική Φοιτητική Ένωση Γερμανίας (ΣΦΕΓ), τον γνωστό γερμανό θεωρητικό και ακτιβιστή, γιατρό και ιστορικό Karl Heinz Roth για ένα κύκλο συζητήσεων με θέμα:«Αιτίες – Συνέπειες της παγκόσμιας Κρίσης και προοπτικές της Άμεσης Δημοκρατίας» που έγιναν τον Απρίλη του 2011 στην Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και στην Πάτρα. Στη συνέχεια επιμελούμαστε και προλογίζουμε μαζί το βιβλίο τού Karl Heinz Roth, «Η Ελλάδα σε κρίση. Τι έγινε και τι μπορεί να γίνει»(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΗΣΙΔΕΣ, σε μετάφραση του Δημήτρη Λάμπου), που κυκλοφορούσε ήδη στη Γερμανία και σας ΗΠΑ. Τον Ιούνη 2013 κυκλοφορεί η Διακήρυξη«Για μια Ευρώπη της Ισότητας» που την υπογράφουν ο Karl Heinz Roth και ο Ζήσης Παπαδημητρίου και πολλοί άλλοι Πολίτες της Ευρώπης.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις Εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ το βιβλίο των Karl Heinz Roth και Ζήση Παπαδημητρίου: «Να εμποδίσουμε την καταστροφή. Μανιφέστο για μια Ευρώπη της ισότητας», που παρουσιάστηκε στο TVXS από την Κρυσταλία Πατούλη στα πλαίσια της ακτιβιστικής Έρευνα για την Κρίση (2010-2014), Εκδ. Κέδρος, με πρόλογο του ίδιου. Ο Ζήσης Παπαδημητρίου γνωρίζοντας ότι «Γνώση σημαίνει Δύναμη» δεν αρκέστηκε μόνο στην από καθ’ έδρας διδασκαλία που δεν αγγίζει άμεσα το, πνευματικά λεηλατημένο από το θρησκευτικό σκοταδισμό από τις προλήψεις και από τις εξουσιαστικές ιδεολογίες, διψασμένο σώμα της κοινωνίας για Γνώση. Γι’ αυτό και δεν περιορίστηκε στα πανεπιστημιακά συγγράμματα, αλλά έγραψε κάμποσα εκλαϊκευμένα βιβλία για το πλατύ αναγνωστικό κοινό, δημοσίευσε εκατοντάδες άρθρα σε περιοδικά, εφημερίδες και στο διαδίκτυο και έδωσε όσες μπόρεσε συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς, αναλύοντας με παρρησία και χωρίς υστεροβουλίες θεωρητικά ζητήματα και καταθέτοντας πρακτικές πολιτικές προτάσεις για τρέχοντα τοπικά, εθνικά και ευρωπαϊκά προβλήματα.

 IMG_1438

Συγγραφικό έργο

 

Ο Ζήσης Παπαδημητρίου άφησε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο στα ελληνικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά, ενώ μεταφράσεις εργασιών του έχουν δημοσιευτεί επίσης στα ιταλικά και τα ιαπωνικά. Το συγγραφικό του έργο αποτελείται από 6 βιβλία, πολλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους και 44 μελέτες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά του εσωτερικού και του εξωτερικού.

Α. Κυριότερα έργα του είναι:

1. Computer und Arbeitsprozeß (Ηλεκτρονικοί υπολογιστές και οργάνωση της εργασίας), Campus Verlag, Frankfurt am Main/ New York(1978),

2. Κοινωνιολογικά ανάλεκτα. Όψεις της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη (1996),

3. Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα (2000),

4. Μεταμοντέρνα Αδιέξοδα, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002,

5. Παρεμβάσεις, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη 2006.

6. Στον αστερισμό της αβεβαιότητας, εκδ. Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη (2012).

7. Τέμπη, το ενδιαίτημα των Νυμφών, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2014.

 

Β. Κύριες συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους:

 

1. Sozio-ökonomische Aspekte des Einsatzes von Computersystemen und ihre Auswirkungen auf die Organisation der Arbeit und die Arbeitsplatzstruktur (EDV-Systeme und Arbeitsorganisation), publiziert als Forschungsbericht (Kurzfassung) durch das Ministerium für Forschung und Technologie, 1977.

2. Computer und Arbeitsprozeß. Eine arbeitssoziologische Untersuchung der Auswirkungen des Computereinsatzes in ausgewählten Betriebsabteilungen der Stahlindustrie und des Bankgewerbes, 1978:

3. Για μια Ευρώπη των κοινωνικών δικαιωμάτων, Παπαζήσης, 1998.

4. Μετά το «τέλος» της ιστορίας, Ι. Σιδέρης, 2012.

5. Η διαχείριση του πόνου στη δημόσια σφαίρα, Προπομπός, 2012.

6. Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα, Νησίδες, 2013.

7.. Στην εποχή των αδιεξόδων, Νησίδες 2013.

8. Να εμποδίσουμε την καταστροφή, Νησίδες 2014.

