Category Archives: ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ – GEOPOLITICS

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Παίζει η Μόσχα Ρώσικη Ρουλέτα με την “Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”;

Του Γιώργου Στάμκου

Από τον 18ο αιώνα και μετά τα Βαλκάνια απέκτησαν στρατηγική σημασία για τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Ρωσίας. Ουσιαστικά από τότε βρίσκονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, υπό τη σκιά και τη γεωπολιτική επιρροή της Μόσχας. Υπό το γεωφιλοσοφικό -και όχι μόνον- πρίσμα της Ρωσίας, όπως εκφράζεται στην εποχή μας και από τον Alexander Dugin, “γκουρού” της ρωσικής γεωπολιτικής και συμβούλου του Πούτιν, η Ευρασία χωρίζεται σε τρεις μεγάλες γεωπολιτισμικές ζώνες: στη Δύση, ο πολιτισμός της οποίας κυριαρχεί παγκοσμίως, στην Ανατολή (Κίνα, Ινδίες, Ιαπωνία) και στη λεγόμενη “Ενδιάμεση Περιοχή” (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Ρωσία), πολιτικό κέντρο της οποίας είναι η Ρωσική Ομοσπονδία (παλαιότερα ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και η διάδοχός της, η Οθωμανική), που ιστορικά επιδιώκει έναν “παγκόσμιο ρόλο”.


Ρωσία και Βαλκάνια

Τα Βαλκάνια υπήρξαν κατά τη σύγχρονη εποχή πάντα μια εποφθαλμιούμενη περιοχή για τη Ρωσία. Η Μόσχα επιθυμούσε σφόδρα να θέσει υπό τον έλεγχό της το λεγόμενο “μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης” πότε παίζοντας το χαρτί του “ομοδόξου” (η κοινή θρησκεία της ορθοδοξίας), πότε του Πανσλαβισμού και πότε της ιδεολογίας (κομμουνισμός κατά τον Ψυχρό Πόλεμο), με διακαή στόχο πάντα την προώθηση προς τις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Ως συνέπεια τα Βαλκάνια, από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα, μετατράπηκαν σε αρένα ανταγωνισμών και σε πεδίο σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων, πότε άμεσα και πότε “δια αντιπροσώπων”. Μετά το 1989 πάγια στρατηγική της Δύσης ήταν, και παραμένει, να εντάξει στους κόλπους της ολόκληρη την περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, αποκλείοντας ταυτόχρονα τη Ρωσία από αυτή. Γι’ αυτό το λόγο η Ρωσία, που θεωρεί τα Βαλκάνια τμήμα της “Ενδιάμεσης Περιοχής”, άρα ευρύτερο γεωπολιτισμικό χώρο δράσης της, έχει επανεργοποιηθεί έντονα τελευταία στην περιοχή μας, προκειμένου να ανακόψει την “στρατηγική περικύκλωσή” της από τη Δύση, θεωρώντας ταυτόχρονα πως η τελευταία είναι πλέον έντονα διχασμένη ανάμεσα στους δύο πόλους της (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ), επομένως σε φάση αδυναμίας.


Η Ρωσία ήταν πάντα μία από τις “προστάτιδες δυνάμεις” της Ελλάδας, αν και οι γεωπολιτικοί στόχοι της Μόσχας (Πανσλαβισμός, πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο κ.ά), έρχονταν σε αντίθεση με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, και προσέκρουαν στα στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης στην περιοχή. Έχοντας απολέσει το μεγαλύτερο τμήμα της επιρροής προς την “παραδοσιακά φιλοδυτική” Ελλάδα, ήδη από την εποχή ακόμη του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα είδε, μετά το 1989, “με βαριά καρδιά”, δύο πρώην δορυφόρους της στα ανατολικά Βαλκάνια και πλησίον των εδαφών της, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, να φεύγουν από τον έλεγχό της και να εισέρχονται στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., δηλαδή στους κόλπους της Δύσης. Ταυτόχρονα είδε, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον ακολουθούμενο κατακερματισμό της (1991-1999), τον έλεγχο της Δύσης να επεκτείνεται στη Σλοβενία, στην Κροατία, στην Αλβανία, στο μεγαλύτερο τμήμα της Βοσνίας και στο Κόσοβο. Τελευταίο κτύπημα υπήρξε η προσχώρηση του “ομοδόξου” και παράκτιου Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, το 2016, την οποία και η Μόσχα επιχείρησε να παρεμποδίσει μ’ ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Πλέον, οι μόνες χώρες στα Βαλκάνια που η Ρωσία διατηρεί ακόμη σχετικά ισχυρή επιρροή, παρεμποδίζοντας την ένταξή τους στις Ευρωατλαντικές δομές, είναι η Σερβία, η Σέρβικη Δημοκρατία (Republika Srpska) της Βοσνίας και η π.Γ.Δ.Μακεδονία.


Οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στην π.Γ.Δ.Μακεδονία

Είναι προφανές πως η Μόσχα δεν θα εγκαταλείψει εύκολα το γεωπολιτικό σταυροδρόμι των Βαλκανίων, ούτε και θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια αφήνοντας την επιρροή της να εξαφανιστεί, ειδικά πάνω στις τελευταίες χώρες της περιοχής που είναι ακόμη έντονα παρούσα. Γι’ αυτό, αν και εξωτερικά παριστάνει πως “δεν αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις” χωρών της περιοχής, η ρωσική διπλωματία, και ένας ολόκληρος μηχανισμός “πολέμου προπαγάνδας” και “ήπιας ισχύος”, έχει ενεργοποιηθεί έντονα στην π.Γ.Δ.Μακεδονία με στόχο τη ματαίωση της έγκρισης της Συμφωνίας των Πρεσπών και απώτερο στόχο τη ματαίωση -ή έστω την αναβολή στο διηνεκές- της ένταξης της χώρας στις Ευρωατλαντικές δομές.


Οι παρεμβάσεις πλέον της Μόσχας είναι πλέον απροκάλυπτες και συναγωνίζονται τις αντίστοιχες της Δύσης, η οποία θέλει να εντάξει αυτή τη μικρή βαλκανική χώρα στις δομές της. Δεν αποτέλεσε λοιπόν έκπληξη η ωμή παρέμβαση της Μόσχας κατά της Συμφωνίας της Πρεσπών, μέσω της Ρωσικής πρεσβείας στα Σκόπια, που δήλωσε επίσημα πως “η Ρωσία αναγνώρισε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα πριν από 26 χρόνια και δεν αλλάζει τη θέση της”. Κοντολογίς δεν συντρέχει λόγος η Ρωσία να αλλάξει τη θέση της για το ονοματολογικό, παρά τη Συμφωνία των Πρεσπών και την αρχική έγκριση των συνταγματικών αλλαγών, γιατί έτσι πριμοδοτεί τους εθνικιστές του VMRO, που επιθυμούν να ανακόψουν την όλη διαδικασία -κάτι που είναι προς το στρατηγικό συμφέρον της Μόσχας. Στο ίδιο μήκος κύματος το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε πως η ψηφοφορία στη Βουλή των Σκοπίων, κατά την οποία εξασφαλίστηκε τελικά η πλειοψηφία των 80 βουλευτών (τα 2/3 της Βουλής) δεν ήταν ελεύθερη, αλλά χειραγωγήθηκε και καθοδηγήθηκε από τις ΗΠΑ με σκοπό τη διευκόλυνση της ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ. “Οι οκτώ ψήφοι, οι οποίοι δεν επαρκούσαν για να υπάρξει η απαιτούμενη πλειοψηφία, διασφαλίσθηκαν μέσω εκβιασμών, απειλών και εξαγοράς βουλευτών της αντιπολίτευσης”, αναφέρεται στην ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και συνεχίζει κατηγορώντας την πρεσβεία των ΗΠΑ για άμεση παρέμβαση στην όλη διαδικασία, ενώ επισημαίνει πως “η άποψη των 2/3 των Μακεδόνων (σ.σ. όπως τους αναγνωρίζει η Μόσχα από το 1993), που αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, στο αποτυχημένο δημοψήφισμα της 30η Σεπτεμβρίου, αγνοήθηκε ωμά”. Κοντολογίς η Μόσχα, εκφράζοντας σε πρώτη φάση την έντονη δυσαρέσκειά της, φανέρωσε πως δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αμαχητί την πάγια βαλκανική πολιτική της. Εφόσον η διαδικασία έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών τραβήξει σε βάθος χρόνου, η Μόσχα αναμένεται να αυξήσει και τις παρεμβάσεις της στο εσωτερικό της π.Γ.Δ.Μακεδονίας, αλλά και της Ελλάδας, όταν θα έρθει προς έγκριση και στην ελληνική Βουλή. Ο “ρωσικός χειμώνας” αναμένεται λοιπόν να ενσκήψει ιδιαίτερα δριμύς κατά τους επόμενους μήνες πάνω από την περιοχή μας και θα πρέπει να λάβουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και κυρίως να οπλιστούμε με υπομονή και ψυχραιμία.

Το “σέρβικο χαρτί” της Ρωσίας

Αν, όπως ήδη διαφαίνεται, και ο μικρός βόρειος γείτονάς μας περάσει κι αυτός στον γεωπολιτικό έλεγχο της Δύσης, είναι σαφές πως η Ρωσία θα ποντάρει όλα τα εναπομείναντα “γεωπολιτικά κεφάλαιά” της στα Βαλκάνια στο ατίθασο “χαρτί” που λέγεται Σερβία, κι έχει ακόμη σοβαρά ανοικτά θέματα με τη Δύση, τόσο στο ζήτημα του Κοσόβου, όσο και σ’ εκείνο της Βοσνίας. Το επόμενο διάστημα η Σερβία αναμένεται να δεχθεί αφόρητες πιέσεις και από τις δύο πλευρές. Από τη μία η Δύση, χρησιμοποιώντας την τακτική του “καρότου και του μαστιγίου”, θα πιέζει ώστε να μη καταστεί η Σερβία “προωθημένο πιόνι της Ρωσίας” και “μαύρη τρύπα” της Ευρώπης. Από την άλλη η Ρωσία θα τονίζει στη Σερβία την παραδοσιακή φιλία τους, που βασίζεται και στο ομόδοξο (“ορθόδοξη αλληλεγγύη”) και ομόφυλο (πανσλαβιστική ιδέα), θα τη δελεάζει με επενδύσεις, ενεργειακά προγράμματα και αμυντική συνεργασία, ενώ θα της υπενθυμίζει την αντίφαση του να ενταχθεί σε μία συμμαχία (ΝΑΤΟ), η οποία την βομβάρδισε το 1999 και της απέσπασε μια επαρχία της (Κόσοβο), που θεωρείται “λίκνο του σερβο-ορθόδοξου πολιτισμού”. Η Σερβία, η πολιτική ηγεσία της, αλλά και ο λαός της, θα βρεθούν έτσι, για μια ακόμη φορά, υπό τρομερή πίεση και ενώπιον σοβαρών διλημμάτων. Από την τελική απόφαση της Σερβίας προς ποια πλευρά θα μετακινηθεί, διότι λόγω της σημαντικής γεωστρατηγικής της θέσης είναι αδύνατον να παραμείνει ουδέτερη, θα κριθεί τόσο η σταθερότητα των δυτικών Βαλκανίων, όσο και η ασφαλής πρόσδεσή τους στις Ευρωατλανικές δομές. Για την ώρα πάντως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Σχετική εικόνα

Οι ελληνο-ρωσικές σχέσεις σε νέα φάση

Τέλος, όσον αφορά τις δοκιμαζόμενες τελευταίως ελληνο-ρωσικές σχέσεις, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως η Ρωσία, ακόμη και μεταμφιεσμένη ως Σοβιετική Ένωση, έπαιζε πάντοτε σημαντικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας. Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δυσκολεύονταν να υιοθετήσουν μια καθαρά αντίθετη στάση απέναντι στη Ρωσία, ακόμη και στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Προτιμούσαν τις φιλικές, προνομιακές σχέσεις μαζί της ή, έστω, την ουδετερότητα. Υπάρχει ένα σαφές αμοιβαίο αίσθημα φιλίας ανάμεσα στον ελληνικό και στο ρωσικό λαό. Από την άλλη όμως υπάρχουν και τα συμφέροντα, κυρίως τα γεωπολιτικά, που είναι συχνά αντικρουόμενα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Στ. Πρεβελάκη, Έλληνα καθηγητή Γεωπολιτικής του πανεπιστημίου της Σορβόνης: “Η Μόσχα ονειρευόταν πάντοτε να γίνει η ‘Τρίτη Ρώμη’, δηλαδή να στεγάσει το κέντρο της Ορθοδοξίας, που βρίσκεται σήμερα στα χέρια του ελληνικού κλήρου της Κωνσταντινούπολης. Δεν πρόκειται απλά για θρησκευτικό ζήτημα. Είναι γεωπολιτικό θέμα με μεγάλη σημασία. Ενδεχόμενη απομάκρυνση του Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη θα έδινε στη Μόσχα την ευκαιρία να επιτύχει τον σκοπό της. Έτσι η Ρωσία έχει συμφέρον να δει τον ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό να εντείνεται” (Γ. Πρεβελάκης, Γεωπολιτική της Ελλάδας, σελ. 248, εκδ. Libro). Αυτό σημαίνει πως το ενδεχόμενο πριμοδότησης από τη Μόσχα της αποσταθεροποιητικής πολιτικής της Άγκυρας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, καθώς και η αύξηση των πιέσεων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι μόνο δε θα πρέπει να αποκλειστεί, αλλά να ληφθεί σοβαρά υπόψιν τόσο από την Αθήνα, όσο και από τη Δύση (Ε.Ε. και ΗΠΑ), τα γεωπολιτικά συμφέροντα της οποίας ταυτίζονται για την ώρα με εκείνα της Ελλάδας -και είναι αρκετά ισχυρά ώστε να ληφθούν και τα κατάλληλα αντίμετρα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.


Οι στόχοι της Ρωσίας σχετικά με την Ελλάδα θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο με το λιγότερο δυνατόν κόστος και τις ελάχιστες δυνατές παραχωρήσεις απέναντι στη χώρα μας, κι ως εργαλειακή χρήση της ομόδοξης Ελλάδας για την υπεράσπιση των ρωσικών συμφερόντων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια και των επερχόμενων “οικονομικών πολέμων”. Ως αντάλλαγμα η Ελλάδα θα συνεχίσει να βλέπει τη Ρωσία ως “πλευρική δύναμη”, που μπορεί πάντα να ασκήσει πίεση από το βορρά στην Τουρκία, ώστε να ανακοπούν οι επεκτατικές διαθέσεις της σε Αιγαίο και Κύπρο. Ακόμη κι αν η Ρωσία απολέσει τελικά και τα τελευταία γεωπολιτικά της ερείσματα στα Βαλκάνια η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να αναπτύξει τη συνεργασία, τις φιλικές σχέσεις, και να λειτουργεί ως προνομιακός εταίρος της Μόσχας, όχι μόνον στην περιοχή μας αλλά και στην Ευρώπη. Όπως δήλωσε μάλιστα σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργού Εξωτερικών Μιχαήλ Μπογκντάνοφ “έχουμε μια ειδική, στενή σχέση με την Ελλάδα και δεν σκοπεύουμε να τη θυσιάσουμε. Σεβόμαστε την Ελλάδα. Ο θρησκευτικός παράγοντας παίζει τον ρόλο του, οι δεσμοί μεταξύ των λαών είναι ισχυροί. Αλλά η πολιτική έχει τη δική της λογική. Υπήρξαν πολιτικοί στην Ελλάδα που δέχθηκαν σοβαρές πιέσεις και πήραν αποφάσεις που μας λύπησαν”, φωτογραφίζοντας πιθανότατα τον πρώην Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, η αποχώρηση του οποίου φαίνεται πως διευκολύνει την ελληνο-ρωσική επαναπροσέγγιση. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η προγραμματισμένη για τις 12 Δεκεμβρίου επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στο Κρεμλίνο και η συνάντηση του με τον πρόεδρο Πούτιν, ώστε να “κτιστούν γέφυρες” και να γίνει εστίαση στα κοινά συμφέροντα και όχι στις όποιες διαφορές, σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος όπως η οικονομία, η ενέργεια, ο τουρισμός και ο πολιτισμός. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να έχει απέναντί της τη Ρωσία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνορωσικές σχέσεις
Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 26.10.2018

https://tvxs.gr/news/kosmos/rosiki-royleta-sta-balkania?fbclid=IwAR0JC4lP4kh0a-V0qQ_vaAPT6S_w9KUGSeCHMv1R1llUcPEZnz-96V-JklQ

.

Advertisements

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας

Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Μια προαιώνια διαμάχη με “Αυτοκρατορικό πρόσημο”

Του Γιώργου Στάμκου (stamkos@post.com)

Η προαιώνια διαμάχη που υπέβοσκε ανάμεσα στη Μόσχα και στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, οδήγησε στο πρόσφατο “Ορθόδοξο Σχίσμα”. Με αφορμή την αναγνώριση από το Φανάρι της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών, που συνεδρίασε για πρώτη φορά στην ιστορία εκτός Ρωσίας στο Μινσκ της Λευκορωσίας, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, αποφάσισε να διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, απαγορεύοντας ρητά στους Ρώσους ορθόδοξους να εκκλησιάζονται κλπ. σε ναούς και προσκυνήματα, που ανήκουν στην άμεση εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Φαναρίου. Οι επιπτώσεις αυτού του “ορθόδοξου σχίσματος” είναι και θα είναι μεγάλες και θα φανούν σε όλη τους την έκταση στο κοντινό μέλλον. Για όσους γνωρίζουν την ιστορία κατανοούν φυσικά πως το διακύβευμα αυτής της ενδο-ορθόδοξης διαμάχης δεν είναι μόνο τα εκκλησιαστικά πρωτεία στους κόλπους του ορθόδοξου κόσμου. Υποκρύπτουν αυτοκρατορικές -ή, αν προτιμάτε, μετα-αυτοκρατορικές- φιλοδοξίες για μια “παγκόσμια μεσσιανική αποστολή” της Ρωσίας, ως “αυθεντικής και μοναδικής” κοιτίδας μιας βυζαντινο-σλαβο-ορθόδοξης κληρονομιάς, απέναντι στην οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται βασικός ανταγωνιστής.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991), του “κομμουνιστικού μπλοκ” και των αντίστοιχων καθεστώτων, μέσα σε μερικούς μήνες η Ρωσική Ομοσπονδία βρέθηκε κυριολεκτικά μόνη της και περιορισμένη στα σύνορα που είχε επί Μεγάλου Πέτρου, δηλαδή λίγο πάνω από 17.000.000 τ.χλμ. (αντί για τα 22.400.000 τ.χλμ. της ΕΣΣΔ). Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο και χωρίς πόλεμο η Μόσχα έχασε τον έλεγχο που είχε σε όλες σχεδόν τις εδαφικές κατακτήσεις του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα με αντίστοιχες πληθυσμιακές και οικονομικές απώλειες. Προσπαθώντας να ανασυνθέσει για άλλη μια φορά έναν συνεκτικό γεωπολιτικό χώρο και να αποκτήσει κάποιον έλεγχο στο “Εγγύς Εξωτερικό” της (δηλαδή στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ), όπου διαβιούσαν, ως μειονότητες πλέον, πολυάριθμοι Ρωσικοί πληθυσμοί, η Μόσχα στράφηκε και πάλι προς την Ρωσική Ορθοδοξία, που ήταν θεμελιωμένη σ’ έναν αυτοπροσδιορισμό κληρονομημένο από τον Βυζαντινό μεσσιανισμό και οικουμενισμό. Το Πατριαρχείο της Μόσχας, ως θεσμός που συνέδεε τη σημερινή Ρωσία με εκείνη των Τσάρων και κατ’ επέκταση με τη Βυζαντινή κληρονομιά, επιφορτίστηκε και πάλι με την αναβάπτιση της Ρωσίας σ’ αυτή τη παραδοσιακή “μεσσιανική αποστολή”, η οποία περιλαμβάνει και την προστασία και καθοδήγηση των απανταχού Ορθοδόξων, που από την πλευρά τους θα πρέπει να αναγνωρίσουν τη Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” και κέντρο της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Και σε αυτή την αποστολή το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης θεωρείται ο βασικότερος αντίπαλος, διότι ιστορικά και παραδοσιακά έχει τα πρωτεία στον Ορθόδοξο κόσμο -κάτι που αμφισβητείται εδώ και αιώνες από τη Μόσχα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Moscow patriarchate
Πατριάρχης Κύριλλος Μόσχας και Πασών των Ρωσιών

Μόσχα: η “Τρίτη Ρώμη”

Ως γνωστόν ο Ρωσικός αυτοπροσδιορισμός στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: Πρώτον στη σύγκρουση με τη μουσουλμανική Ανατολή και την Ασία γενικότερα. Δεύτερον στην αντιπαλότητα απέναντι στη Δύση (αντι-δυτικισμός) και στον Καθολικο-Προτεσταντικό κόσμο. Και τρίτον στο μύθο της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης”. Αυτός προήλθε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) στους Τούρκους, την παρακμή και εξαφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που καθιστούσε τη Ρωσία ως το μόνο ελεύθερο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο, έστω κι αν εκείνη την εποχή η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε αρχικά υπό την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” προστάτευε τη “μια και μοναδική, αληθινή ορθόδοξη πίστη” απέναντι στον “αιρετικό” Καθολικισμό και Παπισμό, καθώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν “εν αιχμαλωσία” σε μια πόλη υπό τουρκο-μουσουλμανικό ζυγό. Άλλωστε αρκετοί Ρώσοι θεωρούσαν από τότε την πτώση του Βυζαντίου ως “θεία τιμωρία” επειδή ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας είχε συμφωνήσει την ένωση με τη Ρώμη και την υποταγή στον Πάπα, προκειμένου να λάβει βοήθεια από τη Δύση για να αντιμετωπίσει την τουρκική επέκταση. Απώτερος στόχος της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης” δεν ήταν μόνον η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας από τους πολιτικο-θρησκευτικούς εχθρούς που την πολιορκούσαν, αλλά και η επέκταση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, διαδόχου της Βυζαντινής, ώστε να εξασφαλιστεί ο τελικός θρίαμβος της ορθόδοξης πίστης. Αυτό το ρωσικό μείγμα βυζαντινοορθόδοξης παγκοσμιότητας με πιο ρεαλιστικούς γεωπολιτικούς στόχους, όπως η απελευθέρωση όλων των υπόδουλων ορθόδοξων λαών, ακόμη και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, καθόριζε την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Τσαρική Ρωσία, η οποία το 1914 είχε φτάσει στο απόγειο της επέκτασής της (22.000.000 τ.χλμ.) κατέχοντας στα δυτικά την Πολωνία και τη Φιλανδία και φτάνοντας ανατολικά ως την Κορέα και τον Βερίγγειο πορθμό, μπήκε στο παιχνίδι των συμμαχιών του Α’ Π. Πόλεμου με βασικό στόχο, όχι μόνον να κυριεύσει και να προσαρτήσει την ανατολική Μικρά Ασία και τον Πόντο, αλλά κυρίως να προβεί σε “ορθόδοξη ανακατάληψη” της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, αναλαμβάνοντας δηλαδή και επίσημα όλη τη βυζαντινο-ορθόδοξη αυτοκρατορική κληρονομία, σε συνδυασμό με μια γεωπολιτική εξακτίνωση που θα της έδινε την πολυπόθητη πρόσβαση στις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Αν δεν συνέβαινε η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), που ανέτρεψε το Τσαρικό καθεστώς και ανέκοψε την αχαλίνωτη ως τότε εδαφική επέκταση της Μόσχας, η Κωνσταντινούπολη (Τσάριγκραντ στα Ρωσικά, που σημαίνει “Πόλη του Αυτοκράτορα”) και τα Στενά θα αποτελούσαν πιθανώς σήμερα τμήμα μιας αχανούς Ρωσικής αυτοκρατορίας, με την οποία Ελλάδα θα συνόρευε στη Θράκη, αποτελώντας ουσιαστικά δορυφόρο της. Σε μια τέτοια περίπτωση το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είτε θα είχε καταργηθεί και περιπέσει σε επίπεδο μητρόπολης, είτε -το πλέον πιθανόν- θα είχε γίνει κυρίως Ρωσικό και σλαβο-ορθόδοξο και ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα ήταν Ρώσος ή κάποιος που θα ευλογούσε τον Ρώσο αυτοκράτορα (ή πρόεδρο) και θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και την “παγκόσμια αποστολή” της Μόσχας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος
Ιερά Μονή Παντελεήμοντος: το τεράστιο Ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Όρους.

Άθως: Ένα ορθόδοξο “Μήλο της Έριδας”

Ενδεικτική της επεκτατικής πολιτικής (εδαφικής αλλά και εκκλησιαστικής) αποτελεί η στάση που κρατούσε η Ρωσία απέναντι στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”, το Άγιο Όρος, στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1914. Τότε η πολυάριθμη ρωσική μοναστική παρουσία στη χερσόνησο του Άθω, κυρίως μέσω του τεράστιου ρωσικού μοναστηρίου του Αγίου Παντελεήμονα στη δυτική ακτή αλλά και του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές, χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο επεκτατικής πολιτικής στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι μοναχοί στον Άθω είχαν πλησιάσει τότε στους 2.000 εγείροντας εύλογες ανησυχίες για εκρωσισμό, τόσο δημογραφικό, όσο πολιτικο-οικονομικό, της μοναστικής πολιτείας. Εκτός από το τεράστιο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, με τη μεγαλύτερη καμπάνα στον ορθόδοξο κόσμο -δώρο του ίδιου Τσάρου Νικόλαου- στον Άθω δημιουργήθηκαν ρωσικά νοσοκομεία και ξενώνες, που εφοδιάζονταν κατευθείαν από τη Ρωσία, εγείροντας υποψίες τότε πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως βάση για το ρωσικό στόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Η απελευθέρωση και ενσωμάτωση του Αγίου Όρους στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), αλλά κυρίως η έναρξη του Α’ Π. Πολέμου (1914) και η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), ανέκοψαν τον κύμα εκρωσισμού και η ισορροπία αποκαταστάθηκε προς όφελος των ελληνικών μοναστηριών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το 1991 το τεράστιο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα υπέπεσε σε παρακμή και όταν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά το 1988, όταν ακόμη υπήρχε η ΕΣΣΔ, το μοναστήρι αυτό ήταν μια σκιά του αλλοτινού ένδοξου εαυτού του, με άδειες και ερειπωμένες πτέρυγες, όπου φώλιαζαν κάργιες, και με μια ολιγάριθμη αδελφότητα Ρώσων και Ουκρανών μοναχών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος



Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το μοναστήρι, που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, έχει ανακατασκευαστεί πλήρως με τη στήριξη της Μόσχας και με δωρεές πλούσιων Ρώσων ολιγαρχών. Η ρωσική μοναστική αδελφότητα περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 άτομα, που έχουν όλα και την ελληνική ιθαγένεια. Οι συχνές επισκέψεις μελών τη ρωσικής ελίτ, ακόμη και του ίδιου του Πούτιν, που συνοδεύτηκαν από δωρεές και έργα ύψους 200 εκ. ευρώ σε όλο τον Άθωνα, αποτέλεσαν άλλη μια προβολή της προαιώνιας επιθυμίας της Μόσχας να τεθεί επικεφαλής όλων των ορθοδόξων, υποκρύπτοντας γεωπολιτικές υστεροβουλίες. Το Άγιο Όρος αποτελεί το σύμβολο και την κορωνίδα της διαμάχης του Ρωσισμού με τον Ελληνισμό για την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο.

Σχετική εικόνα
O Βλάντιμιρ Πούτιν στο Άγιο Όρος (Καρυές)


Μετά τη διακοπή των σχέσεων και δεσμών της Μόσχας με το Φανάρι, με αφορμή το θέμα της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας που ήταν αναθεματισμένη και σχισματική για τη Μόσχα, η Ρωσική Εκκλησία εξέδωσε απαγόρευση στους πιστούς της να επισκέπτονται και να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μοναστήρια του Άθωνα και φυσικά να μη προσφέρουν καμία δωρεά σε αυτά, ειδικά οι Ρώσοι μεγιστάνες. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα εγκαταλείψουν και τα μακρόπνοα σχέδια τους για διείσδυση στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate
Το έμβλημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA
Oικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης: Ο τελευταίος κληρονόμος του Βυζαντίου

Ένα “Ελληνο-Αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο

Από την πλευρά του το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το μοναδικό θεσμικό κατάλοιπο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, εκτός από τα πρωτεία στο χώρο της ορθοδοξίας, αποτελεί και τον κύριο άξονα αναφοράς του ελληνο-ορθόδοξου στοιχείου παγκοσμίως. Το Πατριαρχείο, που διατήρησε τα προνόμια του κατά την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιστάθηκε στην έξαρση των εθνικισμών του 19ου αιώνα και είδε το ποίμνιο του να συρρικνώνεται, ενώ υπέστη και διώξεις από τις οθωμανικές και μετέπειτα τουρκικές αρχές. Σήμερα εκτός από τους περίπου 10.000 εναπομείναντες Ελληνο-ορθόδοξους της Τουρκίας, κυρίως σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Ίμβρο, στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του ανήκουν το Άγιο Όρος, τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη και η Κύπρος, καθώς και όλη ελληνορθόδοξη διασπορά -το λεγόμενο “Γένος”, όπως χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από το Πατριαρχείο και έχει θρησκευτική και πολιτιστική διάσταση (όχι όμως φυλετική), σε αντιδιαστολή με το νεωτερικό Έθνος, που έχει σαφέστατα πολιτική διάσταση.

