Category Archives: ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ – CINEMA

Αδελφοί Μανάκη: Οι πρωτεργάτες του ελληνικού και βαλκανικού κινηματογράφου

Αδελφοί Μανάκη

Οι πρωτεργάτες του ελληνικού και βαλκανικού κινηματογράφου

isis-women-terrorists-3Πρωτοπόρος κινηματογραφιστής και φωτογράφος στο χώρο των Βαλκανίων ο Μίλτος Μανάκης, γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1882 στο βλάχικο χωριό Αβδέλα Γρεβενών. Με το φακό του κατέγραψε πολύ σημαντικές στιγμές στην περίοδο των έντονων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών στα Βαλκάνια.

Το πρώτο βήμα για τους αδελφούς Μανάκη, έγινε το 1898 στα Ιωάννινα, όπου άνοιξαν φωτογραφείο αλλά μετά από διώξεις που υπέστησαν από τις Οθωμανικές Αρχές μετέφεραν το ατελιέ τους στο Μοναστήρι (Μπίτολα, πόλη της νοτιοδυτικής ΠΓΔΜ).

Η αγορά της πρώτης κινηματογραφικής μηχανής

Η πρώτη μεγάλη πόλη που επισκέφθηκαν ήταν η Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1905. Την ίδια χρονιά πήγαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί τους δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθούν στο γύρισμα μιας ταινίας και, με αυτό τον τρόπο, να μαγευτούν από τον κινηματογράφο.

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί «στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας καταλάβαμε ότι στην Αγγλία και στη Γαλλία πουλάνε μηχανές για γύρισμα “ζωντανών φωτογραφιών”. Αυτή η είδηση για εμάς, εκείνη την εποχή, ήταν απίστευτη και μας προκάλεσε σοκ, παρόλο που δε μας άφηνε περιθώρια για υποψίες, αφού μάλιστα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την προβολή μιας ταινίας μικρού μήκους. Οι άνθρωποι σε αυτές τις ταινίες θύμιζαν ένα είδος μαριονέτων, επειδή οι κινήσεις τους ήταν διακεκομμένες. Και θύμιζαν, θα έλεγα, εκείνες τις σκηνές, που τα χέρια και τα πόδια (των μαριονέτων) τα τραβούσαν με το σκοινί. Αυτό, όμως, δε στάθηκε εμπόδιο ώστε να μας απορροφήσει η ταινία, να μας γεμίσει αισθήματα και να μας καταμαγέψει. Ο Γιαννάκης δεν μπορούσε πλέον να αποβάλλει με τίποτε την επιθυμία που τον είχε καταλάβει. Δεν ήθελε να γυρίσει στην Μπίτολα χωρίς αυτή την κινηματογραφική μηχανή. Ακόμα και στον ύπνο του παραμιλούσε για αυτήν. Και μέχρι που να γυρίσω εγώ στο σπίτι εκείνος ξεκίνησε για το Λονδίνο, απ’ όπου έφερε την κινηματογραφική μηχανή Bioscop». Την οποία αγόρασε τελικά στο Λονδίνο.

Υφάντρες: Η πρώτη κινηματογραφική ταινία

Τα αδέλφια Μανάκη γύρισαν το 1905, στο χωριό τους, την πρώτη κινηματογραφική ταινία στα Βαλκάνια τις περίφημες «Υφάντρες». Πρωταγωνίστρια της πρώτης και σύντομης σε διάρκεια ταινίας τους ήταν η γιαγιά τους κυρά-Λουκία Μανάκη, ετών 117, που έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό.

maxresdefault

Το δεύτερο σε σειρά ντοκιμαντέρ τους «Το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο» ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαϊκοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα απαθανατίζεται το υπαίθριο ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό.

Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκη με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο «Βλάχικος γάμος» και η «Εμποροπανήγυρις».

Ήταν εύκολο να φωτογραφίζουν και να κινηματογραφούν ακόμη και στις περιοχές όπου υπήρχαν αντάρτες (Νεότουρκοι) επειδή είχαν πολύ καλές σχέσεις με την αυλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, ανάλογα χαρτιά και φιρμάνια.

Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί κινηματογράφησαν και την απελευθέρωση της πόλης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αν και υπάρχουν γι’ αυτό επιφυλάξεις. Το διάστημα 1916-1919 ο Γιαννάκης Μανάκης ήταν εξόριστος στη Φιλιππούπολη, γιατί μέσα στο φωτογραφείο τους είχαν βρεθεί όπλα και πυρομαχικά και γι’ αυτό είχε κατηγορηθεί ως κατάσκοπος από τους Βούλγαρους. Στο βουλγαρικό Πλόβντιφ λειτούργησε εκείνο το χρονικό διάστημα φωτογραφείο των Μανάκια. Ο Γιαννάκης φωτογράφησε μάλιστα τότε εκεί και το βασιλιά Φερδινάρδο.


Ο Μίλτος Μανάκης στη Μπίτολα.

Επιχείρηση κινηματογράφος «Μανάκια»

Μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Μανάκη επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μοναστήρι αποφασίζοντας να δημιουργήσουν την δική τους κινηματογραφική αίθουσα.

Στις 7 Ιουλίου 1921 πήραν την άδεια και νοίκιασαν μια γεννήτρια από το βλάχο Χρήστο Κίργιο ή Κυρατζή, ο οποίος είχε τυπογραφείο, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τον κινηματογράφο τους. Υπέγραψαν τη συμφωνία στις 9 Αυγούστου 1921 και δανείστηκαν μια μηχανή προβολής από τον Κώστα Τσιόμο, βλάχος και αυτός, που ήταν ένας από τους κυριότερους διανομείς ταινιών στη Μακεδονία.

page29

Ένα χρόνο αργότερα, το 1922, το φθινόπωρο, απέκτησαν τη δική τους αίθουσα που την έκτισαν σε ένα οικόπεδο που το αγόρασαν από το Θεσσαλονικιό Λουκά Βρέττα. Αγόρασαν δικά τους μηχανήματα, συνεταιρίστηκαν με άλλους συμπατριώτες τους, όμως επειδή οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, το 1927 αποχώρησαν από την επιχείρηση οι άλλοι και έμεινε μόνο σε αυτούς ο κινηματογράφος «Μανάκια». Με αυτό τον τρόπο θεμελίωσαν την επιχείρησή τους. Δυστυχώς η αίθουσά τους καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, το 1939.


Ο κινηματογράφος «Μανάκια».

Μετά την καταστροφή της κινηματογραφικής τους αίθουσας τα δύο αδέρφια χώρισαν. Ο Γιαννάκης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στη Ρουμάνικη Εμπορική Σχολή και εργαζόταν ως φωτογράφος στην παραλία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε γλυκιά φυσιογνωμία, έξυπνος αλλά μοναχικός, με καλλιτεχνικές αγωνίες και θρήσκος. Ο Γιάννης Μανάκης πέθανε σε ηλικία 76 ετών στη Θεσ/νίκη στις 19/5/1954, συντετριμμένος μετά και από το θάνατο του γιου του Δημήτριου σε ηλικία 22 ετών. Στο τέλος της ζωής του ήταν έρημος και πάμπτωχος.

Τα τελευταία χρόνια

Ο Μίλτος Μανάκης έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, εργαζόμενος ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Ευτύχησε μάλιστα να δει το πρόσωπό του σε γραμματόσημο που εκδόθηκε προς τιμήν του.

Για τους Γιουγκοσλάβους υπήρξε εθνικός κινηματογραφιστής και παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον στρατάρχη Τίτο τον οποίο άλλωστε είχε φωτογραφήσει. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξινομώντας τις χιλιάδες φωτογραφιών και τις δεκάδες ταινιών που δημιούργησαν τα δύο αδέλφια. Ο Μίλτος ως το τέλος της ζωής του λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Πέθανε στα Μοναστήρι στις 5 Μαρτίου 1964 σε ηλικία 82 ετών, όπου και θάφτηκε με τιμές που του απέδωσε το γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο.


Το σπίτι του Μίλτου Μανάκη στο Μοναστήρι.

Κατά την διάρκεια των δημιουργικών τους χρόνων οι αδελφοί Μανάκια έφτιαξαν ένα αρχείο με περισσότερες από 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500 μέτρων. Το αρχείο αυτό πουλήθηκε σε δύο δόσεις – και μετά από πολλές περιπέτειες – στο «Αρχείο της Μακεδονίας», ένα ίδρυμα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ιστορικού Αρχείου της Μπίτολα. Οι ανεκτίμητες αυτές καταγραφές μιας εποχής και κάποιων συνθηκών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί είχαν μείνει εν πολλοίς άγνωστες στην Ελλάδα μέχρι σχετικά πρόσφατα.

photo_verybig_20297

Επιμέλεια: Τόνια Γκόρου – http://www.tvxs.gr

balkania

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ AMEΣΑ ΤΑ «ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ»;
 

Το βιβλίο (400 σελίδες) κανονικά στοιχίζει 20 ευρώ, αλλά σας το προσφέρουμε με έκπτωση 50% (10 ευρώ).

Μαζί με τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής (μέσω ΕΛΤΑ), θα σας έρθει άμεσα στο σπίτι σας Μόνον με 17 ευρώ!

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Στοιχειωμένα Βαλκάνια”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail:  stamkos@post.com

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

balkania

«Ένα φάντασμα στοιχειωνει τον Δυτικό Πολιτισμό.

Το Φάντασμα των Βαλκανίων»

Maria Todorova, Imagining the Balkans

Άλφρεντ Χίτσκοκ: Ο διαχρονικός Mετρ του Sασπένς

Άλφρεντ Χίτσκοκ (1899-1980)

Ο Διαχρονικός Μετρ του Σασπένς

 

«Οι ξανθές αποτελούν τα καλύτερα θύματα. Μοιάζουν με άσπιλο χιόνι που επιτρέπει να φανούν καλύτερα τα αιματοβαμμένα χνάρια του δολοφόνου.» Άλφρεντ Χίτσκοκ

Γράφει ο Γιώργος Ρούσσος

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1899 στο Ιστ Εντ του Λονδίνου και πέθανε στις 29 Απριλίου του 1980 στο Λος Άντζελες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ξεκίνησε να δουλεύει σε κινηματογραφικό στούντιο του Λονδίνου το 1920 σχεδιάζοντας τους τίτλους αρχής για τις ταινίες του στούντιο. Μετά από δύο χρόνια του δόθηκε η ευκαιρία να καθίσει για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη.

Αυτό έγινε όταν ο σκηνοθέτης της ταινίας «Always Tell Your Wife» αρρώστησε ξαφνικά και ζητήθηκε από τον Χίτσκοκ να τον αντικαταστήσει, ώστε να ολοκληρωθεί η ταινία. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν από το αποτέλεσμα και του ανάθεσαν να γυρίσει την πρώτη του ουσιαστικά ταινία, που ήταν ο «Αριθμός 13», η οποία κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1922.

Ο Χίτσκοκ προσλήφθηκε στη συνέχεια από την εταιρεία Gainsborough Pictures ως σεναριογράφος, αλλά και σχεδιαστής τίτλων. Το 1925 κατάφερε να σκηνοθετήσει το «The Pleasure Garden» και αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή της καριέρας του ως σκηνοθέτης.

Είναι η λεγόμενη «Αγγλική Περίοδος» του δημιουργού, η οποία ολοκληρώνεται μετά από μια επιτυχημένη δεκαετία το ’30, με ταινίες όπως τα «39 Σκαλοπάτια» (The 39 Steps  – 1935), «Ο Άνθρωπος που Ήξερε Πολλά» (The Man Who Knew Too Much  – 1934) και «Σαμποτάζ» (Sabotage – 1936). Με το ξεκίνημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έτσι ξεκινάει η «Αμερικάνικη Περίοδος«.

Όταν ο Άλφρεντ Χίτσκοκ επισκέφθηκε το Χόλιγουντ το 1940, όλοι οι παραγωγοί των μεγάλων στούντιο του έκλεισαν την πόρτα γιατί πίστευαν ότι δε θα μπορούσε να κάνει καριέρα στον χώρο. Τελικά, ο μεγαλο-παραγωγός της εποχής Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ του πρόσφερε ένα επταετές συμβόλαιο. Αρχικά του ανέθεσε μια ταινία για τον Τιτανικό, αλλά το σχέδιο τελικά «ναυάγησε» για να δώσει τη θέση του στην ταινία «Ρεβέκκα» (Rebecca – 1940). Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίαςτου 1940, αλλά όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, το Όσκαρ πήγε στον David O. Selznick, παραγωγό και ιδιοκτήτη της Selznick International Pictures και όχι στον Χίτσκοκ.

Η δεκαετία του ’40 τον βρίσκει παραγωγικότατο, σχεδόν υπέρ του δέοντος. Οι ιδέες του ήταν τόσες, που κατέληξε να τελεί υπό την επιτήρηση του FBI, λόγω ενός σεναρίου κατασκοπείας σχετικά με το χημικό στοιχείο Ουράνιο. Οι καινοτομίες του συνεχίστηκαν με το «Rope» του 1948, ταινία που γυρίστηκε με τεράστια σε διάρκεια πλάνα – στην ουσία μ’ ένα μόνο πλάνο, καταδικασμένο όμως να γυριστεί σε δεκάλεπτες περίπου λήψεις, με όσο δηλαδή φιλμ χωρούσε εκείνη την εποχή στην κάμερα λήψης.

Για τα επόμενα 20 χρόνια, μέχρι το «Ψυχώ» (Psycho ) του 1960, ο Χίτσκοκ γύριζε τη μια ταινία πίσω από την άλλη. Ενώ το 1955 συμφώνησε να προλογίζει μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει», που διήρκεσε συνολικά δέκα χρόνια. Μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του «Ψυχώ», άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες όλο και πιο αραιά, με πιο σημαντική εξ αυτών τα «Πουλιά» (The Birds) του 1963.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ προτάθηκε συνολικά πέντε φορές για Όσκαρ σκηνοθεσίας: το 1941 (Ρεβέκκα), το 1945 (Στον Ίσκιο του Θανάτου / Ναυαγοί) το 1946 (Νύχτα Αγωνίας), το 1955 (Σιωπηλώς Μάρτυς) και το 1961 (Ψυχώ), αλλά δε το κέρδισε ποτέ. Ωστόσο η Ακαδημία αναγνωρίζοντας το λάθος της, του απένειμε το 1968, ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της προσφοράς του, στον χώρο της Έβδομης Τέχνης.

Ήταν η 40η Απονομή των Βραβείων Όσκαρ της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, κι εν λόγω βράβευση έχει καταγραφεί ως ο μικρότερος ευχαριστήριος λόγος στην ιστορία του θεσμού…

O Χίτσκοκ, προτιμούσε σχεδόν πάντα τις ξανθές πρωταγωνίστριες και ειδικά στις «femme fatales» ηρωίδες του. Οι πιο διάσημες ηθοποιοί που σκηνοθέτησε ήταν: η Τζόαν Φοντέιν, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Γκρέις Κέλι, η Κιμ Νόβακ, η Τζάνετ Λι, η Εύα Μαρί Σεντ, η Βέρα Μάιλς και η Τίπι Χέντρεν. Ενώ στις ταινίες του έχουν συμμετάσχει και οι διασημότεροι άρρενες ηθοποιοί της εποχής: Τσαρλς Λότον, Λόρενς Ολίβιε, Τζέιμς Στιούαρτ, Κάρι Γκραντ, Κλοντ Ρέινς, Γκρέγκορι Πεκ, Χένρι Φόντα, Σον Κόνερι, Μοντγκόμερι Κλιφτ και Πολ Νιούμαν.