 

Πολιτισμός

 

Κανένας επιστήμονας δεν είναι ολοκληρωμένος αν δεν διατηρεί οργανικούς δεσμούς με την κοινωνία και δεν συμμερίζεται έμπρακτα τις αγωνίες των καταφρονεμένων θυμάτων του καπιταλισμού, του φασισμού, του ολοκληρωτισμού και του ιμπεριαλισμού. Αυτή την κοινωνική διάσταση του επιστήμονα, ο Ζήσης Παπαδημητρίου, όπως είδαμε ήδη δεν την αγνόησε, αντίθετα την ανάπτυξε με όλες τις δυνάμεις του. Την πολύπτυχη προσωπικότητά του και την αγαθότητα των προθέσεών του, όμως, την καταμαρτυρεί μια άλλη πλευρά του χαρακτήρα του και είναι αυτή της μεγάλης αγάπης για τη γενέτειρά του, τους Γόνους της Θεσσαλίας, στη μικρή κοινωνία της οποίας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, δώρισε το πατρικό του σπίτι με μια πλούσια συλλογή πινάκων, την οποία επισκέπτονται φιλότεχνοι απ’ όλο τον κόσμο, κάθε Ιούλιο μήνα με οικοδεσπότες τον Ζήση, την αφοσιωμένη συντρόφισσά του, την Κριστιάνε και το γιό τους τον Αλέξη Παπαδημητρίου. Αξιομνημόνευτη είναι επίσης και η προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια κοινοτική βιβλιοθήκη για τη Νεολαία των Γόνων, στην οποία φιλοδοξούσε να προστεθεί και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του με τίτλο Der Lindenbaum (Η Φλαμουριά), που δυστυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει και να παραδώσει για έκδοση σε γερμανικό εκδοτικό οίκο.

 

Πολιτική Παρακαταθήκη

 

Ο Ζήσης Παπαδημητρίου πάταγε στο έδαφος, ήταν ρεαλιστής και ζούσε έντονα κάθε στιγμή της ζωής του ταυτισμένος με την αγωνία όλων μας για την πορεία της χώρας μας, της Ευρώπης και του πλανήτη, γι’ αυτό και στοχάζονταν, οραματίζονταν και αγωνίζονταν για έναν καλύτερο κόσμο. Το στίγμα για την ουμανιστική παρακαταθήκη του και για το μέλλον, θεωρώ πως μας το δίνει ο ίδιος με τα παρακάτω λόγια του:

 

«Αυτό που σήμερα προέχει είναι η πίστη στη φυσική ενότητα της ανθρωπότητας με στόχο την επίτευξη, μέσω του ορθού Λόγου, ενός νέου ανθρωπισμού. Είναι ανάγκη να ξεπεραστούν οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια πραγματική διανθρώπινη και διαπολιτισμική επικοινωνία. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε, ότι ο προορισμός της ζωής στη γη είναι κοινός, πέρα από φυλές, τάξεις, έθνη και φύλα, γιατί μόνον έτσι είναι δυνατό να επικρατήσει η ανθρώπινη αλληλεγγύη και να θεμελιωθεί η παγκόσμια κοινότητα ανθρώπων. Χρειαζόμαστε γι’ αυτό ένα νέο πολιτικό Διαφωτισμό, απελευθερωμένο από τις ταξικές αγκυλώσεις της αστικής κοινωνίας. Έναν ορθολογικό Ουμανισμό χωρίς ευρωκεντρικές παρωπίδες, που θα αντανακλά τις ανάγκες της ανθρωπότητας στο σύνολό της και δεν θα καταδικάζει δισεκατομμύρια συνανθρώπων μας στην πείνα και στην εξαθλίωση, χάριν της μονομερούς προώθησης του τεχνικού πολιτισμού που στερείται οραμάτων και αξιών. Η διαλεκτική της προόδου, όπως αυτή εξελίσσεται μέσα από τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν οδηγεί σε καμιά περίπτωση στη χειραφετημένη κοινωνία της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ωστόσο να σώσουμε την έννοια της προόδου, αφού πρώτα την απαλλάξουμε από το ζουρλομανδύα της ξέφρενης και ανεξέλεγκτης επιστημονικοτεχνικής επανάστασης, υποτάσσοντάς την στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου»,

αναφέρεται στο: Ζήσης Παπαδημητρίου, Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, σελ. 133-134.

 

Επιμύθιο

 

Ο Ζήσης Παπαδημητρίου τίμησε όσο λίγοι την ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου, δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από τίτλους, δεν χάιδεψε αυτιά για ψήφους και εξουσίες και αξιώματα και δεν κράτησε τη γνώμη και τη γνώση του για τον εαυτό του, αλλά την κατάθεσε με παρρησία και σε κάθε ευκαιρία στο δημόσιο διάλογο, με την ελπίδα και την αγωνία της αναζήτησης της κοινής και αντικειμενικής αλήθειας για το κοινωνικό ζήτημα. Μπορεί να μην συμφωνούσες πάντα, μπορεί ακόμα και να διαφωνούσες μαζί του σε επιμέρους ζητήματα, αλλά γνώρίζες πως είναι ένας ευθύς και προσγειωμένος άνθρωπος, ένας καλοπροαίρετος και απολαυστικός συνομιλητής που τιμά το συνομιλητή του και με το εύρος και το βάθος των γνώσεών του και τη συγκροτημένη άποψή του προσθέτει αξία στο διάλογο. Προσωπικά του οφείλω ευγνωμοσύνη για τη πολύχρονη γόνιμη συνεργασία μας και γιατί με τίμησε με τη φιλία του και εκφράζοντας τα εγκάρδια συλλυπητήριά μου στην Κριστιάνε και στον Αλέξη, του εύχομαι καλό ταξίδι στην ιστορία της επιστήμης, του τόπου που τον γέννησε και της χώρας που με πραγματική αφοσίωση και δημιουργικότητα υπηρέτησε.