Υπολογίζεται ότι πάνω από 7.000.000 Ελληνο-ορθόδοξοι ζουν σήμερα εκτός Ελλάδας και Κύπρου. Απ’ αυτούς σχεδόν το 75% ζει σε αγγλόφωνες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Μεγάλη Βρετανία). Από τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς σημαντικότερη είναι η ελληνοαμερικανική κοινότητα (3.500.000 ή το 50% της ελληνικής διασποράς), που αποτελεί ένα από τα πλέον δυναμικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας και τμήμα πλέον της ελίτ της χώρας. Οι Ελληνοαμερικανοί έχουν τεράστια πολιτική αξία για την Ελλάδα καθώς επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της πολιτικής της σημερινής πλανητικής υπερδύναμης, προωθώντας παράλληλα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος (Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά, Μακεδονικό, Βαλκάνια). Το ακόμη πιο ενθαρρυντικό όμως είναι -μάλιστα μετά τις τελευταίες φανατικές κορώνες των ελλαδιτών Ιεραρχών- ότι σε θρησκευτικό επίπεδο η διασπορά αυτή δεν ανήκει στην εθνική Εκκλησία της Ελλάδας αλλά τελεί κάτω από την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης που, έχοντας σχεδόν 5.000.000 πιστούς σε αγγλόφωνες χώρες, μεταμορφώθηκε σ’ ένα “ελληνο-αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου γεωπολιτικού Φρανσουά Τουάλ.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Από αυτή την άποψη οι σχέσεις του Φαναρίου με την Ουάσιγκτον είναι πολύ πιο ζωτικές και στενές, σε σύγκριση με τη Μόσχα, διότι στις ΗΠΑ βρίσκεται πλέον και η πλειονότητα των πιστών του. Η Ουάσιγκτον επίσης αναγνωρίζει την οικουμενικότητα και τη πρωτοκαθεδρία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στον ορθόδοξο κόσμο και το υποστηρίζει σε πολλά επίπεδα π.χ. στο ζήτημα του ανοίγματος της θεολογικής σχολής της Χάλκης, αλλά και απέναντι στην αυθαιρεσία των τουρκικών αρχών. Οι ΗΠΑ θέλουν να δουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ηγείται του ορθόδοξου κόσμου και όχι το Πατριαρχείο της Μόσχας. Αυτό αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον και σαφέστατα συνετέλεσε στο να ωθήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αγνοήσει τις απειλές της Μόσχας και να αναγνωρίσει την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, απομακρύνοντας την ακόμη περισσότερο από την επιρροή της Μόσχας και φέρνοντας την εγγύτερα προς τη Δύση. Γι’ αυτό και η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας σημείωσε με νόημα πως “το Οικουμενικό Πατριαρχείο για πολιτικούς λόγους άλλαξε την θέση του”, υπονοώντας πως είτε υπέκυψε στις αμερικανικές παραινέσεις είτε προωθεί ένα είδος “ορθόδοξου παπισμού”. Σε κάθε περίπτωση αυτή η ρήξη και το σχίσμα θα έχει πολλές και μακροπρόθεσμες συνέπειες, που δεν μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε στην παρούσα φάση.

Σχετική εικόνα
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και Πατριάρχης Μόσχας Κυρίλλος.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσική Ομοσπονδία που αναδείχθηκε ως ο βασικός γεωπολιτικός κληρονόμος της, προώθησε έναν Ρώσικο αυτοπροσδιορισμό, ο οποίος βασιζόταν κυρίως στην αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας. Ειδικότερα, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανέλαβε (το 2000) την ηγεσία αυτής της απέραντης πολυεθνικής χώρας, ανάμεσα στα άλλα παλινόρθωσε και τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο ρόλο του οδηγού και φύλακα του ρωσικού έθνους, το οποίο και υποτίθεται πως προστάτευε απέναντι στις διαβρωτικές Δυτικές επιρροές. Ταυτόχρονα, αυτή η νέα Ρωσία επέδειξε κι έναν ολοένα και μεγαλύτερο αυταρχισμό απέναντι στους μη Ρώσους (π.χ. Ουκρανούς, μουσουλμάνους κ.ά.), ενώ άσκησε μια ενεργή και επεκτατική πολιτική προστασίας των Ρωσικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο λεγόμενο “Εγγύς Εξωτερικό” (στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Βασικός στόχος ήταν να διασφαλιστεί τη Ρωσο-ορθόδοξη πρωτοκαθεδρία σε μια αχανή πολυεθνική χώρα, που ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό της μεγάλη δύναμη με “παγκόσμια αποστολή”. Άλλωστε η ρωσική Ορθοδοξία θεωρούσε την ίδια ως συστατικό στοιχείο της σημερινής και μελλοντικής Ρωσίας. Συμπερασματικά η σημερινή Ρωσία του Πούτιν φαίνεται πως ακολουθεί το δρόμο ενός νέου αυταρχισμού, με θρησκόληπτες τάσεις απομονωτισμού απέναντι στη Δύση, βασικό εργαλείο της οποίας αποτελεί το Πατριαρχείο της Μόσχας. Η ρήξη με την Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, δεν έχει μόνον πνευματικούς και εκκλησιαστικούς σκοπούς αλλά υποκρύπτει γεωπολιτικές υστεροβουλίες και επεκτατικά “μεσσιανικά οράματα” από τα οποία η Μόσχα ουδέποτε απαλλάχθηκε.

Ορθόδοξη εκκλησία στην Ουκρανία.

Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Πηγή: Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 22.10.2018

Εθνογένεση στα Βαλκανια: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

 

Η Εθνογένεση στα Βαλκάνια

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ

ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Βαλκάνια Η Γένεση των Εθνών.jpg

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

    Στα τέλη 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έπειτα από δύο αιώνες στασιμότητας και παρακμής, φυλλοροεί και τα άκρα της στα Βαλκάνια αρχίζουν να ξηλώνονται. Τα ευρωπαϊκά εδάφη της, όσα δεν προσαρτώνται από την Αψβουργική ή την Ρωσική Αυτοκρατορία, γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης είτε εθνοτήτων που ζητούν αυτοδιάθεση είτε νεοσύστατων εθνών-κρατών που επιθυμούν να επεκτείνουν την εδαφική τους κυριαρχία, απελευθερώνοντας “αλύτρωτους αδελφούς”.   Συνέχεια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκανια

 
Σχετική εικόνα

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Η Ελλάδα του 2018, βγαίνοντας από την δεκαετή οικονομική της κρίση, το καθεστώς των Μνημονίων και την πολυετή εσωστρέφεια στην εξωτερική της πολιτική, αρχίζει να επανακτά τον φυσικό γεωπολιτικό της ρόλο σε όλη την περιφέρειά της και ειδικά στα Βαλκάνια. Επανακτά τη χαμένη αυτοπεποίθησή της και συνειδητοποιεί εκ νέου πως έχει τα απαραίτητα προσόντα για να διαδραματίσει ρόλο δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη στα Βαλκάνια και να καταστεί, αν το επιθυμεί, περιφερειακή δύναμη στην περιοχή. Πρέπει να σημειωθεί πως “γεωπολιτικός παίκτης” μπορεί να θεωρηθεί μια χώρα η οποία έχει την ικανότητα αλλά, κυρίως, τη θέληση να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από τα σύνορά της. Τα κίνητρά της είναι ποικίλα και ξεκινούν από επιθυμία για οικονομική επέκταση και φτάνουν ως την ιδεολογική ολοκλήρωση και το “μεσσιανισμό”. Στην περίπτωση της Ελλάδας τον πρώτο λόγο φαίνεται να έχει η γεωοικονομική επέκταση και η συνανάπτυξη και το δεύτερο η επιδίωξη ενός ιστορικά θεμελιωμένου “εθνικού μεγαλείου”. Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί και το κίνητρο της ιστορικής εκπλήρωσης του Ελληνισμού ο οποίος, έχοντας άμεσα ή έμμεσα κυβερνήσει αυτοκρατορίες, αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα ν’ αναλάβει ευρύτερο ρόλο στην περιφέρειά του. Μολονότι γεωγραφικά η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το νότιο άκρο της χερσονήσου, πέφτει δηλαδή κάπως έκκεντρη, ωστόσο έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε γεωοικονομικό πυρήνα της. Το οικονομικό “κέντρο βάρους” της Βαλκανικής δεν είναι πλέον ούτε η Κωνσταντινούπολη, ούτε η Αθήνα, ούτε βεβαίως το Βελιγράδι. Το νέο γεωοικονομικό κέντρο της χερσονήσου μας, όπως αναδιαμορφώνεται με βάση την Ευρωατλαντική ενσωμάτωση, συμπίπτει με το ιστορικό επίνειό της: τη Θεσσαλονίκη. Η ανάδειξη της πρωτεύουσας του ελληνικού βορρά σε γεωοικονομική, εμπορική, πολιτιστική, τεχνολογική, επικοινωνιακή, ενεργειακή κ.ά. πρωτεύουσα των Βαλκανίων, αποτελεί το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας, το σίγουρο εισιτήριο για τη γεωπολιτική εξακτίνωσή της στη Νοτιανατολική Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή στα Βαλκάνια δεν υπάρχει κάποιος άλλος υποψήφιος περιφερειακός ανταγωνιστής έναντι της Ελλάδας. Άλλωστε η γεωπολιτική ανάσχεση της Τουρκίας, η οποία στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της προς της Μέση Ανατολή (Συρία, Ιρακινό Κουρδιστάν κλπ.) και αρχίζει να αντιμετωπίζει μια νέα βαθιά οικονομική κρίση η αντιμετώπιση της οποίας απορροφά τον δυναμισμό της, έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί χάρη στη μετριοπαθή, ευέλικτη και πολυδιάστατη ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία των τελευταίων χρόνων π.χ. Τετραμερή Συνεργασία Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ρουμανίας-Σερβίας. Επί χρόνια η Τουρκία χρησιμοποιούσε ως κύρια μέσα γεωπολιτικής διείσδυσής της στα Βαλκάνια την εργαλειοποίηση των μουσουλμανικών και τουρκογενών μειονοτήτων της χερσονήσου -τα λεγόμενα “ορφανά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”- καθώς και τον οικονομικό δυναμισμό της, που μεταφράζονταν σε αύξηση του όγκου των εμπορικών συναλλαγών με τις βαλκανικές χώρες και των αντίστοιχων επενδύσεων. Ωστόσο τα πράγματα έχουν δυσκολέψει για την Τουρκία και στους δύο τομείς. Από τη μία οι μουσουλμανικές κοινότητες και μειονότητες των Βαλκανίων θέλουν να απογαλακτιστούν από την εξάρτησή τους από μια όλο και πιο ισλαμιστική Ερντογανική Τουρκία, υιοθετώντας το μοντέλο ενός πιο κοσμικού Ευρω-ισλάμ, συμβατό με τις ευρωατλαντικές αξίες, και από την άλλη η οικονομική κρίση που μαστίζει πλέον την Τουρκία την οδηγεί σε βαθμιαία γεωοικονομική αναδίπλωσή της από τα Βαλκάνια. Αυτή τη στιγμή κανένα κράτος ή συνδυασμός κρατών δεν είναι σε θέση να περιορίσουν το ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, τα οποία ωστόσο προσελκύουν όλο και περισσότερο τελευταία το ενδιαφέρον των μεγάλων γεωπολιτικών παικτών της Ευρώπης καθώς τα θεωρούν πλέον ζωτική για τα συμφέροντά και την ασφάλεια τους περιφέρεια. Η Γερμανία, αφού σταμάτησε να ασχολείται πλέον με την ανασυγκρότηση της Μεσευρώπης καθώς οι στόχοι της εκεί έχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί, στρέφει και πάλι το ενδιαφέρον της στα Βαλκάνια, ειδικά στα δυτικά, προωθώντας με ζήλο την ευρωατλαντική τους ενσωμάτωση, όχι μόνον για οικονομικούς λόγους αλλά και για λόγους γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας, όπως έδειξε και η ανάγκη ανακοπής του “βαλκανικού διαδρόμου” κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης του 2015. Από την πλευρά της η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ε.Ε., αν και υπολογίζει πρωτίστως την ευρωμεσογειακή της προοπτική, κρατώντας πάντοτε στο μανίκι της και το βορειοαφρικανικό “άσσο”, επανακάμπτει στα Βαλκάνια σε ρόλο στρατηγικού επενδυτή σε τομείς ενέργειας, μεταφορών, οπλικών συστημάτων και νέων τεχνολογιών. Μια άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή, αλλά και ασιατική, δύναμη που παρουσιάζει ζωτικό ενδιαφέρον για τα Βαλκάνια είναι η Ρωσία. Έχοντας εδώ και χρόνια σταματήσει την περαιτέρω αποσύνθεσή της και αφού ανέκτησε, χάρη στη “σιδερένια πυγμή” του Πούτιν και τα άφθονα έσοδα από τους υδρογονάνθρακές της, τη χαμένη της αυτοκρατορική αυτοπεποίθηση και δυναμισμό της, η Ρωσία έχει ανακτήσει το γεωπολιτικό της ρόλο σχεδόν σε όλο το “Εγγύς Εξωτερικό” της, δηλαδή στις χώρες που άνηκαν κάποτε στη Σοβιετική Ένωση, προσάρτησε την Κριμαία (2014) και δημιούργησε μια σειρά από μη αναγνωρισμένα κρατίδια-προτεκτοράτα της, προκαλώντας φυσικά την έντονη αντίδραση της Δύσης. Εκτός από το “Εγγύς Εξωτερικό” της η Μόσχα προωθεί και τη γεωπολιτική της διείσδυση στα Βαλκάνια, προχωρώντας με εργαλείο την ενεργειακή της πολιτική, τους αγωγούς αερίου και την εξαγορά εγχώριων εταιριών ενέργειας κ.ά, ενώ δεν αρνείται να αξιοποιήσει και το χαρτί των πολιτιστικών σχέσεων, ειδικά στο ζήτημα της κοινής ορθόδοξης θρησκείας επενδυμένης, όπου χρειάζεται π.χ. Σερβία, και με “πανσλαβιστική αλληλεγγύη”. Βασικός στόχος της Ρωσίας είναι να χρησιμοποιεί τα Βαλκάνια και ειδικά τα αποσταθεροποιημένα δυτικά Βαλκάνια ως μοχλό πίεσης στο “μαλακό υπογάστριο” της Ευρώπης, για την επίτευξη των ευρύτερων και παγκόσμιων στόχων της Μόσχας. Η Κίνα επίσης, μια ανερχόμενη παγκόσμια οικονομική δύναμη, φαίνεται να έχει στρατηγικής σημασίας σχέδια για τη νοτιοανατολική Ευρώπη στα πλαίσια του νέου “Δρόμου του Μεταξιού”, όπως έχουν δείξει και οι στρατηγικές επενδύσεις της στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και στη σιδηροδρομική σύνδεση Βελιγραδίου-Βουδαπέστης. Και όπως και σε άλλες περιοχές του κόσμου το Πεκίνο έχει δείξει πως δεν θα διστάσει να μετατρέψει, αν χρειαστεί, τη γεωοικονομική διείσδυσή του και σε πολιτική. Οι βασικοί πάντως γεωπολιτικοί παίκτες, που φαίνεται ότι έχουν κάποιο σχέδιο για τα Βαλκάνια, είναι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βέβαια είναι νωρίς ακόμη για ν’ αντιμετωπίζεται ως μία οντότητα με ενιαία γεωπολιτική άποψη. Οι ΗΠΑ προωθούν μια σφαίρα επιρροής στα Βαλκάνια με σκοπό όχι μόνο να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο “μαλακό υπογάστριο” της Ευρασίας αλλά και να διεισδύσουν βαθύτερα στην Ανατολική Ευρώπη για να μπορούν να εμποδίσουν την ενδεχόμενη σύμπτυξη ενός ηπειρωτικού γεωπολιτικού άξονα ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία είτε απλώς για να δημιουργούν πίεση στις Βρυξέλλες και γεωπολιτικά αναχώματα στη Μόσχα. Ο χειρότερος εφιάλτης αυτής της ναυτικής και μάλιστα μη ευρασιατικής υπερδύναμης είναι ένας ενδεχόμενος ηπειρωτικός άξονας Βερολίνου-Μόσχας, στον οποίο θα προστεθεί αργότερα και το Πεκίνο. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο τότε οι ΗΠΑ θα εκτοπιστούν από την Ευρασία, που καταλαμβάνει σχεδόν τη μισή χερσαία επιφάνεια του πλανήτη μας, κατοικείται από το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού και κατέχει πάνω από το 65% της παγκόσμιας οικονομίας. Χωρίς τον έλεγχο του κέντρου της παγκόσμιας ισχύος που λέγεται Ευρασία, οι ΗΠΑ θα είναι απλά μια “συνηθισμένη” περιφερειακή δύναμη. Για ν’ αποφευχθεί κάτι τέτοιο οι ΗΠΑ προωθούν σταθερό το γεωπολιτικό πλουραλισμό στην Ευρασία, δηλαδή την εκτεταμένη “βαλκανοποίησή” της με το διαμελισμό των μεγάλων πολιτικών ενοτήτων της. Ταυτόχρονα επιδιώκουν την αποτροπή ελέγχου των ευαίσθητων γεωπολιτικά περιοχών της από μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ακολουθούν πολιτική αποτροπής δημιουργίας συνασπισμών που στρέφονται κατά των συμφερόντων τους. Τέλος, επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της “περιμέτρου” της Ευρασίας με τη βοήθεια μιας αλυσίδας προγεφυρωμάτων και με μια σειρά προνομιακών σχέσεων με στρατηγικούς εταίρους και “χώρες-πυλώνες”, όπως θεωρούν το Ισραήλ, τη Νότια Κορέα, και την Ιαπωνία ή όπως θεωρούσαν ως πρόσφατα την Τουρκία, τμήμα του ρόλου της οποίας αναλαμβάνει πλέον η Ελλάδα και η Κύπρος στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.
Από αυτήν την οπτική η συνολική γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στα Βαλκάνια αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο δεν ενοχλεί τις ΗΠΑ, αλλά φαίνεται ότι είναι κάτι που επιδιώκουν κιόλας, αρκεί βεβαίως να συμμετάσχει στα ευρύτερα γεωπολιτικά τους σχέδια. Για τις ΗΠΑ η Ελλάδα αποτελεί χώρα-πυλώνα στην ευρύτερη περιοχή της. Τη βλέπουν ως στρατηγικό τους σύμμαχο και εταίρο, ως πολύτιμο οικονομικό συνεργάτη αλλά και γεωπολιτικό τους προπύργιο, ενώ βαραίνει σημαντικά υπέρ της στρατηγικής σχέσης Αθήνα-Ουάσιγκτον η ιστορία, οι κοινές δημοκρατικές αξίες, αλλά και η σημαντική παρουσία και δράση της πολυάριθμης Ελληνο-αμερικανικής κοινότητας και του σχετικού λόμπι. Υπολογίζουν γι’ αυτό στην ταύτιση σε μεγάλο βαθμό των γεωπολιτικών συμφερόντων των δυο χωρών, που είναι παραδοσιακά ναυτικές δυνάμεις κι ανήκουν στο ίδιο γεωπολιτισμικό και γεωφιλοσοφικό στρατόπεδο. Επίσης παίζει σημαντικό ρόλο η ιστορική τους φιλία και η δημοκρατική τους παράδοση, η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ και, φυσικά, η ύπαρξη των εκατομμυρίων Ελληνοαμερικανών, που αποτελούν μια ζωντανή γέφυρα φιλίας και συνεργασίας. Υπολογίζουν επίσης στη θέληση της Ελλάδας ν’ ασκήσει περιφερειακή επιρροή, στο βαθμό που αυτή δε θίγει τα συμφέροντά τους, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν προέρχεται από την επιδίωξη εθνικού μεγαλείου ή απλά της οικονομικής επέκτασης και πολιτιστικής υπεροχής. Η Ελλάδα αρχίζει να αντιμετωπίζεται εκ μέρους των ΗΠΑ ως περιφερειακός παίκτης, η ενίσχυση του οποίου δεν αναμένεται να προκαλέσει κανενός είδους αποσταθεροποίηση, εφόσον είναι δημοκρατική και συνεπώς μη επεκτατική δύναμη Status Quo, στην οποία αναλογεί ως “μερίδιο συνευθύνης” όχι μόνον η περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και τμήματα της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτό προϋποθέτει όμως την γεωπολιτική εξακτίνωση της χώρας μας προς όλες τις κατευθύνσεις, ταυτόχρονα με την προώθηση της διαδικασίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα δυτικά Βαλκάνια.
Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map
Σύμφωνα με το νέο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης, που σχεδιάζεται από “δεξαμενές σκέψης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική χερσόνησος δεν αποτελεί απλά μια μεσογειακή προέκταση της Μεσευρώπης, αλλά και νότιο άκρο της νέας “Κεντρικής Ευρώπης” και μάλιστα βασικός γεωπολιτικός παίκτης του λεγόμενου “βαλκανικού γεωσυστήματος”. Έτσι, στην παραδοσιακή ναυτική ισχύ της Ελλάδας προστίθεται και η προοπτική να διαδραματίσει ρόλο και “χερσαίας δύναμης” στα Βαλκάνια και, ενδεχομένως, ενός δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη που θα καταστεί πυρήνας του “βαλκανικού γεωσυστήματος”. Έχει ωστόσο η σημερινή Ελλάδα, που εξέρχεται από μια δεκάχρονη βαθιά οικονομική κρίση και ανακάμπτει οικονομικά, όλα εκείνα τα προσόντα για να καταστεί πρωταγωνίστρια δύναμη στη βαλκανική χερσόνησο; Αρκεί μια απλή ματιά στο σημερινό χάρτη της περιοχής και λίγες γνώσεις ιστορίας, οικονομίας και διεθνούς πολιτικής, για να καταλάβει κανείς ότι η Ελλάδα διαθέτει αρκετά προσόντα για να εξελιχτεί σε ηγέτιδα δύναμη στο βαλκανικό χώρο. Καταρχάς η γεωστρατηγική της σημασία, που εκπορεύεται από τη γεωγραφική της θέση, εμφανίζεται αναβαθμισμένη. Η Ελλάδα είναι ένας πολύτιμος γεωστρατηγικός χώρος, μια κομβική χώρα, που συνδέει τρεις ηπείρους. Αποτελεί τον απαραίτητο ζωτικό κρίκο διασύνδεσης της Τουρκίας, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, με το Ευρωατλαντικό σύστημα (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.). Είναι η μεσογειακή κατάληξη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης να συνδέει αυτές τις περιοχές με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Σουέζ. Ελέγχει τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου, με τη δεσπόζουσα θέση της ανάμεσα σε τρεις θάλασσες. Χάρη στο Αιγαίο και στα πολυάριθμα νησιά του ελέγχει αποτελεσματικά τη δίοδο προς και από τη Μαύρη Θάλασσα. Η Κρήτη είναι ο σημαντικότερος θαλάσσιος στρατηγικός κόμβος της Μεσογείου, ελέγχοντας τον κυριότερο θαλάσσιο άξονα της Μεσογείου (Γιβραλτάρ-Σουέζ). Η Κέρκυρα ελέγχει επίσης τον πορθμό του Οτράντο και την κυκλοφορία Αδριατικής-Ιονίου. Είναι επίσης ένας ανερχόμενος ενεργειακός κόμβος -και μελλοντικά και προμηθευτής ενέργειας- στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο.
Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map
Πέρα από τη Μεσόγειο η Ελλάδα κατέχει σημαντικότατη γεωστρατηγική θέση και στα Βαλκάνια, χάρη στη Βόρεια Ελλάδα που αποτελεί το “μπαλκόνι” της χερσονήσου, την έξοδο της ενδοχώρας προς το Αιγαίο. Κατέχοντας αυτήν τη σημαντική λωρίδα γης από το Ιόνιο έως τον Έβρο ποταμό, η Ελλάδα αποτελεί τη φυσική πύλη των Βαλκανίων προς τη Μεσόγειο και ταυτόχρονα είναι η μοναδική χώρα που μπορεί να συνδέσει από μόνη της τα δυο άκρα της χερσονήσου (Αδριατική-Μαύρη Θάλασσα). Γι’ αυτόν το λόγο και η κατασκευή της Εγνατίας αναβάθμισει κατά πολύ το ρόλο της χώρας μας, ευνοώντας τη γεωοικονομική αλλά και τη γεωπολιτική της διείσδυση προς τη βαλκανική ενδοχώρα. Το ίδιο και η κατασκευή των αγωγών φυσικού αερίου, όπως ο ΤΑΡ, που ολοκληρώνεται το 2019. Επίσης η Θεσσαλονίκη, το επίνειο της Βαλκανικής, επεκτείνει προς τη Μεσόγειο το σημαντικότερο άξονα οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών της χερσονήσου, τον Πανονο-αιγαιακό, που μέσω του Μοράβα και του Αξιού/Βαρδάρη, συνδέει τη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι και τα Σκόπια με τη Θεσσαλονίκη. Σ’ όλα αυτά μπορεί να προστεθεί ότι ο ελληνικός χώρος, εκτός από κόμβος θαλάσσιων μεταφορών, χάρη και στην αξιοποίηση του λιμανιού του Πειραιά από την COSCO, είναι και θα γίνει ακόμη περισσότερο στο μέλλον κι ένας σημαντικός κόμβος για τις εναέριες συγκοινωνίες. Για να μην εμποδιστεί λοιπόν η διαφαινόμενη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και ειδικά στα Βαλκάνια θα πρέπει, μια σειρά από “κακοφορμισμένα” ζητήματα και διενέξεις της χώρας μας με τους γείτονές της, να επιλυθούν άμεσα και ουσιαστικά με γνώμονα τόσο τα καλώς ενοούμενα εθνικά μας συμφέροντα, όσο και με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον των χωρών της περιοχής και ιδιαίτερα των πολύπαθων λαών τους. Προς αυτή την κατεύθυνση η επίτευξη της Συμφωνίας των Πρεσπών και η σταδιακή εφαρμογή της αποτελεί ένα ιστορικό και αποφασιστικό βήμα, που απελευθερώνει σημαντικό διπλωματικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, που θα αποδειχθεί πολύτιμο ειδικά για την αντιμετώπιση μιας όλο και πιο αναθεωρητικής Τουρκίας. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα, ξεπερνώντας την Κρίση και διδαχόμενη από αυτή, μπορεί να καταστεί μια υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη, η ισχύς της οποίας θα βασίζεται λιγότερο στη βία και περισσότερο στην οικονομία, στη τεχνογνωσία και στον πολιτισμό. Θα είναι μια ήπια δημοκρατική δύναμη, δηλαδή εκ φύσεως μη επεκτατική (μια δύναμη Status Quo), άρα ευπρόσδεκτη από τους άλλους λαούς της περιοχής, που θα πρέπει να περιορίσουν τα αρνητικά ιστορικά αντανακλαστικά απέναντί της. Αν όλα εξελιχθούν ομαλά τότε η Ελλάδα θα δει την ισχύ της ν’ αυξάνει χρόνο με το χρόνο, με αποτέλεσμα η γεωπολιτική της εκδίπλωση να θεωρείται κάτι το “φυσιολογικό”, αν όχι αναγκαίο στα Βαλκάνια, καθώς θα οδηγεί σε περισσότερη σταθερότητα, ασφάλεια, ευημερία, δημοκρατία και συνανάπτυξη όλης της περιοχής, στα πλαίσια μιας ανασυγκροτημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποίας θα αναλαμβάνει έναν όλο και πιο ενεργό και δημιουργικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Σχετική εικόνα
Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, αναλυτής-δημοσιογράφος, ειδικός για τα βαλκανικά ζητήματα και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com). Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.  

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης 

geopolitiki-book

ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com
geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ Vs ΝΑΥΤΟΣΥΝΗ ΕΛΛΗΝΩΝ: ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ Vs ΝΑΥΤΟΣΥΝΗ ΕΛΛΗΝΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για greek navy

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

Αποτέλεσμα εικόνας για greek and turkish navy

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

«Εμείς ήρθαμε στα εδάφη αυτά το 1071 μ.Χ. και δεν μπορέσαμε να ενσωματωθούμε με τους γηγενείς πληθυσμούς. Για παράδειγμα δεν μπορέσαμε να ενστερνιστούμε τη ναυτιλία. Είναι τέχνη να χειρίζεσαι τη θάλασσα. Χρειάζεται μεγάλη τεχνική. Ακόμη και η αλιεία δεν είναι κάτι που μπορείς να υποτιμήσεις…» λέει χαρακτηριστικά ο Τούρκος συγγραφέας και δημοσιογράφος Τσετίν Αλτάν, συνοψίζοντας τη χοντροκομμένη «ηπειρωτικότητα» των σημερινών Τούρκων. Για τον ίδιο η Τουρκία είναι ακόμη και σήμερα μια «μετακινούμενη κοινωνία», μια σύγχρονη νομάδα, που μετακινείται, δηλαδή δεν εγκαθίσταται, δεν ιδρύει χωριά και πόλεις: «Εμείς ποτέ δεν ιδρύσαμε πόλεις. Πάντα κατακτούσαμε ιδρυμένες πόλεις. Η οικοδόμηση πόλεων απαιτεί καλή χρήση του χρόνου και του τόπου. Εμποδίζει τη σπατάλη της ενέργειας και συμβάλλει στη χρησιμοποίησή της…» Σύμφωνα με τον Τσετίν Αλτάν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας του είναι ότι «οι Τούρκοι, μεταναστεύοντας συνεχώς δεν μπορούν να στραφούν στην παραγωγή». Ο ίδιος παρατηρεί, τέλος, μια δυσαρμονία ανάμεσα στη Φύση και στη ζωή των Τούρκων και ιδιαίτερα την έλλειψη αρμονικής σχέσης με το θαλάσσιο στοιχείο. Θα έλεγε κανείς ότι βαθιά μέσα τους οι Τούρκοι συνεχίζουν να αισθάνονται παρείσακτοι στον τόπο που ζουν.