Η αγαπημένη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν το «Shadow of a Doubt«, ενώ θεωρούσε τον σπουδαίο Ισπανό δημιουργό Λουίς Μπουνιουέλ, ως τον καλύτερο σκηνοθέτη όλων των εποχών. Ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι η πρώτη του ταινία αληθινά ήταν ο «Ένοικος». Ενώ χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι σε όλες σχεδόν τις ταινίες του μετρ του σασπένς, κάνει την εμφάνιση του και ο ίδιος ο Χίτσκοκ σε ρόλους κομπάρσου.

Τριανταπέντε (35) χρόνια από τον θάνατό του, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς αλλά και έμπνευσης για τους κινηματογραφιστές. Αφορμή γι’ αυτό είναι οι διαχρονικές δημιουργίες του, μερικές εκ των οποίων θα δούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια του αφιερώματος μας.

«Όταν ένας ηθοποιός με πλησιάζει για να συζητήσουμε τον χαρακτήρα του, του λέω ότι τα πάντα είναι γραμμένα στο σενάριο. Αν επιμένει και ρωτήσει «Μα ποιο είναι το κίνητρό μου;», του απαντώ «Ο μισθός σου»…» – Άλφρεντ Χίτσκοκ

«Notorious» (1946)

Μια όμορφη γυναίκα μ’ ένα σπιλωμένο παρελθόν (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) στρατολογείται από τον Αμερικάνο πράκτορα Ντέβλιν (Κάρι Γκράντ), για να κατασκοπεύσει μία ομάδα από Ναζί στο μεταπολεμικό Ρίο. Η κατασκοπία αυτή φτάνει να γίνεται πολύ επικίνδυνη για την ζωή της αφού δεχτεί να παντρευτεί τον πιο ευγενή από τον κύκλο των Ναζί, τον Άλεξ (Κλάουντ Ρέινς). Μόνο ο Ντέβλιν μπορεί να την σώσει, αλλά για να το κάνει θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσει τον ρόλο του. Θα πρέπει παράλληλα να αναλογιστεί την απελπιστική κατάστασή της κοπέλας, να αναγνωρίσει ότι την αγαπούσε εξ αρχής και να της το πει.

Μία θρυλική ταινία και για πολλούς η καλύτερη δημιουργία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Μια αλληγορία αγάπης και προδοσίας με τους Ίνγκριντ Μπέργκμαν και Κάρυ Γκραντ, σε εκπληκτικές ερμηνείες. Δύο σπουδαίοι ηθοποιοί στο ζενίθ της καριέρας τους, ενώ στους δεύτερους ρόλους, ο Κλάουντ Ρέινς ήταν υποψήφιος για Όσκαρ ‘Β Ανδρικής Ερμηνείας και ο Αλέξης Μινωτής, ενσαρκώνει έναν χαρακτηριστικό ρόλο. Το εξαιρετικό σενάριο του Μπέν Χέκτς (υποψήφιο για Όσκαρ) ξετυλίγεται ιδανικά από τον μετρ του είδους Χίτσκοκ, που εδώ τον συναντάμε στα καλύτερά του. Η ταινία έμεινε επίσης στην ιστορία ως η δεύτερη καιτελευταία συνεργασία της Μπέργκμαν με τον Χίτσκοκ.

Είχε προηγηθεί το «Spellbound» του 1945 – που στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Νύχτα Αγωνίας» – όπου η Μπέργκμαν πρωταγωνιστούσε στο πλευρό του Γκρέγκορι Πεκ. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, βασισμένο στο μυθιστόρημα του 1927 με τον τίτλο «The House of Dr. Edwardes», των Χίλαρι Σεντ, Τζορτζ Σόντερς και Τζον Πάλμερ. Θα ακολουθήσει η γνωριμία της Μπέργκμαν με τον Ροσελίνι και η αλλαγή της σελίδας στην καριέρας της με τις ταινίες που δημιούργησε στην Ιταλία, κάτι που όπως λέγεται ο Χίτσκοκ δεν της το συγχώρησε ποτέ…

«Σιωπηλός Μάρτυρας» (Rear Window – 1954)

Ένας ριψοκίνδυνος φωτορεπόρτερ (Τζέιμς Στιούαρτ) βρίσκεται ακινητοποιημένος, με το πόδι στον γύψο και περνάει την ώρα του παρακολουθώντας τα γεγονότα που συμβαίνουν στη γειτονιά, ώσπου ξαφνικά γίνεται αυτόπτης μάρτυρας του φόνου που διέπραξε ένας από τους απέναντι ενοίκους. Με τη βοήθεια της αγαπημένης του (Γκρέις Κέλι), θα προσπαθήσει να εξιχνιάσει το έγκλημα.

Η επιδραστικότητα της ταινίας στην ιστορία του κινηματογράφου φαίνεται καθαρά στα μοτίβα του «Σιωπηλού Μάρτυρα», που μεταφέρθηκαν τροποποιημένα από πολυάριθμους επιγόνους, από τη «Συνομιλία» του Φράνσις Φορντ Κόπολα μέχρι το «Blowup» του Μικελάντζελο Αντονιόνι και το «Πουλί με τα Κρυστάλλινα Φτερά» του Ντάριο Αρτζέντο.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ κι ο Τζέιμς Στιούαρτ συνεργάστηκαν συνολικά τέσσερις φορές. Η «Θηλιά», υπήρξε η πρώτη τους συνεργασία, η οποία όμως δεν θεωρήθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Όμως η δεύτερη συνεργασία τους, ο «Σιωπηλός Μάρτυρας», υπήρξε θριαμβευτική. Η ταινία προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ (Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Ήχου, Φωτογραφίας), χωρίς όμως να αποσπάσει κάποιο από τα χρυσά αγαλματίδια. Ενώ ο Στιούαρτ θεωρήθηκε ως ο πιο εμπορικός σταρ εκείνης της χρονιάς.

«Το Κυνήγι του Κλέφτη» (To Catch a Thief – 1955)

Ένας ασύλληπτος κλέφτης, ο οποίος πλέον έχει αποσυρθεί από το επάγγελμα, ερωτεύεται μια πλούσια Αμερικανίδα και χωρίς να το καταλάβει, καταλήγει καταζητούμενος της αστυνομίας. Ο Κάρι Γκραντ ενσαρκώνει τον Τζον Ρόμπι, έναν μετανιωμένο κλέφτη κοσμημάτων, παλιότερα γνωστό ως «Γάτο», σε αυτό το κλασικό ατμοσφαιρικό θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όταν ένα νέο κύμα κλοπών κοσμημάτων ξεσπά στα πολυτελή ξενοδοχεία της Γαλλικής Ριβιέρας, ο Ρόμπι θεωρείται ύποπτος και πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του. Στο πρόσωπο της ευκατάστατης κληρονόμου Φράνσις (Γκρέις Κέλυ) βλέπει την ευκαιρία να παγιδεύσει τον πραγματικό κλέφτη, χρησιμοποιώντας ως δόλωμα τα εκθαμβωτικά κοσμήματα της μητέρας της (Τζέσι Ρόϋς Λάντις). Το σχέδιό του ναυαγεί, η Φράνσις όμως που πιστεύει ότι είναι αθώος, προσπαθεί να του αποδείξει την αγάπη της, βοηθώντας τον να δραπετεύσει. Μέσα από κλιμακούμενες εντάσεις, ο αληθινός εγκληματίας σταδιακά αποκαλύπτεται…

Ένα από τα κλασικά φιλμ του Άλφρεντ Χίτσκοκ με δύο υπέροχους ηθοποιούς επί της οθόνης, το οποίο απέσπασε το Όσκαρ Φωτογραφίας, ενώ είχε δύο ακόμα υποψηφιότητες στις Κατηγορίες Σκηνικών και Κοστουμιών. Το φιλμ είχε προβληθεί εκείνη την χρονιά και στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας. Το «Κυνήγι του Κλέφτη» αποτελεί την πρώτη, από τις πέντε δημιουργίες του μετρ του σασπένς η οποία γυρίστηκε σε Vistavision. Συγχρόνως ήταν η τελευταία ταινία που η Γκρέις Κέλι γύρισε για λογαριασμό του Χίτσκοκ, καθώς η ηθοποιός παντρεύτηκε τον πρίγκηπα Ρενιέ του Μονακό και αποσύρθηκε. Χρόνια αργότερα ο Χίτσκοκ προσπάθησε να αναθέσει στην Πριγκίπισσα Γκρέις τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Μάρνι (Marnie, 1964), αλλά η Κέλι αναγκάστηκε να αρνηθεί καθώς οι πολίτες του Μονακό αντέδρασαν αρνητικά.

«Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά» (The Man Who Knew Too Much – 1956)

Στη διάρκεια ενός ταξιδιού για ένα ιατρικό συνέδριο, ο γιατρός Μεπν ΜακΚένα (Τζέιμς Στιούαρτ), η σύζυγος του Τζοζεφίν ΜακΚένα (Ντόρις Ντέι) και ο νεαρός γιος τους Χανκ (Κρίστοφερ Όλσεν), αποφασίζουν να επισκεφτούν κι άλλες γειτονικές περιοχές του Μαρόκο. Μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη του, ο Γάλλος Λουί Μπερνάρντ (Ντανιέλ Γκελίν), μεταμφιεσμένος ως Άραβας, πλησιάζει τον Μπεν και του ψιθυρίζει ότι σχεδιάζεται απόπειρα δολοφονίας ενός πολιτικού προσώπου στο Λονδίνο. Ο Μπεν όμως είναι διστακτικός και δε θέλει να δώσει τις πληροφορίες που έχει στις αρχές, γιατί ταυτόχρονα έχει απαχθεί ο γιος τους από ένα ζευγάρι που επίσης γνώρισαν στο ταξίδι τους.

Η ταινία “Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά”, είναι ένα θρίλερ αγωνίας του 1956, από τον μετρ του είδους, Άλφρεντ Χίτσκοκ, με πρωταγωνιστές τους Τζέιμς Στιούαρτ και Ντόρις Ντέι. Πρόκειται βέβαια, για τοριμέικ της ομότιτλης ταινίας του σκηνοθέτη που μας είχε πρωτοπαρουσιάσει το 1934. Ο Χίτσκοκ, μιλώντας για αυτές τις δύο δημιουργίες του, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, πως θεωρούσε την εκδοχή του 1934 ως τη «δουλειά ενός ταλαντούχου ερασιτέχνη», ενώ αυτή του 1956 «ενός επαγγελματία».

Οι cameo εμφανίσεις του Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι κάτι σαν υπογραφή του, στις ταινίες του. Έτσι λοιπόν, το φιλμ “Ο Άνθρωπος Που Γνώριζε Πολλά”, δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση καθώς βλέπουμε τον δημιουργό στο χρονικό σημείο 25:42 να παρακολουθεί ακροβάτες στην αγορά του Μαρόκο, λίγο πριν πεθάνει ο κατάσκοπος.

Ο Χίτσκοκ, φλέρταρε με την ιδέα ενός ριμέικ της ταινίας ήδη από το 1941, αλλά επανήλθε στο προσκήνιο το 1956. Η Paramount συμφώνησε τότε πως ήταν όντας ένα σενάριο που μπορούσε εύκολα να προσαρμοστεί στη δεκαετία εκείνη. Ο σεναριογράφος Τζον Μάικλ Χέις προσλήφθηκε με τη συμφωνία ότι δε θα έβλεπε την προηγούμενη ταινία, ούτε θα διάβαζε το σενάριο, αλλά θα δούλευε με τις οδηγίες που θα του έδινε, ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Ο Χίτσκοκ επανέφερε τον Τζέιμς Στιούαρτ ως πρωταγωνιστή και το στούντιο συμφώνησε γιατί ήθελε μια είδους σύνδεση στα δύο έργα. Ο σκηνοθέτης ζήτησε τη Ντόρις Ντέι για το γυναικείο ρόλο, παρόλο που οι παραγωγοί επιμένανε να βρεθεί μια ηθοποιός όπως η Λάνα Τέρνερ, η Γκρέις Κέλυ ή η Κιμ Νόβακ. Τελικά ο Χίτσκοκ τους έπεισε και η Ντέι πήρε τον ρόλο.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε, ότι οι πλοκές των δύο ταινιών διαφέρουν σημαντικά. Η πρώτη ανοίγει με φόντο το St Moritz, της Ελβετίας, και όχι το Μαρόκο. Το πρώτο κορυφώνεται σε μια καταδίωξη στο Λονδίνο, ενώ η σκηνή αυτή απουσιάζει πλήρως από την αντίστοιχη του 1956. Ενώ, η κόρη στην ταινία του 1934, γίνεται γιος στο ριμέικ. Η ταινία, απέσπασε Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, για το «Whatever Will Be, Will Be (Que Sera, Sera),» που ερμήνευσε μοναδικά η Ντόρις Ντέι. Για την ιστορία να πούμε, ότι το φιλμ, συμμετείχε και στο Επίσημο Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Καννών το 1956.

«Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου» (Vertigo – 1958)

Ένας αστυνομικός του Σαν Φρανσίσκο, ο Σκοτ Φέργκιουσον (Τζέιμς Στιούαρτ), φεύγει από το Σώμα λόγω της υψοφοβίας του. Ένας παλιός του φίλος και εφοπλιστής, τον προσλαμβάνει για να παρακολουθεί τη νευρωτική και με τάσεις αυτοκτονίας, γυναίκα του, Μαντλέν (Κιμ Νόβακ).

Ο αστυνομικός την ερωτεύεται, αλλά αδυνατεί να την σώσει όταν αυτή επιχειρεί ένα πήδημα θανάτου από ψηλά. Καιρό μετά κι ενώ προσπαθεί να ξεφύγει από τις εμμονές του, θα ξανασυναντήσει την νεκρή του αγάπη στο πρόσωπο της μελαχρινής πλέον Τζούντι…

Το φιλμ του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Ο Δεσμώτης του Ιλίγγου», είναι μια περίπλοκη πραγματεία πάνω στη ζωή και στον θάνατο, στην πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων ψυχώσεων και στα ακαθόριστα κίνητρα μιας παθιασμένης αγάπης. Με μια πρώτη ανάγνωση η ταινία είναι απλά μία ιστορία μυστήριου. Διαθέτει όμως αναμφισβήτητα όλες εκείνες τις χάρες ενός καλογυρισμένου αστυνομικού θρίλερ, με μια σειρά ανατροπών σε ανιούσα κλίμακα, εμπλουτισμένη με σωστή δοσολογία σασπένς.

Μία από τις πιο δημοφιλείς δημιουργίες του μετρ του σασπένς Άλφρεντ Χίτσκοκ, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ στην τέταρτη και τελευταία συνεργασία τους. Η ταινία ήταν υποψήφια για δύο Όσκαρ – στις κατηγορίες Best Art Direction-Set Decoration, Black-and-White or Color και Best Sound.

«Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» (North by Northwest – 1959)

Ο Ρότζερ Θόρνχιλ (o Κάρι Γκραντ ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του), ένας φιλήσυχος διαφημιστής, από ένα λάθος, θα γίνει το θύμα απαγωγής μιας συμμορίας κατασκόπων, με αρχηγό τον Φίλιπ Βάνταμ, οι οποίοι νομίζουν ότι ο Θόρνχιλ είναι ο ανύπαρκτος πράκτορας της CIA Τζορτζ Κάπλαν. Ο Ρότζερ θα δραπετεύσει, αλλά θα πρέπει να βρει τον Κάπλαν για να μπορέσει να αποδείξει την αθωότητά του, καθώς τον κατηγορούν για ένα φόνο που ποτέ δεν διέπραξε. Προσπαθεί λοιπόν να διερευνήσει μόνος του την υπόθεση και καταδιωκόμενος από τους πάντες και τα πάντα μπλέκει σε μια περιπέτεια από τη μία ως την άλλη άκρη της Αμερικής.