Στη ζωή του ο Ζήσης, απαλλαγμένος από σκοταδιστικούς μύθους και εξουσιαστικές ιδεολογίες πορεύτηκε όρθιος και αντιμετώπισε δυό βασικούς εχθρούς, τον καπιταλισμό και τον καρκίνο, εχθρός της ανθρωπότητας συνολικά ο πρώτος, εχθρός της ανθρωπότητας ατομικά ο δεύτερος. Ο αγώνας ενάντια και στους δυό συνεχίστηκε με αποφασιστικότητα και με αξιοπρέπεια, μέχρι το τέλος της διαδρομής του. Θα περιοριστώ σ’ αυτά τα λίγα για τη γεμάτη κίνηση, δράση και δημιουργία ζωή του Ζήση Παπαδημητρίου, ενδεικτικά για την κοσμοαντίληψή του και για τη φιλοσοφία ζωής που τον έκανε Πολίτη του Κόσμου, με την έννοα του αγωνιστή στη θεωρία και στην πράξη τόσο για την καθημερινότητα όσο και για το μέλλον των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, για ένα καλύτερο κόσμο.

 

Επίλογος

 

Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, δεν μένει πια εδώ ως φυσική, αλλά ως ζωντανή πνευματική παρουσία. Επιθυμία του ήταν να καεί και η στάχτη του να μεταφερθεί στην Φραγκφούρτη.

Καλό σου ταξίδι στις μνήμες των ανθρώπων που, στη συναρπαστική και γόνιμη διαδρομή σου, γνώρισες, που δίδαξες, που αγάπησες, που συνεργάστηκες και που τίμησες με τη φιλία σου ακριβέ μου φίλε και συναγωνιστή Ζήση. Ας είναι αιώνια η μνήμη σου.

Κώστας Λάμπος

Κώστας Καρυωτάκης(1896-1928): Ένας «Ιδανικός Αυτόχειρας»

Κώστας Καρυωτάκης(1896-1928)

Ένας «Ιδανικός Αυτόχειρας»

Ο Κώστας Καρυωτάκης έφερνε μέσα του συνυφασμένο το κενό. Την ανικανοποίηση. Μια μαρτυρική δίψα. Μια εφιαλτική αναζήτηση, που έπαιρνε σ’ όλη τη σύντομη ζωή του τη μορφή βαριάς αρρώστιας. Αλλά καθώς τη βασανιστική αυτή ψυχοσύνθεση την έφερνε μέσα του, γι’ αυτό δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτήν.  Λένε πως «η τελευταία μετάθεσή του στην Πρέβεζα του έδωσε τη χαριστική βολή». Όχι! Του έδωσε μόνον την επιθυμητή λύτρωση…

 00000000000018



«Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους,

Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.

Η ευτυχία μου σκέπτομαι, θα ‘ναι

ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,

ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,

λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα

Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη, χωρίς ύφος,

πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)

Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου

κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.

Σ’ όλα τα κλίματα, σ όλα τα πλάτη,

αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,

έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω

τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.

Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,

πολύ θ’ αρέσω.

Εμβατήριο Πένθιμο και κατακόρυφο

Κώστας Καρυωτάκης

«Και μόνον αυτό το ποίημα αν είχε γράψει, θα έφτανε για να τον καθιερώσει μεγάλο ποιητή», έγραψε για το ‘Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο’ ο Αυγερής.

kariot1

 ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται,
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος, οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη,
ο ήλιος, θάνατος μες τους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος, που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκόνταρχια Πρεβέζης,
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμές τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους 
αυτούς, ένας επέθανε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Καρυωτ

Στις 21 Ιουλίου 1928, σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο σημαντικότερος ποιητής της Γενιάς του 1920, ο «μεγάλος ποιητής» όπως τον αποκάλεσε ο άλλοτε αρνητής του Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει τέλος στη ζωή.

Ένα μικρό βιογραφικό

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στη Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου του 1896. Ο πατέρας του, Γεώργιος Καρυωτάκης, ήταν νομομηχανικός. Μητέρα του ήταν η Κατήγκω Σκαγιάννη. Ο Καρυωτάκης ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας, είχε μια μεγαλύτερη αδερφή τη Νίτσα και ένα μικρότερο αδερφό το Θάνο. Ο πατέρας του ήταν φιλομοναρχικός. Στη ταραγμένη περίοδο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα ήταν πάγια πρακτική, η μετάθεση δημοσίων υπαλλήλων ανάλογα με τα πολιτικές τους θέσεις. Έτσι οι οικογένεια Καρυωτάκη άλλαζε συχνά τόπους διαμονής. Λευκάδα, Πάτρα, Λάρισα, Καλαμάτα, Αργοστόλι, Αθήνα και Χανιά ήταν οι πόλεις που ο Καρυωτάκης έζησε τα παιδικά του χρόνια. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1917.

Αρχικά προσπάθησε να ιδιωτεύσει στη δικηγορία, όμως οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά και έτσι οδηγήθηκε στη σιγουριά του δημοσίου, μια επιλογή που θα σημαδέψει τη ζωή του. Θεσσαλονίκη, Σύρος, Άρτα και Αθήνα ήταν η μετεφηβική και επαγγελματική του διαδρομή. Το 1928 αποσπάστηκε στη Πάτρα και λίγο αργότερα στη Πρέβεζα. Αυτός θα είναι και ο τελευταίος του σταθμός. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Καρυωτάκης γράφει τον επίλογο της ζωής του. Ο Καρυωτάκης πρόλαβε να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων» (1919), «Νηπενθή» (1921), «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927) αλλά και αρκετά πεζά και μεταφράσεις.