Και πράγματι είναι αξιοπερίεργο ότι, παρά την εκτεταμένη της πρόσβαση στις ανοικτές θάλασσες, η Τουρκία με εξαίρεση, ως ένα βαθμό, το πολεμικό της ναυτικό δε μεταβλήθηκε σε ναυτική δύναμη, ούτε και οι Τούρκοι έγιναν «ναυτικός λαός». Παρά το γεγονός ότι τουλάχιστον 40 εκατομμύρια Τούρκοι «βρέχουν τα πόδια τους» στις θάλασσες που περιβάλλουν τη χώρα τους, αυτό δεν είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ισχυρού εμπορικού ναυτικού, ούτε καν ενός αξιόλογου αλιευτικού στόλου. Οι Τούρκοι φαίνεται ότι όχι μόνο δεν αγαπούν, αλλά αντίθετα φοβούνται τη θάλασσα.

Αυτό, βέβαια, δεν οφείλεται σε κάποιο «ηπειρωτικό γονίδιο», που κουβάλησαν από τις στέπες της κεντρικής Ασίας, εφόσον αποτελεί κοινό μυστικό ότι η πλειοψηφία των σημερινών Τούρκων είναι απόγονοι των εξισλαμισμένων κατοίκων της Μικρά Ασίας, μεταξύ των οποίων και των ελληνόφωνων. Η θάλασσα και γενικώς το «ναυτικό μοντέλο» δεν ταιριάζει στη νοοτροπία και στις πολιτιστικές τους καταβολές, που είναι κυρίως νομαδικές και μουσουλμανικές (θαλασσοφοβικές).

Η ηπειρωτική αντίληψη των Τούρκων, που πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν έχουν «θαλασσινούς ήρωες» (ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ήταν Έλληνας εξωμότης από τη Λέσβο), βλέπει μηχανιστικά τη θάλασσα, καθώς την αντιλαμβάνεται ως χώρο επέκτασης της δύναμης και, παλιότερα, ενοποίησης του κόσμου μέσω του Ισλάμ. Οι Τούρκοι πάντοτε ήθελαν να μετατρέψουν τη θάλασσα σε «μονοπάτι», που θα τους οδηγούσε σε νέους κατακτητικούς στόχους. Ωστόσο «Μάλτα Γιοκ»! Η ανικανότητα των Τούρκων να χειριστούν τη θάλασσα είναι παροιμιώδης.

Γι’ αυτούς, η θάλασσα ήταν πάντοτε κάτι ξένο: η «θάλασσά» τους ήταν η στέπα, οι οάσεις τα «λιμάνια» τους, τα καραβάνια οι «νηοπομπές» τους και οι ορδές, οι «αρμάδες» τους. Η πραγματική θάλασσα ήταν γι’ αυτούς περισσότερο ένα αξεπέραστο εμπόδιο και λιγότερο ένας χώρος επέκτασης, ανοίγματος κι επαφής με τον κόσμο. Έτσι, για τους Τούρκους η θάλασσα θεωρούνταν Νο Mans Land, ένα φυσικό άβατο, τα μυστικά του οποίου γνώριζαν μόνον οι άπιστοι: «Ο Θεός έδωσε τη στεριά στους Μουσουλμάνους και τη θάλασσα στους άπιστους» (τουρκική παροιμία).

Έχοντας αυτό το ηπειρωτικό και νομαδικό πολιτιστικό υπόβαθρο η σημερινή γεωπολιτική της Τουρκίας έχει την τάση ν’ αποσυνδέει τη θάλασσα και τη ναυτική ισχύ, από το ευρύτερο γεωφιλοσοφικό της πλαίσιο και να την αντιμετωπίζει μηχανιστικά. Αυτό φαίνεται κι απ’ τον τρόπο με τον οποίο η γεωπολιτική της Τουρκίας αντιλαμβάνεται το Αιγαίο: το θεωρεί «ζωτικό χώρο» (Lebensraum) προβολής κι επέκτασης της ισχύος της. Σύμφωνα μ’ αυτήν τη γεωπολιτική θεώρηση η δυτική Ανατολία και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου είναι αδιάσπαστα. Οι Τούρκοι θεωρούν τα ανατολικά νησιά του αρχιπελάγους «γεωλογική προέκταση» της Ανατολίας, διάσπαρτα χερσαία κομμάτια της, καθώς επίσης «οχυρά» και «πύργους», που την προστατεύουν από θαλάσσιους εισβολείς. Θεωρούν ότι ο κύριος όγκος των τουρκικών εδαφών της Ανατολίας εκτείνεται και στον υποθαλάσσιο χώρο φτάνοντας ως το δυτικό Αιγαίο. Γι’ αυτούς η Μικρά Ασία έχει ενιαία γεωπολιτική ταυτότητα (αλλά και μια μυστικιστική εσωτερική συνοχή), που εισχωρεί εντελώς «φυσικά» στο άναρχο αρχιπέλαγος σαν να σκοπεύει να το τιθασεύσει. Γενικώς η θεώρηση των Τούρκων έχει το χαρακτήρα της ανατολικής ηπειρωτικής δύναμης, που εμφορείται από μυστικιστικές ιδέες και απολυτότητα.

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για greek and turkish navy

«ΠΡΩΤΟΣ ΣΑΣ ΣΤΌΧΟΣ Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ…»

Από την εποχή που ο Κεμάλ έβαλε την ταφόπλακα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και θεμελίωσε την Τουρκική Δημοκρατία πάνω σε Δυτικά κρατικιστικά κι εθνικιστικά πρότυπα, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας επιχειρεί να συνδυάσει ηπειρωτικές και ναυτικές γεωπολιτικές θεωρήσεις, με βάση το μοντέλο της Γερμανίας του Κάιζερ. Η Γερμανία του Κάιζερ είχε αντιληφθεί ότι μόνο μ’ ένα ισχυρό πολεμικό ναυτικό και με πρόσβαση στις ανοικτές θάλασσες είχε ελπίδες να διεκδικήσει ρόλο μεγάλης δύναμης. Το ίδιο και ο γερμανοτραφής Ατατούρκ, που συμβούλευσε τους συμπατριώτες του: «Πρώτος σας στόχος η Μεσόγειος…»

Ο θεμελιωτής της σύγχρονης Τουρκίας θεωρούσε ζωτικής σημασίας την απρόσκοπτη πρόσβαση της χώρας του στις ανοικτές θάλασσες, επειδή μέσω αυτών πίστευε ότι θα συνδεόταν ταχύτερα με τα συμφέροντα των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης κι έτσι η εισαγωγή του Δυτικού εκσυγχρονιστικού μοντέλου, άρα και του ορθολογισμού, θα γινόταν ταχύτερα στον τουρκικό λαό, που παράμενε ακόμη δέσμιος μιας θρησκείας που εφηύρε ένας «αμαθέστατος νομάδας» (Μωάμεθ).

Μετά τον Κεμάλ η θάλασσα και ιδιαίτερα το Αιγαίο απέκτησε άλλη αξία για την Τουρκία. Δε θεωρούνταν πλέον τμήμα του Dar al Islam, όπως την περίοδο ακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ένας φυσικός χώρος σύνδεσης της ηπειρωτικής Τουρκίας με τις, σύμμαχες πλέον, ναυτικές δυνάμεις της Δύσης και συνεπώς με το Δυτικό γεωπολιτισμικό οικοδόμημα. Για να γίνει εφικτή αυτή η σύνδεση θα έπρεπε η Τουρκία να αποκτήσει ναυτική ισχύ και οι Τούρκοι να γίνουν «μεσογειακό» έθνος: «Το μέλλον της Τουρκίας έγκειται στη θάλασσα. Η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να γίνει μεσογειακό έθνος» (Ιλχαμί Σανκάκ, τέως Υπουργός Εξωτερικών, 1974). Όμως αυτοί οι στόχοι της Τουρκίας προσέκρουαν στην αυξανόμενη κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Μ’ αυτήν την οπτική η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (1947), η προσπάθεια για Ένωση της Κύπρου (1955) και το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, ερμηνεύονται ως απόπειρα γεωπολιτικού «στραγγαλισμού» της Τουρκίας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Χασάμ Ισίκ, πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας: «Όλο το έθνος εξαρτάται από την ελληνική πίεση, που προσπαθεί να στραγγαλίσει τη χώρα, περικυκλώνοντας την Τουρκία από τα δυτικά κι εμποδίζοντας την πρόσβασή της προς τη Μεσόγειο…» Αυτό βέβαια είναι υπερβολικό, εφόσον η Τουρκία έχει σήμερα 7.200 χλμ. ακτών και μόλις το 1/5 από αυτές βρίσκονται στο Αιγαίο. Άρα δεν τίθεται θέμα «αποπνιγμού», αλλά εξασφάλισης επιπλέον «ζωτικού χώρου» για μια χώρα, όπου οι ρυθμοί πληθυσμιακής αύξησης παραμένουν ακόμη σε υψηλά επίπεδα.

Αρχικά η Τουρκία κινούνταν στα πλαίσια μιας «οικοπεδοφαγικής» αντίληψης, που έβλεπε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ως φυσική προέκταση της ηπειρωτικής ενδοχώρας, ως ένα ημιβυθισμένο τμήμα της Ανατολίας, που βρισκόταν πάντα σε στενή εξάρτηση με τη χερσαία μάζα της. Πιστή ακόμη στο χερσαίο γεωπολιτικό προσανατολισμό η Τουρκία αδυνατούσε ν’ αντιληφθεί τη ναυτική ισχύ και γενικότερα τη «θαλάσσια ισχύ» ως βασικό παράγοντα διασύνδεσης με το ευρύτερο Δυτικό γεωπολιτισμικό σύστημα. Από την άλλη θεωρούσε ότι η Ελλάδα, ως ναυτική δύναμη, εμφορούνταν από άκρατες ιμπεριαλιστικές διαθέσεις και διεκδικούσε μονοπωλιακή διαχείριση του θαλάσσιου χώρου. Για την ηπειρωτική Τουρκία, επειδή οι Έλληνες μπορούν και ατενίζουν από την Πελοπόννησο τρεις θάλασσες (Αιγαίο, Ιόνιο και Μεσόγειο) θεωρούν ότι δεν υπάρχουν σύνορα στη θάλασσα και συνεπώς όρια στην επέκτασή τους!

Το παράδοξο όμως είναι ότι, ενώ οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται το τεράστιο ειδικό βάρος της ελληνικής «θαλάσσιας ισχύος», εντούτοις συνεχίζουν να ερμηνεύουν τη γεωστρατηγική της Μεγάλης Ιδέας με βάση το χερσαίο επεκτατικό μοντέλο. Στα πλαίσια αυτής της ηπειρωτικής οπτικής Τούρκοι ιστορικοί επιχείρησαν να ερμηνεύσουν αναδρομικά τη Μεγάλη Ιδέα ως στρατηγική προσπάθεια μιας μικρής ναυτικής κατά τα άλλα δύναμης (Ελλάδα του 19ου αιώνα) να κατακτήσει σε πρώτη φάση ένα συμπαγή ηπειρωτικό κορμό (από την Πελοπόννησο μέχρι και τη Μακεδονία), ο οποίος θα λειτουργούσε ως «Heartland», και στη συνέχεια να προσπαθήσει να ελέγξει τον «περιμετρικό δακτύλιο» των νησιωτικών συμπλεγμάτων. Όμως αυτή η τουρκική άποψη είναι λανθασμένη καθώς επιχειρεί ένα είδος «γεωπολιτικής εξομοίωσης» της Ελλάδα με τη Ρωσία, απέναντι στην οποία η Τουρκία διατηρεί παραδοσιακά εχθρικές σχέσεις.

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Η γεωστρατηγική της Μεγάλης Ιδέας λάμβανε ως δεδομένο ότι το Αιγαίο αποτελεί τη διαχρονική γεωπολιτική «καρδιά» του Ελληνισμού. Στόχος άμεσης προτεραιότητας θεωρούνταν η απελευθέρωση της Κρήτης, που αποτελεί όχι μόνο το κλειδί για τον έλεγχο του Αιγαίου, αλλά και των θαλάσσιων μεταφορών στην ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή που η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ αναβάθμιζε γεωστρατηγικά την περιοχή. Η κατάληψη της Κρήτης θεωρούνταν το πρώτο βήμα για στρατηγική και οικονομική κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο, η οποία θα οδηγούσε σταδιακά στην απελευθέρωση όλων των παράκτιων περιοχών όπου κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Η ουσία είναι ότι η ελληνική γεωπολιτική θεώρηση αντιλαμβάνεται τη θάλασσα ως κέντρο, ενώ για την Τουρκία το κέντρο βρίσκεται πάντα στην ξηρά.

Territorial Waters and Greece’s and Turkey’s view of CS in the Aegean Sea

Η ΝΕΑ “ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ” ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Τουργκούτ Οζάλ η Τουρκία επιχείρησε ένα είδος υπέρβασης του χερσαίου προσανατολισμού της, προσπαθώντας να συγκροτήσει μια ναυτική στρατηγική που θα της επέφερε μακροπρόθεσμα το γεωστρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της ανατολικής Μεσογείου. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής έγινε μια προσπάθεια στρατηγικής διείσδυσης στο Αιγαίο με παράλληλη αμφισβήτηση τω κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, επιχειρήθηκε ο εξοπλισμός του πολεμικού ναυτικού της χώρας με προηγμένα σκάφη, η ανάπτυξη του εμπορικού ναυτικού αλλά και του παραθαλάσσιου τουρισμού. Ταυτόχρονα οι παράλιες περιοχές της Τουρκίας απέκτησαν μεγάλη οικονομική και δημογραφική σημασία, καθώς συγκέντρωσαν σταδιακά το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας (υπολογίζεται ότι πάνω από το 60% του συνολικού πληθυσμού της Τουρκίας ζει μέσα σε μια παράλια ζώνη 100 χλμ. από τις ακτές).

Η Τουρκία προσπάθησε να επωφεληθεί «επαρκώς» από τις θάλασσές της. Άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται, όντας πλέον σημαντική εξαγωγική και εισαγωγική δύναμη, και την ιδιαίτερη σημασία της διακίνησης των εμπορευμάτων της μέσω της θάλασσας. Ο στόχος της Τουρκίας είναι πλέον η απόκτηση «θαλάσσιας ισχύος», που θεωρείται συνάρτηση της ναυτικής ισχύος, της αύξησης της εμπορικής ναυτιλίας, του ελέγχου γεωστρατηγικών σημείων και με την εξασφάλιση απρόσκοπτης πρόσβασης στις ανοικτές θάλασσες. Βέβαια, ανώτατοι αξιωματούχοι του πολεμικού ναυτικού της Τουρκίας, όπως ο Στ. Ντερβίσογλου, πηγαίνουν ακόμη μακρύτερα και οραματίζονται ένα πολεμικό ναυτικό «ανοικτής θάλασσας» που θα έχει παγκόσμια εμβέλεια και θα λειτουργεί ως μέσο προβολής της τουρκικής ισχύος σε όλους τους ωκεανούς του πλανήτη! Την ίδια γεωπολιτική φιλοδοξία περιέγραψε αναλυτικά και ο Τούρκος ακαδημαϊκός και πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του Το Στρατηγικό Βάθος (Stratejik Derinlik), όπου παραδέχθηκε πως “το Αιγαίο αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο κοβικό σημείο της ευρασιατικής παγκόσμιας ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά-Νότου” και πως “το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θάλασσας της Τουρκίας”. Για τον ίδιο κι εφόσον το 88% του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιείται μέσω θαλασσίων μεταφορών, είναι πολύ σημαντικό “η απόκτηση από μέρους της Τουρκίας ενός ισχυρού εμπορικού στόλου που θα της επιτρέψει να χρησιμοποιεί με πιο δραστήριο τρόπο τα διεθνή ύδατα στο Αιγαίο. Η υπεροχή της Ελλάδας σ’ αυτό το θέμα πηγάζει όχι μόνο από το εύρος της περιοχής που κατέχει στο Αιγαίο αλλά και από την ικανότητα που διαθέτει στις θαλάσσιες μεταφορές”.

Η Τουρκία αδυνατεί να ανταγωνιστεί την Ελλάδα στη θαλάσσια ισχύ, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση παγκοσμίως στο εμπορικό ναυτικό, και αντιλαμβάνεται ότι το κόστος ενός ισχυρού πολεμικού ναυτικού είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το γόητρο που παρέχει. Ωστόσο δε δείχνει να συνειδητοποιεί πως το Αιγαίο δεν είναι κατάλληλος χώρος άμεσης προβολής της ισχύος της, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια, όντας στο κέντρο ενός ασταθούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, έχει ανάγκη από ένα σταθερό χώρο σύνδεσης με τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης.

Έτσι οι Τούρκοι πολιτικοί και στρατιωτικοί έχουν αρχίσει να κάνουν λόγο για το Αιγαίο ως «θάλασσα ειρήνης και συνεργασίας», ως «γέφυρα» που ενώνει τους δύο λαούς, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ακριβής χάραξη των θαλάσσιων συνόρων δεν είναι κάτι που προέχει, αν και δεν εγκαταλείπουν τη θεωρία περί “γκρίζων ζωνών” στο Αιγαίο. Προτείνουν συμφωνίες οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές, η ενέργεια κ.ά. προκειμένου να καταστεί το Αιγαίο ένας χώρος αλληλεξάρτησης των δύο χωρών στα πλαίσια της Παγκοσμιοποίησης. Ανομολόγητος φυσικά στόχος τους είναι η συνεκμετάλλευση και η συνδιαχείριση του αρχιπελάγους.

Το ζητούμενο για την Τουρκία είναι, εκτός του να λάβει δυσανάλογα μεγάλα ποσοστά από το «πακέτο» εκμετάλλευσης του Αιγαίου, να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο αρχιπέλαγος, δηλαδή να μη χρειάζεται «διαβατήριο» για να το διασχίσει, έτσι ώστε να θεωρείται ναυτική δύναμη ανοικτής θάλασσας, όπως και οι περισσότερες δυνάμεις της Δύσης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙΑποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

*Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 έχει συγγράψει περίπου 2.000 ειδικά άρθρα και αναλύσεις, 15 βιβλία, κυρίως έρευνες, σενάρια και κείμενα για ντοκιμαντέρ (Balkan Express), ενώ υπήρξε για ένα διάστημα και εκδότης ειδικών περιοδικών. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Αποκωδικοποιώντας την τουρκική γεωφιλοσοφία

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Αποκωδικοποιώντας την τουρκική γεωφιλοσοφία

ÇENGELKÖY : KULELİ

Μπορεί να “λιώσει” η ηπειρωτική Τουρκία στον ήλιο και στα νερά της Μεσογείου;

 

The Sultan Ahmed Mosque, Istanbul, Turkey http://www.buypropertyistanbul.com/

Maps on the Web

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος*

Ο γεωγραφικός χώρος που καταλαμβάνει η σημερινή Τουρκία υπήρξε ανέκαθεν μια φυσική γέφυρα που συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση. Γεωπολιτικά η Τουρκία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η προέκταση της Ασίας στην Ευρώπη. Γεωφιλοσοφικά, ως μια συμπαγής διείσδυση του ανατολικού κόσμου, που αντιπροσωπεύει την ηπειρωτικότητα, στη Δύση, όπου κυριαρχεί ο «θαλάσσιος πολιτισμός».

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χερσονήσους της Μεσογείου (Βαλκανική, Ιβηρική και Ιταλική) η χερσόνησος της Μικρά Ασίας, που καταλαμβάνει το 95% της έκτασης της σημερινής Τουρκίας, είναι ένας χώρος με ενιαία (ηπειρωτική) γεωπολιτική ταυτότητα και με μια, θα έλεγε κανείς μυστικιστική, εσωτερική συνοχή. Συνεκτικό στοιχείο του μικρασιατικού χώρου παραμένει ο μυστικισμός, που κάποτε εκφράστηκε με τη λατρεία των χθόνιων θεοτήτων, με το Μιθραϊσμό, το Γνωστικισμό, τον πρώιμο Χριστιανισμό, τον Μανιχαϊσμο, τον Παυλικιανισμό και στη συνέχεια, με το Σουφισμό, και τον Αλεβιδισμό.

Αποτέλεσμα εικόνας για alevi in turkey map

Turkey & Cyprus / Linguistic map this website is beautiful. detailed linguistic maps of literally EVERY COUNTRY. if only it were available in print.

ΕΝΑ ΧΩΝΕΥΤΗΡΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ

Η Μικρά Ασία μπορεί να μην υπήρξε «μυστικιστική μήτρα», όπως η αρχαία Αίγυπτος, η πατρίδα του Ερμή του Τρισμέγιστου, αποτέλεσε ωστόσο ένα ιστορικό «χωνευτήρι» θρησκευτικών ρευμάτων, πνευματικών και καλλιτεχνικών τάσεων, και αντιεξουσιαστικών κινημάτων. Εδώ αποκρυσταλλώθηκε ο Χριστιανισμός (αλλά και μια σειρά αιρέσεις που τον αντιπάλεψαν) και στην ίδια περιοχή αναπτύχθηκε αργότερα και ο ισλαμικός εσωτερισμός (Σούφι) και ο Αλεβιδισμός, στους ίδιους χώρους όπου προϋπήρχαν οι αιρετικοί Παυλικιανοι. Ο χώρος αυτός υπήρξε η φυσική γέφυρα για το πέρασμα των μονοθεϊστικών θρησκειών προς την παγανιστική Ευρώπη.

ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΒΟΓΟΜΙΛΩΝ jpg

Η Μικρά Ασία δεν ήταν όμως μόνον πέρασμα, αλλά κι ένα φυσικό αδιέξοδο για πολλούς εισβολείς που στοιβάζονταν σ’ αυτήν ερχόμενοι από την Ανατολή. Οι Πέρσες ήταν μια μικρή επώδυνη παρένθεση, που πρόλαβε ωστόσο να αφήσει τα κατάλοιπα της στην ανατολική Μ. Ασία κυρίως μέσω του Ζωροαστρισμού και, αργότερα, του Αλεβιδισμού. Οι νεοφώτιστοι μουσουλμάνοι Άραβες ήταν μια μεγάλη κι επικίνδυνη απειλή αλλά η οργανωμένη αντίσταση των Βυζαντινών και ειδικά των ακριτών τους καθώς και το σκληρό περιβάλλον του οροπεδίου της Μικρά Ασίας αποθάρρυναν την εγκατάστασή τους, παρόλο που πίεζαν ασφυκτικά τις αμυντικές γραμμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί δύο σχεδόν αιώνες (8ος-9ος αι. μ.Χ.) Δε συνέβη όμως το ίδιο και στην περίπτωση των Τούρκων.

"Have you ever heard of the story of the one who is present and absent at the same time? I am in the middle of the crowd and my heart is somewhere else." - Sa'adī

Χωρίς να προσχεδιάζουν την κατάκτηση της Μικρά Ασίας οι ορμώμενοι από το Ιράν Σελτζούκοι Τούρκοι βρέθηκαν μπροστά σε μια ανέλπιστη συγκυρία: μια ολόκληρη χερσόνησος, που το οροπέδιο της είχε κλίμα και χλωρίδα παρόμοια με εκείνη της κεντρικής Ασίας, ήταν ουσιαστικά ανυπεράσπιστη. Η άμυνα της Μικρά Ασίας ήταν για τους Βυζαντινούς, που βρίσκονταν τότε εμπλεκόμενοι σε μια σειρά καταστροφικών εμφυλίων πολέμων, μια δύσκολη κι εύθραυστη υπόθεση, καθώς βασιζόταν στον έλεγχο ορισμένων στρατηγικών σημείων, κυρίως συνοριακών, οχυρωμένων πόλεων. Οι υπερκινητικοί Τούρκοι είτε κατέλαβαν αυτά τα σημεία-κλειδιά είτε, το συχνότερο, απλά τα παρέκαμψαν. Επιπλέον, οι εμφύλιοι πόλεμοι των Βυζαντινών είχαν δημιουργήσει ένα πρόσφορο έδαφος για τη διείσδυση των Τούρκων, οι οποίοι δέκα χρόνια μετά τη μάχη στο Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.) αντίκριζαν έκθαμβοι τα νερά της Ak Deniz, της «Λευκής Θάλασσας», όπως ονόμαζαν τη Μεσόγειο, σε αντιδιαστολή με τη Μαύρη Θάλασσα (Kara Deniz).

Ακόμη και μετά την αντεπίθεση των Βυζαντινών με τη συνδρομή των Σταυροφορικών δυνάμεων (12ος μ.Χ. αιώνας) το οροπέδιο εγκαταλείφθηκε στους Τούρκους, καθώς αυτό που ενδιέφερε πρωταρχικά τους Βυζαντινούς ήταν να κρατήσουν την πυκνοκατοικημένη και πιο εύφορη παραλιακή ζώνη, όπου το εμπόριο και τα πλούτη των λιμανιών ενίσχυαν τη δύναμή τους. Συμπερασματικά η Μικρά Ασία χάθηκε από αμέλεια. Κυριολεκτικά παραδόθηκε σ’ ένα λαό που βρισκόταν σε διαρκή κίνηση, αναζητώντας το δικό του ζωτικό χώρο. Παραμένει ωστόσο άξιο απορίας πώς ένας άξεστος και αγράμματος νομαδικός λαός κατάφερε να υποτάξει και να καταστρέψει έναν πολιτισμό συντριπτικά ανώτερο, όπως ο βυζαντινός. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη παραδοξότητες…

Σχετική εικόνα

Ο ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΣ ΕΚΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑΣ

Οι Τούρκοι, αφού περιφέρονταν άσκοπα για αιώνες στις στέπες της κεντρικής Ασίας μαζεύοντας γύρω από τα πόδια τους σύννεφα σκόνης, εισέβαλαν στη Μικρά Ασία με τη μορφή των Ορντού (ορδή = στρατός), κουβαλώντας μαζί τους μια νομαδική νοοτροπία κι έναν ηπειρωτικό μυστικισμό, σύμφωνα με τον οποίο το (μυστικιστικό) κέντρο του κόσμου ήταν το Κοσμικό Βουνό (Ιμαλάια;). Με τέτοιο υπόβαθρο, σε σχέση με το οποίο η θάλασσα αντιπροσώπευε το άγνωστο χάος, δεν είναι παράξενο που οι Τούρκοι υπήρξαν επι αιώνες θαλασσοφοβικοί. Εξάλλου, οι νομαδικές καταβολές της ελίτ των Τουρκομάνων πολεμιστών, που, αφού οι ίδιοι εξισλαμίστηκαν προηγουμένως από τους πολιτιστικά ανώτερους Πέρσες, εξισλάμισαν κι εκτούρκισαν βιαίως τη Μικρά Ασία, δεν επέτρεψαν την εύκολη ενσωμάτωσή τους στην κουλτούρα των ναυτικών λαών της περιοχής.

Από τη στιγμή που οι Τούρκοι εισέβαλαν στην περιοχή έδειξαν να προτιμούν ως τόπο εγκατάστασής τους το άνυδρο υψίπεδο της Μικρά Ασίας και ιδιαίτερα τη βορειοδυτική του πλευρά (Δορύλαιο, Παφλαγονία), επειδή προσιδίαζε στο σκληρό περιβάλλον της κεντρασιατικής στέπας, απ’ όπου προήλθαν. Ο σκληρός χειμώνας και η βλάστηση του οροπεδίου ταίριαζε απόλυτα στο νομαδικό τρόπο ζωής των Τούρκων. Έτσι, η προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον ήταν άμεση. Ήταν σαν να είχαν, για καλή τους τύχη, ανακαλύψει μια νέα πατρίδα, που θύμιζε σε όλα την παλιά.

Αμέσως μετά την αρχική εγκατάστασή τους στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι άρχισαν να λυμαίνονται με ληστρικές επιδρομές την ενδοχώρα, προωθώντας την ερήμωσή της με την καταστροφή της αγροτικής οικονομίας. Όντας νομάδες αυτή η ερήμωση τους εξυπηρετούσε, καθώς η ύπαιθρος, απαλλαγμένη από αγροκτήματα, αποτελούσε πλέον μια ζώνη νομαδισμού, που δε διέφερε και πολύ απ’ εκείνη του Ιράν και της κεντρικής Ασίας, όπου τα ζώα μπορούσαν να βόσκουν ελεύθερα. Γι’ αυτούς η γη δεν είχε ιδιοκτήτη και είχε αξία μόνον όταν μπορούσε να θρέψει τα κοπάδια τους. Έτσι στη Μικρά Ασία η στέπα άρχισε να κερδίζει ραγδαία έδαφος έναντι της καλλιεργήσιμης γης…

The Seljuks of Rum

Εκτός από την επέκταση της στέπας μέσω της ερήμωσης των αγροτικών περιοχών, οι Τούρκοι επιχείρησαν να μεταμορφώσουν πλήρως τη Μικρά Ασία με την καταστροφή των «αθάνατων» πόλεών της. Χωρίς τις πόλεις οι Βυζαντινοί όχι μόνο θα έχαναν ισχυρά ερείσματα στην περιοχή, αλλά και δε θα μπορούσαν πλέον να διαχέουν τον πολιτισμό τους, εφόσον οι πόλεις επιβάλλουν ιστορικά τα πρότυπά τους στην ύπαιθρο. Χωρίς τις πόλεις η αφομοίωση των αυτοχθόνων πληθυσμών θα ήταν πιο εύκολη υπόθεση.