Αμείωτο σασπένς από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Αγωνία, καταιγιστικός ρυθμός, απρόβλεπτες ανατροπές, δηλητηριώδες χιούμορ, καθηλωτική εξέλιξη που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Η ταινία «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων», αποτέλεσε την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Άλφρεντ Χίτσκοκ και συνδυάζει μ’ έναν τρόπο μαγικό την καθαρόαιμη περιπέτεια, το ψυχολογικό θρίλερ και το καυστικό χιούμορ, με το ρομαντικό δράμα. Μία ταινία αρχέτυπο στην κινηματογραφική αφήγηση. Το υπέροχο μουσικό σκορ υπογράφει ο βασικός συνεργάτης του Χίτσκοκ και σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Μπέρναν Χέρμαν.

Η δραματουργία της ταινίας είναι βασισμένη εξ’ ολοκλήρου πάνω σε μια απάτη και περιλαμβάνει σεκάνς που έχουν περάσει στην ανθολογία του παγκόσμιου σινεμά: το ραντεβού στη μέση του πουθενά με τον θάνατο, όπου ο Θόρνχιλ καταδιώκεται από ένα ψεκαστικό αεροπλάνο και η τελική μονομαχία στο όρος Ράσμορ, στη Βόρεια Ντακότα,  ακριβώς δίπλα στην τεράστια πέτρινη μύτη του Αβραάμ Λίνκολν.Σκηνές οι οποίες αποτελούν μαθήματα σκηνοθεσίας και μοντάζ, ενώ είναι παράλληλα από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές δράσης που μας έχει χαρίσει ο κινηματογράφος.

«Ψυχώ» (Psycho – 1960)

Μεταφερόμαστε στο Φοίνιξ, της Αριζόνα. Δύο εραστές, η Μάριον Κρέιν (Τζάνετ Λι) και ο Σαμ Λούμις (Τζον Γκέιβιν) βρίσκονται σ’ ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης και συζητούν για τα προβλήματά τους. Τα οικονομικά του Σαμ δεν τους επιτρέπουν να παντρευτούν. Δυστυχισμένη και απεγνωσμένη να βελτιώσει την κατάσταση, η Μάριον κλέβει 40.000 δολάρια μετρητά από το γραφείο στο οποίο εργάζεται. Στην συνέχεια, μαζεύει τα πράγματά της και φεύγει από την πόλη, αλλά η συμπεριφορά της κινεί υποψίες στους υπόλοιπους.

Η Μάριον οδηγεί όλη τη νύχτα στην βροχή, και, εξαντλημένη, παρκάρει σε μια γωνιά του δρόμου και αποκοιμιέται μέσα στο αυτοκίνητο. Το επόμενο πρωί, συνεχίζει τον δρόμο της, αλλά ένα περιπολικό την ακολουθεί. Εκείνη θα αλλάξει αυτοκίνητο και στο τέλος οι αστυνομικοί θα την χάσουν. Το βράδυ εντοπίζει ένα μικρό μοτέλ που μοιάζει απομονωμένο, και αποφασίζει να σταματήσει εκεί.

Ο ιδιοκτήτης του μοτέλ, ο Νόρμαν Μπέητς (Άντονι Πέρκινς) είναι ένας φαινομενικά συμπαθητικός και εξυπηρετικός νέος, που ζει μοναχικά στο απέναντι σπίτι μαζί με την άρρωστη μητέρα του. Η Μάριον δέχεται να δειπνήσει μαζί του, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του – την ακούει να τον μαλώνει στο σπίτι τους – και αργότερα, αποκαμωμένη, πηγαίνει στο δωμάτιό της για να κάνει ντους, χωρίς όμως να ξέρει ότι ο Νόρμαν την παρακολουθεί από μια τρύπα στον τοίχο…

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοτς«Ψύχωση», το διαχρονικό «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, αν και αρχικά συνάντησε αντιδράσεις από τους πουριτανούς της εποχής, ωστόσο εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του σκηνοθέτη. Η Τζάνετ Λι βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της και ο Άλφρεντ Χίτσκοκ προτάθηκε για Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας από το Σωματείο των Αμερικανών συναδέλφων του. Το φιλμ απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά δεν κατάφερε τελικά να αποσπάσει κάποιο από τα χρυσά αγαλματίδια.

Η Τζάνετ Λι που ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου έχασε το βραβείο από από τη Σίρλεϊ Τζόουνς – για την ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς, «Είμαστε Διεφθαρμένοι;» (Elmer Gantry) – ενώ ο Χίτσκοκ έχασε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας από τον επίσης σπουδαίο δημιουργό,Μπίλι Γουάιλντερ για την ταινία «Η Γκαρσονιέρα» (The Apartment), που κέρδισε επίσης και το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ταινίας είναι το γεγονός ότι ενώ διαδραματίζονται σκηνές άγριων δολοφονιών, είναι κινηματογραφημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην παρουσιάζεται στον θεατή ως ωμή βία, αλλά προκαλώντας του μόνο τρόμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2006 η ταινία ψηφίστηκε από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου του Σικάγου ως η πιο τρομακτική ταινία όλων των εποχών, ενώ το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την έχει συμπεριλάβει στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

«Τα Πουλιά» (The Birds – 1963)

Η Μέλανι Ντάνιελς (Τίπι Χέντρεν), είναι μια πλούσια δικηγόρος, που συναντά τυχαία τον Μιτς Μπρένερ (Ροντ Τέιλορ), ο οποίος ψάχνει να αγοράσει δύο πουλιά, για την αδερφή του, Κάθυ (Βερόνικα Κατράιτ). Αποφασίζει από παρόρμηση να του τα αγοράσει και να τα πάει στο σπίτι του. Την επόμενη ημέρα, δέχεται επίθεση από πάρα πολλά πουλιά σε ένα πάρτι γενεθλίων. Το ίδιο βράδυ, εκατοντάδες πουλιά, κατεβαίνουν από μια καμινάδα τρομοκρατώντας τους Μπρένερ.

Πανικός επικρατεί στην μικρή πόλη, καθώς ορδές πουλιών επιτίθενται σε βενζινάδικα σχολεία και φάρμες. Πολλοί από τους κατοίκους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για το Σαν Φρανσίσκο. Κανένα σπίτι δεν είναι πια ασφαλές. Η Μέλανι κι ο Μιτς ετοιμάζονται κι εκείνοι να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, ενώ χιλιάδες πουλιά τους παρακολουθούν να αναχωρούν…

Η ταινία «Τα Πουλιά», είναι βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα που έγραψε το 1952 η Δάφνη Ντι Μωριέ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι η Τίπι Χέντρεν, ο Ροντ Τέιλορ κι η Τζέσικα Τάντι. Το σενάριο έγραψε ο Έβαν Χάντερ, στον οποίο ο Χίτσκοκ ζήτησε να αναπτύξει καινούργιους χαρακτήρες και να γράψει υπόθεση, που να είναι διαφορετική από το μυθιστόρημα της Ντι Μωριέ, κρατώντας ως μοναδικό κοινό στοιχείο τις ανεξήγητες επιθέσεις των πουλιών του διηγήματος. Η ταινία δε συνοδεύεται από μουσική υπόκρουση, ενώ ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε ηχητικά εφέ σε εναλλαγή με περιόδους σιωπής.

Η αλήθεια είναι ότι ο Χίτσκοκ είχε οραματιστεί την ταινία με πρωταγωνιστές τους Γκρέις Κέλι και Κάρι Γκραντ. Όμως η Κέλι μετά τον γάμο της με τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό, είχε αποσυρθεί από τα κινηματογραφικά δρώμενα κι ο Γκραντ δεν ήταν διαθέσιμος εκείνη την περίοδο. Έτσι ο σκηνοθέτης ανέθεσε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους στην άσημη ακόμα τότε Τίπι Χέντρεν και στον Ροντ Τέιλορ. Κι οι δυο ηθοποιοί υπέγραψαν συμβόλαιο για μελλοντικές συνεργασίες με τον σκηνοθέτη, αλλά μόνο η Χέντρεν γύρισε άλλη μια ταινία με τον Χίτσκοκ, το Μάρνι (Marnie) παραγωγής επίσης του 1963.

Το φιλμ έλαβε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην κατηγορία για τα ειδικά εφέ, για την υπέροχη δουλειά του Ούγκο Άιρεκς, αλλά έχασε από την ταινία Κλεοπάτρα (Cleopatra, 1963) του Joseph L. Mankiewicz. Πενήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη της προβολής στις κινηματογραφικές αίθουσες, «Τα Πουλιά» βρίσκονται δικαίως στη λίστα με τις πιο τρομακτικές ταινίες όλων των εποχών, σύμφωνα με το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Αποτελώντας ένα από τα πιο ολοκληρωμένα, ψυχαγωγικά, τρομακτικά αλλά και ταυτόχρονα πολυεπίπεδα σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, φιλμ της καριέρας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Με πρωτοποριακά για την εποχή του ειδικά εφέ και σκηνές ανθολογίας που συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης και αντιγραφής.

«Για να φτιάξεις μία πραγματικά καλή ταινία χρειάζεσαι 3 πράγματα: σενάριο, σενάριο, και σενάριο…» – Άλφρεντ Χίτσκοκ

Πηγή: http://www.tvxs.gr

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ!

BOGOMILOI EXOFYLLO 1 LOW

Φριτς Λανγκ: Ο μεγαλοφυής του γερμανικού εξπρεσιονισμού

Φριτς Λανγκ

Ο μεγαλοφυής του γερμανικού εξπρεσιονισμού

Γράφει ο Γιώργος Ρούσσος

Ο σπουδαίος Αυστριακός σκηνοθέτης, Φριτς Λανγκ, μαζί με τον Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου, θεωρούνται δικαίως ως οι βασικοί εκπρόσωποι του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το Ινστιτούτο Βρετανικού Κινηματογράφου του έχει αποδώσει μεταξύ άλλων  τον χαρακτηρισμό “Master of Darkness” και στο αφιέρωμά μας, με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Φριτς Λανγκ, στις 2 Αυγούστου του 1976, γυρνάμε τον χρόνο πίσω και επιστρέφουμε σε χαρακτηριστικές και προσωπικά αγαπημένες δημιουργίες του κορυφαίου δημιουργού.

158249g-metropolis_06

 

Το 1918 ο Φριτς Λανγκ επιστρέφει στη Βιέννη με νευρικές διαταραχές από τους βομβαρδισμούς και για σύντομο χρονικό διάστημα δουλεύει ως ηθοποιός, προτού δεχθεί τη
δουλειά του σεναριογράφου στην εταιρεία παραγωγής Decla του Έριχ Πόμερ (Erich Pommer) στο Βερολίνο.

Εκεί ο Λανγκ εργάστηκε για λίγο ως σεναριογράφος αλλά γρήγορα στράφηκε στη σκηνοθεσία συνεργαζόμενος με εταιρείες όπως η UFA και η Nero-Film. Το 1920 γνωρίζει την ηθοποιό και συγγραφέα Τέα φον Χάρμπου (1889 – 1954), η οποία έγραψε μαζί του μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά σενάρια των διάσημων πλέον ταινιών του όπως: «Dr. Mabuse der Spieler» (1922), «Die Nibelungen» (1924), Οι Ιππότες της Ομίχλης (1924) «Metropolis» (1927), και «Μ» (1931).

 

Η Τέα φον Χάρμπου και ο Φριτς Λανγκ παντρεύονται το 1922 για να χωρίσουν το 1933. Την ίδια χρονιά απαγορεύεται από το Γ’ Ράιχ η προβολή της ταινίας του «Testament des Dr. Mabuse». Παρ’ όλα αυτά, ο υπουργός προπαγάνδας των ναζί, Josef Goebbels, εντυπωσιασμένος από τη δύναμη του κινηματογράφου του Λανγκ, του πρόσφερε τη θέση του διευθυντή του Γερμανικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου. Όμως, ο Λανγκ αρνήθηκε και έφυγε για το Παρίσι, για να καταλήξει έναν χρόνο αργότερα στην Αμερική.

Το 1936 βρίσκει τον Φριτς Λανγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες να υπογράφει συμβόλαιο με την ΜGΜ και τα επόμενα είκοσι χρόνια θα σκηνοθετήσει αρκετές αμερικανικές ταινίες.  Ανάμεσά τους κλασσικά, αριστουργηματικά φιλμ νουάρ, όπως: «Τα ίχνη ήταν ψεύτικα» (1956), «Ενώ η πόλη κοιμάται» (1956), «Το ανθρώπινο κτήνος» (1954), «Η μεγάλη κάψα» (1953), «Η γαλάζια γαρδένια» (1953). Συναρπαστικά σκοτεινά ερωτικά δράματα: «Το μυστικό του 7ου δωματίου» (1947), «Η σκύλα» (1945), «Η γυναίκα της βιτρίνας» (1944), αλλά και κατασκοπικά αντι-ναζιστικά φιλμ, όπως: «Αγάπη στη σκιά του φόβου» (1944), «Και οι δήμιοι πεθαίνουν» (1943).

 

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, έχοντας πλέον γυρίσει μία πληθώρα διάσημων ταινιών, ο Φριτς Λανγκ επιστρέφει πίσω στη Γερμανία, όπου και θα σκηνοθετήσει τις τρεις τελευταίες του δημιουργίες στα γερμανικά, οι οποίες δεν έτυχαν ιδιαίτερης θερμής υποδοχής από το κοινό της εποχής. Η τελευταία του ταινία, «Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια» (1960)ήταν μια συνέχεια και ένας φόρος τιμής στις 2 ταινίες του, με τον χαρακτήρα Dr. Mabuse, που είχε γυρίσει τις δεκαετίες του ’20 και του ’30.

Το 1964, το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών επιλέγει τον Φριτς Λανγκ, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του, ενώ έναν χρόνο πριν ο Λανγκ θα υποδυθεί τον εαυτό του στην θρυλική «Περιφρόνηση» (Le mépris – 1963) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Ο γεννημένος στην Αυστρία, Γερμανός σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ έφυγε στις 2 Αυγούστου του 1976 στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών, σε ηλικία 86 ετών, αφήνοντας πίσω του μία ιδιαίτερα πλούσια πολιτιστική κληρονομιά.

Για τη συνέχεια, θα αναλύσουμε λίγο περισσότερο τέσσερις από τις πλέον χαρακτηριστικές δημιουργίες τις οποίες απλόχερα μας χάρισε ο σπουδαίος δημιουργός Φριτς Λανγκ:

  • «Metropolis» (1927)
  • «Μ, ο Δράκος του Ντίσελντορφ» (Μ – 1931)
  • «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν!» (Hangmen Also Die! – 1943)
  • «Η Σκύλα» (Scarlet Street – 1945)

 

«Metropolis» (1927)

Στο μέλλον, η πόλη «Metropolis» είναι το στολίδι του σύγχρονου κόσμου. Παράδειγμα υψηλής τεχνολογίας, στολίδι της πιο μοντέρνας αρχιτεκτονικής, με εντυπωσιακά πανύψηλα κτήρια, εναέρια κυκλοφορία, όπου η διασκέδαση και ο πλούτος, βρίσκονται σε αφθονία. Ένας εξελιγμένος παράδεισος που όμως απολαμβάνουν οι λίγοι, οι αστοί.

158249g-metropolis_05

Κυβερνήτης στην πόλη «Metropolis» είναι ο Τζο Φρέντερσεν (Άλφρεντ Άμπελ – Alfred Abel), που διοικεί την πόλη από το τεράστιο γραφείο του στην κορυφή ενός ουρανοξύστη. Αυτή η φαινομενικά πανέμορφη ουτοπία όμως δεν κινείται μόνη της. Είναι ένας καλο-λαδωμένος μηχανισμός, που λειτουργεί νύχτα-μέρα από τον εξαντλητικό κόπο και μόχθο των εργατών.

Στα έγκατα της γης, κάτω από την πόλη με την έντονη ζωή, βρίσκονται στρατιές εργατών που ζουν και χειρίζονται τις μηχανές, ώστε όλα να λειτουργούν ρολόι στην επιφάνεια της γης. Κάθε μέρα, οι εργάτες εξουθενωμένοι από την σκληρή δουλειά επιστρέφουν στα ταπεινά σπίτια τους και στις οικογένειές τους, μόνο και μόνο για να ξεκινήσει η επόμενη βάρδια με άλλους εργάτες…

Όμως, αυτή η κατάσταση, με τους αστούς να χαίρονται τη ζωή που τους προσφέρει ο μόχθος των εργατών, σύντομα θα αλλάξει, όταν ο γιος του Φρέντερσεν, ο Φρέντερ (Γκουστάβ Φρόλιχ – Gustav Fröhlich), που ζει μια ξένοιαστη ζωή γεμάτη γλέντια, γνωρίζει κατά τύχη την όμορφη Μαρία, κόρη ενός εργάτη (Μπριγκίτε Χελμ – Brigitte Helm).

Ο Φρέντερ ερωτεύεται κεραυνοβόλα την αγνή Μαρία, την ακολουθεί στην πόλη των εργατών και συγκλονίζεται όταν ανακαλύπτει ότι η δική του ευτυχία στηρίζεται στον κόπο ενός ολόκληρου κόσμου, που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχει. Όταν όμως ο πατέρας του, βλέπει την επιρροή της Μαρίας στους εργάτες, αλλά και στον γιο του Φρέντερ, ο οποίος επιθυμεί να φέρει δικαιοσύνη, αποφασίζει να δώσει ένα μάθημα στους εργάτες, για να μην τολμήσουν να σηκώσουν ποτέ ξανά κεφάλι.

Συναντά λοιπόν τον μισότρελο επιστήμονα Ρότβανγκ (Ρούντολφ Κλάιν – Ρότζε – Rudolf Klein-Rogge) και του δίνει εντολή να δώσει της μορφή της Μαρίας σ’ ένα ρομπότ που έχει φτιάξει. Το ρομπότ θα παρασύρει τους εργάτες σε απερίσκεπτες πράξεις, που θα πληρώσουν με το αίμα τους.

Έτσι ο Ρότβαγκ ακολουθώντας τις εντολές που του έχουν πλέον δοθεί, αιχμαλωτίζει τη Μαρία και φτιάχνει το μοχθηρό ρομπότ, το οποίο αρχίζει το διαβολικό έργο του. Ο Φρέντερ στην αρχή δεν καταλαβαίνει την αλλαγή της αγαπημένης του Μαρίας. Θα παλέψει όμως για την αγάπη του και για την ανακάλυψη της αλήθειας. Μόλις οι συνέπειες των καταστρεπτικών πράξεων της ψεύτικης Μαρίας αρχίσουν να φαίνονται, η «Metropolis», τόσο πάνω όσο και κάτω από τη γη, δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια…

To «Metropolis» (1927) του Φριτς Λανγκ, είναι μία μυθική δημιουργία, ορόσημο του παγκόσμιου κινηματογράφου, τόσο του βωβού όσο και για τις επόμενες γενεές, καθώς αποτελεί μεταξύ άλλων και την κυριότερη επιρροή σε όλες τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν από τότε.

Ταυτόχρονα, η ταινία αποτελεί κι ένα μήνυμα από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που ακόμα ακούγεται επίκαιρο: δικαιοσύνη, ισότητα, όχι εκμετάλλευση του ενός από τον άλλο, που μέσα από την ταινία του Φριτς Λανγκ, παίρνει ταξική μορφή, ανάμεσα στους αστούς και τους εργάτες.

Το «Metropolis» ήταν η πιο ακριβή βωβή ταινία που έγινε ποτέ και η παραγωγή της κόστισε 5 εκατομμύρια μάρκα. Το φιλμ διαθέτει ειδικά εφέ και σκηνικά που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα. Με έντονες εξπρεσιονιστικές εικόνες αλλά και παραστάσεις μοντέρνας αισθητικής, του καλλιτεχνικού στυλ Αρ Ντεκό, που μετέτρεψαν την ταινία σε διαχρονική πηγή έμπνευσης.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι το «Metropolis» Φριτς Λανγκ, αποτελεί την πρώτη ταινία που συμπεριελήφθη ως παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, από τον κατάλογο με τα έργα Παγκόσμιας Μνήμης της UNESCO.

«Μ, ο Δράκος του Ντίσελντορφ» (Μ – 1931)

Βερολίνο, αρχές 1930. Η τοπική κοινωνία αναστατώνεται από την ύπαρξη ενός τρομακτικού σίριαλ κίλερ, που σκοτώνει μόνο παιδιά. Ο «δράκος» αυτός, καταφέρνει και ξεφεύγει συνέχεια και ο αριθμός των παιδιών που εξαφανίζονται, σταδιακά μεγαλώνει. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιος μπορεί να είναι αλλά ο δολοφόνος έχει ένα χαρακτηριστικό: σφυρίζει πάντα έναν συγκεκριμένο σκοπό από ένα κομμάτι κλασσικής μουσικής…

 

Στο μεταξύ, η υποψία πλανάται στον αέρα και οι άνθρωποι ψάχνουν ανάμεσά τους τον στυγνό δολοφόνο. Η αστυνομία κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να εντοπίσει τον δολοφόνο, φρουρεί ασφυκτικά τους δρόμους και ερευνά τις συνοικίες σπιθαμή προς σπιθαμή. Παράλληλα, ο υπόκοσμος της περιοχής αποφασίζει να αναλάβει δράση!

Οι μικροκακοποιοί και οι κλέφτες, δυσανασχετούν με τη βαριά αστυνόμευση της περιοχής, που δεν τους επιτρέπει πια να κάνουν τις απατεωνιές τους και αποφασίζουν να βρουν αυτοί μόνοι τους τον σίριαλ κίλερ ώστε να δώσουν ένα τέλος σε αυτή την κατάσταση.

Συνεννοούνται λοιπόν με τους ζητιάνους των δρόμων, που κυκλοφορούν παντού χωρίς να τους υποψιάζεται κανείς και τους αναθέτουν το έργο να κατασκοπεύουν τους δρόμους για να ανακαλύψουν τον απεχθή εγκληματία.

Πράγματι, σύντομα ο δολοφόνος προδίδεται από τον μουσικό σκοπό που σφυρίζει, τον οποίο αναγνωρίζει ένας τυφλός ζητιάνος. Ο δολοφόνος πέφτει στα χέρια των κακοποιών, οι οποίοι τον πάνε σ’ ένα δικό τους λαϊκό δικαστήριο, με σκοπό την αυτοδικία, σε μία υπέροχη όσο και κλασσική σκηνή…

Μέσα από εξπρεσιονιστικές φωτοσκιάσεις παρουσιάζεται το προφίλ ενός παθολογικού δολοφόνου παιδιών και ταυτόχρονα το ψυχόγραμμα μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι απειλείται από σκοτεινές και ανεξέλεγκτες για την ίδια δυνάμεις.

Η αντίστοιχη λειτουργία αστυνομίας και οργανωμένου εγκλήματος οδηγεί στην ακύρωση του ηθικού πυρήνα του Δικαίου, ενώ παράλληλα και προφητικά, ανατέμνονται τα φαινόμενα μαζικής υστερίας που δρομολόγησαν την άνοδο του ναζισμού, αλλά και χρησιμοποιήθηκαν για τις επιδιώξεις του…

Η προβληματική της εγκληματικής προσωπικότητας και της ψυχοπαθολογικής ερμηνείας της αποκλίνουσας συμπεριφοράς οφείλει να απομακρύνεται από τις στείρες ηθικοπλαστικές καταγγελίες και να αναζητά τόσο τις ψυχοδυναμικές πηγές της όσο και τους γενικότερους ιστορικούς ή οικονομικούς λόγους που συγκροτούν την αναπόφευκτη παρουσία της.

Το «Μ», βασίζεται στην υπόθεση του Γερμανού σίριαλ κίλερ Πέτερ Κούρτεν, τον λεγόμενο «Δράκο του Ντίσελντορφ», που έδρασε τη δεκαετία του ’20, αν και ο ίδιος ο Λανγκ έλεγε ότι η ταινία αντλεί στοιχεία και από  διάφορους άλλους σίριαλ κίλερς που τρομοκρατούσαν εκείνη την εποχή τη Γερμανία, όπως τους Χάαρμαν, Γκρόσμαν και Ντένκε.

Το σενάριο της ταινίας υπογράφει η τότε σύζυγος του Λανγκ, η Τέα Φον Χάρμπου, η οποία είχε γράψει, μεταξύ άλλων και το σενάριο του «Μετρόπολις». Η Τέα, αποτελεί μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, η οποία έγραψε μερικά από τα πιο σημαντικά σενάρια του Λανγκ αλλά στην συνέχεια οι δρόμοι τους χώρισαν καθώς εκείνη ασπάστηκε αργότερα τον ναζισμό.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Πέτερ Λόρε είναι απλά συγκλονιστικός και αξεπέραστος σε αυτή την ερμηνεία που τον καθιέρωσε. Ο Λόρε είχε ήδη εμπειρία στο θέατρο του Μπρεχτ και εδώ έβαλε όλο του το ταλέντο, ενσαρκώνοντας τέλεια μια διαταραγμένη προσωπικότητα. Μετά από αυτό τον ρόλο ο Λόρε έκανε σημαντική καριέρα και στο Χόλιγουντ, παίζοντας σε διάσημες και κλασσικές ταινίες, όπως «Το γεράκι της Μάλτας» και η «Casablanca».

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η ταινία, «Μ, ο Δράκος του Ντίσελντορφ» (Μ – 1931) είναι η πρώτη ομιλούσα ταινία του Φριτς Λανγκ και έχει ψηφιστεί ως η σημαντικότερη Γερμανική ταινία όλων των εποχών από την Ένωση Γερμανικών Ταινιοθηκών. Παράλληλα θεωρείται και ως μία από τις 100 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, σύμφωνα με τη λίστα του Empire Magazine.

«Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν!» (Hangmen Also Die! – 1943)

Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας ο χειρουργός Δρ. Franticek Svoboda (Brian Donlevy), ένας Τσέχος πατριώτης, δολοφονεί τον άγριο “Δήμιο της Ευρώπης” Reichsprotektor Reinhard Heydrich (Hans Heinrich von Twardowski) και τραυματίζεται κατά τη διάρκεια της απόπειράς του.

Στην προσπάθειά του να διαφύγει ο Heydrich, λαμβάνει βοήθεια από έναν Καθηγητή Ιστορίας τον Stephen Novotny (Walter Brennan), ο οποίος παρακολουθείται από τους Ναζί και την κόρη του Mascha (Anna Lee).

Ως αντίποινα για τη δολοφονία ο αρθρογράφος Emil Czaka (Gene Lockhart) κι ένας ζυθοποιός, βοηθούν τις διαδικασίες για την εκτέλεση 400 πολιτών της Πράγας, συμπεριλαμβανομένου του Καθηγητή Novotny, αν δεν αποκαλυφθεί άμεσα ο δολοφόνος.

Μέσα από μία σύνθετη αλληλουχία γεγονότων, η Αντίσταση καταφέρνει να παγιδέψει και να υποδείξει τον Czaka ως τον δολοφόνο, αλλά όχι πριν οι Ναζί εκτελέσουν πολλούς ομήρους.

Η μπρεχτική λογική του “Εσύ κι Εγώ” προϊδεάζει για το «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν!». Η ιστορία βασίζεται στην πραγματική δολοφονία του Ναζί, Ράινχαρντ Χάιντριχ, σύμβολο της αγριότητας του Γ’ Ράιχ, από Τσέχους αντάρτες και εξιστορεί τις έρευνες για την ανεύρεση του δολοφόνου.

Το φιλμ «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν!» (Hangmen Also Die! – 1943) είναι το πιο πολιτικό έργο της φιλμογραφίας του Φριντς Λανγκ και μαρτυρεί τις πολιτικές του θέσεις, καθώς αποτελεί για τον ίδιο τον δημιουργό, την πιο ικανοποιητική του δημιουργία στο Χόλιγουντ, μαζί με τη μεταγενέστερη «Μεγάλη Κάψα». Η ταινία αξίζει να σημειώσουμε ότι προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερου Ήχου και Καλύτερης Μουσικής.

Η επαφή του Μπρεχτ με τον Φριτς Λανγκ την πρώτη χρονιά του στο Χόλιγουντ οδήγησε στο μοναδικό πρακτικό αποτέλεσμα των προσπαθειών του για το φιλμ. Σε αυτή την εποχή ανήκουν τα κείμενά του, που δεν γυρίστηκαν ποτέ σε ταινίες, σαν εξηγήσεις των σκοπών του και σαν διατυπωμένες προτάσεις για την τέχνη της αντιφασιστικής εξορίας.

Έστω κι αν ο Μπρεχτ δεν επιδοκίμασε την ταινία «Και οι Δήμιοι Πεθαίνουν!», είναι ωστόσο μία από τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν σε αμερικανικό στούντιο ενάντια στον φασισμό. Το Χόλιγουντ είδε με ενδιαφέρον αυτή την απόπειρα στην Πράγα και ο Μπρεχτ είδε σε αυτό το σενάριο μία ευκαιρία για ταινία, που θα μετέφερε μηνύματα για την ουσιαστική σημασία τους, που για τον Μπρεχτ ήταν ο αντιστασιακός αγώνας του λαού.

Ο Μπρεχτ και ο Λανγκ δούλεψαν εντατικά για το στόρι της ταινίας. Εξαιτίας της έλλειψης επαρκών πληροφοριών και της ύπαρξης πιο συγκεκριμένων αφηγήσεων, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε δικές τους εμπνεύσεις. Για εκτελεστή του Χάιντριχτ επινόησαν έναν γιατρό της Πράγας. Όλες οι εκμυστηρεύσεις του Μπρεχτ και οι πρώτοι τίτλοι που προτάθηκαν για την ταινία – «Οι Όμηροι της Πράγας» και «Η Σιωπηλή Πόλη» – δείχνουν ότι επρόκειτο για μια ταινία συλλογικής δουλειάς που θα απεικόνιζε την Αντίσταση και τα δεινά του τσέχικου λαού. Τον Μπρεχτ τον ενδιέφεραν συγκεκριμένα συμβάντα και γεγονότα του αντιφασιστικού αγώνα, που μπόρεσε να τα μεταλαμπαδεύσει στο φιλμ, σύμφωνα με τις όποιες αυθεντικές εξιστορήσεις.

Η ταινία μας δείχνει ότι η απόπειρα ενάντια στον Χάιντριχτ είναι μόνο η αφορμή για το στόρι του έργου. Όμως στην ανάπτυξη του στόρι προέκυψαν διαφορές σε ζητήματα αρχών, οι οποίες όξυναν την αντίθεση ανάμεσα στον Μπρεχτ, τον Λανγκ και στο Χόλιγουντ.

Παράλληλα ο Λανγκ έψαχνε για έκτακτες και ασυνήθιστες οπτικές εικόνες που ο συνδυασμός τους να εντυπωσιάζει τον θεατή, παρά τη δεδομένη αντίρρηση του Μπρεχτ. Για παράδειγμα, ο αρχηγός της αντιστασιακής ομάδας βαριά τραυματισμένος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα ενός παραθύρου, όταν η Γκεστάπο κάνει έρευνα στο σπίτι και ο δράστης της δολοφονικής απόπειρας παίζει στην Γκεστάπο μια ψεύτικη ερωτική σκηνή με μια κοπέλα, της οποίας τον αρραβωνιαστικό έχουν φέρει εκεί…

«Η Σκύλα» (Scarlet Street – 1945)

Ο Κρίστοφερ Κρος (Έντ Ρόμπινσον) είναι ένας ευσυνείδητος ταμίας που εργάζεται επί 25 χρόνια στην ίδια τράπεζα. Είναι όμως κι ένας μοναχικός άνθρωπος. Με την γυναίκα του Αντέλ, δεν υπάρχει καμία ψυχική επαφή, μοιάζουν σαν δύο ξένοι. Μοναδική του παρηγοριά είναι η ζωγραφική.

Μια βροχερή νύχτα, βλέπει κάποιον να επιτίθεται σε μια γυναίκα (Τζόαν Μπένετ) στην οδό Scarlett. Αφού την σώζει, γνωρίζονται καλύτερα και αναπτύσσεται μια συμπάθεια ανάμεσά τους. Ο Κρις, την ερωτεύεται και της προσφέρει στέγη στο διαμέρισμα που διατηρεί για τους πίνακές του.

Η Κίτι, που αρχικά τον νομίζει για μεγάλο ζωγράφο, του παριστάνει την ερωτευμένη με σκοπό να τον εκμεταλλευθεί, κάτι που καταφέρνει εύκολα. Στη συνέχεια η εκμετάλλευση γίνεται εντονότερη, αφού ο Κρις μεταβάλλεται σε απόλυτο θύμα της Κίτι και του εραστή της. Αργότερα, όταν θα έρθει η ώρα της πικρής αλήθειας, τα πράγματα θα έχουν δυστυχώς τραγική κατάληξη για όλους τους εμπλεκόμενους…

Ο μεγάλος σκηνοθέτης Φριτς Λανγκ προσφέρει τη δική του συνδρομή στον μύθο του φιλμ νουάρ. Στην συγκεκριμένη εκδοχή, ο άνδρας είναι το θύμα και η γυναίκα λειτουργεί ως αρπακτικό. Ένα παιχνίδι εκμετάλλευσης και ψεμμάτων, που στήνεται με μαεστρία και που θα οδηγήσει σε μία μοιραία, όσο και αναπόφευκτη λύτρωση.

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι το υπέροχο αυτό φιλμ αποτελεί μία επιτυχημένη διασκευή, ενός επίσης σημαντικότατου καλλιτέχνη. Ο λόγος φυσικά για τον αγαπημένο Ζαν Ρενουάρ, που το 1931 γύρισε την ταινία«Η Σκύλα» (La Chienne) με το ίδιο θέμα. Ήταν μάλιστα, η πρώτη ομιλούσα ταινία του μεγάλου Γάλλου δημιουργού. Η ιστορία, βασίζεται στο μυθιστόρημα (και στη συνέχεια θεατρικό έργο) των Georges de La Fouchardière και André Mouézy-Éon.

Ειδική μνεία, οφείλουμε να κάνουμε στον πρωταγωνιστή της ταινίας μας, τον σπουδαίο καρατερίστα ηθοποιό Edward G. Robinson, όπου εδώ τον συναντάμε στο απόγειο της καριέρας του. Είναι χαρακτηριστικό, ότι έναν χρόνο πριν, ήταν ο πρωταγωνιστής στο “The Woman in the Window”, επίσης του Φριτς Λανγκ, ενώ το 1946, εμφανίζεται στο “The Stranger”, δίπλα στον σπουδαίο Όρσον Γουέλς, ο οποίος βέβαια υπογράφει και την σκηνοθεσία.
Ο Φριτς Λανγκ, εκ των βασικών εκπροσώπων του γερμανικού εξπρεσιονισμού, αποδεικνύει για άλλη μια φορά, ότι μπορεί να ελίσσεται άψογα, όπως ελάχιστοι συνάδελφοί του, ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, χαρίζοντας όμως πάντα, αξιόλογο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ως σκηνοθέτης ο Λανγκ είχε τη φήμη του τελειομανούς και δύσκολου χαρακτήρα, αλλά οι δημιουργίες του υπήρξαν ανεξίτηλα σημεία αναφοράς στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης. Το Βρετανικό Κινηματογραφικό Ινστιτούτο έχει αποκαλέσει τον Φριτς Λανγκ ως «Μάστορα του Σκότους», για τα σκοτεινά εξπρεσιονιστικά του αριστουργήματα και τα εντυπωσιακά του φιλμ νουάρ ενώ αγαπήθηκε και από τους κριτικούς του Cahiers du cinema, και μετέπειτα δημιουργούς της Nouvelle Vague…

Πηγή: http://www.tvxs.gr

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ!

BOGOMILOI EXOFYLLO 1 LOW

Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν: Ο Άσωτος Πρωταγωνιστής

Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν

ΑΣΩΤΟΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ

Ο σημαντικότερος ηθοποιός της γενιάς του…

PhilipSeymourHoffmanSept2010

«Αυτό δεν ήταν εύκολο.  Ήμουν αρκετά παχύς, και φοβόμουν ότι οι άνθρωποι θα γελούν μαζί μου…  «

– Hoffman για το ρόλο του στη ταινία Happiness (1998)

 Γράφει ο Γιώργος Ρούσσος

Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του. Έχοντας συνδέσει με επιτυχία το όνομά του με μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης αμερικανικής φιλμογραφίας, ο ταλαντούχος ηθοποιός έφυγε δυστυχώς πρόωρα και σε ηλικία μόλις σαράντα έξι ετών, το απόγευμα της Κυριακής 2 Φεβρουαρίου του 2014, στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη. Στο κείμενο που ακολουθεί, επιχειρούμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο καλλιτέχνη, με οδηγό κάποιες χαρακτηριστικές – και προσωπικά αγαπημένες – ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε την τελευταία δεκαετία.

Έχοντας διακριθεί με το βραβείο Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου το 2006 για την ερμηνεία του στην ταινία «Τρούμαν Καπότε«, αλλά και με τρεις υποψηφιότητες για το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, έμελλε από νωρίς να αφήσει το στίγμα του στην μεγάλη οθόνη.

Γεννημένος στις 23 Ιουλίου του 1967 στο Fairport της Νέας Υόρκης ο Χόφμαν, θα σημαδέψει με τις ερμηνείες του μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης αμερικανικής φιλμογραφίας. Ενδεικτικά, αναφέρουμε: «Ευτυχία» (Happiness, 1998), «Magnolia» (1999), «Truman Capote» (Capote, 2005), «Παιχνίδια Εξουσίας» (Charlie Wilson’s War, 2007), «Αμφιβολία» (Doubt, 2008), «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (Synecdoche, New York 2008), «Αι ειδοί του Μαρτίου» (The Ides of March, 2011), «The Master» (2012) κ.α.

Η λίστα είναι μεγάλη ενώ θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και το φιλμ «Jack Goes Boating» του 2010 (φώτο). Μία ταινία στην οποία ο Χόφμαν πρωταγωνιστεί, υπογράφει το σενάριο, ενώ για πρώτη φορά περνά και πίσω από την κάμερα, στον ρόλο του σκηνοθέτη.

«Δεν είμαι βέβαιος από που θα έπρεπε να ξεκινήσω κοιτώντας την κληρονομιά του Φίλιπ, γιατί είναι τόσο συναρπαστική σε έκταση και βάθος. Αυτό από μόνο του λέει πολλά βέβαια για τις επιλογές του. Ακόμη και στους μικρούς ρόλους, οι ερμηνείες του τον ξεχώριζαν από τους σύγχρονους του. Η δύναμη του ήταν η απόλυτη εμβάθυνση στους ρόλους και η έλλειψη ματαιοδοξίας. Ταυτόχρονα, μισούσε ό,τι αγαπούσε κι αυτό ήταν η κατάρα του – κατέστρεφε τον εαυτό του στις ερμηνείες του…» Άντον Κόρμπιν(σκηνοθέτης του φιλμ: «Ο Νο1 Καταζητούμενος», της τελευταίας ταινίας του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν).

Για τη συνέχεια του αφιερώματος, ταξιδεύουμε σε οκτώ χαρακτηριστικές δημιουργίες της τελευταίας δεκαετίας, του σπουδαίου Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Από το «Capote» (2005) του Μπένετ Μίλερ, μέχρι τον «Νο1 Καταζητούμενο» (A Most Wanted Man – 2014) του Άντον Κόρμπιν:

«Capote» (2005) του Μπένετ Μίλερ

Στο Κάνσας, ένας οικογενειακός φίλος ανακαλύπτει τα νεκρά πτώματα των τεσσάρων μελών της οικογένειας Κλάτερ. Ενώ διαβάζει την εφημερίδα The New York Times, η ιστορία των Κλάτερ αναστατώνει τον συγγραφέα Τρούμαν Καπότε (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), ο οποίος τηλεφωνεί στον συντάκτη του περιοδικό Γουίλιαμ Σον (Bob Balaban) για να του πει ότι σχεδιάζει να καταγράψει την τραγωδία.

Ο Καπότε ταξιδεύει στο Κάνσας, προσκαλώντας την παιδική του φίλη Νέλι Χάρπερ Λι (Catherine Keener) να έρθει μαζί του. Ο Καπότε σκοπεύει να πάρει συνέντευξη από όλους όσους γνώριζαν τα θύματα. Αρχικά όμως ο Άλβιν Ντιούι (Chris Cooper), ο ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση, διώχνει τον Καπότε αλλά η σύζυγος του Ντιούι, Μαρί (Amy Ryan) είναι θαυμάστριά του και πείθει τον Ντιούι να προσκαλέσει τον Καπότε στο σπίτι τους για δείπνο. Καθώς γνωρίζονται καλύτερα, η Μαρί εντυπωσιάζεται με τις ιστορίες του Καπότε για τους κινηματογραφικούς αστέρες…

Μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, στην πλούσια φιλμογραφία του. Ένας καταλυτικός ρόλος για την καριέρα του, που εκτός των άλλων, του χάρισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, την Χρυσή Σφαίρα Καλύτερου Ηθοποιού, καθώς και το Βραβείο SAG Καλύτερου Ηθοποιού. Το σενάριο βασίζεται στο βιβλίο του Gerald Clarke, ενώ πίσω από την κάμερα συναντάμε τον Bennett Miller, ο οποίος κέρδισε εδώ την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Φέτος ο Miller ήταν για δεύτερη φορά υποψήφιος για Όσκαρ, με τη νέα του δημιουργία «Foxcatcher» (2014).

«Παιχνίδια Εξουσίας» (Charlie Wilson’s War – 2007) του Μάικ Νίκολς

Η ταινία αφηγείται την αληθινή ιστορία του «playboy» γερουσιαστή, Τσάρλι Ουίλσον (Τομ Χανκς), ενός αποστάτη πράκτορα της CIA με προϋπηρεσία και στην Ελλάδα (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) και μιας πανέμορφης κοσμικής κυρίας από το Χιούστον (Τζούλια Ρόμπερτς), οι οποίοι ένωσαν τις δυνάμεις τους και διηύθυναν την πιο επιτυχημένη μυστική επιχείρηση της δεκαετίας του ’80. Τροφοδοτώντας τους αντάρτες του Αφγανιστάν με όπλα, η δράση τους οδήγησε στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο οι ήρωες μας κατάφεραν και δημιούργησαν αναπάντεχες συμμαχίες μεταξύ Πακιστανών, Ισραηλινών, Αιγυπτίων και νομοθετών. Η επιτυχία τους υπήρξε ιστορική. Έτσι, στο ερώτημα, πώς μια ομάδα κατόρθωσε να πλήξει σε τέτοιο βαθμό τον, φαινομενικά τελικά ανίκητο, Στρατό των Υπερδυνάμεων, ο Πρόεδρος του Πακιστάν απάντησε αυθόρμητα «Ο Τσάρλι τα κατάφερε!».

Πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του βραβευμένου δημοσιογράφου Τζορτζ Κράιλ που κυκλοφόρησε το 2003. Το σενάριο έγραψε ο βραβευμένος με Έμμυ σεναριογράφος Άαρον Σόρκιν ο οποίος χρειάστηκε οκτώ μήνες έρευνας για να συγγράψει το πρώτο προσχέδιο. Η ταινία του Μάικ Νίκολς «Παιχνίδια Εξουσίας» (Charlie Wilson’s War – 2007) είχε αποσπάσει πέντε υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, ενώ χάρισε κι μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, στον σπουδαίο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, στην κατηγορία του Β’ Ανδρικού Ρόλου.

Με την ταινία αυτή ένωσαν εκ νέου τις δυνάμεις του ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς και οι ηθοποιοί Τζούλια Ρόμπερτς και Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, αφού και με τους δύο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, σε κινηματογράφο και θέατρο αντίστοιχα. Μαζί τους, ο Τομ Χανκς, η Έμιλι Μπλαντ και η γλυκιάΈιμι Άνταμς. (Διαβάστε επίσης:
Έφυγε ο σκηνοθέτης του «Πρωτάρη» Μάικ Νίκολς)

«Πριν ο Διάβολος Καταλάβει Ότι Πέθανες» (Before the Devil Knows You Are Dead – 2007) του Σίντνεϊ Λιούμετ

«Θεωρώ ότι ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς στην Αμερική, σήμερα…» – Σίντνεϊ Λιούμετ

Ακόμα και το πιο απλό σχέδιο μπορεί να πάει στραβά, όταν η τύχη δε σε θέλει… Δύο αδέρφια, που χρειάζονται απεγνωσμένα χρήματα, ο ένας για τη διατροφή της γυναίκας του και κάποια χρέη και ο άλλος για να πληρώσει τα έξοδα νοσηλείας του ανάπηρου γιου του, αλλά και να αγοράσει στη γυναίκα του το σπίτι που ονειρεύεται τα τελευταία χρόνια, αποφασίζουν να οργανώσουν την τέλεια – κατά αυτούς – ληστεία. Μία ληστεία, που σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, θα γίνει χωρίς όπλα, χωρίς βία, χωρίς θύματα. Στόχος, το κοσμηματοπωλείο του πατέρα τους! Το στραβοπάτημα του ενός όμως, είναι αρχή για μία σειρά από αναποδιές, με τραγικά αποτελέσματα για όλα τα μέλη της οικογένειας και με αποκορύφωμα έναν θάνατο…

Η τελευταία δημιουργία του αξέχαστου Σίντνεϊ Λιούμετ, είναι μία ταινία βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα του Λόρενς Μπλοκ, με πρωταγωνιστές τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και τον Ίθαν Χοκ. Ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης των κλασικών ταινιών “Dog Day Afternoon,” “Network” και “Serpico,” ρίχνει μία ώριμη ματιά στην σκοτεινότερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης παρουσιάζοντας ένα συγκλονιστικό θρίλερ για μία οικογένεια που πρέπει να αντιμετωπίσει έναν πολύ ύπουλο εχθρό. Στο καστ συναντάμε επίσης τη Μαρίσα Τομέι, που ερμηνεύει τη σύζυγο του Άντι (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), καθώς και τον πέντε φορές υποψήφιος για Όσκαρ Άλμπερτ Φίνεϊ, στον ρόλο του πατέρα.

«Τη θεώρησα θαυμάσια ιστορία. Τίποτα δεν συγκρίνεται με ένα καλό μελόδραμα, και οι συνεχείς ανατροπές του σεναρίου, με εξέπληξαν πολύ ευχάριστα. Το εύρος των μελοδραματικών ιστοριών είναι πολύ μεγάλο. Η ιστορία ζητά από τον θεατή να πιστέψει αυτό που βλέπει και να δεχτεί τις ακραίες καταστάσεις και συμπεριφορές που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια τους ως αληθινές. Σ’ ένα πραγματικά ξεχωριστό μελόδραμα, τα γεγονότα της ιστορίας ξεδιπλώνονται γρήγορα και αναπάντεχα. Ο χρόνος είναι λίγος και η πίεση μεγάλη. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να χτίσεις το background του χαρακτήρα, ή να ασχοληθείς με το παρελθόν του. Η αφήγηση είναι γρήγορη, λιτή και επιθετική. Ό,τιδήποτε δεν προχωρά την ιστορία, είναι περιττό.» – Σίντνεϊ Λιούμετ

«Αμφιβολία» (Doubt – 2008) του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ

Το 1964, στο σχολείο του Σεντ Νίκολας στο Μπρονξ, ο χαρισματικός ιερέας Φλιν (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) προσπαθεί να ανατρέψει τα αυστηρά έθιμα διαπαιδαγώγησης. Σε αντίθεση με αυτόν, η αυστηρή Διευθύντρια του σχολείου Αδελφή Αλοΐσιους (Μέριλ Στριπ), πιστεύει ακράδαντα στη δύναμη του φόβου και της πειθαρχίας. Οι άνεμοι της πολιτικής αλλαγής όμως φτάνουν αναπόφευκτα μέχρι την κοινότητα του Μπρονξ και το σχολείο μόλις δέχεται τον πρώτο του μαύρο μαθητή, τον Ντόναλντ Μίλερ.

Όταν η αθώα Αδελφή Τζέιμς (Έιμι Άνταμς) μοιράζεται με την Αδελφή Αλοΐσιους την υποψία της ότι ο Πάτερ Φλιν δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον προς τον Ντόναλντ, η σκληρή Διευθύντρια ορκίζεται να αποκαλύψει την αλήθεια και να διώξει τον ιερέα από το σχολείο. Χωρίς καμία άλλη απόδειξη πέρα από τη βεβαιότητά της, η Αδελφή Αλοΐσιους ξεκινάει μια αμείλικτη μάχη που απειλεί να διαλύσει την εκκλησία και το σχολείο, με συγκλονιστικές συνέπειες.

Από τις πρώτες σκηνές της ταινίας «Αμφιβολία» μέχρι το δυναμικό φινάλε της, μια διάχυτη αβεβαιότητα συνοδεύει τους θεατές σ’ ένα προκλητικό μυστήριο όπου δύο καλόγριες, ένας ιερέας, και η μητέρα ενός αγοριού έρχονται αντιμέτωποι με τα βασικά τους πιστεύω, παλεύοντας με κρίσεις και ετυμηγορίες, την καταδίκη και την αμφιβολία. Αυτή ακριβώς η λέξη, «αμφιβολία», ήταν που αρχικά ενέπνευσε τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ να γράψει το ομώνυμο θεατρικό έργο, το οποίο και μετέφερε ο ίδιος στην μεγάλη οθόνη (υποψήφιο για Όσκαρ Σεναρίου) έχοντας στο πλευρό του τέσσερις σπουδαίους ηθοποιούς: την Μέριλ Στριπ, τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, την Έιμι Άνταμς και την Βαϊόλα Ντέιβις.

Η ταινία ήταν υποψήφια για πέντε Όσκαρ, κι αν και δεν κέρδισε κανένα, ανήκει στην μικρή εκείνη κατηγορία των ταινιών που και οι τέσσερις βασικοί πρωταγωνιστές της, κέρδισαν από μία υποψηφιότητα. Στα συν και οι υπέροχες μάχες «υποκριτικής» μεταξύ των δύο σπουδαίων ηθοποιών: Μέριλ Στριπ και Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν…

«Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (Synecdoche, New York – 2008) του Τσάρλι Κάουφμαν

Ο θεατρικός σκηνοθέτης Κέιντεν Κόταρντ (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) πρόκειται να ανεβάσει ένα νέο έργο. Ωστόσο, η μεσοαστική συμβατική ζωή του και η δουλειά του στον τοπικό περιφερειακό θέατρο του Σνέκταντι, στη Νέα Υόρκη, δεν τον ικανοποιούν. Η σύζυγός του Αντέλ (Κάθριν Κίνερ) τον έχει παρατήσει προκειμένου να ακολουθήσει καριέρα ζωγράφου στο Βερολίνο και έχει πάρει μαζί της τη μικρή τους κόρη Όλιβ (Σάντι Γκόλντσταϊν). Η θεραπεύτριά του, Μαντλίν Γκρέιβις (Χόουπ Ντέιβις), ασχολείται περισσότερο με το best-seller της, παρά με το να τον συμβουλεύει. Και η πρόσφατη σχέση του με την γοητευτική Χέιζελ (Σαμάνθα Μόρτον) δε φαίνεται να έχει μέλλον…

Αυτό είναι εκ πρώτης όψεως, το σενάριο της ταινίας, το οποίο υπογράφει ο Τσάρλι Κάουφμαν, ένας δημιουργός που τα σενάρια του πάντα έκρυβαν πολυεπίπεδα νοήματα. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε: «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» (1999), «Adaptation» (2002) και βέβαια, το αγαπημένο «Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» (2004).

«»Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», είναι μία από εκείνες τις σπάνιες ταινίες που ασχολούνται με τον θάνατο, τις βασανιστικές ασθένειες, τα λιπαρά υγρά του σώματος, την απελπισία, την ερωτική απογοήτευση, το κακό σεξ, θέματα που είναι ενδιαφέροντα. Πιστεύω ότι η ταινία είναι αστεία. Έχει να κάνει με πολλά σοβαρά συναισθήματα, αλλά είναι αστεία με έναν πολύ περίεργο τρόπο. Το κοινό δε χρειάζεται να ανησυχεί για το «τί θέλει να πει ο σκηνοθέτης με το σπίτι που καίγεται;» Και τί έγινε; Είναι απλά ένα σπίτι στο οποίο μένει κάποιος και τώρα καίγεται. Μπορείς να το πας και παραπέρα.Ελπίζω η ταινία να λειτουργήσει σε πολλά επίπεδα και ο κάθε θεατής να μπορέσει να εκλάβει διαφορετικά κάποια πράγματα, ανάλογα με τον χαρακτήρα του.» – Τσάρλι Κάουφμαν

Η «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», είναι μία ταινία αστείρευτη, που κυριολεκτικά σε προκαλεί να την καταλάβεις με την πρώτη φορά που θα τη δεις. Άσχετα με το πόσο αλλόκοτο είναι το στιλ της ταινίας και το πόσο περίπλοκη γίνεται η ιστορία, οι συμπεριφορές και τα συναισθήματα των χαρακτήρων, φαίνονται υπέροχα και ρεαλιστικά. Ασφαλώς, η αληθοφάνεια της ταινίας, αλλά και το σημείο αναφοράς της είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ίσως του κορυφαίου Αμερικανού ηθοποιού της γενιάς του, ο οποίος εδώ, ενσαρκώνει μοναδικά τον Κέιντεν, σ’ έναν από τους καλύτερους και προσωπικά αγαπημένους ρόλους, της πλούσιας φιλμογραφίας του…

«Αι Ειδοί του Μαρτίου» (The Ides of March – 2011) του Τζορτζ Κλούνεϊ

Ο Κυβερνήτης Μάικ Μόρις (Τζορτζ Κλούνεϊ) διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο πλευρό του, ως εκπρόσωπος τύπου, στέκεται ο νεαρός Στίβεν Μάιερς (Ράιαν Γκόσλινγκ), που είναι διατεθειμένος να δώσει τον καλύτερο εαυτό του για να κερδίσει ο Μόρις την πολύτιμη υποψηφιότητα. Όμως ο δρόμος προς την εξουσία δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα…

Μυστικές συμφωνίες, ανήθικοι πολιτικοί χειρισμοί, υπόγεια παιχνίδια κυριαρχίας κι ένας εκρηκτικός συνδυασμός φιλοδοξίας, πίστης, προδοσίας και εκδίκησης, συνθέτουν αυτό το έντονο πολιτικό θρίλερ. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε ένα λαμπερό και υπέροχο καστ με τους: Τζορτζ Κλούνεϊ, Ράιαν Γκόσλινγκ, Ίβαν Ρέιτσελ Γουντ, Μαρίζα Τομέι, Πολ Τζιαμάτι, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Μαξ Μινγκέλα κ.α.

Το φιλμ αποτελεί μία σπουδή στην παραβίαση των νόμων και των δημοκρατικών διαδικασιών, στις συμφωνίες που κλείνονται κεκλεισμένων των θυρών και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται κι έχουν τους δικούς τους ιδιαίτερους κανόνες. Για τον κεντρικό ρόλο του Στίβεν Μάιερς, επιλέχθηκε ο ταλαντούχος ηθοποιός Ράιαν Γκόσλινγκ. Ενώ ο σπουδαίος και αδικοχαμένος ηθοποιός Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, αναλαμβάνει τον ρόλο του Πολ Ζάρα, μάνατζερ της πολιτικής εκστρατείας του Μόρις.

Στον αντίποδα του Ζάρα στέκεται ο Τομ Ντάφι, που ηγείται της πολιτικής εκστρατείας της αντίπαλου του Μόρις, Πούλμαν Στάφερ. Τον προκλητικό αυτό χαρακτήρα αναλαμβάνει ο Πολ Τζιαμάτι. Σε άλλους επίσης καταλυτικούς ρόλους του έργου συναντάμε την Μαρίζα Τομέι (ως την ρεπόρτερ των New York Times, Άιντα Χόροβιτς), τον Τζέφρι Ράιτ (ως Γερουσιαστή Τόμσον) και την υπέροχη Έβαν Ρέιτσελ Γουντ στον ρόλο της Μόλι, μιας όμορφης ειδικευόμενης που με την παρουσία της κρίνει και την εξέλιξη της δράσης.

Το εντυπωσιακό καστ συμπληρώνεται από τον ίδιο τον Τζορτζ Κλούνεϊ (στον ρόλο του Κυβερνήτη Μάικ Μόρις) διότι, όπως λέει χαριτολογώντας: «Κανένας άλλος δεν ήθελε να αναλάβει αυτόν το χαρακτήρα. Δεν έχει καθόλου πλάκα» και συμπληρώνει: «Είχα μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τον ρόλο κι επιπλέον μου ταίριαζε ηλικιακά. Δε θα ήθελα να ήμουν ποτέ υποψήφιος στην πραγματική ζωή, αλλά ήξερα ότι μπορούσα να συνεισφέρω σε αυτό το επίπεδο στο έργο».

Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι η ταινία «Αι Ειδοί του Μαρτίου» (The Ides of March – 2011) του ο Τζορτζ Κλούνεϊ, πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της το 2011 στο 68ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας. Το φιλμ είχε τέσσερις υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες και μία στα Όσκαρ, στην κατηγορία Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου (Best Writing, Adapted Screenplay).

«The Master» του Πολ Τόμας Άντερσον (2012)

Με φόντο μία εντυπωσιακή εικονογραφία περιπλανώμενων και ανήσυχων ψυχών στη μεταπολεμική Αμερική, η ταινία ακολουθεί το ταξίδι ενός βετεράνου αξιωματικού του Ναυτικού, που επιστρέφει στην πατρίδα του, μετά τον πόλεμο χωρίς σχέδια για το μέλλον. Κλονισμένος και γεμάτος αβεβαιότητα, γρήγορα θα υποκύψει στη γοητεία του Master, του χαρισματικού ηγέτη μιας θρησκευτικής οργάνωσης ονόματι The Cause, που αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς.

O πέντε φορές υποψήφιος για Όσκαρ, Πολ Τόμας Άντερσον, (“Τhere Will Be Blood”, “Magnolia”, “Boogie Nights”) επιστρέφει με μια ταινία η οποία ανεπίσημα σκιαγραφεί τη Σαϊεντολογία και τον ηγέτη της Λ. Ρον Χάμπαρντ. Πρωταγωνιστούν ο βραβευμένος με Όσκαρ Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν (“Truman Capote”), ο δύο φορές υποψήφιος Χοακίν Φίνιξ(“Gladiator”, “Walk The Line”) και η Έιμι Άνταμς (“Doubt”, “The Fighter”).

Το χαρακτηριστικό Soundtrack της ταινίας, υπογράφει ο Τζόνι Γκρίνγουντ, κιθαρίστας των Radiohead, ο οποίος, συνέθεσε και πάλι μουσική ταινίας του Άντερσον, μετά τη συνεργασία του με το σκηνοθέτη στο “There Will Be Blood”. Έτσι γεννήθηκε μια παρόμοια αντιστικτική συνεργία μεταξύ των νέτων, ηχηρών εικόνων του Άντερσον και των πλούσιων παραφωνιών του Γκρίνγουντ, αλλά με εντελώς καινούργιους τρόπους.

Η ταινία «The Master» του Πολ Τόμας Άντερσον, απέσπασε τον Αργυρό Λέοντα Σκηνοθεσίας, στο 69ο Φεστιβάλ Βενετίας. Μία ταινία, που βυθίζεται σε μια ενδελεχή μελέτη των ανησυχιών της Αμερικανικής, κατά βάση, κοινωνίας, που συνετέλεσαν στη δημιουργία προσωπικών Κινημάτων Βάσης. Κι όλα αυτά, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα μιας 65mm Studio Camera κι έναν πραγματικό διαγωνισμό ηθοποιίας, από τους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές του φιλμ, με τον Γιοακίν Φίνιξ, να δίνει την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του και τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, να μας θυμίζει γιατί απλά θεωρείται ο καλύτερος Αμερικανός ηθοποιός της γενιάς του…

«Ο Νο1 Καταζητούμενος» (A Most Wanted Man – 2014) του Άντον Κόρμπιν

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Γερμανία και πιο συγκεκριμένα στο Αμβούργο, μετά τα γεγονότα τις 11ης Σεπτεμβρίου και στη σκιά του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Εκεί καταφθάνει ένας μυστηριώδης άντρας από την Τσετσενία, ονόματι Ίσσα (Grigoriy Dobrygin). Κυνηγημένος, προσπαθεί αρχικά να βρει καταφύγιο στην ισλαμική κοινότητα της πόλης και στη συνέχεια να διεκδικήσει από μία μεγάλη τράπεζα την περιουσία που θεωρητικά ανήκε στον πατέρα του.

Ένας τραπεζίτης (Γουίλεμ Νταφόε), μία δικηγόρος ειδική στις υποθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς), αλλά και οι μυστικές υπηρεσίες τόσο της Γερμανίας (Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), όσο και της Αμερικής (Ρόμπιν Ράιτ), θα προσπαθήσουν να εμπλακούν στην ιστορία. Η εξέλιξη γίνεται όλο και πιο περίπλοκη καθώς η αληθινή ταυτότητα του Ίσσα αρχίζει να αποκαλύπτεται και οι μυστικές υπηρεσίες προσπαθούν παράλληλα να αποκαλύψουν ένα διεθνές δίκτυο τρομοκρατών.

Το φιλμ, είναι ένα κατασκοπευτικό θρίλερ βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζον Λε Καρρέ (Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι – 2011 / Ο Επίμονος Κηπουρός – 2005), σκηνοθετημένο από τον Ολλανδό δημιουργό Άντον Κόρμπιν (Anton Corbijn) που στο παρελθόν μας έχει δώσει ταινίες όπως το «The American» του 2010 και το «Control» του 2007. Η ταινία διαθέτει ένα αξιόλογο καστ, όπου πρωταγωνιστούν οι: Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, Ρόμπιν Ράιτ, Γουίλεμ Νταφόε, Ντάνιελ Μπρουλ, Νίνα Χος. Όμως η ταινία έμελλε να μείνει στην κινηματογραφική ιστορία ως η τελευταία δημιουργία του σπουδαίου Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν…

Πηγή: http://www.tvxs.gr Philip_Seymour_Hoffman,_Anton_Corbijn_and_Grigoriy_Dobrygin

FILMOGRAPHY

Hoffman appeared in 55 films and one miniseries during his screen career spaning 22 years. He won the Academy Award for Best Actor for Capote (2005), and was nominated three times for Best Supporting Actor for Charlie Wilson’s War (2007), Doubt (2008), and The Master (2012). He also received five Golden Globe Award nominations (winning one), five BAFTA Award nominations (winning one), and won the Volpi Cup at the Venice Film Festival.[87] Hoffman remained active in theater throughout his career, starring in ten and directing 19 stage productions (predominantly in New York). He received three Tony Award nominations for his Broadway performances: two for Best Leading Actor, in True West (2000) and Death of a Salesman (2012), and one for Best Featured Actor in Long Day’s Journey into Night (2003).

STANLEY KUBRICK (1928-1999): Νόηση και Ευαισθησία μέσα από την κάμερα

STANLEY KUBRICK (1928-1999)

Νόηση και Ευαισθησία μέσα από την Kάμερα…

Kub 1

«Ο άνθρωπος είναι ανορθολογικός, βίαιος, αδύναμος, χαζός και ανίκανος να είναι αντικειμενικός με οτιδήποτε εμπλέκεται με τα δικά του συμφέροντα (…)  Η ιδέα ότι οι κοινωνικοί περιορισμοί είναι κακοί βασίζεται σε μία ουτοπική και μη ρεαλιστική εικόνα για τον άνθρωπο».
Στάνλεϊ Κιούμπρικ

 

Γράφει ο Μάριος Δαμουλιάνος

Kub Born to Film

Σινεμά. Μια μορφή τέχνης απότοκος της τεχνολογικής προόδου η οποία εξελίχθηκε σε πανίσχυρο εκφραστικό μέσο και που μέσα από την ιστορία του αναδείχθηκαν δημιουργοί οι οποίοι έμειναν ορόσημο σαν εκφραστές της δύναμης της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Ο Στάνλεϋ Κιούμπρικ αναμφισβήτητα είναι ένας από αυτούς τους δημιουργούς. Δια μέσω του έργου του ανακαλύπτουμε έναν άνθρωπο βαθιά αφοσιωμένο στο σκοπό του, κάποιον που δεν συμβιβάστηκε ποτέ με το «περίπου» ή το «σχεδόν» και κάθε δημιουργική του ιδέα δεν ήταν γι’ αυτόν απλώς η επανάληψη κάποιας γνωστής μεθοδολογίας αλλά μια ευκαιρία για να ανακαλύψει κάτι καινούριο, μια νέα, φρέσκια άποψη για το πώς μπορεί να δημιουργηθεί μια ταινία. Ο Κιούμπρικ, ένας άνθρωπος απατηλά ήπιων τόνων, έκρυβε μέσα του τρομερή δύναμη, επιμονή, κριτική ικανότητα, άποψη και πάνω απ’ όλα, όραμα για το πού ήθελε να φτάσει με κάθε του δημιούργημα. Βαθιά ευαίσθητος και προβληματισμένος για την ανθρώπινη φύση μέχρι και το θάνατό του, στο έργο του συναντούμε σχεδόν πάντα το ίδιο πλαίσιο ιδεών και εννοιών, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται πάντα ο Άνθρωπος. Άλλες φορές αυστηρός και άλλες φορές τρυφερός, ο Κιούμπρικ ασχολήθηκε με τον Άνθρωπο σε όλες τις κλίμακες, από τα βάθη του υποσυνειδήτου μέχρι και το πεπρωμένο του ανθρώπινου γένους σαν σύνολο. Προσεγγίζοντας το θέμα του άλλοτε σαν ένας ψυχρός επιστήμονας και άλλοτε γεμάτος συναισθηματική φόρτιση, ποτέ δεν έπαψε να προβληματίζεται και να ψάχνει απαντήσεις στα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα που μας βασανίζουν ως όντα. Σαν σκηνοθέτης, ο Κιούμπρικ ήταν επίμονος, με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και ζητούσε πάντα το «κάτι παραπάνω». Εργαζόταν πολύ σκληρά και η προσήλωσή του στο έργο του ήταν παροιμιώδης. Οι αρετές του αυτές πολλές φορές τον έκαναν να φαίνεται αδυσώπητα πιεστικός και απαιτητικός στους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συνεργάτες του, οι οποίοι πολλές φορές έφταναν στα όρια της ψυχολογικής τους αντοχής προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του. Κατηγορημένος ουκ ολίγες φορές για τελειομανία, επέμενε να ελέγχει κάθε λεπτομέρεια της παραγωγής της ταινίας. Από τη σύλληψη της αρχικής ιδέας και την γραφή του σεναρίου μέχρι και το μοντάζ, ο Κιούμπρικ είχε πάντα τον τελευταίο λόγο.

images

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Γεννήθηκε το 1928 στη Νέα Υόρκη σε μία μεσοαστική οικογένεια του Μπρόνξ. Όπως και άλλοι ταλαντούχοι άνθρωποι, οι επιδόσεις του στο σχολείο ήταν μέτριες έως κακές (ένα ομολογουμένως συχνά επαναλαμβανόμενο μοτίβο). Στο σπίτι έτυχε να υπάρχει σκοτεινός θάλαμος (για όσους δεν γνωρίζουν, ο θάλαμος επεξεργασίας και εμφάνισης των φωτογραφικών φιλμ) και ο νεαρός Στάνλευ ανέπτυξε γρήγορα ενδιαφέρον για τη φωτογραφία. Ξεκίνησε την φωτογραφική του καριέρα σαν φωτογράφος στην σχολική εφημερίδα και στην ηλικία των δεκαέξι, πούλησε την πρώτη του φωτογραφία στο περιοδικό Look. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του έγινε μέλος του φωτογραφικού επιτελείου του περιοδικού μέχρι τα εικοσιδύο του χρόνια, οπότε τα παρατά και μετακομίζει στο Greenwich Village. Εκεί ξεκινά γυρνώντας ένα ντοκυμαντέρ με θέμα τους αγώνες πυγμαχίας, το Day of the Fight (1951). Δυσκολευόμενος σ’ αυτά τα πρώτα βήματα, ο Κιούμπρικ παίρνει μέρος σε διάφορα τουρνουά σκακιού για τα χρηματικά έπαθλα ενώ προσπαθεί να αποταμιεύσει χρήματα γυρίζοντας περισσότερα ντοκυμαντέρ.

Το κινηματογραφικό του ντεμπούτο γίνεται το 1953 με το Fear and Desire, το οποίο γυρίστηκε με οικονομική βοήθεια από τον πατέρα του. Τα έργο ήταν μία αλληγορική αντιπολεμική ταινία η οποία αποσύρθηκε αργότερα από τον ίδιο τον Κιούμπρικ ως κακής ποιότητας. Ο σκηνοθέτης Paul Mazursky ο οποίος έπαιξε στην ταινία αυτή αναφέρει: «Δεν ήταν μποέμ, ούτε διανοούμενος αριστερίζων τύπος, αλλά έδειχνε μια τρομερή προσήλωση στην διαδικασία παραγωγής της ταινίας, έδειχνε σαν να είχε καποιου είδους όραμα…»

Kub 2

Στην επόμενη ταινία του, το Killers Kiss (1955) διαφαίνεται η γνώση του Κιούμπρικ πάνω στη φωτογραφία, με εξεζητημένα παιχνίδια με το φως και σκηνές εξαιρετικής φωτογραφικής ποιότητας. Η ταινία επισημαίνεται από τον James Harris και οι δυο τους δημιουργούν την HarrisKubrick Company της οποίας το πρώτο κινηματογραφικό αποτέλεσμα είναι το The Killing (1956). Στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας (που επρόκειτο για ένα αστυνομικό θρίλερ) ο Κιούμπρικ παρότι νέος και σχετικά άπειρος, δεν διστάζει να εναντιωθεί σε «φτασμένους» συνεργάτες του, επιδεικνύοντας ατσάλινη πυγμή και μην αφήνοντας την παραμικρή αμφιβολία για το ποιος κάνει «κουμάντο» στην όλη διαδικασία. Η ταινία κάνει μέτρια εισπρακτική επιτυχία, αλλά οι δημιουργοί της γίνονται γνωστοί στους Χολυγουντιανούς κύκλους και έτσι βρίσκουν χρηματοδότηση για την επόμενη τους ταινία, το Paths of Glory (1957). Έχοντας ως βασικό θέμα τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταινία αυτή ήταν ένα γενναίο και ειλικρινές αντιπολεμικό δράμα στο οποίο στηλιτεύεται με οξύτητα η υποκρισία και η αδιαφορία προς την αξία της ανθρώπινης ζωής που με θράσος επιδεικνύονται από αυτούς που ασκούν την εξουσία, στρατιωτικούς η μη. Η ταινία απαγορεύτηκε για 20 χρόνια στη Γαλλία εξαιτίας της «κακής εικόνας» που έδινε για τους Γάλλους αξιωματικούς, οι οποίοι όμως μάλλον απέτυχαν να επισημάνουν ότι στόχος του Κιούμπρικ δεν ήταν μόνο οι Γάλλοι αξιωματικοί αλλά όλοι όσοι χειρίζονται ανθρώπινες ζωές με αυθαιρεσία και ανευθυνότητα. Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων υποψηφίων ηθοποιών, ο Κιούμπρικ γνωρίζει τη μέλλουσα γυναίκα του με την οποία θα παραμείνει μέχρι το θάνατό του, την Christiane Susanne Harlan. Μετά το πέρας των γυρισμάτων, μετακομίζει μαζί της στο Λος Άντζελες και το ζεύγος παντρεύεται το 1958.

Έχοντας πλέον αποδείξει τη σκηνοθετική του ικανότητα, ο Κιούμπρικ αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία μιας υπερπαραγωγής εποχής, του Σπάρτακου (Spartacus, 1960). Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, παρόλο το γεγονός ότι δεν είχε διευθύνει το γύρισμα μιας ταινίας τέτοιας κλίμακας ποτέ στο παρελθόν, δεν έδειξε να λιγοψυχεί. Κατά τα λεγόμενα συνεργατών του, έδειχνε ικανότητα να συγκεντρώνεται στο σημαντικό και δεν άφηνε ποτέ του να φανεί προς τα έξω είτε θυμός είτε δισταγμός. Η ταινία κερδίζει 4 Oscar και ο σκηνοθέτης απολαμβάνει πλέον ευρείας αναγνώρισης στους κύκλους του Χόλυγουντ και όχι μόνο. Παρ’ όλα αυτά όμως, αυτός αποφασίζει ότι από εκείνο το σημείο κι έπειτα σε όποια ταινία και αν γύριζε θα είχε αυτός την επιλογή του σεναρίου και την τελική «κοπή». Ουσιαστικά λοιπόν το αληθινό δημιουργικό του έργο, αυτό για το οποίο έμεινε στην ιστορία σαν ένας από τους Μεγάλους Σκηνοθέτες ξεκινά εδώ με το…

Kub 3

Lolita (1962)

Το σενάριο της ταινίας αυτής βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα (Nabokov). Έχοντας ως κεντρική ιδέα το γεγονός ότι το καλό και το κακό δεν έχουν πάντα αναγνωρίσιμη μορφή, εξιστορεί την πτώση ενός ανθρώπου εξαιτίας του πάθους του για μια έφηβη η οποία τον προκαλεί συνεχώς χωρίς αίσθηση των συνεπειών των πράξεών της. Η ταινία προκάλεσε σάλο με τις σκανδαλιστικά προκλητικές σκηνές τις (για την εποχή) και αντιμετώπισε προβλήματα διανομής εξαιτίας της λογοκρισίας. Ο Κιούμπρικ προβληματισμένος από τις αντιδράσεις, ξαναμοντάρισε την ταινία περιορίζοντας τις προκλητικές σκηνές. Παρ’ όλη την κατακραυγή, η ταινία άρεσε και έγινε αποδεκτή στους πιο προοδευτικούς κύκλους.

Dr Strange love

Dr Strangelove (or how I learned to love the bomb and stop worrying) (1964)

Βρισκόμενοι πλέον εν μέσω του απογείου του ψυχρού πολέμου, στην εποχή της Κρίσης των Πυραύλων στην Κούβα και του αδυσώπητου αγώνα δρόμου των πυρηνικών εξοπλισμών, ήταν επόμενο για τον Κιούμπρικ να θελήσει να ασχοληθεί με μια ταινία της οποίας το θέμα θα ήταν το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Ξεκινώντας τη συγκέντρωση και οργάνωση του υλικού του συνειδητοποίησε ότι το όλο θέμα είναι τόσο βαθιά παρανοϊκό που το μόνο που θα μπορούσε να κάνει με αυτό ήταν μια κωμωδία. Έτσι λοιπόν, το Dr Strangelove προέκυψε ως μια πανέξυπνη, καυστική σάτιρα στην οποία όχι μόνο επιδεικνύεται η παράνοια του πυρηνικού πολέμου σαν ιδέα γενικότερα αλλά και με ποιο τρόπο ατομικές αδυναμίες όπως αλαζονεία, παράνοια ή απλώς βλακεία μπορούσαν να παρασύρουν στον όλεθρο ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Μεταξύ άλλων, ο Κιούμπρικ καταστρέφει ανελέητα την καθησυχαστική αλλά εντελώς επίπλαστη εικόνα που έχουμε για τους σοβαρούς και «επιστημονικά λειτουργώντες» ηγέτες μας και καταδεικνύει την προχειρότητα και ερασιτεχνισμό με τον οποίο πολλές φορές λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις. Βλέποντας κανείς την απολαυστική αυτή ταινία θα δυσκολευτεί να πιστέψει πόσο κοντά στην πραγματικότητα ήταν (σε βαθμό ανατριχίλας είναι η αλήθεια), αφού αργότερα έγινε γνωστό ότι ο αρχηγός της Στρατηγικής Διοίκησης Βομβαρδιστικών Curtis le May σκεπτόταν σοβαρά να δοκιμάσει τις αντιδράσεις των σοβιετικών στην πρόκληση ενός πυρηνικού πολέμου… Η ταινία έγινε δεκτή με ενθουσιώδεις κριτικές, γέμισε τις αίθουσες αλλά χαρακτηρίσθηκε από κάποιους ως «επικίνδυνα ανατρεπτική».

Μετά την επιτυχία του Dr Strangelove, ο Κιούμπρικ πλέον μπορεί να διαλέγει ο ίδιος το επόμενο θέμα και τους ηθοποιούς του. Ο Martin Scorcese αναφέρει: «Μετά την Lolita και το Dr Strangelove περιμέναμε πλέον την επόμενη ταινία του Κιούμπρικ.» Και σε αυτήν την περίπτωση δεν ήταν παρά το…

Kubr 2001 space

2001: A Space Odyssey (1968)

Μια ταινία η οποία θεωρείται ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου γενικότερα, αποτελεί ίσως τον χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο της θεματικής του Κιούμπρικ, θέτοντας ξεκάθαρα τα αδυσώπητα ερωτήματα που μας ακολουθούν από την χαραυγή της ύπαρξής μας σε αυτόν τον πλανήτη: Από πού προερχόμαστε; Πού βαδίζουμε; Ποιοι κίνδυνοι και προκλήσεις μας περιμένουν; Με την τεχνολογική έκρηξη του 20ου αιώνα και τη διαστημική προοπτική να φαντάζει πολλά υποσχόμενη, τα ερωτήματα αυτά απέκτησαν νέα οπτική με την οποία οι μόνοι που είχαν ασχοληθεί μέχρι τότε ήταν οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Συνεργαζόμενος λοιπόν με ένα από τα «ιερά τέρατα» της λογοτεχνικής αυτής κατηγορίας, τον Arthur C. Clark (και βασιζόμενος σε ένα από τα διηγήματά του), ο Κιούμπρικ δημιούργησε μια ταινία που μιλούσε σε όλες τις αισθήσεις, με εικόνες μοναδικές, πολλές φορές αρχετυπικής αξίας, δεμένες άψογα με τη μουσική η οποία δεν ήταν απλώς ένα σετ συνοδευτικών ήχων αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικής εμπειρίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την εισαγωγική σκηνή του μονόλιθου πλαισιωμένη από τα πνευστά και τα τύμπανα του Also Sprach Zarathustra;… Στην ταινία αυτή φαίνεται περίτρανα η προσοχή στη λεπτομέρεια που επιδείκνυε ο Κιούμπρικ, με κάθε σκηνή να αποτελεί ένα σχεδόν αυτοτελές δημιούργημα ομορφιάς. Η ταινία δέχθηκε αντικρουόμενες κριτικές, πράγμα που συμβαίνει συχνά σε έργα τέχνης τα οποία ανοίγουν νέους δρόμους και βρίσκονται μπροστά από το κοινό στο οποίο απευθύνονται. Χαρακτηριστικά, ο Woody Allen αναφέρει: «Χρειάστηκε να δώ την ταινία τρεις φορές για να την εκτιμήσω. Τότε μόνο κατάλαβα ότι ο καλλιτέχνης βρισκόταν πολύ πιο μπροστά από μένα…»

imagesROO50UOF

Μετά το 2001: A Space Odyssey ο Κιούμπρικ αποφάσισε να ασχοληθεί με μια προσωπικότητα η οποία του προξενούσε το θαυμασμό αλλά του γεννούσε και ερωτηματικά: Τον Ναπολέων Βοναπάρτη. Μπροστά στην δύναμη και εξυπνάδα της ιστορικής αυτής προσωπικότητας, αδυνατούσε να καταλάβει τους λόγους οι οποίοι τον οδήγησαν στην πτώση. Χαρακτηριστικός ο προβληματισμός αυτός, επιδεικνύει την ανθρωπολογική ματιά του σκηνοθέτη. Στο μεταξύ, η ταινία Waterloo με το ίδιο θέμα αν και καλογυρισμένη, απέτυχε εισπρακτικά οπότε οι χρηματοδότες φοβήθηκαν μια αποτυχία και έτσι αναγκάστηκε να κατευθύνει το δημιουργικό του ένστικτο σε κάπου αλλού:

images8B0IETFW

A Clockwork Orange (1971)

Μία ακόμα ταινία που θέτει ερωτηματικά για την πορεία της ανθρώπινης κοινότητας, αυτή τη φορά περισσότερο από κοινωνιολογικής πλευράς, το Κουρδιστό Πορτοκάλι αποτελεί την εξιστόρηση της πορείας του νέου Άλεξ (Malcolm McDowell) ο οποίος εγγενώς αντιδραστικός και βίαιος, περιδιαβαίνει τους δρόμους της πόλης χτυπώντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας, συνεπικουρούμενος από τους φίλους του. Στην πορεία προδίδεται από αυτούς και στα χέρια της αστυνομίας αναγκάζεται να περάσει μια επώδυνη διαδικασία «επανένταξης» η οποία τον καθιστά μη ανεκτικό στη βία. Έχοντας χάσει πλέον τον εαυτό του ο νέος Άλεξ πέφτει θύμα των πρώην αποδεκτών της επιθετικής του συμπεριφοράς, ανίκανος να αμυνθεί ή να λάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία. Ανάμεσα στα δύο άκρα (ασύδοτη επιθετικότητα και ολοκληρωτική πλύση εγκεφάλου) ο Κιούμπρικ στέκεται θέτοντας το ερώτημα: Είναι καλύτερα για τον άνθρωπο να μπορεί να διαλέξει το κακό ή να είναι υποχρεωμένος να κάνει το καλό χωρίς ικανότητα ελεύθερης βούλησης; Οι απόψεις του ίδιου για το είδος μας απέχουν πάρα πολύ από ρομαντικές εικασίες περί της εγγενώς καλής του φύσης. Σε συνέντευξή του αναφέρει: «(…) Ο άνθρωπος είναι ανορθολογικός, βίαιος, αδύναμος, χαζός και ανίκανος να είναι αντικειμενικός με οτιδήποτε εμπλέκεται με τα δικά του συμφέροντα (…)» και επίσης: «Η ιδέα ότι οι κοινωνικοί περιορισμοί είναι κακοί βασίζεται σε μία ουτοπική και μη ρεαλιστική εικόνα για τον άνθρωπο. Σ’ αυτήν την ταινία όμως τα κοινωνικά ιδρύματα έχουν ξεπεράσει πλέον τα όρια. Προφανώς τα ιδρύματα τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα τάξης και ευνομίας θα μπορούσαν να επιλέξουν να γίνουν γκροτεσκικά καταπιεστικά»…

Η ταινία δέχθηκε θυελλώδεις αντιδράσεις, ειδικά στην συντηρητική και εικονοκλαστική Αγγλία των 70‘s κατηγορούμενη ότι προάγει τη βία και την κοινωνική απείθεια. Ο Κιούμπρικ ταράχτηκε και απέσυρε την κυκλοφορία της ταινίας στη Χώρα αυτή. Με την πάροδο του χρόνου οι κριτικές για την ταινία διάκειντο ολοένα και θετικότερα, (όπως και με τις περισσότερες από τις ταινίες του).

Kub orange

Barry Lyndon (1975)

Το Barry Lyndon είναι μια ταινία εποχής που περιγράφει την πορεία ενός αρχικά αγνού νέου προερχόμενου από φτωχή αγροτική οικογένεια στα σαλόνια των Ευγενών και την τελική του πτώση. Περιοριζόμενος στο να εξιστορεί με λυρισμό την ιστορία του, ο σκηνοθέτης-δημιουργός αρνείται να λάβει οποιαδήποτε θέση απέναντι στο αντικείμενό του, και καλεί το θεατή να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματά του. Η ταινία αυτή αποτελεί σίγουρα ένα μοναδικό δημιούργημα ομορφιάς καθώς η φωτογραφική της ποιότητα της είναι απαράμιλλη. Ο Κιούμπρικ αναζήτησε ενεργά την αισθητική των πινάκων της εποχής (κατασκεύασε μάλιστα ειδική κάμερα γι’αυτό) και κρίνοντας από το αποτέλεσμα μάλλον το πέτυχε στο έπακρο. Η μουσική δένει επίσης άψογα με τις εικόνες (την τελευταία στιγμή αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει τη μουσική των συνθετών του Χόλυγουντ αλλά αυθεντικά έργα κλασικής μουσικής της περιόδου εκείνης) ταξιδεύοντας το θεατή σε εκείνη την εποχή με τρόπο μοναδικό. Η ταινία έγινε δεκτή στην Ευρώπη με θετικές κριτικές και ως ένα έργο υψηλής καλλιτεχνικής αξίας αλλά στην Αμερική χαρακτηρίστηκε ως υπερβολικά αργό, μακρόσυρτο και βαρετό, αντίθεση χαρακτηριστική του διαφορετικού ιστορικού και πολιτισμικού υποβάθρων των δύο ηπείρων…

Kub lampsi

The Shining (1980)

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Stephen King (o Κιούμπρικ βάσιζε το σενάριο σχεδόν όλων των ταινιών του σε βιβλία) το έργο αυτό ήταν η μοναδική απόπειρα του δημιουργού για το γύρισμα ενός θρίλερ. Η ιστορία αφορά μια οικογένεια η οποία αναλαμβάνει καθήκοντα επιστασίας σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο για τη διάρκεια του χειμώνα. Στην πορεία τα μέλη της ανακαλύπτουν ότι συμβαίνουν περίεργα πράγματα στα δωμάτια και διαδρόμους του αλλά το χειρότερο έρχεται από τον ίδιο τον πατέρα ο οποίος γίνεται ολοένα πιο επιθετικός μέχρι που χάνει τον έλεγχο. Ο King διαμαρτυρήθηκε μετά το πέρας των γυρισμάτων επειδή κατά τα λεγόμενά του «Η ταινία είναι υπερβολικά ορθολογική. Ο Κιούμπρικ απέτυχε να μετουσιώσει το κακό του Ξενοδοχείου Overlook και αντί γι αυτό έκανε κακούς τους χαρακτήρες».

Kub lamps Στην πραγματικότητα ο Κιούμπρικ χρησιμοποιεί το σενάριο σαν ένα καμβά για τη μελέτη, ή αν θέλετε «τη φωτογραφία» μιας καθαρά νευρωτικής προσωπικότητας (αυτής του πατέρα, του οποίου το ρόλο ερμήνευσε με ιδιαίτερη επιτυχία ο Jack Nicholson). Η τάση για απομόνωση, η δυσκολία έκφρασης των συναισθημάτων, η μικρή έως ανύπαρκτη δημιουργικότητα και ικανότητα για εργασία (ο πατέρας συνεχώς δημιουργούσε καβγάδες για το ότι δεν τον άφηναν να γράψει -ήταν συγγραφέας- αλλά όταν έμενε μόνος του δεν κατάφερνε ποτέ να γράψει) και τέλος η ένταση που μεταβάλλεται σε απρόκλητη επιθετικότητα, καταδεικνύουν ότι στόχος του σκηνοθέτη ήταν μάλλον η μελέτη ενός συγκεκριμένου ψυχολογικού προφίλ. H ταινία έλαβε κυρίως αρνητικές κριτικές αλλά έκανε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και η σκηνή του ανελκυστήρα ο οποίος πλημμυρίζει με αίμα έμεινε στην ιστορία των ταινιών τρόμου.

Kub Full metal jacket

Full Metal Jacket (1987)

Κατά τα λεγόμενα του ίδιου του Κιούμπρικ, η ταινία αυτή δεν είναι αντιπολεμική αλλά πολεμική. Κρατώντας τη στάση του ψυχρού παρατηρητή απέναντι σε ένα φαινόμενο, ο Κιούμπρικ τοποθετεί το σενάριό του στον πόλεμο του Βιετνάμ και εξιστορεί την μετατροπή ενός απλού ανθρώπου σε πολεμική μηχανή η οποία αναλαμβάνει το ρόλο της. Στην ταινία γίνεται ιδιαίτερη μνεία στον «δυισμό» του ανθρώπου ( όρος που πρωτοεφευρέθηκε από τον Carl Young) και την ροπή του προς το καλό ή το κακό ανάλογα με τις περιπτώσεις. Ακόμα και η ίδια η ταινία είναι χωρισμένη σε δύο εντελώς ξεχωριστά κομμάτια: Το πρώτο, στο οποίο περιγράφεται η διαδικασία της μετατροπής των πολιτών σε ένα ομοιογενές σύνολο (το οποίο τείνει να μένει στη μνήμη των θεατών περισσότερο) και το δεύτερο, με τις σκηνές των μαχών. Παρόλη την παρουσίαση και άλλων ταινιών με θέμα το Βιετνάμ (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των οποίων το Platoon) η ταινία είχε αρκετή εισπρακτική επιτυχία.

Σαν επόμενο θέμα του ο Κιούμπρικ επέλεξε το Ολοκαύτωμα (σε μία ταινία με το όνομα Aryan Papers). Κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης του υλικού του άρχισε να επηρεάζεται και να επιδεικνύει σημάδια κατάθλιψης. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι ο Steven Spielberg γυρίζει τη Λίστα του Σίντλερ οπότε αποφασίζει να αφήσει αυτό το θέμα. Η γυναίκα του θα αναφέρει αργότερα: «Ήμουν πολύ χαρούμενη που παράτησε το Aryan Papers. Είχε αρχίσει να τον επηρεάζει πραγματικά». Έτσι λοιπόν, στράφηκε σε ένα άλλο θέμα, τη σεξουαλικότητα του ανθρώπου και το γάμο οπότε το 1997 ξεκινά το…

Kub EYES

Eyes Wide Shut (1999)

Το κύκνειο άσμα του Κιούμπρικ, έχει ως κεντρικό χαρακτήρα τον γιατρό Dr Harford (Tom Cruise) ο οποίος μετά την εξομολόγηση της συζύγου του (Nicole Kidman) για την παραλίγο απιστία της με έναν αξιωματικό του ναυτικού, αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη σαθρότητα των δεδομένων που είχε ως τότε στη ζωή του. Χαμένος στους προβληματισμούς του ο Dr Harford ξεκινά μια ολονύκτια περιπέτεια στους βγαλμένους σαν από όνειρο δρόμους της Νέας Υόρκης (η ταινία πλην ελαχίστων εξαιρέσεων γυρίστηκε εξολοκλήρου σε στούντιο) και λαμβάνει μέρος σε μια σειρά περιστατικών των οποίων το απαύγασμα είναι η συμμετοχή σε ένα σεξουαλικό όργιο οργανωμένο από την «υψηλή κοινωνία» της πόλης. Η ταινία τελειώνει με ειλικρινή και εξομολογητική διάθεση σε μια φορτισμένη σκηνή όπου η μητέρα Kidman φαίνεται τελικά να εκτιμά την αξία μιας μακρόχρονης συναισθηματικής επένδυσης. Γεμάτη με συμβολισμούς, η ταινία αυτή αφήνει πολύ χώρο για πολλαπλές ερμηνείες (πολλές από τις οποίες μπορεί κανείς να βρει στο Διαδίκτυο). Σε ένα πρώτο επίπεδο, αποτελεί μια «βυθομέτρηση» στη σκοτεινιά της σεξουαλικότητας του ανθρώπου και την αξία αλλά και επιβιωσιμότητα μιας μακροχρόνιας σχέσης. Με προσεκτικότερη όμως παρατήρηση αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι και μία μαρτυρία (διαμαρτυρία ίσως;) για την πολλές φορές βάναυση εκμετάλλευση των κοινωνικά και οικονομικά αδύναμων από τους πιο δυνατούς.

images030L2Y1HΥπάρχει βεβαίως και η άποψη ότι η ταινία βρίθει από αναφορές σε συνωμοσιολογικά στοιχεία και γεγονότα, κυρίως αυτά που αφορούν το Mind Control αλλά και τη «σεξουαλική μαγεία», τίποτα από αυτά όμως δεν μπορεί να αποδειχθεί με σαφήνεια. Αναμφίβολα, το Eyes Wide Shut είναι μία εξαιρετική ταινία η οποία επιδεικνύει όλη τη μαεστρία (και εμπειρία πλέον) του Κιούμπρικ στη σκηνοθεσία. Ελεγχόμενος ρυθμός, άψογη φωτογραφία, μουσική που δένει με την εικόνα, όλα στην υπηρεσία ενός σεναρίου που θα προβληματίσει και θα αφήσει βασανιστικά ερωτηματικά. Ο Κιούμπρικ κατά τον οποίο η ταινία αυτή ήταν και η καλύτερή του, πέθανε μια εβδομάδα μετά την πρεμιέρα της ταινίας, στις 9 Μαρτίου 1999, σε ηλικία 70 ετών…

Kub 2001

Κάνοντας μια συνολική αποτίμηση του έργου του, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο Κιούμπρικ όχι μόνο έτρεφε βαθιά αγάπη για την τέχνη του κινηματογράφου αλλά ήταν και ένας ενδελεχής μελετητής, κάποιος που του άρεσε να θέτει ερωτήματα χωρίς να δίνει τις απαντήσεις. Σκεπτόμενος βαθιά, ποτέ δεν έκανε κήρυγμα στις ταινίες του αλλά έδινε μια όσο το δυνατόν αντικειμενική ματιά στο θέμα αφήνοντας το θεατή να προβληματιστεί και να συμπεράνει ανάλογα. Επιδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο απόλυτο σεβασμό στο ακροατήριό του (και παρόλο το σκεπτικισμό του), απόδειξε με αυτόν τον τρόπο ότι τελικά τρέφει εμπιστοσύνη σε αυτό που αγάπησε να μελετά σε όλη του τη ζωή: Τον Άνθρωπο.

Kub end

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δημοσιεύτηκε στο ΖΕΝΙΘ Νο 11,το  2006.

zenith11