Εφημερίδα_Εμπρός_(1928)

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ηταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ίδρως, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημιά των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Oλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος..  

Ιδανικοί Αυτόχειρες, Κώστας Καρυωτάκης

Καριωτάκης-Πολυδουρη

Η μοιραία μέρα

Το 1928 ο Καρυωτάκης βρίσκεται σε μεγάλη απόγνωση. Ίσως να τον είχε επηρεάσει και το ότι έπασχε από σύφιλη. Η αλληλογραφία του με συγγενείς δείχνει την απέχθεια του προς την τοπική κοινωνία της Πρέβεζας και τον επαρχιώτικο τρόπο ζωής. Η απόφαση είχε παρθεί. Στις 21 Ιουλίου του 1928, αγόρασε ένα περίστροφο και επισκέφθηκε ένα τοπικό καφενείο. Πέρασε ώρες μόνος του, καπνίζοντας (Μια μέρα πριν, είχε επισκεφθεί το Μονολίθι και αποπειράθηκε, μάταια, επί 10 ώρες να πνιγεί). Φεύγει αποφασισμένος από το καφενείο και καταλήγει στη παρακείμενη παραλία του Άγιου Σπυρίδωνα. Κάθεται κάτω από έναν ευκάλυπτο και δίνει τέλος στη ζωή του. Στη τσέπη του βρέθηκε ένα σημείωμα που έγραφε:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

tumblr_mh8ytcHIy81qlny4mo3_400

Οι στίχοι του, κομμάτια της ζωής του

Στον Καρυωτάκη έχουν προσδώσει διάφορους χαρακτηρισμούς όπως μισάνθρωπος, πεσιμιστής και άλλα διόλου τιμητικά. Επιφανειακά και μόνο, κρύβεται μια αλήθεια σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Ο Καρυωτάκης σε αρκετές περιπτώσεις αποξενώθηκε, όχι όμως επειδή μίσησε τους ανθρώπους αλλά επειδή μίσησε την εποχή του. Ζητούσε την επανάσταση ακόμα και αν ήξερε πως «το λεύτερο που εσκέφτηκε τραγούδι ποτέ δε θα ειπωθεί». Η ζωή του ήταν μια συνεχής μάχη με την άρρωστη νοοτροπία εκείνης της περιόδου.

Βίωσε την Ελλάδα της «βρομιάς», του χαμηλού επιπέδου ζωής, των αξιοθρήνητων και οκνηρών δημοσίων υπαλλήλων που «παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους, σκέπτονται το συνάλλαγμα, τους ώμους σηκώνοντας οι καημένοι». Ο ίδιος υπήρξε δημόσιος υπάλληλος και αυτό τον τσάκισε. Ο Καρυωτάκης ήθελε να αποτραβηχτεί από τη κοινωνία του, και αυτή συχνά του θύμιζε πως ζει μέσα της. Έπρεπε πρώτα να έρθει σε ρήξη με τον ίδιο του τον εαυτό.

«Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό, ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό, άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια» γράφει στο ποίημα του Ανδρείκελα. Δεν παραιτήθηκε από τη ζωή. Πάλεψε να γλεντήσει τη καθημερινότητα ακόμα και αν αυτή, φάνταζε οδυνηρή «Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό κι εμείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ,όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό και μέσα μας τον άδη».

Ο έρωτας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Η πρώτη του αγάπη ήταν η Άννα Σκοδρύλη, την οποία γνώρισε ως έφηβος στα Χανιά. Η δεύτερη, και πιο γνωστή, ήταν η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Με τη τελευταία συνδέθηκε ενώ ακόμα δεν είχε ξεχάσει τη πρώτη. Η Πολυδούρη, σε μια απόδειξη απόλυτης αγάπης του ζητάει να παντρευτούν ενώ γνώριζε πως ο Καρυωτάκης έπασχε από σύφιλη.

Υπήρχαν όμως και οι γυναίκες που του δημιουργούσαν αποστροφή «Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια. Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών. Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια». Η ποίηση του σκοτεινή, καταραμένη, όπως των ποιητών που αγάπησε «των Πόε των δυστυχισμένων και των Μπωντλαίρ που εζήσανε νεκροί».

«Φθονούσε» την αθανασία τους, πίστευε πως «μάταια στιχουργούσε» όμως ο Κώστας Καρυωτάκης άλλαξε μια για πάντα την Ελληνική ποίηση. Όσοι μέσα από τους στοίχους του ένιωσαν τι θα πει «νηπενθές» του έδωσαν μια θέση δίπλα στους ήρωές του.

Scan0057

Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…

Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.

Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.

…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.  

Ωχρά Σπειροχαίτη, Κώστας Καρυωτάκης

Καρ

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

bogomiloi-exofyllo-1-low-1

Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003): Ο ΜΕΓΑΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΑΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ηλίας Πετρόπουλος (1928-2003)

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΑΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ  

«Και είπα στην γυναίκα μου: Όταν ψοφήσω στο Παρίσι, να κάψεις το κουφάρι μου στο κρεματόριο και να ρίξεις τις στάχτες μου στον υπόνομο. Τέτοια είναι η διαθήκη μου.» Ηλίας Πετρόπουλος

 

PETROPOULOS4

Ο Ηλίας Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928,  σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο  Θεσσαλονίκης  και εγκαταστάθηκε στο  Παρίσι 1973. Πέθανε το 2003.