Όμως, αν και κατέστρεψαν δεκάδες πόλεις, η αφομοίωση των αυτοχθόνων ήταν αργή και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σύμφωνα με το Γάλλο ιστορικό Κλοντ Καχέν το 12ο μ.Χ. αιώνα δεν υπήρχαν πάνω από 200.000-300.000 Τουρκομάνοι σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Έναν αιώνα αργότερα ο τουρκικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 10% του συνολικού πληθυσμού της χερσονήσου. Και στις αρχές του 20ού αιώνα, έπειτα από εκτουρκιστική πολιτική οκτώ αιώνων, σχεδόν το 70% του πληθυσμού της Μικρά Ασίας αποτελούνταν από μη τουρκικούς πληθυσμούς. Ακόμη και σήμερα, αφού πλέον η περιοχή εκκενώθηκε από Έλληνες, Αρμένιους και άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, υπολογίζεται ότι μόλις το 10% του πληθυσμού της Μικρά Ασίας θα μπορούσε να διεκδικήσει κεντροασιατική προέλευση. Όλοι οι υπόλοιποι είναι αυτόχθονες και άλλοι πληθυσμοί που εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίστηκαν. Με δυο λόγια οι νομάδες Τούρκοι όχι μόνο δεν κατόρθωσαν ν’ αφομοιώσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά οι ίδιοι αφομοιώθηκαν από το πολιτιστικό και εθνολογικό υπόβαθρο της Μικρά Ασίας, που παραμένει στη βάση του ευρωπαϊκό και μεσογειακό αν και γλωσσικά έχει εκτουρκιστεί.

Αν εξαιρέσει κανείς την εξόντωση και την εκδίωξη των Αρμενίων και των Ελλήνων, η τουρκοποίηση των μικρασιατικών λαών δεν προχώρησε στο βαθμό που θα ήθελαν οι Τούρκοι εθνικιστές. Και αυτό επειδή πολλές καταπιεσμένες ταυτότητες αναδύθηκαν αργότερα πιο δυνατές. Η ισλαμική ταυτότητα, που θεωρούνταν οπισθοδρομική και αντίθετη προς τον εκσυγχρονισμό, επέστρεψε ισχυρότερη και μάλιστα στον πολιτικό στίβο, μέσω του ισλαμιστικού κόμματος ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν. Η κουρδική ταυτότητα, που συμβολίζει τον αγώνα των αυτοχθόνων λαών της περιοχής για εθνική ανεξαρτησία, αναδύθηκε δυναμικά προβάλλοντας διεκδικήσεις κι απειλώντας με διάλυση το ίδιο το τουρκικό κράτος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey ethnic map

Σήμερα σχεδόν οι πάντες στην Τουρκία αρχίζουν ν’ αναζητούν τις ρίζες και την ταυτότητα τους. Πρόκειται για ένα πρόσφατο φαινόμενο, που παραπέμπει όμως και στις αταβιστικές τάσεις για τις οποίες φημίζονται οι μικρασιατικοί λαοί. Για ν’ αμβλύνουν τις εντυπώσεις που προκαλεί αυτή η απειλητική επάνοδος των επιμέρους εθνικών ταυτοτήτων στην Τουρκία, πολλοί Τούρκοι εκσυγχρονιστές επικαλούνται την έννοια της δημοκρατίας, ως τρόπο αρμονικής συνύπαρξης των διαφορετικών ταυτοτήτων. Για τους ίδιους η χώρα τους δεν ονομάζεται «Τούρκικη Δημοκρατία» αλλά «Δημοκρατία της Τουρκίας»(Turkiye Cumhuriyeti) και είναι ένας κοινός τόπος συνύπαρξης διαφορετικών ταυτοτήτων.

Σε πείσμα των Τούρκων εθνικιστών το λεγόμενο «τουρκικό έθνος» είναι ένα μείγμα λαών και εθνοτήτων, που συγκροτήθηκε ως έθνος μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα. Φυσιογνωμικά τουλάχιστον οι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας έχουν χαρακτηριστικά που ανήκουν σε όλες τις εθνότητες και αυτόχθονες λαούς, που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και γενικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και του Καυκάσου. Και σίγουρα δεν μοιάζουν καθόλου με τους «αδελφούς» Τουρκμένους, Ουζμπέκους, Τατάρους και Καζάκους της Κεντρικής Ασίας, παρά την κοινή καταγωγή της γλώσσας τους. Έχουν περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά και ιδιοσυγκρασία με τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκάνιους, τους Αρμένιους και άλλους Καυκάσιους, καθώς και με τους Κούρδους και άλλους ιρανικής προέλευσης λαούς, παρά με τους Τουρκμένους και τους Ουζμπέκους της κεντρικής Ασίας. 

burcu esmersoy (7)

Kivanc

«Δεν πιστεύω ότι ο καθένας μας είναι Τούρκος, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Κοίταξέ μας! Είμαστε ένα μείγμα Τούρκων, Αράβων, Ελλήνων, Εβραίων, Περσών, Αρμενίων, Κούρδων …», δήλωσε στον έκπληκτο δημοσιογράφο του National Geographic ο «Τούρκος» Ουμίτ, που έτρωγε μαζί του σ’ ένα εστιατόριο της Άγκυρας. Αμέσως, ένας-ένας από την παρέα του Ουμίτ, που καθόταν μαζί με τον Αμερικανό δημοσιογράφο, άρχισαν να συμπληρώνουν το παζλ της πολυεθνικότητας της Τουρκίας. «Έχω πολλούς συγγενείς εκτός Τουρκίας», είπε ο ένας. «Η μητέρα μου είναι τουρκάλα, αλλά η μητέρα της ήταν από τη Ρουμανία», διέκοψε ένας άλλος. «Η μητέρα μου είναι από την Ελλάδα, αλλά μιλάει τουρκικά. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στη Γεωργία…», συμπλήρωσε ένας τρίτος. Όλοι τους προέρχονταν από μη-τουρκικούς λαούς που συνυπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη συνέχεια εκτουρκίστηκαν, κυρίως γλωσσικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey ethnic map

Συνεχίζεται…

Sınıfa Osmanlı ve Selçuklu arması almak lazım insaalah

*Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 έχει συγγράψει περίπου 2.000 ειδικά άρθρα και αναλύσεις, 15 βιβλία, κυρίως έρευνες, σενάρια και κείμενα για ντοκιμαντέρ (Balkan Express), ενώ υπήρξε για ένα διάστημα και εκδότης ειδικών περιοδικών. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Alexander Dugin

Εκδόσεις Έσοπτρον

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Γράφει ο  Γιώργος Στάμκος

Ο Alexander Dugin είναι ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς και πολιτικούς στοχαστές της μετα-σοβιετικής Ρωσίας, μια “δεξαμενή σκέψη” από μόνος του, τόσο σε ζητήματα Γεωπολιτικής, όσο και πολιτικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στ’ άλλα είναι ο εγκέφαλος και ένα διανοητικό “πυρηνικό εργοστάσιο” πίσω από το κίνημα του Ευρασιατισμού, που προβάλλεται ως μια αυτόνομη πολιτική ιδεολογία και κοσμοθέαση ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή και ως μια σύνθεση ευρωπαϊκών και ασιατικών αξιών. Ο Dugin θεωρείται ως ένας κομβικός Ευρασιάτης Ρώσος διανοητής, που βρισκόταν επί πολλά χρόνια στον πυρήνα της ρώσικης “δεξαμενής σκέψης” για γεωπολιτικό-μυστικιστικά ζητήματα, που ονομάζονταν ARCTOGAIA (Άρκτος + Γαία). Ο ίδιος εγκατέλειψε το κίνημα του “Εθνομπολσεβικισμού”, του οποίου ήταν ένας από τους ηγέτες του, κι εξελίχθηκε σ’ έναν μετα-ιδεολόγο. O Dugin εκφράζει απόψεις που από τη μία συνοψίζουν τη “μυστική γεωπολιτική” της Ρωσίας και της Ευρασίας, κι από την άλλη ερμηνεύουν την ανθρώπινη ιστορία με βάση τη διαλεκτική στεριάς – θάλασσας ή ναυτικών – ηπειρωτικών δυνάμεων. Κατά τον Dugin οι έννοιες Στεριά, Ανατολή, Ευρασία και Εργασία είναι σχεδόν ταυτόσημες. Το ίδιο ισχύει και με τις έννοιες Θάλασσα, Δύση, Κεφάλαιο και Φιλελευθερισμός. Αυτές οι δύο δυνάμεις βρίσκονται σε μια μακραίωνη αντιπαράθεση, όποια σχήματα ή “κελύφοι” κι αν φορέσουν. Έχει πάντως ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο 53χρονος Alexander Dugin είναι, επί μία και πλέον δεκαετία, σύμβουλος του Ρώσου “Τσάρου” Βλαντιμίρ Πούτιν σε θέματα Γεωπολιτικής, υποστηρίζοντας την επιστροφή της Ρωσίας ως μιας Παγκόσμιας Δύναμης, αντίβαρο των ΗΠΑ στο διεθνές σκηνικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στο βιβλίο του Η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία ο Alexander Dugin συνοψίζει με τον καλύτερο, ξεκάθαρο και περιεκτικό τρόπο όλη την πολιτική του σκέψη και την ¨ευρασιατική ιδεολογία” που ο ίδιος είναι θιασώτης. Σύμφωνα με την ανάλυσή του οι τρεις κύριες ιδεολογίες του 20ου αιώνα ήταν 1) Ο Φιλελευθερισμός (Αριστερός και Δεξιός) 2. Ο Κομμουνισμός (Μαρξισμός, Σοσιαλισμός, μαζί με τη σοσιαλδημροκατία) και 3) ο Φασισμός (Ναζισμός και άλλες παραλλαγές, όπως ο Εθνικοσυνδικαλισμός του Φράνκο, ο Περονισμός κ.α.). Αυτές οι τρεις ιδεολογίες πολέμησαν μεταξύ τους μέχρι θανάτου, δημιουργώντας στην ουσία όλη την αιματηρή ιστορία του 20ου αιώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Για τον Dugin: “Η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία προϋποθέτει για να εμφανιστεί την εναντίωσή μας στον κυρίαρχο Μετα-Φιλελευθερισμό, στην Παγκοσμιοποίηση, στον Μεταμοντερνισμό, στο Τέλος της Ιστορίας και στην αδράνεια των πολιτικών διαδικασιών στην αυγή του 21ου αιώνα”. Με άλλα λόγια η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία του Dugin είναι μια “σταυροφορία” ενάντια στον Μεταμοντερνισμό, στη Μετα-βιομηχανική κοινωνία, στη φιλελεύθερη σκέψη και στην Παγκοσμιοποίηση. Το νέο θα προκύψει από τη ¨μεταφυσική των ερειπίων” και θα βασιστεί στον λίθο που εκείνοι απέρριψαν, αυτός θα γίνει ο “ακρογωνιαίος λίθος” του ευρασιατικού κόσμου”: “Το μέλλον της Ρωσίας βασίζεται στις προσπάθειες μας να αναπτύξουμε την Τέταρτη Πολιτική Θεωρία”, υποστηρίζει ο Dugin, που βλέπει την ιδεολογία του ως άρνηση, απόρριψη και σύνθεση ταυτόχρονα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στο κεφάλαιο με τίτλο “Η Οντολογία του Μέλλοντος” ο Dugin αναρωτιέται: “Υπάρχει το μέλλον;”, συμπληρώνοντας πως “η ύπαρξη αυτού που δεν έχει έλθει, που δεν έχει συμβεί ακόμη, είναι πολύ αμφισβητήσιμη”. Για τον ίδιο: “Η Ιστορία είναι η συνειδητοποίηση του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Τα εξαφανισμένα γεγονότα συνεχίζουν να ηχούν στην πράξη της υπενθύμισης τους. Η Κλειώ και η Πολύμνια, οι Μούσες αντίστοιχα της Ιστορίας και του Χρόνου είναι αδελφές στην Ελληνική Μυθολογία. Αυτή η υπενθύμιση είναι απαραίτητη για να μας δώσει την αίσθησή μας του παρόντος”. Έτσι “το μέλλον είναι συνεχές στο παρόν… Είναι η ανεσταλμένη στιγμή της ύπαρξης, χωρίς ιστορία και χωρίς μια αίσθηση επίγνωσης και συνείδησης” γράφει ο Alexander Dugin. Και για τον ίδιο υπάρχουν δύο δυνατά αποτελέσματα στο ορατό μέλλον: 1. Είτε η Δύση θα χάσει την ταυτότητά της και θα μετατραπεί σε ρομπότ 2. Είτε θα προσπαθήσει να επιβάλει την Ιστορία της, την οποία αντιλαμβάνεται ως καθολική, καταστρέφοντας έτσι άλλους πολιτισμούς και κουλτούρες. Μπορεί η Δύση να καταφέρει να κλείσει την Ιστορία της, αλλά δεν θα καταφέρει όμως να κλείσει και την Ιστορία των άλλων. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί ειδικά απ’ όσους αντιλαμβάνονται την “κρίση ταυτότητας” της Δύσης κι ανησυχούν βλέποντας μια Ρωσία που αναζητεί έναν μετα-αυτοκρατορικό ρόλο στο σύγχρονο κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ.jpg

ΜΑΚΕΔΟΝΙKΗ ΔΙΑΜΑΧΗ: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

ΠΟΙΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΓΔΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ;

Αποτέλεσμα εικόνας για kiro Gligorov

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Έπειτα από μια 25ετία ατελέσφορης διαμάχης Αθηνών-Σκοπίων για το όνομα «Μακεδονία», αρχίζει να διαφαίνεται στον ορίζοντα η προοπτική της τελικής λύσης. Καθώς οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν βελτιωθεί σημαντικά τον τελευταίο χρόνο, όλοι δείχνουν όλο και πιο διατεθειμένοι να απομακρύνουν το τελευταίο «αγκάθι» που εμποδίζει την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων: το Ονοματολογικό. Όμως το πρόβλημα της ονομασίας συνεχίζει να είναι περίπλοκο και να προκαλεί ποικίλα συναισθηματικά αντανακλαστικά και στις δύο πλευρές. Αν τελικά επικρατήσουν ο πολιτικός ρεαλισμός, ο αμοιβαίος συμβιβασμός και τα κοινά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα μια αμοιβαία αποδεκτή λύση θα έρθει σύντομα.

Στη Νέα Υόρκη την Τετάρτη 17 Ιανουαρίου το 2018 ο ειδικός μεσολαβητής του ΟΗΕ για το ζήτημα, Μάθιου Νίμιτς κετέθεσε πέντε υποψήφια ονόματα στους διαπραγματευτές Ελλάδος και ΠΓΔΜ:

Republika Nova Makedonija (Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας)

Republika Severna Makedonija (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας)

Republika Gorna Makedonija (Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας)

Republika Vardarska Makedonija (Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη)

Republika Makedonija (Skopje) [Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια).

Η σύντομη γραφή των ονομάτων προτείνεται αντιστοίχως να είναι Nova Makedonija, Severna Makedonija, Gorna Makedonija, Vardarska Makedonija και Makedonija (Skopje). Η χρήση του ονόματος πρέπει να είναι erga omnes, δηλαδή θα ισχύει διεθνώς τόσο σε διεθνείς οργανισμούς όσο και για τις διμερείς σχέσεις της χώρας. 

Προτού ωστόσο διαφανεί ποια θα είναι η τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων και ποιο θα είναι πιθανότερο υποψήφιο όνομα για την ονομασία της γειτονικής μας χώρας, είναι σκόπιμο να κάνουμε μια απαραίτητη ιστορική αναδρομή και ανακεφαλαίωση της περιπέτειας του λεγόμενου «Μακεδονικού ζητήματος» από την εμφάνιση του ως σήμερα καθώς και της διένεξης Αθηνών-Σκοπίων γύρω από το όνομα Μακεδονία και όχι μόνόν…

Σχετική εικόνα

Έχουν περάσει 27 χρόνια από την έναρξη της διαδικασίας αιματηρής διάλυσης και κατακερματισμού της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας (SFRJ) και το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους της ΠΓΔΜακεδονίας συνεχίζει ν’ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ανάδειξη της Ελλάδας σε υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη στα Βαλκάνια. Από τη στιγμή που τα Σκόπια κήρυξαν την ανεξαρτησία τους, η Αθήνα, ενώ θα έπρεπε να αισθάνεται ικανοποιημένη από το νέο γεωπολιτικό πλουραλισμό των Βαλκανίων που ολοφάνερα την ευνοούσε, αντέδρασε αμήχανα, σχεδόν σπασμωδικά, προβάλλοντας μια έντονα εχθρική στάση απέναντι στον μικρό και νεότευκτο γείτονα της, που έδειχνε να την αψηφεί. Αιτία ήταν το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας, που τα Σκόπια επέλεξαν για να δώσουν στο νέο τους κράτος.

Σχετική εικόνα

Από το «Ρούμ Μιλετί» στα εδαφικά έθνη: Η περίπτωση της Μακεδονίας

Για την ελληνική πλευρά το όνομα Μακεδονία συνδέονταν άρρηκτα με την ελληνική ιστορία και συγκεκριμένα με την ένδοξη εποποιία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελώντας έτσι αναπαλλοτρίωτο «κτήμα ες αεί» του Ελληνισμού. Μια χώρα διεθνώς αναγνωρισμένη με το όνομα «Μακεδονία» θα αποτελούσε απειλή όχι μόνον για την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού έθνους, αλλά και για την εδαφική ακεραιότητα της βόρειας Ελλάδας, το μεγαλύτερο τμημα της οποίας ονομάζεται επίσης Μακεδονία. Πόσο μάλιστα όταν αυτή η χώρα χρησιμοποιούσε σύμβολα και χάρτες, που καλλιεργούσαν διεκδικήσεις ελληνικών εδαφών.

Για τους κατοίκους όμως της γειτονικής μας χώρας το όνομα Μακεδονία αποτελούσε το μόνο ασφαλή αυτοπροσδιορισμό που επέτρεπε σ’ αυτό το νεόκοπο βαλκανικό έθνος να οικοδομήσει μια ανεξάρτητη εθνική ταυτότητα, μακριά από τις αφομοιωτικές επιρροές των Βουλγάρων και των Σέρβων. Χρησιμοποιήθηκε έντεχνα, ώστε να μεταγραφεί η ιστορία της περιοχής προς την κατεύθυνση νομιμοποίησης του λεγόμενου «μακεδονικού λαού», που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα αποτελούσε αντικείμενο διεκδίκησης τριών ανταγωνιστικών μεταξύ τους βαλκανικών εθνικισμών. Πριν από έναν αιώνα οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας θεωρούνταν από τους Βούλγαρους «Βούλγαροι της δύσης», από τους Σέρβους «Σέρβοι του νότου» και από τους Έλληνες «εκσλαβισμένοι Έλληνες».

Στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας διαμοιράστηκε ανάμεσα στα νικηφόρα βαλκανικά κράτη, με τη χώρα μας να παίρνει τη «μερίδα του λέοντος»: το 51% του συνολικού εδάφους. Όταν απελευθερώθηκε η ελληνική Μακεδονία και πριν λάβει χώρα η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923 που άλλαξε μια για πάντα το εθνογραφικό τοπίο στη βόρεια Ελλάδα, ο πληθυσμός της περιοχής αποτελούνταν κατά 43% από Eλληνoρθόδοξους, 40% από μουσουλμάνους, 10% από Βούλγαρους Εξαρχικούς και 7% διάφορους (Αγγελόπουλος 1979). Βέβαια, οι ελληνικές απογραφές δεν λάμβαναν υπόψιν τους τη μητρική γλώσσα και την εθνοτική καταγωγή αυτών των πληθυσμών, αλλά τη σχέση τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την ελληνική εκπαίδευση και, κυρίως, την ελληνική εθνική συνείδηση. Και πολύ καλά έκαναν. Μέχρι το 1912 στο χώρο της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κυριαρχούσαν στα νότια και οι σλαβόφωνοι στα βόρεια. Ο Ελληνισμός όμως διέθετε ισχυρά ερείσματα στα αστικά κέντρα ολόκληρης της Μακεδονίας, εξ αιτίας των εμπορικών και εκπαιδευτικών του δικτύων και χάρη στην εξελληνιστική πολιτική του Πατριαρχείου που παρά τις αντιξοότητες και τα εμπόδια συνεχίζονταν.

Σχετική εικόνα

Αξιοσημείωτο είναι πως μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, απουσία ανάπτυξης οποιασδήποτε εθνικής ιδεολογίας, όλοι οι ορθόδοξοι κάτοικοι των Βαλκανίων αποκαλούνταν από τις Οθωμανικές αρχές «Ρουμ» (δηλαδή Ρωμιοί), επειδή άνηκαν στο Ρουμ Μιλετί (στους πιστούς του Πατριαρχείου). Την ίδια περίοδο όλοι οι έμποροι και οι μορφωμένοι κάτοικοι των βόρειων Βαλκανίων, ανεξαρτήτου εθνοτικής καταγωγής και γλώσσας, αποκαλούνταν «Έλληνες». Ακόμη και τον 19ο αιώνα σχεδόν κάθε έμπορας των Βαλκανίων αποκαλούνταν Γκρκ, δηλαδή «Έλληνας», γεγονός που, όπως σωστά επισημαίνει και ο Έλληνας γεωπολιτικός Γεώργιος Πρεβελάκης, συνδέει τη συλλογική ταυτότητα του μεταγενέστερου νεωτερικού έθνους με την επαγγελματική εξειδίκευση, την οικονομική δραστηριότητα στις πόλεις και γενικώς την προσαρμογή στο περιβάλλον. Αντίστοιχα με τους «εμπόρους Έλληνες», όλοι οι αγρότες των κεντρικών και βόρειων Βαλκανίων αποκαλούνταν «Σλάβοι» –μάλιστα οι χωρικοί των Βαλκανίων αποκαλούνταν αδιακρίτως «Βούλγαροι»– και όλοι οι νομάδες βοσκοί της χερσονήσου μας «Βλάχοι».

Η επέλαση του εθνικισμού τον 19ο αιώνα και η συγκρότηση των πρώτων εθνικών κρατών στα Βαλκάνια κλόνισε αυτές της συλλογικές ταυτότητες προς όφελος της δημιουργίας των εδαφικών εθνών, που τελικά κυριάρχησαν. Από τη μια άκρη των Βαλκανίων ως την άλλη οι διανοούμενοι άρχισαν να οικοδομούν ξεχωριστές εθνικές ταυτότητες βασισμένες κυρίως στη γλώσσα και στην κοινή ιστορία. Αυτές οι εθνικιστικές ιδεολογίες γρήγορα εξαπλώθηκαν και δεν άργησαν να προσβάλουν και τους σλαβόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας, που μέχρι τότε βρισκόντουσαν σε μια «γκρίζα ζώνη», μετέωροι και διεκδικούμενοι από τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, που ορέγονταν την εξέχουσα γεωπολιτική θέση της Μακεδονίας: «Όποιος ελέγχει τη Μακεδονία κρατά τα κλειδιά της Βαλκανικής» (Γιόβαν Τσβίιτς, Σέρβος εθνολόγος).

Αποτέλεσμα εικόνας για macedonia ethnic map 1900

Η κατασκευή της «μακεδονικής» ταυτότητας

Η κατασκευή της λεγόμενης «μακεδονικής» εθνικής ταυτότητας ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και αποκρυσταλλώθηκε την τιτοϊκή περίοδο με την ίδρυση της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της «Μακεδονίας». Επειδή οι Σλάβοι κάτοικοι της κεντρικής και βόρειας Μακεδονίας συνδέονταν γλωσσικά και πολιτιστικά με τους Βούλγαρους, έπρεπε να βρεθεί ένα ισχυρό στοιχείο διαφοροποίησης, πάνω στο οποίο θα οικοδομούνταν μια ανεξάρτητη ταυτότητα. Και το στοιχείο αυτό επιλέχθηκε να είναι η σύνδεση αυτού του λαού όχι μόνον με το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, αλλά και με την προ-σλαβική ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας.

Επρόκειτο για μια περίπλοκη επιχείρηση, για την οποία έπρεπε να επιστρατευτούν οι επιλεκτικές γνώσεις των ιστορικών, διαγράφοντας μεγάλα τμήματα της ιστορίας της Μακεδονίας και κατασκευάζοντας επιμελώς ορισμένα άλλα. Έτσι, η εθνογένεση των νέων «Μακεδόνων» όχι μόνον ανάχθηκε στην εποχή της εγκατάστασης των Σλάβων στα Βαλκάνια (5ος-7ος μ.Χ. αιώνας), αλλά πήγε ακόμη πιο πριν, στους αρχαίους Θράκες, τμήμα των οποίων υποστήριζαν πως αποτελούσαν και οι αρχαίοι Μακεδόνες. Μια ολόκληρη βαλκανική μυθολογία επινοήθηκε από την αρχή για να δικαιολογήσει την ύπαρξη ενός ακόμη «έθνους» κι ενός νέου κράτους στα πλαίσια της ομόσπονδης σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Το όλο σχέδιο της κατασκευής της ιστορίας του λεγόμενου «μακεδονικού έθνους» σχεδιάστηκε και υποστηρίχτηκε από το τιτοϊκό καθεστώς της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ως ένα όχημα προώθησης των αλυτρωτικών ή μεγαλογιουγκοσλαβικών βλέψεων σε βάρος των γειτονικών βαλκανικών κρατών και συγκεκριμένα της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, στις οποίες υποστήριζαν πως διαβιούσαν μεγάλοι πληθυσμοί αλύτρωτων «Μακεδόνων».

Δεν ήταν όμως μόνον ο Τίτο που βοήθησε στην κατασκευή του «μακεδονικού έθνους». Πρέπει να σημειωθεί πως στις αρχές του 20ου αιώνα τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Σέρβοι, υποστήριζαν με διάφορους τρόπους την ύπαρξη ξεχωριστής εθνικής ταυτότητας για τους Σλάβους της Μακεδονίας, προκειμένου να αποτρέψουν την ενσωμάτωση τους στο δυναμικά ανερχόμενο βουλγαρικό έθνος, με το οποίο συνδέονταν γλωσσικά και ιστορικά. Προς αυτή την κατεύθυνση οι Έλληνες δημοσίευαν στις αρχές του 20ου αιώνα προπαγανδιστικά έντυπα με ελληνικό αλφάβητο αλλά στη «σλαβομακεδονική διάλεκτο», υποστηρίζοντας πως οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της περιοχής δεν ήταν Βούλγαροι, δηλαδή δεν ήταν Σλάβοι, αλλά απόγονοι των ένδοξων αρχαίων Μακεδόνων!

atanas_the_macedonian_1845_0

Σε χάρτες μάλιστα που εξέδωσε το 1918 η κυβέρνηση Βενιζέλου αρκετές βόρειες περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας φέρονται να κατοικούνται από «Macedonian Slavs». Το αστείο στην υπόθεση ότι μεταξύ 1918-1926 το ελληνικό κράτος άλλαξε τρεις φορές την επίσημη ονομασία των σλαβόφωνων μειονοτικών της Μακεδονίας! Ενώ το 1918 τους αποκαλούσαν «Μακεδόνες Σλάβους», το 1924, με το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ, τους αναγνώρισαν ως βουλγαρική μειονότητα και το 1926, ο Θ. Πάγκαλος συμφώνησε με το Βελιγράδι να αναγνωρίσει τη μειονότητα ως… σερβική!

ABECEDAR 1925

Οι Σέρβοι από την πλευρά τους, προσπαθώντας να αποκτήσουν ερείσματα στην εθνολογική διεκδίκηση της Μακεδονίας, υποστήριζαν πως οι Σλάβοι αυτής της περιοχής ήταν μια «μεταβατική ομάδα» ανάμεσα σε Σέρβους και Βούλγαρους. Μάλιστα, ο περίφημος Σέρβος εθνολόγος Γιόβαν Τσβίιτς ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε χάρτη, όπου απεικονίζονταν ως ξεχωριστή εθνοτική ομάδα με το ουδέτερο όνομα «Μακεδονοσλάβοι».

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου οι «Μακεδονοσλάβοι» του Γιουγκοσλαβικού βασιλείου, παρά την εκσερβιστική πολιτική του Βελιγραδίου, ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο την ξεχωριστή εθνική τους ταυτότητα σε σημείο ώστε να είναι αδύνατον να ταυτιστούν πλέον με τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους.

Σχετική εικόνα

Αργότερα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας, με παρέμβαση του ίδιου του Τίτο, αναγνώρισε πως είχε σημαντικούς πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ύπαρξη των «Μακεδόνων» ως ξεχωριστό έθνος και να τους χρησιμοποιήσει ως συστατικό στοιχείο για την οικοδόμηση της ομόσπονδης σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Με την κίνηση αυτή ο πραγματιστής Τίτο πετύχαινε πολλά. Εμπόδιζε τους Σέρβους να απορροφήσουν την περιοχή. Προσέφερε άλλοθι στους βουλγαρίζοντες πληθυσμούς της Γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, που είχαν σε μεγάλο βαθμό δεχθεί τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής ως «απελευθερωτές». Τους νομιμοποιούσε αναβαπτίζοντας τους σε «Μακεδόνες», κερδίζοντας μ΄ αυτό τον τρόπο την αφοσίωση τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για TITO in macedonia

Για να το πετύχει όμως αυτό έπρεπε πρώτα να εξαλείψει κάθε αίσθημα βουλγαρικής εθνικής συνείδησης των κατοίκων της περιοχής, που ήταν ακόμη αρκετά διαδεδομένο. Ανομολόγητος βέβαια στόχος της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας ήταν να χρησιμοποιήσει την ύπαρξη του νεόκοπου «μακεδονικού έθνους» ως μηχανισμού επέκτασης του γιουγκοσλαβικού ελέγχου στη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου υποτίθεται πως ζούσαν σημαντικοί πληθυσμοί «αλύτρωτων Μακεδόνων». Και θα το πετύχαινε αν η έκβαση του ελληνικού Εμφύλιου Πόλεμου (1944-1949) ήταν διαφορετική…

Αποτέλεσμα εικόνας για SFRJ map

Η διαμάχη Αθήνας-Σκοπίων: το νέο «Μακεδονικό Ζήτημα»

Στα 47 χρόνια (1944-1991) της ύπαρξης του στα πλαίσια της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (SFRJ) το ομόσπονδο κρατίδιο των Σκοπίων υπάκουε γενικώς στην πολιτική του Βελιγραδίου, που κατέπνιγε τους επιμέρους εθνικισμούς. Δεν ασκούσε αυτόνομη πολιτική αλυτρωτισμού και δεν υποστήριζε φανερά τουλάχιστον τις σλαβομακεδονικές οργανώσεις της διασποράς. Στα πλαίσια της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας ο σλαβομακεδονικός αλυτρωτισμός χρησιμοποιούνταν κατά διαστήματα και όχι συστηματικά ως μέσο πίεσης κατά της Ελλάδας με στόχο την εξασφάλιση διευκολύνσεων στο σημαντικό για τη βαλκανική ενδοχώρα λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Όλη αυτή την περίοδο οι Σλάβοι κάτοικοι της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας πέτυχαν αρκετά. Κατάφεραν να αναγνωριστούν ως ξεχωριστός λαός και «έθνος», να αναγνωριστεί η γλώσσα τους, ακόμη και η αυτονομία της λεγόμενης «μακεδονικής» εκκλησίας. Κατάφεραν να στήσουν έναν προπαγανδιστικό μηχανισμό, που διακήρυττε διεθνώς πως αυτοί ήταν οι «πραγματικοί Μακεδόνες» και πως οι Έλληνες κατείχαν εδάφη τους και καταπίεζαν μια πολυάριθμη μειονότητα τους, τους «Αιγαιάτες Μακεδόνες», που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ανέρχονταν στις 200.000-300.000! Κατάφεραν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους διεθνώς σε σημείο ώστε το όνομα Μακεδονία να ταυτίζεται από τρίτους με τα Σκόπια και όχι με τη Θεσσαλονίκη.