Επίμονος ερευνητής των λαϊκών φραστικών επινοήσεων αλλά και πιστός στην πολυτονική γραφή, συστηνόταν ως λαογράφος και έψεγε με το ύφος του τον καθωσπρεπισμό του «πολιτικά ορθού». Το έργο του αναδίδει μια αίσθηση καθολικού ανθρώπου. Δεν θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε ιστορικό, λαογράφο, γλωσσολόγο, εικαστικό καλλιτέχνη, φωτογράφο – εν τέλει έναν ελευθέριο στοχαστή-ερευνητή που το έργο του αξίζει ευρύτερης προσοχής. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ‘Έλληνας Μπουκόφσκι».
16530779.limghandler

«Σύμφωνα με τη γνώμη κάποιων βιαστικών λαογράφων και γλωσσολόγων, ο λαός μας έπαψε να πλάθει παροιμίες και φραστικά κλισέ. Είμαι αναγκασμένος να τους διαψεύσω. Το γήπεδο, ορισμένοι επαγγελματίες (π.χ. οι σοφεράντζες), το μπαρ, οι σημερινοί νέοι, ο κόσμος των ομοφυλοφίλων, ο στρατός και άλλα κοινωνικά γκρουπ γεννοβολούν λογής-λογής τυποποιημένες εκφράσεις. Δεν είναι της στιγμής να μιλήσω γενικότερα. Θα ήθελα, τώρα, να αραδιάσω λίγες άγνωστες παροιμίες και φραστικά κλισέ που χρησιμοποιούσαν (ή χρησιμοποιούν ακόμη) τα Παιδιά της Φάρας.»

Χαρακτηρισμένος ως εθνολόγος του περιθωρίου και ερευνητής του ασήμαντου, κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του.

«Αγαπώ τα τσογλάνια και τους κλέφτες και τις πουτάνες και τους χασικλήδες και τους ρεμπέτες και τους πούστηδες και τους τεμπέληδες γιατί καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στο ποινικό μητρώο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών»

elias_petropoulos

Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ο Ηλίας Πετρόπουλος έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό με το βιβλίο του Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη ενώ αναμφισβήτητη είναι και η αξία της πρώτης ρεμπετολογικής μελέτης στην Ελλάδα που ακόμα και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεμπέτικου-τρόπου ζωής του περιθωρίου.

oldphotospetropoulos_-_paris1378303095

Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου. Αμφισβητούσε τα πάντα, δεν πίστευε σε κανένα θεσμό (θρησκεία, στρατό, πολιτικές παρατάξεις). Λογοκρίθηκε και καταδικάστηκε τέσσερις φορές από τα ελληνικά δικαστήρια για τον  αναρχικό, μηδενιστικό χαρακτήρα των γραπτών του. Για το βιβλίο του Τα ρεμπέτικα τραγούδια, που δεν έφερε σφραγίδα λογοκρισίας, η χούντα τον καταδίκασε σε πεντάμηνη φυλάκιση το 1968, όπως και για τα Καλιαρντά το 1972 και για το κείμενό του Σώμα, που δημοσίευσε στο περιοδικόΤραμ. Δηλωμένος άπατρις, αναρχικός και άθεος κατόρθωσε έπειτα από απαίτηση του να αποκτήσει αστυνομική ταυτότητα το 1972- εν μέσω δικτατορίας- με τον τελευταίο προσδιορισμό.
Untitled-29_16

«Ο πανεπιστημιακός είναι ένας στοχαστής που δεν ονειρεύεται ποτέ. Μας κυβερνούν οι πλαστές ιδέες, που εμπορεύονται τα πανεπιστήμιά μας. Ο καθηγητής είναι σοβαρόν ζώον. Η σοβαροφάνεια κρύβει το καρδιοχτύπι της μηδαμινότητας».

18--carnival

Αποσπάσματα από συνέντευξη:

Ποιοι είναι οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;
«Δεν νομίζω ότι έχω δεχθεί συγκεκριμένες επιρροές από συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο θεωρητικός οπλισμός μου και η ποιητική μου παιδεία βασίζεται κυρίως στην ελληνική και νεοελληνική γραμματολογία. Η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Δουλεύω με αυτή τη γλώσσα. Για να μάθω καλά ελληνικά έπρεπε να μελετήσω προσεκτικά πώς μιλάει ο λαός μας και έπρεπε να διαβάσω τους έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Από τους παλιούς αγαπώ τον Καβάφη, τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό. Δεν μου αρέσει καθόλου μήτε ο Καζαντζάκης, μήτε ο Ρίτσος. Προτιμώ άλλους: τον Αναγνωστάκη, τον Καρούζο, τον Εμπειρίκο, τον Γονατά, τον Ελύτη…»
Και από τους ευρωπαίους;
«Απεχθάνομαι το περιβόητο esprit francais. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι γάλλοι συγγραφείς που αγαπώ. Και πριν απ’ όλους τον Σταντάλ. Θαυμάζω τους ρώσους κλασικούς, την αμερικάνικη λογοτεχνία εν γένει, καθώς και την αγγλική, τους μεγάλους ιταλούς συγγραφείς, ορισμένους σκανδιναβούς (τον Κνουτ Χάμσουν, τον Στρίνμπεργκ), ορισμένους γερμανούς (λέω «ορισμένους» γιατί λόγου-χάρη ο Τουχόλσκι με εντυπωσιάζει περισσότερο από τον Μπρεχτ)».

Εσείς αντιδράσατε γράφοντας ενάντια στον επίσημο ελληνικό σοβινισμό. Πώς ερμηνεύετε την εμφάνισή του;
«Πιστεύω ότι ο ρατσισμός είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και ότι είναι αδύνατον να τον ξεριζώσουμε. Και ακριβώς γι’ αυτό, απαιτείται ένας συνεχής και έντονος αγώνας εναντίον του ρατσισμού, που, ως γνωστόν, εμφανίζεται με πολλές μορφές. Ο νεοελληνικός ρατσισμός οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, στην παιδεία μας που οδηγεί τα ελληνόπουλα στην παρανοϊκή αντιμετώπιση της βαλκανικής πραγματικότητας. Νομίζω ότι, το καλύτερο αντίδοτο κατά του ρατσισμού είναι η βαθιά γνωριμία μεταξύ των λαών.

Όσο για τους τάφους των βογομίλων της Βεύης, τους είδα με τα μάτια μου και τους εδημοσίευσα και στην Αθήνα και στο Παρίσι. Εννοείται πως η Μελίνα Μερκούρη δεν απάντησε ποτέ ούτε στην επίσημη επιστολή μου, ούτε στα άρθρα μου. Έτσι, η ψευτοσοσιαλίστρια υπουργίνα «απόδειξε» πως οι σλάβοι δεν πατήσανε ποτέ το «ιερόν έδαφος» της Ελλάδας!»

bogomilski-grobista Vevi Florina
Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από την περίοδο της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα;
«Η δικτατορία των συνταγματαρχών ήτο περισσότερο γελοία, παρά σκληρή. Ναι, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις βασανισμού. Αλλά, όταν ο Καραμαλής ήταν πρωθυπουργός είχαμε πολύ περισσότερους βασανισμούς. Με την μικρή διαφορά ότι, τότε, εβασάνιζαν τους κομουνιστές, ενώ ο Παπαδόπουλος «απετόλμησε» να βασανίζει πολίτες «πρώτης κατηγορίας» που ανήκαν στο Κέντρο, ή και στην Δεξιά. Αυτοί οι μπουρζουάδες, όταν βρέθηκαν στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, ανακάλυψαν κα-τά-πλη-κτοι ότι η Αστυνομία είχε το «δικαίωμα» να βασανίζει, χρησιμοποιώντας επί τούτω ειδικευμένο προσωπικό, εργαλεία κτλ. Σήμερα στην Ελλάδα επανήλθαμε στα παλιά κλασικά βασανιστήρια. Ποτέ μου δεν επίστεψα στην αφέλεια των μπουρζουάδων».

Πετροπουλοσ

……………………………………………………………….

Ο Ηλίας Πετρόπουλος άφησε ένα τεράστιο σε όγκο και αξία έργο, που η πληρότητα και ποιότητα του είναι αδιαμφισβήτητη.  

Πεζά

«Εγχειρίδιον του Καλού Κλέφτη» (εκδ.Νεφέλη-1979)

«Πτώματα, πτώματα, πτώματα…» (εκδ. Νεφέλη-1989)

«Η μυθολογία του Βερολίνου» (εκδ. Νεφέλη-1982)

9789600400519

Υπόκοσμος

«Ρεμπέτικα Τραγούδια» (εκδ. Κέδρος-1979)

«Ρεμπετολογία» (εκδ. Κέδρος-1968)

«Τα Μικρά Ρεμπέτικα» (εκδ. Νεφέλη-1968)

«Το Άγιο Χασισάκι» (εκδ. Νεφέλη-1987)

«Της Φυλακής» (εκδ. Νεφέλη-1975)

«Το Μπουρδέλο» (εκδ. Νεφέλη-1980)

«Υπόκοσμος και Καραγκιόζης» (εκδ. Γράμματα-1978)

«Καπανταήδες και Μαχαιροβγάλτες» (εκδ. Νεφέλη-2001)

«Παροιμίες του Υποκόσμου» (εκδ. Νεφέλη-2002)

Λεξικά

«Γλωσσάριο των Ρεμπέτηδων» (εκδ. Κέδρος-1968)

«Καλιαρντά» (εκδ. Νεφέλη-1971)

1

Ενδυματολογία

«Η φουστανέλα» (εκδ. Νεφέλη-1987)

«Η Τραγιάσκα» (εκδ. Πατάκη-2000)

Λαογραφία

«Ο Τούρκικος Καφές εν Ελλάδι» (εκδ. Νεφέλη-1979)

«Ο Μύσταξ» (εκδ. Νεφέλη-1989)

«Ψειρολογία» (εκδ. Νεφέλη-1979)

«Η Ονοματοθεσία Οδών και Πλατειών» (εκδ. Πατάκη-1995)

«Το Ταντούρι και το Μαγκάλι» (εκδ. Νεφέλη-1994)

«Καρέκλες και Σκαμνιά» (εκδ. Νεφέλη-1988)

«Η Εθνική Φασουλάδα» (εκδ. Νεφέλη-1993)