Αποτέλεσμα εικόνας για macedonian nationalism

Μέσα σ’ αυτά τα 47 χρόνια μεγάλωσαν δύο γενιές Σλάβων των Σκοπίων πιστεύοντας πως είναι «Μακεδόνες» και τίποτε άλλο. Η εμβρυακή εθνική ταυτότητα των «Μακεδόνων», που έφερε στο φως ο Τίτο, είχε πλέον ενηλικιωθεί και παγιωθεί. Όταν μια μέρα το ελληνικό κράτος «ξύπνησε» και προσπάθησε να αντιδράσει π.χ. μετονομάζοντας το 1988 το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος σε «Μακεδονίας-Θράκης» ή βαπτίζοντας το διεθνές αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης σε «Αεροδρόμιο Μακεδονία», ήταν πλέον αργά. Οι κάτοικοι της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας σχεδόν μονοπωλούσαν διεθνώς το όνομα Μακεδονία.

Όταν στις 17 Σεπτεμβρίου του 1991 η βουλή των Σκοπίων ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας, αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας, με το συνταγματικό όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», η Ελλάδα και η ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθούσε αμήχανη και μουδιασμένη τις εξελίξεις. Το όνομα της χώρας, οι αναφορές στο νεόκοπο σύνταγμα της για «τμήματα του ‘’μακεδονικού λαού’’ που ζουν ως εθνικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες», η υιοθέτηση του δεκαεξάκτινου αστέρα της Βεργίνας ως σημαίας του κράτους, η έκδοση γραμματοσήμων με το Λευκό Πύργο και η δημοσίευση χαρτών της «Ενιαίας Μακεδονίας» με την ελληνική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη ως φυσική «πρωτεύουσα» της, εξόργισαν, όπως ήταν αναμενόμενο, την ελληνική πλευρά. Η ελληνο-«μακεδονική» διαμάχη είχε πλέον ξεσπάσει.

Αποτέλεσμα εικόνας για macedonian nationalism

Στις εθνικιστικές προκλήσεις των Σκοπίων οι ελληνικές αντιδράσεις ήρθαν καθυστερημένα ήταν σπασμωδικές, υπερβολικές και συχνά παράλογες, όπως π.χ. η πρόταση να μετονομαστεί η χώρα μας σε «Ελλάδα-Μακεδονία» ή η πρόταση κάποιων βουλευτών της ΝΔ για άμεση μεταφορά της πρωτεύουσας στη Θεσσαλονίκη! Διαδηλώσεις κατά της πολιτικής των Σκοπίων πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες ελληνικές πόλεις, με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Νομίσματα κόπηκαν με το Αστέρι της Βεργίνας και την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το ελληνικό κράτος τύπωσε και μοίρασε εκατομμύρια έντυπα και αυτοκόλλητα με το σύνθημα «Η Μακεδονία είναι Ελληνική». Ομογενειακές οργανώσεις του εξωτερικού κινητοποιήθηκαν για να πείσουν τις κυβερνήσεις των χωρών τους να μην αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία. Η Ελλάδα εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη στην ιστορία της διεθνή διαφημιστική εκστρατεία προκειμένου να πείσει τον υπόλοιπο κόσμο να μην αναγνωρίσει το νεοσύστατο γειτονικό κράτος με το συνταγματικό του όνομα, προβάλλοντας επιχειρήματα ότι το όνομα Μακεδονία και ό,τι σχετίζεται μ’ αυτό άνηκαν αποκλειστικά στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό.

Παρά την τεράστια και πρωτοφανή διαφημιστική της εκστρατεία η Ελλάδα δεν πέτυχε παρά πενιχρά αποτελέσματα. Ελάχιστες κυβερνήσεις αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, ενώ μέχρι το 2015 σχεδόν 140 χώρες (ανάμεσα τους ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Μ. Βρετανία, Γερμανία κλπ.) αναγνώρισαν τη χώρα με το συνταγματικό της όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» δείχνοντας απροθυμία να ασπαστούν τους ελληνικούς φόβους σχετικά με την ‘επεκτατικότητα» του γειτονικού κρατιδίου. Αντίθετα πολλοί άρχισαν να μιλούν για «παραλογισμό» των Ελλήνων και για πιθανή εμπλοκή της χώρας μας στους γιουγκοσλαβικούς πολέμους που φούντωναν. Στα μάτια των ξένων αναλυτών η Ελλάδα, με την υπερβολική στάση της στο ζήτημα των Σκοπίων, καθίστατο αυτομάτως τμήμα του «βαλκανικού προβλήματος». Πολλοί μάλιστα συνιστούσαν στην ελληνική πλευρά «ψυχραιμία», υποστηρίζοντας πως το όνομα Μακεδονία δεν συνδέονταν απαραίτητα με εδαφικές βλέψεις. 

Αποτέλεσμα εικόνας για Μητσοτάκης Σαμαρας Γκλιγκόροφ

Ο κύκλος των χαμένων ευκαιριών

Εκνευρισμένη από την αδιάλλακτη στάση των Σκοπιών και αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο να απομονωθεί και να χάσει την αξιοπιστία της, η Αθήνα αποφάσισε να μεταφέρει τη διένεξη της με τα Σκόπια σε επίπεδο ΟΗΕ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το «όπλο» της σ’ αυτή την περίπτωση ήταν το βέτο. Τα υπόλοιπα 11 μέλη της ΕΕ δεν αρνήθηκαν στην Ελλάδα τη νόμιμη διεκδίκηση ενός εθνικού της συμφέροντος. Για να μη δυσαρεστήσουν λοιπόν τη χώρα μας επέδειξαν την περιβόητη «κοινοτική αλληλεγγύη» μη αναγνωρίζοντας τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα –ουσιαστικά όμως αποδέχονταν το όνομα Μακεδονία στις διμερείς τους σχέσεις με τα Σκόπια– αλλά συνέστησαν στις δύο πλευρές να δείξουν μετριοπάθεια και να διαπραγματευτούν μια κοινά αποδεκτή λύση. Αξιωματούχοι μάλιστα της ΕΕ προθυμοποιήθηκαν να μεσολαβήσουν για την εξεύρεση προτάσεων και λύσεων που θα ικανοποιούσαν και τις δύο πλευρές, ώστε να σταματήσει αυτή η «άνευ ουσίας» διένεξη που απειλούσε με αποσταθεροποίηση τα κεντρικά Βαλκάνια.

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 η Ελλάδα πέτυχε στις Βρυξέλλες τη δέσμευση των υπολοίπων χωρών της ΕΕ να μην αναγνωρίσουν την αποσχισθείσα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, προτού εξασφαλιστούν εγγυήσεις ότι δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις ούτε κι ασκεί εχθρική προπαγάνδα κατά της Ελλάδας. Για την τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη επρόκειτο για ελληνικό «θρίαμβο». Υπήρχαν όμως και «κεραυνοί» από την πλευρά της Ευρώπης. Στις 11/1/1992 η επιτροπή Μπανταντέρ από το Παρίσι αποφάνθηκε πως «η χρήση του ονόματος ‘’Μακεδονία’’ δεν θα μπορούσε να συνεπάγεται εδαφική διεκδίκηση έναντι άλλου κράτους», ανοίγοντας έτσι το δρόμο για έμμεση αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων με το συνταγματικό του όνομα.

Η Ελλάδα απάντησε με μαζική διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη τις 14 Φεβρουάριου του 1992, εικόνες της οποίας μεταδόθηκαν από όλα τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων. Τρεις μέρες αργότερα στη Λισσαβόνα οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ολλανδίας και της Δανίας πίεσαν την Ελλάδα για αναγνώριση της ΠΓΔΜ. Η στάση τους ώθησε τον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Αντώνη Σαμαρά να ανεχθεί το μποϊκοτάζ εναντίον ολλανδικών και δανέζικων προϊόντων, που προωθούσαν τότε τα ελληνικά ΜΜΕ. Ο κίνδυνος του εμπορικού πολέμου, των κυρώσεων και της απομόνωσης της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ ήταν πλέον ορατός. Αξιωματούχοι της ΕΕ αποφάσισαν να μεσολαβήσουν.

Αποτέλεσμα εικόνας για Μητσοτάκης Σαμαρας Γκλιγκόροφ

Την 1η Απριλίου του 1992 ο προεδρεύον της ΕΕ Υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας Α. Ντ. Πινέιρο κατέθεσε στον Α. Σαμαρά προτάσεις για τη ρύθμιση του προβλήματος με τα Σκόπια. Οι προτάσεις αυτές, γνωστές και ως «πακέτο Πινέιρο», περιλάμβαναν σχέδια για μια «Συνθήκη επιβεβαίωσης των συνόρων», αποκήρυξη εδαφικών βλέψεων και προπαγάνδας εκ μέρους των Σκοπίων και πρόταση για την ονομασία «Νέα Μακεδονία». Αν και οι προτάσεις αυτές ήταν ευνοϊκές για την ουσία των ελληνικών θέσεων, δεν έγιναν αποδεκτές από την ελληνική κυβέρνηση που είχε επιλέξει τη λεγόμενη «γραμμή Σαμαρά», δηλαδή την αδιάλλακτη εθνικιστική στάση, που αρνούνταν αναγνώριση των Σκοπίων με το όνομα «Μακεδονία» ή παράγωγά του. Η ελληνική πλευρά πρότεινε διάφορες ονομασίες για το κράτος των Σκοπίων όπως «Δαρδανία», «Παιονία», «Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία», «Νοτιοσλαβία», «Μακεδονική Δημοκρατία των Σκοπίων», «Δημοκρατία των Σκοπίων» κ.α. Η κυβέρνηση των Σκοπίων δεν δέχθηκε να συζητήσει καμιά από αυτές τις προτάσεις θεωρώντας τες γελοίες και απαράδεκτες. Τα τρίτα μέρη από την άλλη, που επιθυμούσαν διευθέτηση του προβλήματος με αμοιβαίες υποχωρήσεις, πρότειναν στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές ονόματα όπως «Νέα Μακεδονία», «Βόρεια Μακεδονία», «Άνω Μακεδονία» και «Μακεδονία του βαρδάρη». Όμως, όπως αναφέραμε η θέση της Ελλάδας ήταν να μην δεχθεί ονομασία των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία ή παράγωγα του. Το χάσμα των δύο πλευρών ήταν αγεφύρωτο.

Στις 14 Ιουνίου του 1992, κι ενώ οι άλλες χώρες της ΕΕ με πρώτες τη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία είχαν ήδη προχωρήσει σε μονομερή αναγνώριση των Σκοπίων, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Μητσοτάκης πρότεινε στους ομολόγους του τη φόρμουλα της «διπλής ονομασίας» των Σκοπίων: ένα «ουδέτερο» επίσημο διεθνές όνομα, που δεν θα θίγει τις ελληνικές θέσεις και στο εσωτερικό, αποκλειστικά για «εγχώρια» χρήση, το όνομα «Μακεδονία». Η πρόταση αυτή, που παρουσιάστηκε ως συμβιβαστική από τον ελληνικό τύπο, έδινε το δικαίωμα στους κατοίκους των Σκοπίων να αποκαλούνται «Μακεδόνες» αλλά μόνον στο εσωτερικό της χώρας τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για kiro Gligorov

Ένα χρόνο αργότερα η κυβέρνηση του Κίρο Γκλιγκόροφ αντιπρότεινε το δικό της σχέδιο «διπλής ονομασίας»: Η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε όνομα επιθυμούσε αναφερόμενη στα Σκόπια, όμως η διεθνής κοινότητα θα την αποκαλούσε με το συνταγματικό της όνομα. Σε συνέντευξη (22/1/2002), που έδωσε ο τέως πρόεδρος της ΠΓΔΜ Κίρο Γκλιγκόροφ (1917-2012), ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της προεδρίας του δεν υπήρξε ποτέ πρόταση στον ίδιο εκ μέρους της Ελλάδας αναφορικά με το όνομα: «Όταν εμείς προτείναμε τη χρήση διπλής ονομασίας, διότι δεν μπορούμε να επιβάλλουμε στην Ελλάδα να μας αποκαλεί όπως εμείς θέλουμε, ο τότε εκπρόσωπός της είπε ότι πρέπει να συνεννοηθεί με την κυβέρνηση. Στην επόμενη συνάντηση είπε ότι η Ελλάδα επιθυμεί γραπτή πρόταση. Δώσαμε και γραπτή πρόταση αλλά απάντηση δεν πήραμε».

To όνομα μας είναι η ψυχή μας, υποστήριζαν τότε οι λεγόμενοι «Μακεδόνες», που δεν ήθελαν να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση στο ζήτημα του ονόματος. «Χάνοντας αυτό το όνομα, χάνουμε την ταυτότητα μας… Αν παραμείνουμε δίχως όνομα θα αναζωπυρωθούν οι παλιές διενέξεις και οι παλιές ορέξεις…», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρώην Πρόεδρος των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόροφ. Για να αμβλύνει ωστόσο τις ελληνικές αντιδράσεις ο ίδιος είχε δηλώσει ότι «είμαστε Σλάβοι και ήρθαμε σε αυτή την περιοχή τον 6ο αιώνα… δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων».

Στη σύνοδο κορυφής πάντως της Λισσαβόνας (26-27/6/1992) η Ελλάδα, έχοντας άρει προηγουμένως το βέτο για τη χρηματοδότηση της Τουρκίας με πόρους της ΕΕ, εξασφάλισε μια ευνοϊκή γι’ αυτήν απόφαση: ΄το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να αναγνωρίσει τα Σκόπια με μια ονομασία που δεν θα περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία». Η κυβέρνηση καυχιόταν για «εθνική επιτυχία», ενώ το ΠΑΣΟΚ την κατηγόρησε για «μειοδοσία». Στα Σκόπια ξέσπασε κυβερνητική κρίση και η Βουλή της χώρας ψήφισε διακήρυξη που απέρριπτε ως απαράδεκτη την απόφαση της Λισσαβόνας. Στις αρχές Ιουλίου παρεμβαίνει και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους ζητώντας να αναιρεθεί η απόφαση της Λισσαβόνας. Ενθαρρυμένος ο πρόεδρος Γκλιγκόροφ ζητεί στις 30/7/1992 με επιστολή του στον γ.γ. του ΟΗΕ άμεση ένταξη της χώρας του με το όνομα «Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Και στις 11 Αυγούστου του 1992 η Βουλή των Σκοπίων προβαίνει σε μια προκλητική κίνηση αποφασίζοντας να υιοθετήσει το Αστέρι της Βεργίνας ως εθνόσημο και σημαία της χώρας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αστερι Βεργίνας Σκόπια

Η Ελλάδα αντέδρασε με κήρυξη εμπάργκο πετρελαίου κατά της ΠΓΔΜ, πράγμα που οδήγησε στην αύξηση του λαθρεμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες. Λίγους μήνες αργότερα ο Βρετανός απεσταλμένος της προεδρίας της ΕΕ Ρόμπιν ο’ Νηλ συντάσσει έκθεση όπου αναφέρει πως τα Σκόπια είναι πρόθυμα να αλλάξουν το όνομα τους σε «Δημοκρατίας της Μακεδονίας (Σκόπια)» και πως αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα ώστε να σταθεροποιηθεί η χώρα που κινδυνεύει από το «σημερινό στάτους της μη αναγνώρισης της Δημοκρατίας». Τον Δεκέμβριο του 1992 η απόφαση της Λισσαβόνας είχε ενταφιαστεί και στις 7 Απριλίου του 1993 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφασίζει να εντάξει στους κόλπους του τα Σκόπια με την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Αντιλαμβανόμενος ότι το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων έπρεπε να κλείσει πριν να είναι πολύ αργά για την Ελλάδα, ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης ήρθε σε ρήξη με τη «σκληρή γραμμή» στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος και ιδιαίτερα με τον Α. Σαμαρά, που αργότερα θα αποσκιρτούσε και θα ίδρυε δικό του πολιτικό κόμμα, την «Πολιτική Άνοιξη». Στις 14 Μαίου του 1993 οι διαπραγματευτές του ΟΗΕ Βανς και Όουεν πρότειναν σχέδιο σύμφωνα με το οποίο η ΠΓΔΜ θα ονομαζόταν επίσημα «Nova Makedonija», θα άλλαζε το σύνταγμα της αρνούμενη κάθε εδαφική διεκδίκηση και θα αναλάμβανε την υποχρέωση να σύμβολα, σημαίες και εμβλήματα που αποτελούν τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Παρότι η ονομασία που προτείνονταν ήταν σλάβικη, ο Κ. Μητσοτάκης απέρριψε δίχως δεύτερη σκέψη την πρόταση επειδή θα «δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες στην Ελλάδα». Λίγες βδομάδες μετά την απόρριψη του σχεδίου Βανς-Όουεν Αμερικανοί στρατιώτες εγκαθίστανται στα Σκόπια για να σταθεροποιήσουν τη χώρα…

1995: Η Ενδιάμεση Συμφωνία

Στις πρόωρες εκλογές που γίνονται στις 10 Οκτωβρίου του 1993 το ΠΑΣΟΚ αναλαμβάνει και πάλι τη διακυβέρνηση της χώρας και αποφασίζει να υιοθετήσει «σκληρή στάση» στο ζήτημα του ονόματος των Σκοπίων. Στις 8 Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη ΠΓΔΜ. Οκτώ ημέρες αργότερα το υπουργικό συμβούλιο της Ελλάδας αποφασίζει την κήρυξη οικονομικού αποκλεισμού (εμπάργκο) κατά των Σκοπίων, στερώντας το ζωτικό για την οικονομική επιβίωση της χώρας λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πριν περάσουν 48 ώρες όλες οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής, με πρώτη και καλύτερη την Τουρκία, έστειλαν εκπροσώπους τους στη Σόφια για να συζητήσουν τρόπους εναλλακτικού εφοδιασμού της ΠΓΔΜ. Μέσα σε λίγες ημέρες το γενναίο μερίδιο που καταλάμβανε η χώρα μας στο εμπόριο με τα Σκόπια το απέκτησαν οι άλλες γειτονικές χώρες. Με μια απερίσκεπτη κίνηση η ΠΓΔΜ κινδύνεψε να βρεθεί στη «γεωπολιτική αγκαλιά» της Τουρκίας…

Όπως ήταν αναμενόμενο η ελληνική πρωτοβουλία για την κήρυξη εμπάργκο βρήκε κάθετα αντίθεση την ΕΕ. Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι κατηγορούμενη και στις 13 Απριλίου του 1994 η Κομισιόν την παρέπεμψε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο ευτυχώς απέρριψε τις αιτήσεις λήψης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της χώρας μας. Μέσα στην τότε κυβέρνηση κάποιες «λογικές φωνές», όπως εκείνη του Θ. Πάγκαλου, υποστήριζαν την άρση του εμπάργκο λέγοντας ότι αυτό που στην ουσία συνέβαινε ήταν ένα «εκτεταμένο λαθρεμπόριο κατά μήκος των συνόρων». Το εμπάργκο δεν έβλαπτε μόνον την ΠΓΔΜ αλλά και την Ελλάδα και δεν φαινόταν να αμβλύνει τη σκληροπυρηνική στάση των Σκοπίων. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμη. Έπρεπε να βρεθεί ένας δρόμος για συμβιβασμό.

Αποτέλεσμα εικόνας για Macedonians nationalists

Έπειτα από έντονη παρασκηνιακή δράση και ενεργό παρέμβαση των ΗΠΑ οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές υπέγραψαν στις 13 Σεπτεμβρίου του 1995 στη Νέα Υόρκη τη λεγόμενη «Ενδιάμεση Συμφωνία», που άνοιγε τον δρόμο για έναν ιστορικό συμβιβασμό. Η Ενδιάμεση Συμφωνία είχε υιοθετήσει πολλές προτάσεις του σχεδίου Βανς-Όουεν αλλά ήταν περισσότερο εις βάρος της Ελλάδας, αντανακλώντας το διαμορφωμένο εις βάρος της χώρας μας συσχετισμό δυνάμεων. Βέβαια και οι δύο πλευρές προέβησαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η Αθήνα ήρε το εμπάργκο και τα Σκόπια έβγαλαν το Αστέρι της Βεργίνας από τη σημαία τους. Τα Σκόπια δεσμεύτηκαν να αλλάξουν άρθρα του Συντάγματος τους, που υπονοούσαν εδαφικές διεκδικήσεις και αλυτρωτικές βλέψεις. Αν και πουθενά στο κείμενο της συμφωνίας δεν αναφέρθηκε το όνομα των Σκοπίων εντούτοις το προσωρινό όνομα «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», με το οποίο τα Σκόπια έγιναν δεκτά στον ΟΗΕ το 1993, έγινε επίσημα αποδεκτό κι από την ελληνική πλευρά. Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ομαλοποιήσουν και να διευρύνουν τις σχέσεις τους σε όλους τους τομείς. Όσο για το τελικό όνομα των Σκοπίων αυτό παραπέμφθηκε στους διαπραγματευτές-πρεσβευτές των δύο χωρών στον ΟΗΕ, που θα προετοίμαζαν το δρόμο για την τελική λύση. Ο δρόμος για τη συμφιλίωση των δύο χώρών είχε ανοίξει.

Αν θελήσουμε σήμερα, από την ασφαλή απόσταση των ετών που μεσολάβησαν, να δούμε τη διαμάχη Αθήνας-Σκοπίων με πιο ψύχραιμη ματιά και να κάνουμε τον απολογισμό της θα πρέπει να παραδεχτούμε πως επρόκειτο για μια άσκοπη πολυτέλεια, για μια τεράστια σπατάλη που γελοιοποίησε την Ελλάδα διεθνώς, αποδυνάμωσε τον γεωπολιτικό της ρόλο στα Βαλκάνια, ενίσχυσε τους αντιπάλους της (π.χ. Τουρκία), ενώ αποτέλεσε τροχοπέδη στην οικονομική ανασυγκρότηση της γειτονικής μας χώρας, ενισχύοντας παράλληλα την εγγενή της αστάθεια. Σπατάλη και πολυτέλεια γιατί, αν υπάρχουν στα Βαλκάνια δύο χώρες που τα γεωπολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα, αυτές είναι αναμφισβήτητα η Ελλάδα και η ΠΓΔΜ. Αυτές οι δύο γειτονικές χώρες είναι καταδικασμένες να είναι στρατηγικοί σύμμαχοι και συνεργάτες. Και προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση κινήθηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για VERO in Skopje

Η ελληνική γεωοικονομική διείσδυση

Αμέσως μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας η Αθήνα και τα Σκόπια άρχισαν σταδιακά να παραμερίζουν την παραδοσιακή τους καχυποψία και να αναπτύσσουν σχέσεις καλής γειτονίας. Ειδικότερα οι οικονομικές τους σχέσεις αναπτύχθηκαν εκθετικά. Η αγορά της ΠΓΔΜ άνοιξε για τα ελληνικά προϊόντα και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης άρχισε και πάλι να ανεφοδιάζει τη γειτονική μας χώρα. Οι επιρροές των εθνικιστικών κύκλων και στις δύο χώρες μειώθηκαν. Οι δύο γειτονικοί λαοί άρχισαν να επικοινωνούν καλύτερα μεταξύ τους, σχεδόν ένα εκατομμύριο πολίτες της ΠΓΔΜ περνούσαν τα καλοκαίρια τους στις ακτές της ελληνικής Μακεδονίας, οι πολιτιστικές σχέσεις διευρύνθηκαν και άρχισε να αναπτύσσεται μια διάθεση αλληλοκατανόησης. Ειδικότερα τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι κάτοικοι της ΠΓΜΔ, άρχισαν να συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο πως η μακροπρόθεσμη επιβίωση τους περνούσε μέσα από την Ελλάδα. Και αυτό ήταν κάτι που η εθνικιστική κυβέρνηση του VMRO του Νίκολα Γκρουέφσκι, παρότι προσπάθησε να το ανακόψει ή τουλάχιστον να το περιορίσει, τελικά δεν τα κατάφερε. Κατάφερε όμως να φουντώσει τη λεγόμενη «αρχαιομακεδονική» ιδεολογία και να μετατρέψει το κέντρο των Σκοπίων σε μια «εθνικιστική κιτς Ντίσνεϊλαντ» των Βαλκανίων, ξοδεύοντας πολλά εκατομμύρια ευρώ, που κατευθύνθηκαν κυρίως σε διεφθαρμένους εργολάβους κι επιχειρηματίες φιλικά προσκείμενους προς την κυβέρνησή του. 

Αποτέλεσμα εικόνας για Αστερι Βεργίνας Σκόπια

Κατά τα άλλα από το 1995 ως σήμερα οι σχέσεις Αθηνών-Σκοπίων αναπτύχθηκαν θεαματικά, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, βρίσκοντας πλέον ένα ευνοϊκό και φιλικό περιβάλλον, προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις και εξαγορές. Τα ΕΛΠΑ εξαγόρασαν το διυλιστήριο της ΟΚΤΑ, η Εθνική Τράπεζα την Stopanska Banka, o τότε ελληνικός ακόμη OTE ανέλαβε τη 2η άδεια κινητής τηλεφωνίας, ο Βερόπουλος άνοιξε μια σειρά από σούπερμάρκετ κ.α. Επενδύοντας σχεδόν ένα δισεκατομμύριο Ευρώ η Ελλάδα έγινε κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η 1η και με διαφορά επενδύτρια δύναμη στην ΠΓΔΜ, εξασφαλίζοντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και δίνοντας πνοή σε μια ασθενική τοπική οικονομία. Αν υπολογιστούν και οι μελλοντικές επενδύσεις στην  ενέργεια η Ελλάδα ελέγχει πλέον νευραλγικούς τομείς της οικονομίας της ΠΓΔΜ.

Οι εμπορικές συναλλαγές των δύο χωρών αυξήθηκαν σημαντικά. Αν δεν συνέβαιναν μέσα στο 2001 οι συγκρούσεις με τους Αλβανούς εξτρεμιστές, που στοίχισαν στην οικονομία των Σκοπίων ζημιές  600 εκατομμυρίων Ευρώ, το εμπόριο Ελλάδας-ΠΓΔΜ θα γνώριζε περαιτέρω αύξηση. Πάντως υπολογίζεται πως η αξία των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δυο χωρών ως το 2010 και την έναρξη της ελληνικής Κρίσης ξεπερνούσε το ένα δισεκατομμύριο Ευρώ κατά μέσο όρο κάθε χρόνο, και η οικονομία της νεαρής δημοκρατίας θα ενταχθεί στο πλέγμα των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή. Μάλιστα οι ελληνικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν τη χώρα ως εφαλτήριο για τη μαζική τους είσοδο στις αγορές των χωρών της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και της Ευρωζώνης στα Βαλκάνια, που μπορεί να βοηθήσει την ΠΓΔΜ να ενσωματωθεί στις Ευρωατλαντικές δομές. Η Ελλάδα έχει αρκετή οικονομική ισχύ για στηρίξει με τις επενδύσεις της την αναιμική οικονομία της ΠΓΔΜ. Και το σημαντικότερο είναι πως η Ελλάδα δεν απειλεί τη σταθερότητα και την εδαφική ακεραιότητα της ΠΓΔΜ, αντίθετα είναι διατεθειμένη να τη στηρίξει με κάθε τρόπο.

Για την Ελλάδα η ανάπτυξη στενών και μάλιστα στρατηγικών σχέσεων με την ΠΓΔΜ θεωρείται ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του γεωπολιτικού της οράματος για επέκταση της ελληνικής επιρροής στη βαλκανική ενδοχώρα. Η ΠΓΔΜ, αν και ευάλωτη, κατέχει κομβική θέση στο νέο γεωπολιτικό χάρτη των Βαλκανίων. Είναι ο «βατήρας» για την περαιτέρω προώθηση προς βορρά και μια «Buffer Zone» για τη μη επέκταση των βαλκανικών κρίσεων προς νότο. Η εδαφική ακεραιότητα της είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα. Πολύ σωστά έχει αναφερθεί πως «αν δεν υπήρχαν τα Σκόπια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε». Η ύπαρξη αυτής της χώρας συμφέρει την Ελλάδα, έστω και μ’ ένα ανεπιθύμητο όνομα.

Αποτέλεσμα εικόνας για kiro Gligorov

Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και αναλυτής-δημοσιογράφος, ειδικός για τα βαλκανικά ζητήματα, και δημιουργός του ΖΕΝΙΘ (www.zenith.wordpress.com).

 

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

To Φάντασμα της Μεγάλης Αλβανίας: Make Albania Great Again!

To Φάντασμα της Μεγάλης Αλβανίας

Make Albania Great Again!..

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Ένα φάντασμα αιωρείται τις τελευταίες δεκαετίες πάνω από κεντροδυτικά Βαλκάνια: Το φάντασμα της Μεγάλης Αλβανίας. Ο αλβανικός εθνικισμός εμφανίστηκε μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα, εξαιτίας του αρχαϊσμού των αλβανικών φυλών που παρέμεναν ακόμη πιστές στην οθωμανική διοίκηση. Το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας, δηλαδή της συνένωσης ολόκληρου του αλβανικού στοιχείου σ’ ένα διευρυμένό εθνικό κέντρο, δεν ήταν τόσο ένα σχέδιο ιστορικής αποκατάστασης των «Νεοϊλλύριων» στα κεντροδυτικά Βαλκάνια, όσο μια όψιμη αντίδραση στην ανάπτυξη των επιμέρους βαλκανικών εθνικισμών του 19ου αιώνα.

Σχετική εικόνα

Το σχέδιο της εθνικής ένωσης των Αλβανών εμφανίστηκε αρχικά ως αντίδραση στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878), το οποίο ψαλίδισε τα πανσλαβιστικά σχέδια των Ρώσων για επικυριαρχία στα Βαλκάνια, δίνοντας έτσι το πράσινο φως για την εδαφική επέκταση των μικρών εθνικών κρατών της χερσονήσου σε βάρος της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέχρι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο όραμα ούτε και προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης εκ μέρους των Αλβανών. Και ο λόγος ήταν προφανής. Στα πλαίσια του Dar al Islam, που αντιπροσώπευε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Αλβανοί, στην πλειοψηφία τους Μουσουλμάνοι, ήταν σε ευνοϊκότερη θέση σε σύγκριση με τους «άπιστους» Έλληνες, Σέρβους και Σλαβομακεδόνες γείτονές τους. Ήταν ένα είδος «υποτελή κυρίαρχου». Οι Αλβανοί, όπως άλλωστε και οι Βόσνιοι μπέηδες, ήταν οι πιο φανατικοί υπερασπιστές της ισλαμικής θεοκρατικής κοινωνίας, συχνά μάλιστα σε αντιπαράθεση με την ίδια την Πύλη. Από την άλλη οι Αλβανοί άργησαν ν’ αποκτήσουν σχέδιο εθνικής αποκατάστασης, επειδή αντί για την εθνική κυριαρχούσε σ’ αυτούς η τοπικιστική, φυλετική και θρησκευτική τους ταυτότητα.

Η διασπορα των αλβανικών πληθυσμών στα τέλη του 19ου αιώνα στα Βαλκλανια και ο περίπλοκος γλώσσικός κατακερματισμός τους.

Σε κάθε προσπάθεια απόκτησης μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας οι Αλβανοί εθνικιστές ένιωθαν πάντα να ορθώνεται μπρος τους το εμπόδιο των θρησκευτικών και φυλετικών τους αντιθέσεων. Το αλβανικό εθνογλωσσικό υπόστρωμα (περίπου 1.500.000 στα τέλη του 19ου αιώνα) ήταν μοιρασμένο μεταξύ Μουσουλμανισμού (69%, που αποτελούντν τόσο από Σουνίτες, αλλά και πολλούς Μπεχτατσί και Κρυπτοχριστιανούς), Ορθοδοξίας (21%) και Καθολικισμού (10%). Αυτό σήμαινε ότι ο αλβανικός εθνικός χώρος βρισκόταν μονίμως κάτω από τρεις πολιτιστικές σφαίρες επιρροής: οι Μουσουλμάνοι έβλεπαν προς την Κωνσταντινούπολη, οι Ορθόδοξοι προς την Αθήνα και οι Καθολικοί προς τη Ρώμη και τη Βιέννη. Ανάλογα με το θρήσκευμά τους οι Αλβανοί πήγαιναν σε τουρκικά, ελληνικά και ιταλικά σχολεία, κινδυνεύοντας έτσι να απολέσουν τη γλώσσα τους, τη μοναδική ίσως δυνατή –αν και προβληματική, εφόσον υπήρχαν δύο διάλεκτοι (Τόσκικα και Γκέκικα)– βάση στην οποία θα μπορούσε να οικοδομηθεί η εθνική τους ταυτότητα.

Η εμφάνιση του Αλβανικού Ζητήματος στα Βαλκάνια

Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος του 1878), με την οποία σημαντικά τμήματα (Κορυτσά, Δίβρη, Τέτοβο) των λεγόμενων «αλβανικών χωρών» παραχωρούνταν σε μια βραχύβια Μεγάλη Βουλγαρία, ανησύχησε και κινητοποίησε τους Αλβανούς. Έτσι, στις 10.6.1878 πραγματοποιήθηκε σ’ ένα τέμενος της πόλης Πρισρέν του Κοσόβου η πρώτη αλβανική εθνοσυνέλευση με τη συμμετοχή 80 εκπροσώπων, που εκπροσωπούσαν και τις τρεις θρησκευτικές ομάδες των Αλβανών που ζούσαν στα τέσσερα εγιαλέτ ανακατεμένοι με τους Έλληνες, τους Σλαβομακεδόνες, τους Βλάχους και τους Σέρβους. Σε αυτήν την πόλη του Κόσοβου, που αποτελούσε θερμό σημείο επαφής ανάμεσα σε Σέρβους και Αλβανούς, οι εκπρόσωποι των Αλβανών παραδέχτηκαν ότι, εφόσον η ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν πλέον δεδομένη, θα έπρεπε να κινηθούν γρήγορα προς την κατεύθυνση της αυτονομίας της «Σκιπέριας» και κατ’ επέκταση στη συγκρότηση μιας Μεγάλης Αλβανίας, με τη συνένωση και των τεσσάρων εγιαλέτ (Σκουταρίου, Κοσσυφοπέδιου, Μοναστηρίου και Ιωαννίνων) όπου κατοικούσε κυρίως αλβανικός πληθυσμός!

Στο ιδεολογικό μανιφέστο (Kararname) της Πρίσρεν, το οποίο αποτελούνταν από 16 άρθρα, δεν αναφέρονταν πουθενά η επιθυμία για ειρηνική συνύπαρξη με τους άλλους λαούς της Βαλκανικής και ιδιαίτερα με τους χριστιανούς, ούτε βέβαια η πιθανότητα συμμετοχής των Αλβανών σ’ ένα πολυεθνικό κράτος. Η Αλβανική Συνεννόηση (Λίγκα) διεκδικούσε απροκάλυπτα ένα εθνικό αλβανικό κράτος σε όλες τις «αλβανικές χώρες», στην ουσία και στα τέσσερα εγιαλέτ, στα οποία όμως ο καθαρά αλβανικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 43% του συνόλου. Οι Αλβανοί εθνικιστές έβλεπαν τότε μια Μεγάλη Αλβανία που θα εκτεινόταν από τον Αμβρακικό κόλπο ως τις ακτές του Μαυροβουνίου και η οποία θα περιλάμβανε το Κόσοβο και τη δυτική Μακεδονία.

Ο Αλβανός συγγραφέας Μπέρταρντ Στούλι, στο βιβλίο του Το Αλβανικό Ζήτημα: 1875-1882 (Ζάγκρεμπ 1959), γράφει χαρακτηριστικά: «Από την Αντα Μποένα (σ.σ. μια παραλιακή πόλη του νοτιοδυτικού Μαυροβούνιου) ως τα Γιάννενα ζούσε ένας μοναδικός και ομοιογενής λαός. Το έδαφος μεταξύ Ιωαννίνων και Αμβρακικού κόλπου διεκδικούνταν έντονα από την ελληνική πολιτιστική και θρησκευτική προπαγάνδα. Οι Αλβανοί όμως κυριαρχούσαν κι εκεί, αν όχι αριθμητικά, τουλάχιστον με τη δύναμη και την αντίστασή τους». Στην πραγματικότητα εκείνη την εποχή οι Αλβανοί υποχωρούσαν στην Ήπειρο μπροστά στους Έλληνες, εφόσον στις περισσότερες πόλεις της περιοχής δεν παρέμεναν παρά μερικές μουσουλμανικές οικογένειες. Αντίθετα παρατηρούνταν μια σταθερή και επίμονη διείσδυσή τους προς τα οροπέδια του Κόσοβου και προς τις όχθες της λίμνης Αχρίδας. Ως συνέπεια αυτής της προώθησης ήταν ο διωγμός και η αναγκαστική μετακίνηση περίπου 150.000 Ορθόδοξων Σέρβων (1876-1912) προς την κυρίως Σερβία.

Αν και στο Συνέδριο του Βερολίνου οι Μεγάλες Δυνάμεις κώφευσαν στα κυριότερα αιτήματα των Αλβανών, εντούτοις ο σημαντικότερος στόχος της Αλβανικής Συνεννόησης είχε επιτευχθεί: οι περισσότερες «αλβανικές χώρες» παρέμειναν εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η επιδίωξη όμως της αυτονομίας προσέκρουσε στην επίμονη άρνηση της Πύλης, πράγμα που οδήγησε τις «αλβανικές χώρες» σε μόνιμη εξέγερση. Έτσι, οι Αλβανοί, από «μακρύ χέρι» των Οθωμανών έγιναν ένα ακόμη βαλκανικό πρόβλημα. Μιμούμενοι τους γείτονές τους κι οργανώνοντας και οι ίδιοι «συλλόγους» και «τοπικές επιτροπές» αντίστασης, οι Αλβανοί πήραν κι αυτοί σειρά ανάμεσα στους πιθανούς διεκδικητές της οθωμανικής κληρονομιάς στα Βαλκάνια.

Όταν στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (1912-13) οι αντίπαλοι στρατοί βρίσκονταν αντιμέτωποι στα πεδία των μαχών, οι «αλβανικές χώρες» ήταν για μια ακόμη φορά σε κατάσταση εξέγερσης. Οι Αλβανοί, που είχαν αποφασίσει να κρατήσουν ουδέτερη στάση, βρέθηκαν ξαφνικά στριμωγμένοι στη μέση. Από τη μια η κάθοδος των Σέρβων προς το Κόσοβο, τα Σκόπια και το Μοναστήρι καθώς και η κατάληψη ολόκληρης της βόρειας Αλβανίας από τα στρατεύματά τους κι από την άλλη η άνοδος των Ελλήνων προς τα Ιωάννινα, το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά, τους έφεραν σε απελπιστική κατάσταση. Ο κίνδυνος να ματαιωθούν τα σχέδιά τους και να μοιραστεί η Αλβανία μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας ήταν πλέον ορατός.

Η δημιουργία του Αλβανικού Κράτους

Ο Ισμαήλ Κεμάλ, ένας Αλβανός βουλευτής από το Μπεράτι, που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη, αποφάσισε ότι ήταν καιρός για δράση. Πήγε στη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων και κατόπιν αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο για να κατευθυνθεί στη συνέχεια προς το λιμάνι της Αυλώνας. Εκεί, ενώ ο ελληνικός στρατός είχε στρατοπεδεύσει στις πύλες της πόλης, συνήλθε μια Εθνοσυνέλευση (28.11.1912), που αποφάσισε το σχηματισμό ενός αλβανικού κράτους. Οι Δυνάμεις, που συνεδρίασαν ένα μήνα αργότερα στο Λονδίνο, δεν μπορούσαν ν’ αγνοήσουν πλέον το αλβανικό ζήτημα, που ξεφύτρωνε στο κέντρο ακριβώς της μοιρασιάς των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Έμελλε ωστόσο να καθοριστούν τα σύνορα του νέου κράτους. Στο ζήτημα αυτό οι δυνάμεις είχαν μοιραστεί στα δύο. Για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, Ιταλία και Αυστροουγγαρία ευνοούσαν τη δημιουργία μιας όσο το δυνατό μεγαλύτερης Αλβανίας, που θα ήταν και το προστατευόμενο κράτος, δηλαδή το «μακρύ χέρι» τους στα Βαλκάνια. Από την άλλη η Ρωσία και η Γαλλία, που έβλεπαν στον αλβανικό εθνικισμό τον «αυστρογερμανικό δάκτυλο», ευνοούσαν είτε μια μοιρασιά των «αλβανικών χωρών» μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας είτε τη δημιουργία ενός «Αλβανο-μακεδονικού» κράτους με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη!

Αποτέλεσμα εικόνας για Albania

Έπειτα από διαπραγματεύσεις και παλινωδίες αποφασίστηκε να ιδρυθεί ένα Αλβανικό κράτος στα δυτικά Βαλκάνια, που θα είχε έκταση περίπου 28.000 τ.χλμ. και πληθυσμό 800.000 κατοίκους. Στα εδάφη του περιλήφθηκε και η Βόρεια Ήπειρος, η οποία τελούσε υπό ελληνική κατοχή ήδη από τις πρώτες μέρες των Βαλκανικών πολέμων. Οι Έλληνες διεκδικούσαν αυτήν την περιοχή, όπου υποστήριζαν ότι διαβιούσαν 120.000 ομοεθνείς τους, οργανωμένοι σε τρεις επισκοπές, με 376 ενορίες, 360 σχολεία, όπου φοιτούσαν πάνω από 22.000 μαθητές. Οι Δυνάμεις όμως, οι οποίες δεν καλόβλεπαν μια ενδεχόμενη επέκταση της Ελλάδας προς την κατεύθυνση της Αδριατικής, έθεσαν τη χώρα μας ενώπιον ενός μεγάλου διλήμματος: Τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ή τη Βόρεια Ήπειρο; Όπως ήταν αναμενόμενο ο μεγαλοϊδεάτης πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος, οπαδός ως γνωστόν του δόγματος της «ναυτικής ισχύος» (Sea Power), προτίμησε την ενσωμάτωση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, τα οποία θα χρησίμευαν άλλωστε κι ως βατήρας για το πέρασμα στη Μικρά Ασία –μια κίνηση που σηματοδοτούσε και το τελικό στάδιο πραγματοποίησης της Μεγάλης Ιδέας. Δεν ήταν όμως εύκολο για την Ελλάδα να παραιτηθεί από τη Βόρειο Ήπειρο και να εγκαταλείψει τους ελληνικούς πληθυσμούς της στο έλεος ενός ασταθούς κρατιδίου, που είχε γίνει σφηκοφωλιά συνωμοσιών. Η χάραξη έτσι των νοτίων συνόρων της Αλβανίας παράμενε για αρκετό διάστημα σημείο τριβής.

Λίγο πριν το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ο Ι. Ζωγράφος, ένας πρώην υπουργός της Ελλάδας, ανακήρυξε μια «προσωρινή κυβέρνηση της Βόρειας Ηπείρου» και λίγο αργότερα η περιοχή καταλήφθηκε από ελληνικά και ιταλικά στρατεύματα. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου η Αλβανία χρησιμοποιήθηκε κι από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ως δέλεαρ για την προσέλκυση της Ελλάδας και της Ιταλίας στο πλευρό τους. Μάλιστα οι Κεντρικές Δυνάμεις έφθασαν στο σημείο να προτείνουν στην Ελλάδα ολόκληρη τη νότιο και κεντρική Αλβανία (μέχρι τα Τίρανα), προκειμένου η Αθήνα να παραμείνει ουδέτερη και να μην εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ!

Μετά τον πόλεμο στη διάσκεψη ειρήνης του Παρισιού οι διεκδικήσεις της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Γιουγκοσλαβία συγκρούστηκαν για μια ακόμη φορά. Τελικά την άνοιξη του 1920 επανήλθε η ιδέα της παλινόρθωσης του αλβανικού κράτους και όλες οι προηγούμενες υποσχέσεις θεωρήθηκαν άκυρες. Το Νοέμβρη του 1921 η διάσκεψη των πρεσβευτών των χωρών της Αντάντ αναγνώρισε την ανασύσταση του αλβανικού κράτους, στα σύνορα του 1913. Ελλάδα και Σερβία αντιτάχθηκαν, αλλά η συμφωνία που υπογράφτηκε στο δικαστήριο της Χάγης (Αύγουστος 1925) επιδίκασε το μοναστήρι του Όσιου Ναούμ (Οχρίδα) στη Σερβία κι ανάγκασε την Ελλάδα ν’ αποσυρθεί από 14 αμφισβητούμενα χωριά στα δυτικά της Πρέσπας. Ούτε λόγος πλέον για «Βόρεια Ήπειρο» από την ταπεινωμένη από τη μικρασιατική καταστροφή Ελλάδα..

Εφόσον η ίδρυση μιας ανεξάρτητης Αλβανίας ήταν εξαρχής σχέδιο της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας, η συντριβή και η διάλυση της πρώτης άφησε στη δεύτερη, η οποία επιθυμούσε απροκάλυπτα ηγεμονικό ρόλο στην Αδριατική και στη Μεσόγειο, το ρόλο του προστάτη του αδύνατου αλβανικού κράτους, που στηριζόταν αποκλειστικά σε εξωτερική βοήθεια. Η κατοχή εξάλλου από την Ιταλία του στρατηγικής σημασίας νησιού Σάσων, στο στόμιο της Αυλώνας, αποτελούσε ένα πρώτης τάξεως προγεφύρωμα για το πέρασμα στη βαλκανική ενδοχώρα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Bali Kompetar WWII

Η Αλβανία στο Β’ Π. Πόλεμο: Υπερεθνικιστές Balli Kombetar και Αλβανοί Παρτιζάνοι

Το αλβανικό κράτος, με βασιλιά τον Αχμέτ Ζώγου, αποτέλεσε ουσιαστικά ένα ιταλικό προτεκτοράτο, που στηριζόταν σε ιταλικά κεφάλαια και στην προστασία του Μουσολίνι. Στις 7.4.1939 τα ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Αλβανία, καταλύοντας και τυπικά την ανεξαρτησία της χώρας. Για τη φασιστική Ιταλία η κατάκτηση της Αλβανίας σηματοδοτούσε το πρώτο βήμα για τη ανασύσταση μιας νέας «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Σε στρατηγικό επίπεδο όμως η Αλβανία αποτελούσε μια ιδανική βάση για στρατιωτικές επιχειρήσεις σε βάρος της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Ο Ντούτσε, ως κυρίαρχος της Αλβανίας και οραματιστής μιας «Ρωμαιο-Ιλλυρικής» σύμπραξης στα Βαλκάνια, ασπάστηκε τα οράματα των Αλβανών εθνικιστών για συγκρότηση μιας Μεγάλης Αλβανίας, κρίνοντας ότι αυτό εξυπηρετούσε ουσιαστικά και τα ηγεμονικά σχέδια της Ρώμης.

Έτσι, ο ίδιος, ασπαζόμενος τις θέσεις των Αλβανών εθνικιστών, κατήγγειλε την «καταπάτηση» των δικαιωμάτων των Τσάμηδων στην ελληνική Ήπειρο, προετοιμάζοντας το έδαφος για την επικείμενη εισβολή. Έτσι την 28η Οκτωβρίου του 1940 δύο ιταλικές στρατιές, και μαζί τους αρκετά τάγματα Αλβανών εθνικιστών που εξαπολύθηκαν με σύνθημα την «απελευθέρωση της Τσαμουριάς», παραβίασαν την ελληνο-αλβανική μεθόριο εισβάλλοντας στην Ελλάδα. Συνάντησαν όμως σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των Ελλήνων και σύντομα απωθήθηκαν. Ενώ ο βαρύς χειμώνας πλησίαζε, οι Ιταλοί οπισθοχώρησαν και τα ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν για μια ακόμη φορά τη Βόρεια Ήπειρο.

Το μέτωπο είχε σταθεροποιηθεί, όταν στις 6.4.1941 ξεκινούσε η επιχείρηση Μαρίτσα (Εβρος), που ήταν ο κωδικός της γερμανικής επίθεσης εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας. Μέχρι τα τέλη της άνοιξης του 1941 ολόκληρη η Βαλκανική Χερσόνησος βρισκόταν κάτω από τη μπότα του Άξονα. Η κατάκτηση της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας σύντομα συμπληρώθηκε από το διαμοιρασμό των εδαφών τους. Όσες χώρες είχαν συμπράξει με τον Άξονα ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα. Η Βουλγαρία προσάρτησε ολόκληρη σχεδόν τη νότιο Σερβία, την ελληνική Θράκη (εκτός του νομού Έβρου) και την ανατολική Μακεδονία, δημιουργώντας έτσι τη Μεγάλη Βουλγαρία.

Για να προσεταιριστούν την Αλβανία οι Ιταλοί ικανοποίησαν τις απαιτήσεις των εθνικιστών της. Δημιούργησαν έτσι μια προστατευόμενή τους «Μεγάλη Αλβανία», που περιλάμβανε το νοτιοδυτικό Μαυροβούνιο (Ούλτσινι), ολόκληρο σχεδόν το Κόσοβο, τη δυτική πλευρά της σερβικής Μακεδονίας και εδάφη της Τσαμουριάς (Θεσπρωτίας) στην Ήπειρο. Στο ένα εκατομμύριο των κατοίκων της «μικρής Αλβανίας» προστέθηκαν έτσι 500.000 Σέρβοι και Μαυροβούνιοι, 150.000 Σλαβομακεδόνες και 150.000 Έλληνες, μαζί με άλλους 600.000 περίπου «αλύτρωτους» Αλβανούς, ένας πληθυσμός 1,5 φορές μεγαλύτερος από εκείνον της προπολεμικής Αλβανίας! Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Βαλκανικής η Βουλγαρία και η Αλβανία αποκτούσαν κοινά σύνορα: ένα παλιό όνειρο των Γερμανο-Ιταλών είχε γίνει επιτέλους πραγματικότητα! Οι ίδιοι σχεδίασαν τότε και τη χάραξη ενός οδικού άξονα, μιας «Παραεγνατίας», που θα ένωνε το Δυρράχιο με το Μπουργκάς εξυπηρετώντας στο έπακρο τα στρατηγικά τους συμφέροντα.

Οι Αλβανοί εθνικιστές μ’ αρχηγό τους τον Μουσταφά Κρούγια δεν επαναπαύτηκαν στο γεγονός ότι χάρη στη γενναιοδωρία των Ιταλών είχε γίνει πραγματικότητα η «Μεγάλη Αλβανία», αλλά ξεκίνησαν μια πολιτική εθνικών εκκαθαρίσεων σε βάρος των γειτονικών λαών που βρέθηκαν στη ζώνη κατοχής τους. Περίπου 20.000 Σέρβοι εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι 150.000 εκτοπίστηκαν βίαια προς την κυρίως Σερβία. Την ίδια μοίρα αντιμετώπισαν και αρκετές χιλιάδες Έλληνες, κάτοικοι της Ηπείρου.

Ταυτόχρονα όμως με τη δράση των φιλοϊταλών εθνικιστών στα νότια της Αλβανίας εμφανίστηκε ένα αντάρτικο κίνημα, με ηγέτη τον Εμβέρ Χότζα, που προσπαθούσε να μιμηθεί το «σύντροφο» Τίτο, τα αντάρτικα σώματα του οποίου είχαν αποδειχτεί πονοκέφαλος για τα στρατεύματα κατοχής. Αν και οι Αλβανοί κομουνιστές δεν πέτυχαν και πολύ σπουδαία αποτελέσματα στα πεδία των μαχών, εντούτοις απέσπασαν την υπόσχεση του Β. Μολότοφ για την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της χώρας τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για Bali Kompetar WWII

Το 1942 οργανώθηκε στην Αλβανία το «Εθνικό Μέτωπο» (Balli Kombetar ή BK), μέσα στο οποίο συμμετείχε και η πλειοψηφία των Αλβανόφωνων του Κοσσυφοπέδιου, που διάκεινταν πολύ εχθρικά προς τους Σέρβους. Η πτώση του Μουσολίνι (Ιούλιος 1943) και η αντικατάσταση των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής από 70.000 στρατιώτες της Βερμαχτ, αποτέλεσε για τα μέλη του ΒΚ μια ακόμη ευκαιρία για να διατηρήσουν τη δύναμη και τα εδαφικά τους κεκτημένα, κυρίως στο Κόσοβο. Οργανώθηκε έτσι μια «δεύτερη Λίγκα της Πρισρένης» κι άρχισε ένας νέος γύρος βιαιοπραγιών σε βάρος των άμαχων Σέρβων.

Αποτέλεσμα εικόνας για Bali Kompetar WWII

Όταν το φθινόπωρο του 1944 ο Κόκκινος Στρατός είχε κατακλύσει τα Βαλκάνια, οι οπαδοί του Εμβέρ Χότζα, που βοηθήθηκε σημαντικά από τον Τίτο –στην προσπάθειά του να εντάξει την Αλβανία ως 7η ή 8η σοσιαλιστική ομοσπονδία σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία υπό την ηγεσία του– διακήρυξαν ότι είχαν μόνοι τους απελευθερώσει τη χώρα τους! Είχαν προηγηθεί σκληρές μάχες ανάμεσα στους κομουνιστές και στα μέλη του ΒΚ, που αντλούσε τη δύναμή του από τους γκέκηδες φύλαρχους του αλβανικού βορρά. Σκληρές μάχες δόθηκαν και στο Κόσοβο ανάμεσα σε Αλβανούς μέλη του ΒΚ και Σέρβους παρτιζάνους, οι οποίοι και τελικά επικράτησαν. Το όνειρο της Μεγάλης Αλβανίας είχε ματαιωθεί.

Σχετική εικόνα

Η μεταπολεμική απομονωμένη Αλβανία και ο εξαλβανισμός του Κοσόβου

Η ένταξη της Αλβανίας, μιας χώρας που η τύχη της δεν είχαν καθοριστεί στη Διάσκεψη της Γιάλτας (1944), στο κομουνιστικό μπλοκ ήταν αποτέλεσμα κυρίως του γεγονότος ότι το αλβανικό ανταρτικό κίνημα βρισκόταν τότε κάτω από την ασφυκτική επιρροή του Τίτο, ο οποίος φλέρταρε με την ιδέα ότι αποτελούσε ένα είδος «Βαλκανιάρχη», ανεξάρτητου από τις επιταγές της Μόσχας. Κάτω από την κομουνιστική «ομπρέλα» η Αλβανία εξασφάλισε την εδαφική της ακεραιότητα, με την επιστροφή στα σύνορα του 1939.

Για μια ακόμη φορά η Ελλάδα δυσανασχέτησε δικαιολογημένα, επειδή οι βάσιμες διεκδικήσεις της για «επιστροφή» της Βόρειας Ηπείρου δεν ικανοποιήθηκαν. Το όραμα της Μεγάλης Αλβανίας είχε βέβαια ματαιωθεί, αλλά η ευνοϊκή μεταχείριση της αλβανικής μειονότητας στη Γιουγκοσλαβία εκ μέρους του τιτοϊκού καθεστώτος, δημιουργούσε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον. Σ’ αυτό συνηγορούσε και το γεγονός ότι ο Τίτο δεν επέτρεψε στους Σέρβους πρόσφυγες από το Κόσοβο να πάρουν πίσω τις περιουσίες τους από τους Αλβανούς καταπατητές. Την περίοδο του αλβανο-γιουγκοσλαβικού «φλερτ» (1944-1948), όταν τα εκτεταμένα σύνορα των δύο χωρών παρέμεναν αφύλακτα, περίπου 120.000 βόρειοι Αλβανοί πέρασαν στις εύφορες πεδιάδες του Κοσόβου και παρέμειναν εκεί διεκδικώντας το Status του Γιουγκοσλάβου πολίτη.

Σύντομα οι Αλβανοί του Κοσόβου, χάρη σε μια δημογραφική αύξηση, ασυναγώνιστη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, υπερτριπλασίασαν τον πληθυσμό τους μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα! Έτσι, από 498.000 που ήταν το 1948, έφθασαν το 1.600.000 το έτος 1991. Την ίδια περίοδο ο σερβικός πληθυσμός σ’ αυτήν την επαρχία παρέμεινε σταθερός στις 200.000, πράγμα που συνετέλεσε στο να μεταβληθεί το Κόσοβο σε μια συντριπτικά αλβανόφωνη περιοχή.

Το 1974, χάρη σε μια ακόμη γενναιοδωρία του αντισέρβου Τίτο, το Κόσοβο αναβαθμίστηκε σε αυτόνομη περιοχή της Σερβίας, αν και οι αλβανόφωνοι διεκδικούσαν ήδη ανοικτά το καθεστώς της «7ης δημοκρατίας». Σε μια εποχή που μέσα στην ίδια την Αλβανία ο αλβανικός εθνικισμός βρισκόταν σε «χειμερία νάρκη», στο Κόσοβο η αλβανική διανόηση άρχισε ήδη να υφαίνει τα «μεγαλοαλβανικά» της οράματα. Πρώτος στόχος ήταν να αποκτήσει το Κόσοβο (ή Κόσσοβα) καθεστώς ομόσπονδης δημοκρατίας, πράγμα που θα του έδινε αυτομάτως και το δικαιώματα της απόσχισης από τη Γιουγκοσλαβία. Επόμενος στόχος ήταν η συνένωση γύρω από αυτό των αλβανόφωνων της περιοχής των Σκοπίων (Ιλλυρίδας), του Μαυροβούνιου καθώς και των Σλάβων Μουσουλμάνων του Σάντζακ, σχηματίζοντας έτσι ένα μουσουλμανικό μπλοκ στη νοτιοδυτική Γιουγκοσλαβία, στο οποίο θ’ απορροφούνταν μακροπρόθεσμα και η ίδια η Αλβανία!

Αποτέλεσμα εικόνας για Albania enver hodja bunkers

Ωστόσο τα σχέδια των αλβανόφωνων του Κοσόβου προσέκρουσαν σύντομα στην επανεμφάνιση του σερβικού εθνικισμού, που θεωρούσε το Κόσμετ (Κόσοβο και Μετόχια) αναπόσπαστο τμήμα της Σερβίας και λίκνο του σερβικού πολιτισμού. Η κατάργηση της αυτονομίας του Κοσόβου (1989) από τον Σλομπόνταν Μιλόσεβιτς, σήμανε για τους Σέρβους εθνικιστές την αρχή του τέλους του εξαλβανισμού αυτής ιστορικής περιοχής. Αδυνατώντας να περάσουν στην ένοπλη δράση, οι αλβανόφωνοι προτίμησαν αρχικά την «παθητική αντίσταση», με ιδεολογική εκφραστή τον Ιμπραήμ Ρουγκόβα και τη συνέχιση της «απελευθερωτικής» τους προπαγάνδας ανά τον κόσμο. Στο σημείο αυτό καθοριστική ήταν και η συνεισφορά της αξιόλογης αλβανικής διασποράς.

Οι Αλβανοί της διασποράς, που υπολογίζονται σε 1-1,5 εκατομμύριο, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση του ενδιαφέροντος της Δύσης για το ζήτημα του Κοσόβου. Ιδιαίτερα ενεργό ρόλο προς αυτήν την κατεύθυνση έπαιξε η δραστήρια αλβανο-αμερικανική κοινότητα (350.000-400.000 χριστιανοί Ορθόδοξοι στην πλειοψηφία τους Αλβανοί), που προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ενεργό «αλβανικό λόμπι» προκειμένου να πείσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ να υποστηρίξει τα αιτήματα των Αλβανών, πράγμα που τελικά το κατάφερε. Με τις δραστηριότητές του το «αλβανικό λόμπι» των ΗΠΑ βοήθησε στην αντισερβική προδιάθεση της κοινής γνώμης της χώρας. Στο προπαγανδιστικό υλικό που κατά καιρούς διανέμονταν οι αλβανόφωνοι του Κοσόβου παρουσιάζονταν ως «αιώνια θύματα της σερβικής επιθετικότητας».

Στην Ευρώπη, η μεγαλύτερη αλβανική κοινότητα (250.000) βρίσκεται στην Ελβετία, μια χώρα που προσέφερε άσυλο σε χιλιάδες Αλβανούς του Κοσόβου, που κατέφυγαν εκεί από το 1981. Με τα χρήματα των Αλβανών της Ελβετίας χρηματοδοτήθηκε και ο UCK (Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου), που σήκωσε και το βάρος του ένοπλου αγώνα κατά της «σερβικής κατοχής»! Ο αγώνας του UCK τελικά στέφθηκε με επιτυχία χάρη στη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ την άνοιξη του 1999, που μετέβαλε το Κόσοβο σε “ανεξάρτητο κράτος” αλλά ουσιαστικά σε προτεκτοράτο των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τους Αλβανούς αυτό ήταν και το πρώτο βήμα: η επίτευξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, και η βάσιμη ελπίδα ότι θα σχηματίσει μια ένωση με τα Τίρανα και μελλοντικά και με την προσθήκη κι άλλων περιοχών που κατοικούνται κυρίως από Αλβανούς,την περίφημη «Μεγάλη Αλβανία».

Μεγάλη Αλβανία”: Πορεία προς νέα αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων;

Το Αλβανικό Ζήτημα, που είναι και ο κυριότερος παράγοντας αποσταθεροποίησης των κεντροδυτικών Βαλκανίων, έγκειται στο γεγονός ότι ένας στους δύο Αλβανούς ζει εκτός των συνόρων της Αλβανίας, δηλαδή ότι ο «αλβανικός εθνικός χώρος» δε συμπίπτει με τα σύνορα του αλβανικού κράτους. Και πράγματι, πέρα από τα τρία εκατομμύρια των Αλβανών της «μητέρας πατρίδας», υπάρχουν πάνω από τρία εκατομμύρια ομοεθνών τους, το 1,7 εκατομμύριων εκ των οποίων ζει στο Κόσοβο (89% του πληθυσμού της χώρας), 550.000 στη ΠΓΔΜ/FYROM (28% του πληθυσμού), στο Μαυροβούνιο (40.000), στη νότια Σερβία (70.000) και στην Ελλάδα (περίπου 500.000 οικονομικοί μετανάστες, κάποιοι με ελληνική υπηκοότητα πλέον, χωρίς να υπολογιστούν οι αρβανίτικης καταγωγής Έλληνες, που ωστόσο τους διεκδικούν οι Αλβανοί εθνικιστές). Οι εθνικιστικές διεκδικήσεις αυτού του διασκορπισμένου λαού, προκαλούν ανησυχίες στα γειτονικά κράτη και μπορούν να πυροδοτήσουν την αστάθεια με κύριο στόχο, εκτός από το Κόσοβο, τη διάλυση του ευάλωτου «κρίκου» των Βαλκανίων της ΠΓΔΜ/FYROM.

Στο εσωτερικό της Αλβανίας το όραμα της «Μεγάλης Αλβανίας» παίχτηκε άκομψα από το καθεστώς του Σαλί Μπερίσα, που το 1992 έβαλε τη χώρα του στην Ισλαμική Διάσκεψη, θέλοντας να την καταστήσει «ισλαμική προφυλακή» στα Βαλκάνια. Ο ίδιος υπόγραψε κι ένα σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας με την Τουρκία, μια «αδελφή χώρα με την οποία συνδέεται με βαθείς ιστορικούς δεσμούς και όμοια γεωπολιτικά συμφέροντα».

Ο κύριος στόχος της εξωτερικής πολιτικής του Σαλί Μπερίσα ήταν η ενοποίηση όλων των Αλβανών, με την υποστήριξη των ισλαμικών χωρών, των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Ιταλίας και άλλων παραδοσιακά φιλοαλβανικών χωρών. Στις 9.2.1992 γιορτάστηκε δημόσια στη Σκόδρα της βόρειας Αλβανίας η επέτειος της ίδρυσης της Οργάνωσης «Κόσσοβα», που υποστήριζε ανοικτά την προσάρτηση του Κοσόβου και τη δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας. Εκεί ο Ρετζέπ Τσόπα, μέλος της Αλβανικής Ακαδημίας Επιστημών, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Οι γειτονικές χώρες, προσπαθώντας να καταστήσουν ανέφικτη τη δίκαιη λύση του αλβανικού προβλήματος, μοίρασαν τα εδάφη μας, έτσι ώστε οι αντίπαλοί μας το 1878 και το 1912 να είναι και οι σημερινοί. Ωστόσο, ούτε η δική μας ούτε η δική τους διεθνής θέση είναι σήμερα όπως ήταν πριν από 115 ή από 80 χρόνια. Με τη δίκαιη λύση του αλβανικού προβλήματος και με την ένωση όλων των Αλβανών θα λυνόταν μια από τις μεγαλύτερες ιστορικές αδικίες της Ευρώπης

Παράλληλα με την ανοικτή υποστήριξη προς του Κοσοβάρους Αλβανούς, το καθεστώς Μπερίσα συνέχισε την πολιτική καταπίεσης σε βάρος της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου, μια πολιτική που κληρονόμησε από το προηγούμενο καθεστώς. Για τα μεγαλοαλβανικά σχέδια του Μπερίσα η ύπαρξη μιας πολυπληθούς ελληνικής και ορθόδοξης κοινότητας στα νότια της χώρας, αποτελούσε σημαντικό «αγκάθι» που έπρεπε πάση θυσία να ξεριζωθεί. Προσπαθώντας να περιορίσει όσο γινόταν την ελληνική επιρροή στα νότια της χώρας, ο Μπερίσα υποστήριξε ως αντιπερισπασμό τα αιτήματα των Τσάμηδων, προσφύγων από τη Θεσπρωτία, για επιστροφή των περιουσιών τους. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι Τσάμηδες αποτελούσαν πάντοτε τους πιο δραστήριους θιασώτες της Μεγάλης Αλβανίας.

Μην μπορώντας να κάνει και σπουδαία πράγματα για να βοηθήσει τους «αδελφούς Κοσοβάρους», ο Μπερίσα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του και προς τους πυκνούς αλβανικούς πληθυσμούς που κατοικούν στις περιοχές της δυτικής ΠΓΔΜ/FYROM. Πολύ έξυπνα θεωρούσε την ευάλωτη αυτήν πολυεθνική δημοκρατία ως τον σημαντικότερο κρίκο για τη δημιουργία της Μεγάλης Αλβανίας. Μετά το Κόσοβο ο επόμενος στόχος της στρατηγικής για την εδαφική ολοκλήρωση της Μεγάλης Αλβανίας ήταν τα εδάφη δυτικά του ποταμού Αξιού, που κατοικούνται κυρίως από Αλβανούς. Οι Αλβανοί της FYROM επέλεξαν όμως μια στρατηγική διαφορετική από τους Κοσοβάρους: προωθούσαν με χαμηλούς τόνους μια εδαφική αυτονομία, με αρχικό της στάδιο την ίδρυση ενός ανεξάρτητου αλβανικού πανεπιστήμιου στο Τέτοβο, το οποίο θα γινόταν ο πυρήνας της αλβανικής εθνικιστικής ιδεολογίας και διανόησης. Το Τέτοβο προοριζόταν από τους εθνικιστές και ως μελλοντική πρωτεύουσα μιας αυτόνομης αλβανικής περιοχής, με την ονομασία «Ιλλυρίδα» (Ίλιρντα).

Ένα από τα βασικά αιτήματα των Αλβανών της FYROM, που υποστηρίζουν ότι αποτελούν ήδη το 1/3 του πληθυσμού της, είναι ο χαρακτηρισμός τους ως «συστατικής εθνότητας», πράγμα που θα τους προσέφερε αυτομάτως και αυτονομία και πλήθος άλλων δικαιωμάτων. Η αποσταθεροποίηση ωστόσο της FYROM αποφεύχθηκε, ακόμη και μετά την επέμβαση στο Κοσσυφοπέδιο την άνοιξη του 1999 και των ένοπλων συγκρούσεων του 2001, εξαιτίας της παρέμβασης των ΗΠΑ, που επένδυσαν αρκετό «γεωπολιτικό κεφάλαιο» στη σταθερότητα αυτής της μικρής κεντροβαλκανικής δημοκρατίας, την οποία και θέλησαν να καταστήσουν πρότυπο πολυεθνικής χώρας στα Βαλκάνια!

Η αιματηρή πτώση του καθεστώτος Μπερίσα την άνοιξη του 1997 δε σήμανε και το τέλος του σχεδίου «Μεγάλη Αλβανία».Το σοσιαλιστικό κόμμα της Αλβανίας, που αντλεί πολιτικά ερείσματα από τον ορθόδοξο και παραδοσιακά φιλελληνικό αλβανικό Νότο, αν και αρχικά απέρριψε κάθε λογική εδαφικής επέκτασης της Αλβανίας, φτάνοντας στο σημείο να αποστασιοποιηθεί από τις διεκδικήσεις των Κοσοβάρων, μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ στην περιοχή άρχισε να κάνει λόγο για διόρθωση των συνόρων στα Βαλκάνια ώστε να διορθωθούν οι ιστορικές αδικίες σε βάρος του αλβανικού λαού!

Οι εθνογλωσσσικές μειονότητες στο εσωτερικό της Αλβανίας αποτελούν το 10-15% του πληθυσμού της. Οι κυριότερες είναι η ελληνική μειονότητα στο νότο (Βόρεια Ήπειρος), ενώ υπάρχουν και σημαντικές μειονότητες Βλάχων, Ρομά (Τσιγγανων(, και μικρότερες μειονότητες Σλαβομακεδόνων (γύρω από τις Πρέσπες) και Σέρβων (γύρω από τη λίμνη Σκόδρα).

Παρόμοια τυχοδιωκτική πολιτική με τον Μπερίσα ακολούθησε και ο “σοσιαλιστής” πρωθυπουργός της Αλβανίας Έντι Ράμα, που πόνταρε κι αυτός στο χαρτί του αλβανικού εθνικισμού. Αφού ξεκίνησε μια άτυπη εκστρατεία αφελληνισμού της νότιας Αλβανίας από τα απομεινάρια της ελληνικής μειονότητας, κτυπώντας προπύργια Ελληνισμού, όπως η Χειμάρα, συμμάχησε και με τους εθνικστές Τσάμηδες, που φημίζονται για τον αλυτρωτισμό τους και το μίσος τους για την Ελλάδα. Ο ίδιος αμφισβήτησε συμφωνίες με την Ελλάδα σχετικά με την οριοθέτηση της ελληνοαλβανικής υφαλοκρηπίδας κι επιδίωξε την πρόσδεση της Αλβανίας στο άρμα της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας του Ερντογάν. Επίσης παρότρυνε τα αλβανικά κόμματα της ΠΓΔΜ να σχηματίσουν ενιαίο μέτωπο, τη λεγόμενη “αλβανική πλατφόρμα” και να αυξήσουν την πίεση τους στην αποσταθεροποιημένη ΠΓΔΜ ώστε να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα αυτονομιστικά δικαιώματα.

Το Κόσοβο σε ρόλο “αλβανικού Πεδεμοντίου”;

Αρκετοί ωστόσο ρεαλιστές πολιτικοί των Τιράνων γνωρίζουν ότι μια «Μεγάλη Αλβανία», πέρα από αναχρονισμό, αποτελεί κι επικίνδυνη αυταπάτη, που μπορεί να οδηγήσει τη φτωχή Αλβανία σε απίστευτες περιπέτειες δίχως τέλος. Παρά λοιπόν το γεγονός ότι ήδη το μεγαλύτερο τμήμα (90%) του ανεξάρτητου πλέον Κοσσυφοπέδιου ελέγχεται, με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ, από τους Αλβανούς, κανείς δεν είναι τόσο τρελός ώστε να μιλήσει ανοιχτά για «Μεγάλη Αλβανία», τη στιγμή που τα εσωτερικά προβλήματα της «μικρής Αλβανίας» μοιάζουν ανυπέρβλητα. Ωστόσο οι ίδιοι οι Κοσοβάροι Αλβανοί, απογοητευμένοι από την παθητική στάση της «Μητέρας Αλβανίας», σχεδιάζουν να καταστήσουν το Κόσοβο, σε περίπτωση που αυτό γίνει ανεξάρτητο, εθνικό κέντρο του Αλβανισμού, με επίσημη θρησκεία το Ισλάμ και γλώσσα τη γκέκικη διάλεκτο! Για τους Αλβανούς του Κοσόβου ο στόχος παραμένει η «Μεγάλη Αλβανία» και βλέπουν την “ανεξαρτησία” του Κοσόβου, ως ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και ίσως επιχειρήσουν να πάρουν πάνω τους όλο το βάρος της του «αλβανικού προβλήματος». Για τους Κοσοβάρους η επαναχάραξη των συνόρων και η δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας», είναι οι απαραίτητες μεταβολές που πρέπει να γίνουν ώστε να επέλθει η ειρήνη και η σταθερότητα στα Βαλκάνια…

Ως γνωστόν η Ελλάδα είναι από το 1922 δύναμη Status Quo και γι’ αυτό το λόγο κάθετα αντίθετη στην παραμικρή μεταβολή των συνόρων στα Βαλκάνια, επειδή θεωρεί ότι κάτι τέτοιο θα άνοιγε αυτομάτως τους «ασκούς του Αιόλου» με απρόβλεπτες συνέπειες. Έτσι, το σχέδιο δημιουργίας μιας «Μεγάλης Αλβανίας» τη βρίσκει διαμετρικά αντίθετη, εφόσον κάτι τέτοιο θα διατάρασσε τις ευαίσθητες γεωπολιτικές ισορροπίες και τα συμφέροντά της στην περιοχή. Μια «Μεγάλη Αλβανία», όπως άλλωστε και μια «Μεγάλη Βουλγαρία», μόνο προβλήματα θα της δημιουργούσε, καθώς θα εξαφάνιζε τον ευάλωτο γεωπολιτικό «κρίκο» που λέγεται ΠΓΔΜ/FYROM και θα απέκοπτε την Ελλάδα από τον παραδοσιακά στρατηγικό της σύμμαχο, τη Σερβία. Επίσης μια «Μεγάλη Αλβανία» με έξι εκατομμύρια κατοίκους και με προοπτική ν’ ανέλθει στα 7-8 εκατομμύρια ως το 2050 μ.Χ., θα ασκούσε έντονες πιέσεις στα βορειοδυτικά της σύνορα, ενώ θα εξαφάνιζε κάθε ίχνος ελληνικής παρουσίας στη νότια Αλβανία. Μια «Μεγάλη Αλβανία» θα δυσκόλευε αφάνταστα την προώθηση της ελληνικής επιρροής στα Βαλκάνια και θα υποβοηθούσε πιθανόν τη γεωπολιτική επανεμφάνιση της Τουρκίας. Το συμφέρον της Ελλάδας βρίσκεται στο γεωπολιτικό πλουραλισμό των Βαλκανίων, έτσι ώστε καμία τοπική δύναμη ή κανένας συνασπισμός δυνάμεων να μην είναι σε θέση να την απομακρύνει από τη ζωτική της ενδοχώρα. Και τέλος στη σταδιακή προσχώρηση και ενσωμάτωση όλων των χωρών της περιοχής των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που θα δράσει σταθεροποιητικά εξουδετερώνοντας ταυτόχρονα αναθεωρητικούς εθνικισμούς, που επιδιώκουν αλλαγές συνόρων και νέες συγκρούσεις. Το πρόβλημα στα Βαλκάνια δεν λύνεται με αλλαγές συνόρων αλλά με αλλαγές συμπεριφορών, κάτι που η Ελλάδα και οι Έλληνες θα πρέπει πρώτοι απ’ όλους να διδάξουν ακόμη και στους πιο ατίθασους Βαλκάνιους γείτονες τους.

O Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com). Το βιβλίο του “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους” αναλύει πολυεπίπεδα τη γεωπολιτική κατάσταση στα Βαλκάνια, στην Εγγύς Ανατολή και στο διαχρονικό ρόλο της Ελλάδας και του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή μας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Γιώργος Στάμκος, Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους, εκδ. Άγνωστο 2008

Vickers Miranda, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας 1997

Καστελάν, Ζορζ, Ιστορία των Βαλκανίων, Γκοβόστης 1996

 Mazower Mark, Τα Βαλκάνια, Πατάκης 2002

 Mίροσλαβ, Χρος και Τοντόροβα, Μαρία, Εθνικό Κίνημα και Βαλκάνια, ΘΕΜΕΛΙΟ 1996

Παπαδριανός, Ιωάννης, Διαβαλκανικά Ιστορικά Δοκίμια, Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, 1998

 Πρεβελάκης Γιώργος, Τα Βαλκάνια: Πολιτισμοί και Γεωπολιτική, LIBRO 2001

 Ancel, Jacques, La Question d’ Orient, Arman Colin 1921

 Κανταρέ Ισμαήλ, Πρόσκληση στο Εργαστήρι του Συγγραφέα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 1994

 Μασπερό Φρανσουά, Το Βαλκανικό Πέρασμα, Καστανιώτης 1998

 Kaplan D. Robert, Φαντάσματα των Βαλκανίων, ΡΟΕΣ 2002

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 18 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

ΠΓΔΜ/FYROM: O Αδύναμος «Κρίκος» των Βαλκανίων

O Αδύναμος «Κρίκος» των Βαλκανίων

ΠΓΔΜ/ FYROM

ΕΛΛΑΔΑ: Αν δεν υπήρχε αυτή η βαλκανική χώρα, θα έπρεπε να την εφεύρουμε!

 

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com)

Η γεωπολιτική φυσιογνωμία της Βαλκανικής άλλαξε ριζικά με την ανεξαρτησία της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ ή FYROM), μιας μικρής κεντροβαλκανικής δημοκρατίας το έδαφος της οποίας αποτελεί το σημείο όπου τέμνονται επικίνδυνα τα δύο αντίπαλα «τόξα» (ορθόδοξο και ισλαμικό) της περιοχής. Από τη στιγμή που η FYROM εμφανίστηκε, ως ανεξάρτητο κράτος (1992), στο γεωπολιτικό σκηνικό της χερσονήσου μας, σχεδόν όλοι οι γείτονές της εκδήλωσαν απροκάλυπτα το ενδιαφέρον τους για τα εδάφη αυτής της νεότευκτης δημοκρατίας.

Η Ελλάδα, ως χώρα που επιθυμεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, έπειτα από μια τρίχρονη (1992-1995) στείρα αντιπαράθεση μ’ αυτόν το μικρό νεόκοπο γείτονά της, άλλαξε πολιτική επιδιώκοντας πλέον να προσδέσει τη FYROM στο δικό της «άρμα» και να τη χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για γεωοικονομική διείσδυση προς τις αγορές της βόρειας Βαλκανικής. Έτσι η ελληνική εξωτερική πολιτική με επίκεντρο τα Σκόπια εγκαινίασε, μετά το 1995, μια νέα περίοδο «οικονομικής διπλωματίας» στα Βαλκάνια. Σύντομα οι κάτοικοι της γειτονικής χώρας, το όνομα των οποίων αποτελεί «αίρεση» για τους Έλληνες εθνικιστές, αντιλήφθηκαν τα μέγιστα οφέλη, που μπορούν ν’ αποκομίσουν μέσα από την βελτίωση των σχέσεών τους με την Ελλάδα. Συνειδητοποίησαν ότι μακροπρόθεσμα ακόμη και η ίδια τους η επιβίωση εξαρτάται από τη σύμπλευσή τους με τα ελληνικά συμφέροντα. Στο νέο πλουραλιστικό γεωπολιτικό περιβάλλον της Βαλκανικής η FYROM θα έπρεπε να αναδειχθεί κομβική σύμμαχος, αν όχι “δορυφόρος”, της Ελλάδας. Αν βεβαίως επιλυθεί η εκκρεμότητα της ονομασίας… Αποτέλεσμα εικόνας για republic of macedonia

ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ

Από τη στιγμή που η FYROM έγινε ανεξάρτητη, σχεδόν όλες οι γειτονικές της χώρες άρχισαν να ορέγονται τον ευαίσθητο γεωστρατηγικό της χώρο. Η Βουλγαρία, που δεν απαλλάχτηκε οριστικά από το φάντασμα της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), ακόμη και κατά την περίοδο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (1945-1991) διεκδικούσε τα εδάφη και τους πληθυσμούς της γιουγκοσλαβικής «Μακεδονίας», τους οποίους δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί «Βούλγαρους». Όταν μάλιστα η FYROM έγινε ανεξάρτητη η Σόφια την αναγνώρισε διπλωματικά ως κράτος, αλλά όχι και ως έθνος! Και αυτό επειδή, σύμφωνα με το νέο εθνικό δόγμα της χώρας, οι εθνικές ρίζες των λεγόμενων «Μακεδόνων» είναι βουλγαρικές, πράγμα που σημαίνει ότι η FYROM είναι στην ουσία ένα δεύτερο «βουλγαρικό κράτος»! Πέραν όμως από ρητορικές και ακαδημαϊκές συζητήσεις, η Βουλγαρία δεν έκανε την παραμικρή επιθετική κίνηση σε βάρος αυτής της μικρής δημοκρατίας, αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι πολλοί «Μακεδόνες» πολιτογραφήθηκαν τα τελευταία χρόνια Βούλγαροι πολίτες. Για τη Σόφια η λύση του «εθνικού της προβλήματος» θα επέλθει όταν αυτές οι δυο «αδελφές» χώρες εισέλθουν από κοινού στην Ευρωπαϊκή Ένωση (κάτι που δεν θα συμβεί τουλάχιστον μέχρι το 2025, καθώς η Βουλγαρία είναι πλήρες μέλος της Ε.Ε. ήδη από το 2007, ενώ οι διαπραγματεύσεις των Βρυξελλών με τα Σκόπια έχουν κολήσει, και ως αποτέλεσμα της μη επίλυσης του ζητήματος της ονομασίας), οπότε με αυτόν τον τρόπο θα επιτευχθεί και η «ειρηνική ένωση» ενός λαού, που κατοικεί και στις δυο πλευρές των συνόρων…

Κατά παράξενο τρόπο παρόμοιο σκεπτικό επικρατεί και στην ηγεσία των Σκοπίων, με τη διάφορα όμως ότι οι «Μακεδόνες» εθνικιστές βλέπουν την είσοδό τους στην Ε.Ε. ως το μοναδικό τρόπο για να επιτευχθεί η ενοποίηση του λεγόμενου «Μακεδονικού έθνους», που αριθμεί κατά την άποψη τους τρία εκατομμύρια(!) και κατοικεί στα εδάφη της FYROM, του Πίριν (Βουλγαρία), καθώς και στη “Μακεδονία του Αιγαίου” (Ελλάδα)! Η ειρωνεία είναι βέβαια ότι και οι Αλβανοί, οι οποίοι απειλούν συνεχώς με αποσταθεροποίηση τη FYROM αλλά και ολόκληρα τα κεντροδυτικά Βαλκάνια, προσβλέπουν κι αυτοί σε λύση του «εθνικού προβλήματός» τους μέσω της ένταξης όλων των χωρών της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε μια εποχή που τα εξωτερικά σύνορα των κρατών παρουσιάζονται φαινομενικά τουλάχιστον ως απαραβίαστα και κάθε είδους αναθεωρητική πολιτική θεωρείται ξεπερασμένη, ως μοναδική διέξοδος στις εθνικιστικές επιδιώξεις ορισμένων βαλκανικών χωρών παρουσιάζεται η συγκαλυμμένη προώθησή τους μέσω της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Κατά παράδοξο δηλαδή τρόπο η υπερεθνική οντότητα, που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως μέσο προώθησης των εθνικιστικών στόχων ορισμένων λαών. Μήπως αυτό δε συνέβη στην περίπτωση της γερμανικής ενοποίησης, που συμπληρώθηκε το 1995 με την είσοδο της Αυστρίας στην Ε.Ε., η οποία και είχε ως αποτέλεσμα την ενοποίηση του γερμανόφωνου κεντροευρωπαϊκού χώρου; Μήπως για την Τουρκία η είσοδος της Κύπρου στην Ε.Ε. δεν σήμανε αυτόματα και μια «βελούδινη Ένωση» Ελλάδας-Κύπρου υπό την κάλυψη των Βρυξελλών; 

Αναφέραμε τις παραπάνω περιπτώσεις για να κατανοήσουμε ότι πιθανότατα η Ε.Ε. θα δράσει καταλυτικά στην περίπτωση των «ομοεθνών κρατών», των κρατών δηλαδή που εκπορεύονται από τον ίδιο εθνικό αυτοπροσδιορισμό. Τα «όμαιμα κράτη» βρίσκονται εν αφθονία στη χερσόνησό μας ως αποτέλεσμα της «βαλκανοποίησης», του διαμελισμού δηλαδή των μεγάλων πολιτικών ενοτήτων σε μικρά και ασταθή πολιτικά μορφώματα. Εκτός από την περίπτωση Ελλάδας-Κύπρου, υπάρχει και η αμφιλεγόμενη περίπτωση Βουλγαρίας-FYROM, εφόσον είναι γνωστό ότι η Σόφια επιμένει ν’ αντιμετωπίζει το δυτικό της γείτονα ως «αδελφικό» κράτος. Υπάρχει επίσης η περίπτωση της Ρουμανίας-Μολδαβίας και φυσικά η περίπτωση της Σερβίας-Μαυροβουνίου, που συμπληρώνεται με την ύπαρξη της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας. Η ανεξαρτητοποίηση το 2008 του Κοσόβου έκλεισε, προσωρινά τουλάχιστον, τον κύκλο των «διπλών» εθνικών κρατών της χερσονήσου μας (Αλβανία-Κόσοβο). Η διαδικασία του κατακερματισμού των εθνογλωσσικών ομάδων της Βαλκανικής σε «διπλά» εθνικά κράτη, που φαίνεται ότι βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία εξέλιξης, ενδέχεται να σταματήσει με την είσοδο όλων των χωρών της περιοχής σε μια μελλοντική υπερεθνική Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία. Ως τότε όμως μας περιμένουν αρκετές εκπλήξεις ακόμη…

where is macedonia on the map

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΓΔΜ

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα της γεωπολιτικής σημασίας της FYROM. Αυτή η μικρή κι ευάλωτη δημοκρατία έχει τεράστια σημασία για τη σταθερότητα ολόκληρης της Βαλκανικής, αλλά και για την κάθε γειτονική της χώρα ξεχωριστά. Για τη Σερβία είναι πολύ σημαντική, κυρίως επειδή τη συνδέει με τον παραδοσιακό της σύμμαχο στην περιοχή: την Ελλάδα. Εξάλλου και οι δυο χώρες έχουν κοινό πρόβλημα: την παρουσία πολυάριθμου αλβανόφωνου πληθυσμού, που φλερτάρει απροκάλυπτα με την ιδέα της απόσχισης. Αυτές οι δυο χώρες (Σερβία και ΠΓΔΜ) δεν έχουν σοβαρά προβλήματα μεταξύ τους, αν εξαιρεθεί βέβαια το γεγονός ότι τα σύνορά τους δεν έχουν ακόμη καθοριστεί τελεσίδικα, καθώς υπάρχουν μικρές συνοριακές διαφορές για το μοναστήρι Πρόχορ Πτσίνσκι κ.ά. Επίσης υπάρχει και το ζήτημα της σερβικής μειονότητας στη FYROM, που σύμφωνα με τους Σέρβους εθνικιστές φτάνει τις 200.000(!), ενώ οι επίσημες στατιστικές της χώρας καταγράφουν μόνον 42.755 Σέρβους (1991), που κατοικούν κυρίως στην κοιλάδα του Κουμάνοβο. Αν και οι Σέρβοι εθνικιστές κατηγορούν τα Σκόπια για «μακεδονοποίηση» του μεγαλύτερου μέρους της σερβικής μειονότητας, εντούτοις σε επίσημο επίπεδο αλλά και σε επίπεδο οικονομικών και καθημερινών σχέσεων, οι επαφές των δυο χωρών και των λαών τους είναι στενές και φιλικές.

Η Σερβία, όπως και η Ελλάδα, φαίνεται ότι επιθυμεί τη διαφύλαξη της ακεραιότητας της FYROM και την ενίσχυση της λεγόμενης «μακεδονικής» ταυτότητας, ως μέσο αποτροπής του ενδεχόμενου συνειδησιακής προσκόλλησης των λεγόμενων «Μακεδόνων» στο βουλγαρικό έθνος. Βασικός γεωστρατηγικός στόχος της Σερβίας, όπως άλλωστε και της Ελλάδας, είναι να παραμείνει ο «διάδρομος του Αξιού» ανοιχτός, να αποτραπεί δηλαδή ο έλεγχός του από εν δυνάμει «εχθρικές» χώρες (Βουλγαρία και Αλβανία). Η ελεύθερη πρόσβαση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι λοιπόν βασική προτεραιότητα της σερβικής εξωτερικής πολιτικής, πράγμα που καθιστά αυτομάτως τη FYROM πολύτιμο συνδετικό κρίκο της σερβικής ενδοχώρας με τη Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, αν και είναι ο μοναδικός γείτονας της FYROM που δεν έχει εκδηλώσει καμία βλέψη επί των εδαφών της, είναι όμως και η χώρα, η οποία στεναχωρήθηκε περισσότερο με την ανεξαρτησία της. Από την ελληνική οπτική γωνία η FYROM κάθε άλλο πάρα αγνός και απροστάτευτος γείτονας είναι. Η Αθήνα έχει εκφράσει έντονα τη δυσφορία της, τόσο με την άστοχη χρήση του ελληνικού ονόματος «Μακεδονία» και του δεκαεξάκτινου «αστεριού της Βεργίνας» από τους Σλάβους των Σκοπίων, όσο και με την πολύ επιθετική εμφάνιση των λεγόμενων «Αιγαιατών Μακεδόνων» και των δικών τους επιγόνων. Για παράδειγμα στις 9.8.1994 πραγματοποιήθηκε στα Σκόπια το β΄ συνέδριο του λεγόμενου «Πανμακεδονικού Κογκρέσου», με αντικείμενο τα ζωτικά συμφέροντα του «Μακεδονικού έθνους». Εκεί ο Σωτήρ Γκεορκέφσκι, αντιπρόσωπος από το Σίδνεϋ, είχε δηλώσει ότι «οι αυτόχθονες Μακεδόνες δεν έχουν εδαφικές διεκδικήσεις πέραν από τον Όλυμπο στην Ελλάδα και από το Πίριν στη Βουλγαρία»!

Αποτέλεσμα εικόνας για Greek companies in macedonia

Μέσα στον εθνικιστικό πυρετό των αρχών της δεκαετίας του 1990 πολλοί «Μακεδόνες» εθνικιστές του VMRO υποστήριξαν ότι οι «ιερές μακεδονικές χώρες», δηλαδή ολόκληρη σχεδόν η βόρεια Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας θα πρέπει να επιστραφούν στο αναγεννημένο «μακεδονικό» κράτος των Σκοπίων! Την ίδια περίοδο τυπώθηκαν στα Σκόπια προκλητικοί χάρτες, που παρουσίαζαν τη «Μεγάλη Μακεδονία» (Velika Makedonija) μέσα στα «φυσιολογικά» της σύνορα, περιλαμβάνοντας τη λεγόμενη «Μακεδονία του Αιγαίου» και τη Θεσσαλονίκη, γεγονός που εξόργισε ακόμη και τους πιο μετριοπαθείς Έλληνες. Η δημιουργία ψυχροπολεμικού κλίματος, το κλείσιμο των συνόρων και ο οικονομικός αποκλεισμός της FYROM εκ μέρους της Ελλάδας (1994), ήταν αποτέλεσμα του εκνευρισμού και της υπεραντίδρασης της Αθήνας απέναντι στις σπασμωδικές και αδέξιες ενέργειες του νεότευκτου γείτονά της. Αντί έτσι για έναν αξιόπιστο γείτονα η Ελλάδα παραλίγο θα δημιουργούσε έναν τρομοκρατημένο αντίπαλο, ο οποίος την αψηφούσε νευρικά, ενώ αναζητούσε απεγνωσμένα αναγνώριση και υποστήριξη από τους αντιπάλους της (Τουρκία κ.ά.) Οι χειρισμοί της Ελλάδας στο ζήτημα του «μακεδονικού» αποδείχθηκαν εξαρχής λανθασμένοι και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα» των αρχών της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν παρά μια αυτοπροσδιοριστική υποτροπή του Ελληνισμού!

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ…

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13) και οι ανταλλαγές πληθυσμών, που ακολούθησαν, ξεκαθάρισαν κάπως το ομιχλώδες εθνολογικό τοπίο στο χώρο της ευρύτερης Μακεδονίας. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, που ανάγκασε τους Οθωμανούς να αποσυρθούν από την ευρωπαϊκή ήπειρο και οδήγησε στο διπλασιασμό των βαλκανικών χωρών, άνοιξε περισσότερο την όρεξη και τον αλυτρωτισμό τους. Η απληστία των Βουλγάρων, που διεκδικούσαν την περιοχή των Σκοπίων ακόμη και τη Θεσσαλονίκη, οδήγησε στην ελληνοσερβική συμμαχία και στο ξέσπασμα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου (Ιούνιος 1913). Η στρατιωτική συντριβή των Βουλγάρων και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) οδήγησε στη σημερινή πάνω-κάτω κατανομή των εδαφών της Μακεδονίας (Ελλάδα 51%, Σερβία 39% και Βουλγαρία 10%). Για την Ελλάδα και τη Σερβία αυτή η συνθήκη έκλεισε οριστικά το «Μακεδονικό ζήτημα». Οι Βούλγαροι ωστόσο, μνησικακώντας για την αδικία που τους έγινε, περίμεναν την εκδίκησή τους. Για δε την οργιαστική φαντασία των σημερινών «Μακεδόνων» εθνικιστών οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν μιαν απαράδεκτη τριχοτόμηση της Μακεδονίας και του «μακεδονικού έθνους»(!), ενώ τέλος για τους Αλβανούς ήταν ένας άδικος πόλεμος, που άφηνε εκτός Αλβανίας το μισό αλβανικό έθνος…

Την περίοδο του Μεσοπολέμου και αφού είχαν προηγηθεί οι μαζικές ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (1923) –450.000 Μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν την Ελλάδα και 1.200.000 Έλληνες ορθόδοξοι από τις περιοχές της Μικρά Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας, αυξάνοντας την εθνολογική ομοιογένεια της περιοχής στο εκπληκτικό για την εποχή ποσοστό του 88,5%! υπογράφτηκε ελληνο-βουλγαρική συμφωνία για εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών. Παρ’ όλα αυτά παρέμεινε το μεσοπόλεμο στην Ελλάδα μια μικρή σλαβόφωνη μειονότητα (γύρω στις 77.000), το «εθνικό Είναι» της οποίας ήταν αμφισβητήσιμο από όλους. Για τους Βούλγαρους ήταν «Δυτικοβούλγαροι», οι Σέρβοι τους θεωρούσαν «Νότιους Σέρβους», ενώ για τους σημερινούς πολίτες της FYROM δεν ήταν παρά «Αιγαιάτες Μακεδόνες».

Οι περισσότεροι ωστόσο από αυτούς, που επέλεξαν να παραμείνουν στη χώρα μας και είχαν στο παρελθόν αγωνιστεί για τα δίκαια του Ελληνισμού, αυτοπροσδιορίζονταν απλά ως «εντόπιοι», όπως και οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας, και ήταν συνειδησιακά τουλάχιστον προσκολλημένοι στο ελληνικό/πατριαρχικό σώμα. Ωστόσο το επίσημο ελληνικό κράτος τους θεωρούσε όμως «σλαβοσυνείδητους», «ξενοσυνείδητους», «ρευστοσυνείδητους» κτλ. και ασκούσε μια θα έλεγε κανείς βίαιη πολιτική «ελληνοποίησης» και αφομοίωσής τους. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι παρόμοια βίαιη πολιτική ακολουθούσαν τότε και οι Βούλγαροι, για την αφομοίωση των εναπομεινάντων Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας, καθώς και οι Σέρβοι απέναντι στους Έλληνες και Βλάχους του Μοναστηρίου και της βόρειας Μακεδονίας.

Η βίαιη ωστόσο πολιτική «εξελληνισμού» των σλαβοφώνων δεν απέδωσε, λόγω της κοντόφθαλμης και ανώριμης ελλαδοκεντρικής αντίληψης, που αδυνατούσε να κατανοήσει την πραγματική έννοια της ελληνικότητας αυτών των πληθυσμών –ή τους λόγους που ορισμένοι από αυτούς επιθυμούσαν να εξελληνιστούν οικειοθελώς. Έτσι, σύμφωνα με ορισμένους Έλληνες ιστορικούς: τους δίγλωσσους Μακεδόνες της βόρειας Ελλάδας τους “εκσλάβισαν” εθνικά ο Πελοποννήσιος νομάρχης και ο Κρητικός χωροφύλακας, που ως κρατικοδίαιτοι επαγγελματίες πατριώτες και «καθαρόαιμοι» Έλληνες ανέλαβαν να τους «ελληνοποιήσουν»!

Eξαιτίας λοιπόν αυτής της ομογενοποιητικής και κατασταλτικής πολιτικής του ελληνικού κράτους, ιδίως κατά την περίοδο της δικτατορίας του Ι. Μεταξά (1936-1940), ένα σημαντικό τμήμα του σλαβόφωνου πληθυσμού διαφοροποιήθηκε κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής (1941-44) και στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1944-49), ξεφορτώθηκε την όποια ελληνική εθνική συνείδηση του είχε βίαια εμφυτευτεί και ασπάστηκε τη λεγόμενη «μακεδονική» προπαγάνδα, που είχε ντυθεί πλέον υπό το μανδύα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, εφόσον το VMRO είχε γίνει ήδη μέλος της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Διεθνούς, η οποία και ασπάστηκε τις απόψεις του περί ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας. 

Πέφτοντας στην παγίδα του VMRO ο ΕΛ.Α.Σ και μαζί του και οι δυσαρεστημένοι σλαβόφωνοι της Δυτικής Μακεδονίας (που σχημάτισαν την οργάνωση SNOF), αγωνίζονταν άθελά τους και για την απόσχιση της ελληνικής Μακεδονίας, που σύμφωνα με τα μεγαλόπνοα σχέδια του Τίτο, θα συναποτελούσε μαζί με το γιουγκοσλαβικό και βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας μια ενιαία ομοσπονδιακή μονάδα, στα πλαίσια της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, που μάταια οραματιζόταν ο εικονοκλάστης Γιουγκοσλάβος ηγέτης. Αυτό ήταν άλλωστε κι ένα από τα επιχειρήματα, κατά των ισχυρισμών περί ύπαρξης σλαβομακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, της ελληνικής αντιπροσωπείας στη διάσκεψη της ΔΑΣΕ στη Μόσχα (27.9.1991): «Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 τα υπολείμματα μιας σλαβικής μειονότητας εγκατέλειψαν την Ελλάδα, γιατί είχαν συνεργαστεί με τις φασιστικές αρχές κατοχής και επειδή αργότερα είχαν υποστηρίξει τα ηγεμονικά σχέδια του Τίτο εναντίον της ελληνικής Μακεδονίας. Είναι ευνόητο –και αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται σε όλες τις χώρες–- ότι σε ορισμένα άτομα, ξένους υπηκόους, να μη χορηγούνται θεωρήσεις εισόδου στην Ελλάδα, για λόγους ασφαλείας.»

Ένα σημαντικό τμήμα της σλαβόφωνης μειονότητας εγκατέλειψε λοιπόν τη χώρα μας και καταφεύγοντας στα γειτονικά Σκόπια μετατράπηκε σε φανατικούς «Μακεδόνες», όπου ήταν και οι γονείς του εθνικιστή πρωθυπουργού Γκρουέφσκι. Αυτοί που παρέμειναν, γνωστοί πλέον ως «δίγλωσσοι», αριθμούσαν μόλις 41.000 ψυχές, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή του 1951. Αρκετές χιλιάδες από αυτόν τον εναπομείναντα πληθυσμό μετανάστευσε στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, κυρίως λόγω του οικονομικού μαρασμού της ελληνικής υπαίθρου, στην Αυστραλία, στον Καναδά και στη Γερμανία. Έτσι σήμερα στο χώρο της ελληνικής Μακεδονίας οι σλαβόφωνοι, που δεν αυτοπροσδιορίζονται όλοι τους ως “εθνικά Μακεδόνες”, περιορίζονται στις 20.000-30.000 άτομα (σύμφωνα με διάφορες ημιεπίσημες εκτιμήσεις), αποτελούν δηλαδή μόλις το 1% του πληθυσμού αυτής της ελληνικής επαρχίας!

Αποτέλεσμα εικόνας για OKTA FYROM

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΑΣ ΦΕΡΝΕΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ

Πέρα από τη μειονοτοφοβία που κατέχει πολλούς Έλληνες υπάρχει και η φωνή της λογικής που λέει ότι η Ελλάδα, παρά την επταετή οικονομική κρίση και την πτώση του ΑΕΠ της, είναι η πλουσιότερη και η πιο ανεπτυγμένη χώρα της περιοχής και είναι ευτύχημα για τη FYROM, που συνορεύει μαζί της. Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωζώνη και στο ΝΑΤΟ, δηλαδή στα στις «λέσχες» των ισχυρών της Δύσης, στους κόλπους των οποίων οραματίζεται να εισέλθει μια μέρα και η μικροσκοπική FYROM. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είναι οι καλύτερα εξοπλισμένες στη Βαλκανική, ενώ έχουν τη δυνατότητα να δρουν αποτελεσματικά κι εκτός της χώρας, κάτι που λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη τους τα Σκόπια λόγω του ασίγαστου αλβανικού εθνικισμού. Η Ελλάδα τέλος είναι η μοναδική γειτονική χώρα, που έχει δηλώσει ανοιχτά ότι όχι μόνο δεν απειλεί αλλά αντίθετα εγγυάται τη σταθερότητα των συνόρων της FYROM, και αυτό γιατί είναι ευνόητο ότι τη συμφέρει η ύπαρξη αυτής της χώρας, έστω και μ’ ένα ανεπιθύμητο όνομα…

Αποτέλεσμα εικόνας για Greek companies in FYROM

Υπάρχουν λοιπόν σαφέστατες ενδείξεις ότι μακροπρόθεσμα τα Σκόπια, παρά τις όποιες κατά καιρούς αντιδράσεις ορισμένων ακραίων εθνικιστικών κύκλων, θα επιδιώξουν την ενδυνάμωση των σχέσεών τους με την Ελλάδα, θα εισέλθουν δηλαδή σε σταθερή φιλελληνική τροχιά. Αν δεν υπήρχε η πολυετής διακυβέρνηση τοιυ εθνικιστικού VMRO υπό τον Γκρουέφσκι το φιλελληνικό ρεύμα στη γειτονική μας χώρα, θα κέρδιζε σταθερά έδαφος. Από την άλλη οι ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα αυξάνουν μέρα με την μέρα, ελέγχοντας ήδη στρατηγικούς τομείς της οικονομίας της FYROM (διυλιστήρια ΟΚΤΑ, τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, σούπερ μάρκετ, τουρισμός κ.ά). Οι επιχειρήσεις βρίσκουν ένα πολύ φιλικό περιβάλλον και είναι από κάθε άποψη ευπρόσδεκτες. Η αξία των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δυο χωρών είχε ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο Ευρώ και η οικονομία της ΠΓΔΜ είναι ως ένα βαθμό ενταγμένηί στο πλέγμα των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή. Οι ελληνικές επιχειρήσεις σχεδιάζουν μάλιστα να χρησιμοποιήσουν τη χώρα ως εφαλτήριο για τη μαζική τους είσοδο στις αγορές των χωρών των δυτικών Βαλκανίων.

Σχετική εικόνα

Η FYROM έχει ν’ αποκομίσει τεράστια οφέλη από την πρόσδεσή τους στο «ελληνικό άρμα» της βαλκανικής πολιτικής. Συσφίγγοντας πολυποίκιλα τις σχέσεις της με την Ελλάδα η FYROM μπορεί να βγει γρηγορότερα από το «βαλκανικό τέλμα» της και να εισέλθει σε μόνιμη τροχιά ανάπτυξης, εκδημοκρατισμού και εξευρωπαϊσμού. Από την Ελλάδα μπορεί να διδαχτεί τα πάντα. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα εξασφαλίσει μια προοπτική μακροπρόθεσμης επιβίωσης.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, εφόσον το ζήτημα της μακροπρόθεσμης επιβίωσης της χώρας είναι που απασχολεί σοβαρά τον κάθε σκεπτόμενο κάτοικο της FYROM και όχι τόσο το θέμα του ονόματος. Επιβίωση όχι μόνον οικονομική, αλλά και εθνική, εξαιτίας της αλματώδους δημογραφικής αύξησης του αλβανικού στοιχείου.

ΑΛΒΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΓΔΜ

Το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η FYROM είναι πολύ σοβαρό. Οι ειδικοί της χώρας έχουν ήδη προειδοποιήσει την κυβέρνησή τους ότι η απόφαση για αλλαγή του νόμου περί χορήγησης ιθαγένειας, θα διαταράξει τη σημερινή ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ των εθνοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οικονομικού Ινστιτούτου της FYROM, που παρακολουθεί τις εξελίξεις στο δημογραφικό τομέα, οι αλλαγές του νόμου περί ιθαγένειας θα δώσει το δικαίωμα σε 100.000 περίπου Αλβανούς (κυρίως από το Κόσοβο) να προστεθούν στον πληθυσμό της χώρας και ν’ αλλάξουν το δημογραφικό της χάρτη με απρόβλεπτες συνέπειες.. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των γεννήσεων που σημειώνεται στον αλβανόφωνο πληθυσμό της χώρας θα οδηγήσει το 2035 σε μία αριθμητική υπεροχή των Αλβανών έναντι των Σλαβο9μακεδόνων, με καταστροφικές συνέπειες. Τα στατιστικά στοιχεία του Ινστιτούτου δείχνουν ότι στο διάστημα 1953-1961 ο σλαβικός πληθυσμός της χώρας αυξανόταν κατά 17.500 άτομα ετησίως, ενώ στο διάστημα 1981-1994 ανήλθε μόνο σε 9.700 άτομα ετησίως. Αντίθετα, ο αλβανόφωνος πληθυσμός κατά την περίοδο 1953-1961 αυξανόταν κατά 2.600 άτομα ετησίως, ενώ η αύξηση αυτή, στο διάστημα 1981-1994 ανήλθε σε 8.200 άτομα ετησίως, μια διαφορά μόλις 1.500 ανθρώπων. Τα τελευταία χρόνια το δημογραφικό πρόβλημα επιτείνεται, καθώς όλο και περισσότεροι Σλαβομακεδόνες εγκαταλείπουν τη χώρα και εγκαθίστανται μόνιμα στο εξωτερικό, ενώ από το 1999 ο αλβανικός πληθυσμός ενισχύθηκε από τους 20.000 περίπου Αλβανούς πρόσφυγες από το Κοσσυφοπέδιο, που σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία εξακολουθούν να παραμένουν στο σκοπιανό έδαφος, αρνούμενοι να επιστρέψουν στις εστίες τους. Όλα αυτά ανησυχούν του Σλαβομακεδόνες που φοβούνται για την ύπαρξη της χώρας τους όταν, μετά το 2035, ο αλβανόφωνος πληθυσμός θα καταστεί δυσαρεστημένη ομοιογενής πλειοψηφία στη χώρα, έχοντας απέναντί της μια θλιβερή ανομοιογενή «μακεδονική» μειονότητα. Θ’ αντέξει άραγε αυτή η νεότευκτη χώρα την ασφυκτική εσωτερική πολιορκία των Αλβανών ή μήπως θα διασπαστεί;

Ο ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΓΔΜ

Για να εξασφαλίσει λοιπόν την επιβίωση της ως κρατική υπόσταση η FYROM συσφίγγει περισσότερο τις σχέσεις της με την Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε ένα είδος αμερικανικού προτεκτοράτου. Οι ΗΠΑ έσπευσαν, όχι ανιδιοτελώς, να προσφέρουν απλόχερα την «προστασία» τους σ’ αυτήν την ευάλωτη δημοκρατία. Με πρόφαση το ενδεχόμενο επέκτασης των συγκρούσεων της Βοσνίας και του Κοσσυφοπέδιου προς νότο, οι ΗΠΑ έβαλαν «πόδι» στη FYROM, την οποία θεωρούν εξαιρετικά ευάλωτη ακόμη και στην παραμικρή αποσταθεροποιητική κίνηση. Οι ανησυχίες των ΗΠΑ πηγάζουν κι από το γεγονός ότι στο έδαφος της FYROM τέμνονται επικίνδυνα τα δυο αντίπαλα θρησκευτικά «τόξα» της Βαλκανικής, πράγμα που θα προσέδιδε σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση και θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως να παρέσυρε και τους δυο άσπονδους συμμάχους του ΝΑΤΟ, την Ελλάδα και την Τουρκία, σε μια καταστρεπτική, για τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ανατολική Μεσόγειο, περιπέτεια. Από την άλλη οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν την ατμόσφαιρα ανασφάλειας, που επικράτησε όλα τα προηγούμενα χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία, για να επεκτείνουν τη ζώνη επιρροής τους προς βορρά, πέρα από τα παραδοσιακά τους ερείσματα (Ελλάδα και Τουρκία). Έτσι, η αμερικανική επιρροή επεκτάθηκε δυναμικά από το 1992 στην Αλβανία, στη FYROM, στη Βουλγαρία, στη Βοσνία, στο Κόσοβο και τελευταίως στο Μαυροβούνιο και τελικά και στη Σερβία. Και σε αυτήν τη νέα αμερικανική ζώνη επιρροής η FYROM, στην οποία σταθμεύει από το 1994 στρατιωτικό τμήμα των ΗΠΑ, αποτελεί κομβικό σημείο ελέγχου όχι μόνον των Βαλκανίων, αλλά και της ζώνης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Βρισκόμενες στην καρδιά της Βαλκανικής, οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στο έδαφος των Σκοπίων, θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν από την υπερατλαντική υπερδύναμη για τον έλεγχο συγκρούσεων χαμηλής έντασης στην ευρύτερη περιοχή…

Αποτέλεσμα εικόνας για τουρκικο ισλαμικό τοξο στα Βαλκανια

Μια από τις χώρες που εκμεταλλεύτηκαν επιδέξια την αρχική ένταση μεταξύ Ελλάδας και FYROM ήταν και η Τουρκία, κύριος στόχος της οποίας είναι η απομόνωση της χώρας μας στα Βαλκάνια και η μείωση της πολιτικής και οικονομικής της επιρροής στην περιοχή. Η Τουρκία προσπάθησε έτσι να προσεγγίσει και να δελεάσει ποικιλοτρόπως τη FYROM, αυξάνοντας την επιρροή της σε αυτήν τη μικρή αλλά στρατηγικής σημασίας χώρα. Μέσω της FYROM η Τουρκία αποκτούσε επαφή με τη μουσουλμανική κατά πλειοψηφία Αλβανία και με το Κόσοβο, πράγμα που της έδινε ελπίδες για σύσταση του περιβόητου «ισλαμικού τόξου» στα Βαλκάνια. Η Άγκυρα είχε τότε δυο βασικούς στόχους: Πρώτον, να κόψει το «τόξο» που ένωνε την Ελλάδα με τη Σερβία και δεύτερον, να αυξήσει μέσω των οικονομικών συναλλαγών την παρουσία της στα κεντρικά Βαλκάνια. Για να πετύχει τους στόχους της η Τουρκία προσπάθησε να παρακάμψει και ν’ απομονώσει την Ελλάδα, στον τομέα κυρίως των μεταφορών και ν’ αναβαθμίσει το ρόλο της FYROM, ως κομβικής χώρας στα Βαλκάνια. Γι’ αυτόν το λόγο υποστήριξε τη σιδηροδρομική σύνδεση Κουμάνοβο-Σόφιας και μέσω Βουλγαρίας με την Κωνσταντινούπολη. Τα Σκόπια θεωρούν αυτόν τον οριζόντιο σιδηροδρομικό άξονα Ανατολής-Δύσης στρατηγικής σημασίας, εφόσον, διασταυρούμενος με τον κάθετο άξονα Βορρά-Νότου (Βουδαπέστη-Θεσσαλονίκη), θα καταστήσει αυτή τη μικρή κεντροβαλκανική χώρα σιδηροδρομικό κόμβο ολόκληρης της χερσονήσου.

Ολόκληρη η συγκοινωνιακή «πολιτική» της Τουρκίας στα Βαλκάνια στηρίζεται στην αναβάθμιση του λιμανιού του Δυρραχίου στην Αλβανία, με ταυτόχρονη την υποβάθμιση του παραδοσιακά κυρίαρχου λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ως γνωστόν η Θεσσαλονίκη είναι ιστορικά και γεωγραφικά προσανατολισμένη προς τις κοιλάδες του Αξιού-Μοράβα, έχει δηλαδή μια ξεκάθαρη κατεύθυνση προς βορρά, προς τη FYROM και τη Σερβία. Σ’ αυτόν τον «ορθόδοξο άξονα» Βορρά-Νότου η Τουρκία προσπαθεί ν’ αντιπροτείνει το λεγόμενο «Ασιατικό άξονα», που, μέσω Βουλγαρίας και FYROM, θα ενώσει την Άγκυρα με το Δυρράχιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο τα Σκόπια θα έπαιζαν το ρόλο της «γέφυρας» Ανατολής-Δύσης, ενώ θα αναβαθμίζονταν γεωπολιτικά η Αλβανία και η Τουρκία και θα κόβονταν ο άξονας που ενώνει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μ’ εκείνο του Αμβούργου!

Αποτέλεσμα εικόνας για παραεγνατια οδος

Τυχόν υλοποίηση του «Ασιατικού άξονα» θα απέβαινε μακροπρόθεσμα μοιραία για τους ορθόδοξους λαούς της περιοχής, ενώ θα στραγγάλιζε κάθε προσπάθεια της Ελλάδας να διαδραματίσει έναν ευρύτερο ρόλο στην περιοχή. Ωστόσο όμως δε συνέβη κάτι τέτοιο, εφόσον από τη μια τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Τουρκίας τελματώθηκαν κι από την άλλη άλλαξε καθοριστικά η ελληνική εξωτερική πολιτική προς τη FYROM και την Αλβανία. Από το 1995 η Ελλάδα βελτίωσε θεαματικά τις σχέσεις της με αυτές τις δυο μικρές γειτονικές της χώρες, που εισήλθαν στη δική της σφαίρα επιρροής κι απομακρύνθηκαν έτσι από την Τουρκία. Τουλάχιστον μέχρι που ξέσπασε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Το σχέδιο για την «Παραεγνατία», ένα παλαιό ιταλογερμανικής έμπνευσης όνειρο, ναυάγησε προς το παρόν, όπως άλλωστε και κάθε προσπάθεια σύζευξης της Μαύρης Θάλασσας με την Αδριατική.

Αποτέλεσμα εικόνας για παραεγνατια οδος

Η ελληνική έκδοση της Εγνατίας Οδού, με τις συμπληρωματικές της προεκτάσεις προς την Αλβανία, τη FYROM και τη Βουλγαρία, που υλοποιήθηκε το 2012 και προχωράει σταθερά σταθερά, παρουσιάζεται ως η μόνη αξιόπιστη και υψηλών προδιαγραφών οδική σύνδεση των δυο άκρων της Βαλκανικής. Τα τουρκικά σχέδια στα Βαλκάνια φαίνεται ότι έχουν κολλήσει, ενώ τα ελληνικά προχωρούν με αργό αλλά σταθερό ρυθμό. Η επιτυχία της βαλκανικής πολιτικής της Ελλάδας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, τόσο από τη σταθερότητα της FYROM, όσο κι από το βαθμό πρόσδεσής της στο «άρμα» της ελληνικής επιρροής. Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι «όποιος κατέχει τη Μακεδονία κρατάει και τα γεωπολιτικά κλειδιά της χερσονήσου μας». Έτσι δεν πρέπει ν’ αποτελέσει έκπληξη η μακροπρόθεσμη στρατηγική σύζευξη της Ελλάδας, που επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη στα Βαλκάνια, με τον αδύνατο «κρίκο» της χερσονήσου μας. Μια τέτοια σύζευξη θα σταθεροποιήσει το ευάλωτο αυτό κρατίδιο, ενώ από την άλλη θα επεκτείνει την ελληνική επιρροή σε όλη τη βαλκανική ενδοχώρα. Το έδαφος της FYROM αποτελεί ιδανικό εφαλτήριο γεωπολιτικής και γεωοικονομικής επέκτασης προς την κατεύθυνση βορρά-νότου, κάτι που σε μια παραδοσιακά ναυτική δύναμη, όπως είναι η Ελλάδα, θα προσδώσει μια μοναδική δυναμική διείσδυσης προς την ηπειρωτική της ενδοχώρα.

Κοντολογίς η Ελλάδα θα πρέπει να συμβάλλει αρχικά στη σταθεροποίηση του αδύνατου «κρίκου» της Βαλκανικής που λέγεται FYROM και να εγγυηθεί την ασφάλειά του. Στη συνέχεια θα πρέπει να προχωρήσει σε όλες τις απαιτούμενες κινήσεις (επίλυση της εκκρεμότητας της ονομασίας, μεγάλες επενδύσεις, ενεργειακή εξάρτηση κ.α.), ώστε να προσδέσει αυτήν τη μικρή κομβική χώρα στο άρμα των ελληνικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και οι κινήσεις της Αθήνας θα πρέπει να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση με γνώμονα πάντα την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή και το σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, που προτάσει πάντα η Ελλάδα ειδικά στις διαφορές της με τη γειτονική και αναθεωρητική Τουρκία, που είναι και η πραγματική απειλή.

O Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com). Το βιβλίο του “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους” αναλύει πολυεπίπεδα τη γεωπολιτική κατάσταση στα Βαλκάνια, στην Εγγύς Ανατολή και στο διαχρονικό ρόλο της Ελλάδας και του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή μας.

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 18 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!