«Τα Σίδερα. Η Λάσπη. Τα Μπαστούνια» (εκδ. Νεφέλη-1984)

«Ιστορία της Καπότας» (εκδ. Νεφέλη-1984)

«La voiture grecque» (Παρίσι-1976)

«La kiosque grec» (Παρίσι-1976)

«Cages a oiseaux en Grece» (Παρίσι-1976)

«Album turc» (Παρίσι-1976)

Αρχιτεκτονική

«Το μπαλκόνι στην Ελλάδα» (εκδ. Νεφέλη-1981)

«Η αυλή» (εκδ. Χατζηνικολή-1981)

«Το παράθυρο στην Ελλάδα» (εκδ. Νεφέλη-1981)

«Ελληνικές Σιδεριές» (εκδ. Νεφέλη-1981)

«Ξυλόπορτες – Σιδερόπορτες» (εκδ. Νεφέλη-1981)

«Το Μάτι του Βοδιού» (εκδ. Νεφέλη-1980)

Άρθρα

«Μικρά Κείμενα» (εκδ. Γράμματα-1980)

«Άρθρα στην Ελευθεροτυπία» (εκδ. Πατάκη-1992)

«Ο κουραδοκόφτης» (εκδ. Νεφέλη-2002)

b73789

Μεταφράσεις

«Δώδεκα Τραγουδάκια από την Παλατινή Ανθολογία» (εκδ. Νεφέλη-1980)

«Αρετίνου Ακόλαστα Σονέτα» (εκδ. Νεφέλη-1992)

«Ιωάννου Αποκάλυψις» (εκδ. Νεφέλη-1975)

Ποίηση

«Ποιήματα (1968-1991)» (εκδ. Νεφέλη-1991)

Βιογραφίες

«Ποτέ και Τίποτα» (εκδ. Νεφέλη-1993)

«Topor: Τέσσερεις Εποχές» (εκδ. Νεφέλη-1991)

Ιστορία

«Les Juifs de Salonique/In Memoriam» (Παρίσι-1983)

«Παύλος Μοσχίδης» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Γιώργος Παραλής» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Χαρακτική: Π. Τέτσης» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Γιώργος Δέρπαπας» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Μποστ» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Σταμ.Σταμ.» (άρθρα στο περιοδικό Διαγώνιος, 1958-1963)

«Ελύτης, Μόραλης, Τσαρούχης» (εκδ. Πατάκη 1998-α΄δημοσ. 1965)

«Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης» (εκδ. Πατάκη 1998- α΄δημοσ. 1958)

«Τέσσερεις Ζωγράφοι: Αντώνης (Anton)/ Βιτάσταλη/ Δουραλή/ Σουλιώτης» (εκδ. Νεφέλη-1999)

526x297-eq0

Σχέδια-Κολλάζ

«Κυρίως αυτό» (εκδ. Νεφέλη-1993)

Με τον Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλο

«Μνήμη Νίκου Καχτίτση» (αυτοέκδοση-1972)

«Επιστολαί προς Μνηστήν» (εκδ. Νεφέλη-1998)
Ηλίας Πετρόπουλος – Ένας κόσμος υπόγειος (Διάρκεια 61′)
http://www.youtube.com/watch?v=TpmNO4pVUB0

BOGOMILOI EXOFYLLO 1 LOW (1)

 

Κατερίνα Γώγου: ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

Κατερίνα Γώγου 

ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

H Kατερίνα Γώγου, η «οργισμένη ποιήτρια των Εξαρχείων», όπως την έχουν αποκαλέσει αρκετοί, γεννήθηκε σαν σήμερα, την 1η Ιουνίου του 1940 στην Αθήνα. Ξεκίνησε την καριέρα της ως ηθοποιός και αργότερα στράφηκε στην ποίηση. Οι στίχοι της μιλάνε για τους ανθρώπους, τους φίλους, την εκμετάλλευση, τα αδιέξοδα, τους χαμένους αγώνες. Αντισυμβατική και επαναστάτρια, χαμένη στους προσωπικούς της δαίμονες, αλλά πάντα ελεύθερη, η Κατερίνα Γώγου άφησε πίσω της μια σειρά ποιημάτων που έχουν γίνει τραγούδια, συνθήματα στους τοίχους, έχουν εμπνεύσει και συνεχίζουν να μας συγκινούν. Η γλώσσα της υπήρξε σκληρή και καταγγελτική, ενώ το αίσθημα οργής δεν έπαψε ποτέ να συντροφεύει τις λέξεις της.

Η Κατερίνα Γώγου έπαιξε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους, ενώ σε ηλικία μόλις 12 ετών εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, στο έργο του Αλέκου Σακελλάριου, «Ο Άλλος». Το 1977, η Κατερίνα κέρδισε το βραβείο ερμηνείας Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το ρόλο της στην ταινία «Βαρύ Πεπόνι». Λίγα χρόνια μετά, αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην ποίηση.

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
που κάνουν τραμπάλα στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μετς.
Κάνουν ό,τι λάχει.

Πλασιέ τσελεμεντέδων και εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους και ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σε καμπαρέ της Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τους στρίμωξαν και τα κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια και οινόπνευμα να κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα και δεν κοιμούνται.
Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στις ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
Πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια μανταλάκια
τις ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται ομοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
το τηλέφωνο το τηλέφωνο το τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά το ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό,τι λάχει.
Ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου… «.

κατερίνα γώγου

Η Κατερίνα Γώγου υπηρέτησε την επαναστατική, στρατευμένη ποίηση. Τα ποιήματά της αποτελούν κραυγές διαμαρτυρίας σε έναν κόσμο που ασφυκτικά δένει τους ανθρώπους του και τους σκλαβώνει. Στο μυαλό είναι ο στόχος, μας θυμίζει.

«Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρεις.
Όμως πρέπει νά ‘χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι (μου) με φοβούνται.
Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.
Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον
που λέγανε πως είσαι συ.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε πως σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο Στόχος,
το νου σου ε;»

κατερίνα γώγου

Οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε ήταν: «Τρία Κλικ Αριστερά» (1978), «Ιδιώνυμο» (1980), «Το ξύλινο παλτό» (1982) , «Απόντες» (1986), και «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (1988). Οι στίχοι της αποκαλύπτον τα προσωπικά της αδιέξοδα και την εσωτερική αγωνία που τη βασάνιζε, αφήνουν ωστόσο πάντοτε ένα μήνυμα ελπίδας και δύναμης για αυτούς που συνεχίζουν να αγωνίζονται.

Θα’ ρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ είσαι η ελπίδα.
Άκου θα’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω.
Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε
δε θα’μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες.
Να φυλάξεις μονάχα
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές
απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί.
Και θα έρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά-
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο:
“Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος”!
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

Η Κατερίνα Γώγου αυτοκτόνησε σε ηλικία 53 ετών στις 3 Οκτωβρίου του 1993, λαμβάνοντας υπερβολική δόση χαπιών και αλκοόλ. Δεν μπορούσε να αντέξει άλλο τον κόσμο γύρω της που την έκανε να ασφυκτιά απελπιστικά.

«Η Κατερίνα ένιωθε σαν αγρίμι παγιδευμένο, ήταν διαρκώς σε διωγμό. Τελικά δεν άντεξε και έφυγε… άφησε όμως πίσω τα ποιήματά της που μιλούν ακόμη για εκείνη, με φοβερή δύναμη και άσβηστο πάθος…» σύμφωνα με τον σκηνοθέτη Ν. Κούνδουρο.

katerina_gogou_0

25 Μαΐου

Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
«έτσι»  «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις προβοκάτορας.

44918-katerinagogoup-_aegina_86

Ο «Μαγιακόφσκι της Πλατείας Εξαρχείων»

Σύχναζε στα Εξάρχεια και τασσόταν υπέρ του αντιεξουσιαστικού χώρου με κάθε τρόπο διαμαρτυρίας. Συνελήφθη πολλές φορές, ανακρίθηκε και εξευτελίστηκε. Στις 18/03/1991, έγραψε ένα γράμμα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με τον τίτλο «Ξεχάσατε τον Πετρόπουλο», στο οποίο εξέφραζε την αλληλεγγύη της προς τον αναρχικό Κυριάκο Μαζοκόπο και τον ποιητή Γιάννη Πετρόπουλο που βρίσκονταν στη φυλακή.

Όταν η 17Ν σκότωσε στο Παγκράτι δύο αστυνομικούς, η Γώγου δέχτηκε τα μεσάνυχτα την επίσκεψη δύο αστυνομικών, που έσπασαν την πόρτα του σπιτιού της και την πήραν μαζί τους σαν ύποπτη. Ένας αυτόπτης μάρτυρας είχε καταθέσει ότι είδε μια γυναίκα να φεύγει τρέχοντας από τον τόπο του εγκλήματος και η αστυνομία κατέληξε σε κείνη, χωρίς να έχει αποδείξεις ή να μπορέσει εκ των υστέρων να επιβεβαιώσει οποιεσδήποτε υποψίες. Οι σχέσεις της με τις αστυνομικές αρχές ουδέποτε υπήρξε καλή, το 1986 είχε κάνει μάλιστα και μήνυση στον υπουργό Δημόσιας Τάξης επειδή κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης χτυπήθηκε από αστυνομικούς. «Από τη στιγμή που δεν μας αφήνουν να φτιάξουμε τη ζωή, θα χαλάσουμε αυτό που υπάρχει και θα βγει το καινούργιο μετά» δήλωνε η ίδια.

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί…ε;…μίαν άλλη μέρα…»

Κατερίνα Γώγου

ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ: Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΩΝ

ΑΛΑΜΠΟΥΡΝΕΖΙΚΑ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΩΝ

 Γράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

 

??????????????????????????????????

 

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»; Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…».

ntinos xristianopoulos

Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»; Αυτά είναι ακατανόητα και γι’ αυτόν που τα γράφει και γι’ αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα.

Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε. Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.

θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν; Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.

RebelPoet_mainpic-694x460

Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;

Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ’ αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!

Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:
«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Christian 1
Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς; Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση». Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις; Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος; Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου». Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ’ αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.

Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.

Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν’ αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα); «Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ’ όλα τ’ άλλα που μας είπε παραπάνω;

Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής…

Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω: «…μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;

Crhistian 4

Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:
«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του…
Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».
(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)

Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα.

Τα κακά επομένως είναι δύο:
1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.

Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού. Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν’ ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση. Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή…

xristian

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι Θεσσαλονικιός ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του λογοτέχνη είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Το κείμενο είναι διασκευασμένο απόσπασμα από συζήτηση με τον επίσης συγγραφέα Περικλή Σφυρίδη («Αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», πρώτη έκδοση 1990).

Αρέσει σε %d bloggers: