Category Archives: ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ – GEOPOLITICS

Το Τέλος της Δύσης; The West and the Rest

Το Τέλος της Δύσης;

The West and the Rest

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση διαρκείας, διάσπαση και εσωτερικοί ανταγωνισμοί, δημογραφική στασιμότητα και γήρανση, απώλεια βιομηχανικού και τεχνολογικού προβαδίσματος σε πολλούς τομείς, συσσώρευση χρεών και ελλειμμάτων, κρίση αξιών, ταυτότητας και οραμάτων, φοβικά σύνδρομα και αίσθηση παρακμής, και τέλος “κενό ακυβερνησίας” στη Δύση, διαπιστώνουν οι αναλυτές, συνοψίζοντας την κατιούσα πορεία της Δύσης από τις αρχές του 21ου αιώνα. Το “κερασάκι στην τούρτα” είναι το μεγάλο κενό που αφήνει η ακυβερνησία στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που προκαλεί μεγάλες αναταραχές τόσο στο εσωτερικό τους, όσο και στην περιφέρειά τους και ειδικά στη Μέση Ανατολή, αλλά και στην Ουκρανία, η οποια αφήνεται έρμαιο στις επεκτατικές ορέξεις της Ρωσίας του Πούτιν. Με απερχόμενους τους ηγέτες της Βρετανίας (με το Brexit προ των πυλών) και της Γερμανίας, με τον Γάλλο πρόεδρο να ταπεινώνεται από τον ξεσηκωμό των Κίτρινων Γιλέκων και τις ΗΠΑ του Τραμπ να είναι βαθιά διχασμένες σχετικά με τον παγκόσμιο ρόλο τους, το αναδυόμενο κενό ηγεσίας στις εύρωστες δημοκρατίες της Δύσης φαίνεται να είναι ξαφνικά ιδιαιτέρως έντονο, σημειώνει εύστοχα το το Bloomberg.

Η Δύση πλέον δεν υφίσταται

Πολλοί έγκριτοι αναλυτές καταλήγουν στο θλιβερό συμπέρασμα πως η Δύση ως ιδέα δεν υφίσταται πλέον, ενώ επώδυνες και τεκτονικής φύσης μεταβολές φαίνεται να λαμβάνουν χώρα σε όλο τον κόσμο, αλλάζοντας τον ριζικά, και με το Δυτικό κόσμο να παρακολουθεί αμήχανος τις εξελίξεις. Πλησιάζοντας στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μήπως ζούμε το τέλος της 500ετούς υπεροχής της Δύσης;

“Για το μεγαλύτερο διάστημα των προηγούμενων 500 ετών, η Δύση είχε σαφώς απολαύσει ένα πραγματικό και μόνιμο πλεονέκτημα έναντι των Υπολοίπων. Η ψαλίδα ανάμεσα στο δυτικό και στο κινεζικό εισόδημα είχε αρχίσει να ανοίγει ήδη από την πρώτη δεκαετία του 1600, και συνέχισε να διευρύνεται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αν όχι και αργότερα. Έκτοτε, όμως, έκλεισε με εκπληκτική ταχύτητα. Η χρηματοπιστωτική κρίση (σ.σ. του 2008) αποκρυστάλλωσε το επόμενο ιστορικό ερώτημα που θα ήθελα να θέσω: Μήπως έχει πλέον χαθεί το πλεονέκτημα της Δύσης;”, διερωτάται με νόημα ο Βρετανός ιστορικός Nial Ferguson στο βιβλίο του “Civilization: The West and the Rest” (στα Ελληνικά, εκδ. Παπαδόπουλος, 2012).

Η αποδυνάμωση της Αμερικής

Τα γεγονότα και οι εξελίξεις συνηγορούν σε μία καταφατική ερώτηση σε αυτό το καίριο ερώτημα. Καταρχάς η πιο ισχυρή δύναμη της Δύσης, οι ΗΠΑ, και η πλανητική αυτοκρατορία που οικοδόμησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1945-1991), έχει αρχίσει σταδιακά να αποδυναμώνεται και τα άκρα της να ξηλώνονται. Στη Μέση Ανατολή η αμερικανική στρατιωτική ισχύς αποδείχθηκε ανίκανη να επιφέρει μακροπρόθεσμες νίκες και σταθερότητα, όπως έδειξε το τέλμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, το οποιο είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή άμεσης στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ στο Συριακό εμφύλιο (2011-2018), που έδωσε την ευκαιρία στη Ρωσία και σε άλλες δυνάμεις (Ιράν, Τουρκία κ.ά.) να καλύψουν το κενό και να αναλάβουν στρατιωτική δράση. Στο εσωτερικό πεδίο η αμερικανική κοινή γνώμη έδειξε σχεδόν αδιαφορία για τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και αλλού.

Επίσης η υπερχρεωμένη αμερικανική οικονομία, προσανατολισμένη περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην παραγωγή, αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις, κι εξαρτημένη από ξένα κεφάλαια, δάνεια και επενδύσεις. Η φτηνή εργασία και τα φτηνά κεφάλαια της Κίνας διόγκωσαν την κατανάλωση στις ΗΠΑ κι έπαιξαν το ρόλο τους στην “φούσκα” των ετών 2002-2007 και στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την επακόλουθη οικονομική ύφεση, από την οποία ούτε οι ΗΠΑ, ούτε και η Δύση συνολικά δεν έχει συνέλθει ακόμη. Την ίδια περίοδο μη Δυτικές δυνάμεις, όπως η Κίνα, συνέχισαν να αναπτύσσονται αλματωδώς και να βελτιώνουν θεαματικά τη διεθνή τους οικονομική και γεωπολιτική θέση.

Εμπορικοί πόλεμοι ΗΠΑ: μια ομολογία αδυναμίας

Οι εμπορικοί πόλεμοι, τους οποίους κήρυξε μονομερώς από το 2017 ο πρόεδρος Τραμπ, και οι οποίοι στρέφονται κυρίως κατά της ανερχόμενης Κίνας και δευτερευόντως κατά της Ευρώπης, είναι στην ουσία ομολογία αδυναμίας και ανασφάλειας, δηλαδή αποτυχίας της αμερικανικής οικονομίας να ανταγωνιστεί παλιές και νέες οικονομικές δυνάμεις μέσα στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που η ίδια δημιούργησε. Παρά την επιθετικότητα τους οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ είναι στην ουσία “αμυντικοί”: μια εμφανής παραδοχή κατωτερότητας των ΗΠΑ, αλλά και της Δύσης γενικότερα, ειδικά στον οικονομικό, παραγωγικό και τεχνολογικό τομέα, κυρίως σε σχέση με τις ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις της ανατολικής Ευρασίας.

Οι κοινωνίες και οικονομίες της Ανατολής, στην αρχή της Ιαπωνίας και κατόπιν και της Κίνας, έκλεισαν την ψαλίδα τους με τη Δύση αρχικά αντιγράφοντας τους θεσμούς και τους τρόπους λειτουργίας και βιομηχανικής παραγωγής της Δύσης. Κατόπιν, αφού εκσυγχρονίστηκαν ταχύτατα και απέκτησαν ανταγωνιστική παραγωγική βάση, ξεπέρασαν τη Δύση σε πολλούς τομείς. Απέκτησαν έτσι μια νέα αυτοπεποίθηση και στη συνέχεια υιοθέτησαν ένα δικό τους “υβριδικό μοντέλο” συνδυάζοντας επιλεκτικά στοιχεία του Δυτικού πολιτισμού, της πολιτικής, οικονομίας και τεχνολογίας, με τα δικά τους πολιτισμικά στοιχεία και παραδόσεις, δημιουργώντας μια νέα -και πετυχημένη για την ώρα- σύνθεση. Όσο κι αν αυτο-επαίρεται ο Τραμπ, ζητώντας επιτακτικά την ανάκτηση του “αμερικανικού μεγαλείου”, δεν μπορεί πλέον να αξιώνει ανωτερότητα των ΗΠΑ, αλλά και της Δύσης γενικότερα, έναντι της ανατολικής Ευρασίας, δηλαδή της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ινδονησίας και μελλοντικά και της Ινδίας, ειδικά σε τομείς τεχνολογίας και οικονομίας. Η υπεροχή αυτή της ανατολικής Ευρασίας είναι ζήτημα χρόνου να μετατραπεί και σε αμυντική, στρατιωτική υπεροχή, με νέα πεδία ανταγωνισμού, όπως είναι το Διάστημα. Στην καλύτερη περίπτωση είναι πιο ρεαλιστικό ένας Αμερικανός πρόεδρος να αρχίσει να οραματίζεται τη θέση των ΗΠΑ στις επόμενες 2-3 δεκαετίες ως “πρώτης μεταξύ ισοδύναμων”, δηλαδή ηγέτιδας -αλλά όχι Ηγεμονικής- δύναμης σ’ έναν πολυπολικό κόσμο, και όχι στον αλαζονικό ρόλο του “Πλανητάρχη”.

Η Ρωσία “γυρίζει την πλάτη” στη Δύση;

Η αυταπάτη της “αμερικανικής υπερδύναμης” διαλύθηκε και σε σχέση με την, ηττημένη από τον Ψυχρό Πόλεμο, Ρωσία. Η Αμερική, ενώ κατά τη δεκαετία του 1990 αντιμετώπιζε περιφρονητικά τη Ρωσία ως έναν ετοιμοθάνατο πρώην αντίπαλο, από το 2001 και μετά, φαίνεται πως έχει περάσει σε σχέση τακτικής εξάρτησης από τη Ρωσία, ειδικά σε σχέση με την παγκόσμια εκστρατεία της Ουάσιγκτον για την καταστολή της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η ρωσική συνδρομή ήταν ζωτικής σημασίας για τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν ενάντια στους Ταλιμπάν από το φθινόπωρο του 2001 και μετά. Οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες των δύο χωρών συνεχίζουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνεργάζονται σε αυτόν τον τομέα. Χωρίς την ενεργή στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στον πόλεμο της Συρίας, υπέρ του καθεστώτος Άσαντ και κατά του ISIS, το “Ισλαμικό Χαλιφάτο” του Λεβάντε δε θα είχε κατανικηθεί. Οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία διάθεση να εμπλακούν άμεσα σε αυτόν τον πόλεμο, έπειτα από το τέλμα των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, που οδήγησαν και στην “τερατογέννεση” του ISIS. Και δεν έχει καμία διάθεση να εμπλακεί στρατιωτικά -και ορθώς- στη διένεξη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, προκρίνοντας μια άνευρη διπλωματική πίεση σε συνδυασμό με οικονομική στήριξη του Κιέβου.

Το “θερμό επεισόδιο” μεταξύ ουκρανικών και ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην Αζοφική Θάλασσα τον Νοέμβριο του 2018 απέδειξε πως η Μόσχα, υπό την αποφασιστική ηγεσία του αυταρχικού Πούτιν, μπορεί να εκμεταλλευτεί τόσο την αμερικανική αδυναμία, όσο και τη διαφορά απόψεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, πάνω σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα, όπως είναι η Ουκρανία, η Συρία, και ειδικά το Ιράν. Ο Πούτιν δοκίμασε την αποφασιστικότητα της Δύσης στο Ουκρανικό και η Δύση απέτυχε και σε αυτή τη δοκιμασία.

Αυτό το “κενό ηγεσίας” εκ μέρους της Δύσης προσφέρει τη δυνατότητα στον πρόεδρο Πούτιν και στον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ να έχουν περισσότερα περιθώρια για ελιγμούς, ενώ εγείρει το ερώτημα εάν υπάρχει πλέον ενότητα στη Δύση. Σε κάθε περίπτωση, καθώς “η γεωπολιτική απεχθάνεται το κενό”, είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο σε αυτή τη φάση η Ρωσία, βλέποντας την διάσπαση και την αδυναμία της Δύσης, να της “γυρίσει την πλάτη” και να στραφεί προς την Ανατολή, συνάπτοντας στρατηγική συμμαχία με την ανερχόμενη Κίνα -ενδεχόμενο καταστροφικό, ειδικά για την Ευρώπη.

Η Ευρώπη σ’ έναν μετά-Δυτικό κόσμο

Αν η Ρωσία συμπράξει τελικά με την Κίνα ο μεγάλος χαμένος θα είναι η Ευρώπη. Μεταξύ Αμερικής και ανατολικής Ευρασίας η σημερινή Ευρώπη, η κοιτίδα του Δυτικού πολιτισμού, η οποία ως τις αρχές του 20ου αιώνα κυριαρχούσε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, βλέπει τον παγκόσμιο ρόλο της να περιορίζεται, τον πληθυσμό της να συρρικνώνεται και να γηράσκει, την οικονομία της να μην έχει ανακτήσει το χαμένο δυναμισμό της, και να σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες και υπαρξιακά προβλήματα, τη στιγμή που η περιφέρεια της βυθίζεται στις συγκρούσεις, προκαλώντας αποσταθεροποίηση και κύματα προσφύγων. Σε μια περίοδο που η Ευρωπαϊκή Ένωση ακρωτηριάζεται λόγω Brexit (Μάρτιος 2019), βλέπει ταυτόχρονα την άνοδο της ακροδεξιάς και του εθνολαϊκισμού, που προκάλεσε η στείρα υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας που διέρρηξαν την κοινωνική συνοχή, να δυναμιτίζουν το αξιακό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε, αυξάνοντας το δημοκρατικό έλλειμμα στη γηραιά ήπειρο. Την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει ένα έντονο “κενό ηγεσίας” με τους δημοκρατικά εκλεγμένους ηγέτες των σημαντικότερων χωρών της να αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και έρμαια των εξελίξεων. Και το χειρότερο από όλα είναι ότι η Ευρώπη δεν εμπνέει πλέον τους λαούς της, όπως στο παρελθόν. Αν αυτό λάβει διαστάσεις καθολικής αποδοκιμασίας της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους ευρωπαϊκούς λαούς, τότε η διάλυση της θα είναι αναπόφευκτη. Για την ώρα απέχουμε ακόμη αρκετά από αυτό το “σημείο χωρίς επιστροφή”, αν και οι επερχόμενες Ευρωεκλογές (Μάιος 2019) θα αποτελέσουν ένα -ευχάριστο ή δυσάρεστο- προμήνυμα του ευρωπαϊκού μέλλοντος.

Σε κάθε περίπτωση υφίσταται πλέον ένας διχασμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στο εσωτερικό της Ε.Ε., πράγμα αυτοκαταστροφικό για το σήμα που εκπέμπει η Δύση συνολικά στον υπόλοιπο κόσμο. Ο αθυρόστομος πρόεδρος Τραμπ έχει ταχθεί υπέρ της διάλυσης της Ε.Ε., σε ίδιο μήκος κύματος με τον πρόεδρο Πούτιν. Και οι δύο τους εργάζονται συστηματικά για να δυναμιτίσουν την Ευρώπη. Ο Τραμπ είναι ένθερμος υποστηρικτής του Brexit -μάλιστα παρότρυνε το Γάλλο πρόεδρο Μακρόν να κάνει το ίδιο!- ενώ ο Πούτιν ήταν υπέρ της απόσχισης της Καταλονίας, τη στιγμή που η Ρωσική Ομοσπονδία δεν αφήνει καμία από τις δημοκρατίες που την αποτελούν να αποσχιστεί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό για την Ευρώπη να παραμείνει ενωμένη ως Ευρωπαϊκή Ένωση, παρ’ όλες τις ατέλειές της, και μάλιστα να εμβαθύνει κι άλλο την ενοποίηση της, δημιουργώντας δικό της Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, προϋπολογισμό Ευρωζώνης, δικό της Ευρωστρατό, κοινή πολιτική άμυνας, διαστήματος, περιβαλλοντική κλπ. Είναι αποφασιστικής σημασίας τόσο για την ύπαρξη της ίδιας της Ευρώπης, όσο για το “πολιτισμικό σήμα” που θα συνεχίσει να εκπέμπει η Δύση σ’ έναν κόσμο που θα την έχει πλέον ξεπεράσει.

Στις επόμενες δεκαετίες η γηρασμένη Ευρώπη θα συρρικνωθεί κι άλλο δημογραφικά (εκτός αν με τη συνδρομή και των μεταναστών ο πληθυσμός της θα παραμείνει σταθερός ή θα αυξηθεί έστω λιγάκι), ενώ η συμμετοχή της στο παγκόσμιο ΑΕΠ θα βαίνει συνεχώς μειούμενη. Ως το 2050 μόνο μία χώρα της Ε.Ε. θα βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα των πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου. Θα είναι η Γερμανία με ΑΕΠ 6.138 τρισ. δολάρια (PPP, ισοτιμία αγοραστικής δύναμης) και θα βρίσκεται στην 9η θέση, κάτω από το Μεξικό και πολύ πιο κάτω από την Ινδονησία (4η θέση). Στην πρώτη θέση θα βρίσκεται η Κίνα με 58.499 τρισ. δολάρια (PPP, ισοτιμία αγοραστικής δύναμης), ακολουθούμενη από την Ινδία με 44.128 τρισ. δολάρια, ενώ σε μεγάλη απόσταση, 3η και “καταϊδρωμένη” θα είναι η σημερινή “παγκόσμια υπερδύναμη”, η Αμερική με 34.102 τρισ. Δολάρια. Στην πρώτη δεκάδα των πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου του 2050, θα βρίσκονται μόνον δύο Δυτικές χώρες (ΗΠΑ και Γερμανία) και αυτό τα λέει όλα.

Ο δημογραφικός παράγοντας είναι εξίσου σημαντικός: Το 1900 περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού ήταν “κάτω από τον πολιτικό έλεγχο” της Δύσης. Το 1990 το ποσοστό αυτό κατρακύλησε στο 15%, ενώ το έτος 2025 κάτω από το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Δύσης.

Ο οικονομικός ρόλος της Δύσης θα είναι περιορισμένος στις επόμενες δεκαετίες. Αυτή η εξέλιξη θα προκαλέσει μία, τεκτονικής φύσης, μετατόπιση της ισχύος από τη Δύση προς την Ανατολή και συγκεκριμένα προς την ανατολική και νότια Ευρασία (Κίνα και Ινδία). Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για να συνεχίσει η Ευρώπη να είναι ενωμένη, καθώς η κάθε χώρα ξεχωριστά θα έχει πολύ μικρότερη σημασία σε σχέση με το ενιαίο μπλοκ της Ε.Ε. όπως εμφανίζεται σήμερα. Αυτό θα φανεί άλλωστε και με το Brexit, έπειτα από το οποίο η “περήφανη και ανεξάρτητη Μεγάλη Βρετανία” θα συνειδητοποιήσει πόσο μικρή και μη ανταγωνιστική είναι στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθώς θα βλέπει την οικονομία της να συρρικνώνεται, το βιοτικό της επίπεδο να μένει στάσιμο, τις επιχειρήσεις της να περνούν σε ξένα χέρια και το γεωπολιτικό της ρόλο να περιορίζεται. Μέσα από αυτή την πικρή εμπειρία θα συνειδητοποιήσει πόσο πολύτιμη είναι η Ε.Ε., παρά τις όποιες ατέλειες της.

Σ’ έναν μετά-Δυτικό, πολυπολικό, κόσμο ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως “γέφυρας”, “σημείου αναφοράς” και παγκόσμιων πρωτοβουλιών για το περιβάλλον, τον πολιτισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, θα είναι καθοριστικός και αναντικατάστατος. Μόνον έτσι μπορεί να αποτελέσει έναν φάρο ελπίδας για όλη την ανθρωπότητα και μια υπενθύμιση του θετικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η Δύση στο νέο πλανητικό πολιτισμό του 21ου αιώνα.


Ο Γιώργος Στάμκος ( stamkos@post.com0 είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 23.12.2019

 

 

Advertisements

Η γεωπολιτική της Βόρειας Μακεδονίας και η Ελλάδα

Η γεωπολιτική της Βόρειας Μακεδονίας

και η Ελλάδα

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Στριμωγμένη στη μέση των Βαλκανίων, περίκλειστη και περιβαλλόμενη από δύσκολους εώς εχθρικούς γείτονες, η π.Γ.Δ.Μακεδονία κατέχει μια πολύ κρίσιμη γεωπολιτική θέση στα Βαλκάνια, ειδικά από την οπτική της Ελλάδας. Η βόρεια γειτονική μας χώρα η οποία, μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών επικύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών (17.6.2018) από τα κοινοβούλια των Σκοπίων και των Αθηνών, θα αποκαλείται κι επίσημα Βόρεια Μακεδονία, και μάλιστα erga omnes, έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Δεν είναι απλά ένας μικρός βόρειος γείτονας με ένα όνομα που αποτελούσε και αποτελεί “κόκκινο πανί” για πολλούς Έλληνες. Είναι μια γεωπολιτικά κομβική χώρα, κρίσιμη για τη σταθέροτητα στα Βαλκάνια και κατ’ επέκταση για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που η Ελλάδα φιλοδοξεί να διαδραματίσει στην ευρύτερη περιοχή.

Είναι γεγονός πως η γεωπολιτική φυσιογνωμία της βαλκανικής άλλαξε ριζικά με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (1991-1992) και τη σταδιακή ανάδυση στη θέση της επτά μικροτέρων χωρών, ορισμένες εκ των οποίων ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία τους που έγιναν ανεξάρτητες. Μια από αυτές ήταν και η π.Γ.Δ.Μακεδονία, μια μικρή κεντροβαλκανική δημοκρατία η σταθερότητα της οποίας χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη καθώς αποτελεί το σημείο όπου τέμνονται επικίνδυνα τα δύο αντίπαλα “τόξα” (ορθόδοξο και ισλαμικό) της περιοχής, που στο πρόσφατο παρελθόν έδωσαν αιματηρές συγκρούσεις στη Βοσνία και στο Κόσοβο. Από τη στιγμή που η π.Γ.Δ.Μακεδονία εμφανίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος (8 Σεπτεμβρίου 1992) στο γεωπολιτικό σκηνικό της χερσονήσου μας, σχεδόν όλοι οι γείτονές της εκδήλωσαν απροκάλυπτα το ενδιαφέρον τους και προσπάθησαν να αυξήσουν την επιρροή τους στα εδάφη αυτής της νεότευκτης δημοκρατίας. Για ένα διάστημα μάλιστα (1992-2001) σχεδόν όλες οι γειτονικές της χώρες άρχισαν να ορέγονται τον ευαίσθητο γεωστρατηγικό της χώρο, σε σημείο ώστε οι ΗΠΑ να πάρουν την “προληπτική απόφαση” να σταθμεύουν μόνιμα αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις στα Σκόπια. Διακηρυγμένος σκοπός της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας ήταν να λειτουργήσουν πυροσβεστικά και αποτρεπτικά για την περίπτωση μετάδοση των γιουγκοσλαβικών συγκρούσεων προς νότο -κάτι που έγινε ολοφάνερο με τον πόλεμο στο Κόσοβο (1998-1999) και το Νατοϊκο βομβαρδισμό της Σερβίας (άνοιξη του 1999).

Με πρόφαση λοιπόν το ενδεχόμενο επέκτασης των συγκρούσεων της Βοσνίας και του Κοσόβου προς νότο, οι ΗΠΑ έβαλαν “πόδι” στη π.Γ.Δ.Μακεδονία, την οποία θεωρούν εξαιρετικά ευάλωτη ακόμη και στην παραμικρή αποσταθεροποιητική κίνηση. Οι ανησυχίες των ΗΠΑ πηγάζουν κι από το γεγονός ότι στο έδαφος της π.Γ.Δ.Μακεδονίας τέμνονται, όπως προαναφέραμε, επικίνδυνα τα δυο αντίπαλα “τόξα” της βαλκανικής, γεγονός που θα προσέδιδε σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση και θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως να παρέσυρε και τους δυο άσπονδους συμμάχους του ΝΑΤΟ, την Ελλάδα και την Τουρκία, σε μια καταστρεπτική, για τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ανατολική Μεσόγειο, περιπέτεια… Στη συνέχεια προστέθηκε στους αμερικανικούς προβληματισμούς και η ανησυχία για τη γεωπολιτική διείσδυση της Ρωσίας στα δυτικά Βαλκάνια, καθώς και ο αποσταθεροποιητικός ρόλος που θα μπορούσε να διαδραματίσει μια ανεξέλεγκτη αντιδυτική Τουρκία υπό τον Ερντογάν, η οποία φλερτάρει απροκάλυπτα με τον αυταρχισμό και τον ισλαμισμό.

Με διεθνή παρέμβαση που οδήγησε στη Συμφωνία της Αχρίδας (13 Αυγούστου 2001) οι αιματηρές εθνοτικές συγκρούσεις μεταξύ Σλαβομακεδόνων (65% του πληθυσμού) και Αλβανών (27%), που διήρκεσαν έξι μήνες (Φεβρουάριος-Αύγουστος 2001), σταμάτησαν και η αλβανική μειονότητα, αποκτώντας περισσότερα δικαιώματα στη γλώσσα και στην αυτοδιοίκηση, άρχισε να βλέπει τον εαυτό της ως “συνδιαχειριστή” ορισμένων περιοχών της π.Γ.Δ.Μακεδονίας, με αλβανική πλειονότητα, αφήνοντας έτσι κατά μέρος τις αποσχιστικές της τάσεις.

Η Ελλάδα, η οποία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, φιλοδοξούσε να να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια, έπειτα από μια τρίχρονη (1992-1995) στείρα αντιπαράθεση με αυτόν το μικρό νεόκοπο γείτονά της, άλλαξε πολιτική επιδιώκοντας πλέον να προσδέσει την π.Γ.Δ.Μακεδονία στο δικό της “άρμα” συμφερόντων και να τη χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για γεωοικονομική διείσδυση προς τις αγορές της βόρειας βαλκανικής. Έτσι η ελληνική εξωτερική πολιτική με επίκεντρο τα Σκόπια εγκαινίασε, μετά το 1995 και την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, με την οποία η Ελλάδα αναγνώριζε τη γειτονική χώρα με τη σύνθετη ονομασία “Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, μια νέα περίοδο “οικονομικής διπλωματίας” στα Βαλκάνια. Σύντομα οι κάτοικοι της γειτονικής μας χώρας αντιλήφθηκαν τα οφέλη, που μπορούσαν ν’ αποκομίσουν μέσα από την βελτίωση των σχέσεών τους με την Ελλάδα. Με το τέλος του εμπάργκο το 1995 η Ελλάδα κατέστη ο σημαντικότερος οικονομικός εταίρος της χώρας και για ένα διάστημα ήταν και ο υπ’ αριθμόν ένα επενδυτής σε αυτή. Από τα διυλιστήρια της ΟΚΤΑ μέχρι βιοτεχνίες και σούπερ μάρκετ, οι ελληνικές εταιρίες δημιούργησαν ευκαιρίες απασχόλησης και αύξησαν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών προς όφελος, κυρίως, της ελληνικής οικονομίας. Οι βόρειοι γείτονες μας συνειδητοποίησαν -με “βαριά καρδιά” είναι η αλήθεια- ότι μακροπρόθεσμα, ακόμη και η ίδια τους η επιβίωση, εξαρτάται από τη σύμπλευσή τους με τα ελληνικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και την, διαμέσω της Ελλάδος, πρόσδεσή τους στο ευρωατλανικό άρμα (ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση).

Όταν βεβαίως επιλυθεί και η εκκρεμότητα της ονομασίας, μαζί με όλα τα προβληματικά σημεία των διμερών σχέσεων π.χ. αλυτρωτικές ερμηνείες στο Σύνταγμά της (κάτι που προβλέπεται επακριβώς στη Συμφωνία της Πρέσπας) η Βόρεια Μακεδονία πλέον, ως φίλη και σύμμαχος προς την Ελλάδα χώρα, θα μπορούσε αναδειχθεί σε κομβική σύμμαχο και εφαλτήριο για την γεωπολιτική εξακτίνωση της Ελλάδας στο νέο πλουραλιστικό γεωπολιτικό περιβάλλον της Βαλκανικής.

Εκ πρώτης όψεως τα στοιχεία που αφορούν τη π.Γ.Δ.Μακεδονία δε “γεμίζουν το μάτι” ενός απλού παρατηρητή. Με έκταση 25.713 τετραγωνικά χιλιόμετρα η π.Γ.Δ.Μακεδονία είναι η 3η μικρότερη σε έκταση και πληθυσμό (2,1 εκ. κατοίκους) χώρα των Βαλκανίων (μετά το Μαυροβούνιο και το Κόσοβο). Η πλειοψηφία (65%) των κατοίκων της είναι Σλαβομακεδόνες, ενώ υπάρχει και μια πολυάριθμη αλβανική κοινότητα (27% του πληθυσμού) που εντοπίζεται κυρίως στις βορειοδυτικές περιοχές της χώρας. Το ΑΕΠ της ανέρχεται σε 12 δισ. ευρώ και το κατά κεφαλήν της εισόδημα είναι μόνον 5.000 ευρώ, δηλαδή είναι μία από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης, μόλις στο 36% του κατά κεφαλήν μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παρόλα αυτά, έχοντας 228 χιλιόμετρα συνόρων με την Ελλάδα, η π.Γ.Δ.Μακεδονία αποτελεί τη βασική φυσική χερσαία πύλη διασύνδεσης της Ελλάδας με το βορρά, με τη Σερβία και την κεντρική Ευρώπη. Συνδέει αλλά και μπορεί να αποκόψει την επαφή της Ελλάδας με τον παραδοσιακό της σύμμαχο στα Βαλκάνια, τη Σερβία, αλλά και το αντίστροφο. Η ελεύθερη πρόσβαση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης είναι, ως γνωστόν, βασική προτεραιότητα της σερβικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή μας, πράγμα που καθιστά αυτομάτως τη π.Γ.Δ.Μακεδονία πολύτιμο συνδετικό κρίκο της σερβικής ενδοχώρας με το Αιγαίο και το Μεσόγειο. Και αντίστροφα πολλαπλασιάζει και εξακτινώνει τη δυναμική του λιμανιού της Θεσσαλονίκης και της βόρειας Ελλάδας προς τη βαλκανική ενδοχώρα. Ως γνωστόν η Θεσσαλονίκη είναι ιστορικά και γεωγραφικά προσανατολισμένη προς τις κοιλάδες του Αξιού-Μοράβα, έχει δηλαδή μια ξεκάθαρη φυσική κατεύθυνση προς βορρά, προς τη π.Γ.Δ.Μακεδονία και τη Σερβία. Είναι το φυσικό επίνειο ολόκληρης της βαλκανικής χερσονήσου.

Γι’ αυτό τόσο η Σερβία, όπως και η Ελλάδα, συγκλίνουν διαχρονικά στη στρατηγική επιλογή της διαφύλαξης της ακεραιότητας της π.Γ.Δ.Μακεδονίας. Οι δύο σύμμαχες βαλκανικές χώρες (Ελλάδα και Σερβία) κατά βάθος επιθυμούν τη διαφύλαξη της ξεχωριστής οντότητας και ταυτότητας της π.Γ.Δ.Μ. ως μέσο αποτροπής του ενδεχόμενου συνειδησιακής προσκόλλησης των Σλαβομακεδόνων στο βουλγαρικό έθνος -με το οποίο έχουν στενές ιστορικές και πολιτιστικές σχέσεις- και μελλοντικής ένωσης της χώρας με τη Βουλγαρία, κάτι που θα ανέτρεπε όλους τους ελληνικούς σχεδιασμούς στο βαλκανικό χώρο.

Από το έδαφος της π.Γ.Δ.Μακεδονίας διέρχεται ο στρατηγικής σημασίας οδικός άξονας Ε75 που συνδέει τη Θεσσαλονίκη με το Βελιγράδι και τη Βουδαπέστη, καθώς η αντίστοιχη σιδηροδρομική γραμμή, που αποτελούν τους βασικότερους χερσαίους άξονες διασύνδεσης της Ελλάδας με την κεντρική Ευρώπη και το αντίστροφο. Υπάρχουν επίσης σχέδια για κάθετους ενεργειακούς αγωγούς που θα συνδέουν την Ελλάδα με την κεντρική Ευρώπη μέσω της π.Γ.Δ.Μακεδονίας, καθώς και το φαραωνικό σχέδιο κατασκευής μιας “υδάτινης λεωφόρου” που θα συνδέει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μέσω του πλωτού Αξιού και Μοράβα με τον Δούναβη. Η σημασία της φάνηκε το 2015 κι από το κλείσιμο της λεγόμενης “βαλκανικής οδού” διέλευσης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, που εγκλώβισε ξαφνικά στην Ελλάδα δεκάδες χιλιάδες Σύρους πρόσφυγες, δημιουργώντας τον τεράστιο προσφυγικό καταυλισμό της Ειδομένης -ένα αίσχος και στίγμα για την πολιτισμένη Ευρώπη.

Για όλους αυτούς τους λόγους βασική εθνική στρατηγική επιλογή της Ελλάδας, την οποία υιοθέτησε με ιδιαίτερη σοβαρότητα η σημερινή κυβέρνηση, είναι, παρά τις όποιες εθνικιστικές κραυγές που ακούγονται για λόγους μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και εσωτερικής κατανάλωσης, να συμβάλλει στη σταθεροποίηση του αδύνατου “κρίκου” της βαλκανικής που λέγεται π.Γ.Δ.Μακεδονία και να εγγυηθεί την ασφάλειά, εξασφαλίζοντας την πρόσδεσή του στις ευρωατλαντικές δομές. Στη συνέχεια θα πρέπει να προχωρήσει σε όλες τις απαιτούμενες κινήσεις (επίλυση της εκκρεμότητας της ονομασίας κ.ά., μεγάλες στρατηγικές επενδύσεις, ενεργειακή εξάρτηση, φιλική πολιτική “ήπιας ισχύος” κ.α.), ώστε να προσδέσει αυτή τη μικρή κομβική χώρα στο άρμα των ελληνικών γεωπολιτικών συμφερόντων και της νέας στρατηγικής συνανάπτυξης που προτάσσει η μεταμνημονιακή Ελλάδα, για να ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στα Βαλκάνια. Από γεωπολιτικής άποψης ισχύει απόλυτα για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα πως “αν δεν υπήρχε αυτή η χώρα θα έπρεπε να την εφεύρουμε”. Ακόμη και με ένα όχι και τόσο επιθύμητο όνομα. Πόσο μάλιστα με το όνομα “Βόρεια Μακεδονία” (Severna Makedonija) που είναι μια ονομασία που ανταποκρίνεται πλήρως στην ελληνική εθνική γραμμή της “σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό”, υιοθετημένης το 2008 από όλα τα τότε ελληνικά πολιτικά κόμματα πλην του ακροδεξιού ΛΑ.ΟΣ. Τέτοιες ευκαιρίες εμφανίζονται συνήθως μια φορά στον αιώνα και η Ελλάδα ορθώς επιχειρεί να την αδράξει, κλείνοντας έτσι ένα κακοφορμισμένο μακροχρόνιο ζήτημα κι ανοίγοντας μια νέα σελίδα ειρήνης, σταθερότητας και συνανάπτυξης για την ίδια και τα Βαλκάνια.

Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ειδικός για τα βαλκανικά ζητήματα.

Τα Προτεκτοράτα της Ρωσίας: Ενέργεια και ρωσόφωνες μειονότητες

Τα Προτεκτοράτα της Ρωσίας

Ενέργεια και ρωσόφωνες μειονότητες

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Χάρτης-των-Ρωσικων-Προτεκτοράτων.jpg

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Με την Ουκρανία να φλερτάρει και πάλι επικίνδυνα με την αστάθεια, βρισκόμενη και πάλι σε τροχιά εμφυλίου πολέμου στα ανατολικά της, και με τη χερσόνησο της Κριμαίας να έχει επιστρέψει στην αγκαλιά της Μόσχας, οι γεωπολιτικές και επεκτατικές ορέξεις της μετασοβιετικής Ρωσίας φαίνεται πως έχουν ανοίξει για τα καλά. Ο νέος ρωσικός επεκτατισμός είχε βέβαια ξεκινήσει λίγα χρόνια πιο πριν με την, υποκινούμενη από τη Μόσχα, απόσχιση από τη Γεωργία των περιοχών της Αμπχαζίας (Σοχούμι) και της Νότιας Οσετίας, που παρότι δεν κατοικούνται στην πλειοψηφία τους από ρωσόφωνους, εντούτοις αποτελούν πλέον de facto προτεκτοράτα της Μόσχας -άτυπα εξωτερικά “κρατίδια” της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Άτυπο επίσης ρωσικό προτεκτοράτο στην Υπερκαυκασία αποτελεί και η περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ, κατοικημένο από Αρμένιους, που αποσπάστηκε από το Αζερμπαϊτζάν, με τη συνδρομή της Μόσχας.

Ένα τέτοιο άτυπο “εξωτερικό κρατίδιο” ή προτεκτοράτο της Μόσχας αποτελεί και η λεγόμενη Υπερδνειστερία ή Transnistria, μια λωρίδα γης έκτασης 4.200 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που βρίσκεται ανατολικά του ποταμού Δνείστερου. Η Υπερδνειστερία αποσχίστηκε από τη Δημοκρατία της Μολδαβίας το 1992, έπειτα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη ενεργά και η 14η Στρατιά Φρουρών της Ρωσίας που πολέμησε εναντίον του νεότευκτου στρατού της ανεξάρτητης Μολδαβίας και φυσικά. Από τότε η Υπερδνειστερία αποτελεί de facto ανεξάρτητο κρατίδιο υπό την προστασία της Μόσχας (στην ουσία ένα ακόμη “ψευδοκράτος” που αναγνωρίζεται μόνον από το Κρεμλίνο, στα δυτικά σύνορα της, εχθρικής πλέον, Ουκρανίας), με τη δική της σημαία που διατηρεί ακόμη το σφυροδρέπανο της σοβιετικής εποχής. Από το περίπου μισό εκατομμύριο των κατοίκων της το 60% είναι Σλάβοι (Ρώσοι και Ουκρανοί) και μόνον το 32% είναι ρουμανόφωνοι Μολδαβοί.

Το δημοψήφισμα (16.3.2014) για την ανεξαρτητοποίηση της Κριμαίας και η επακόλουθη ενσωμάτωσή της στη Ρωσική Ομοσπονδία άνοιξε την όρεξη των κατοίκων της Υπερδνειστερίας να επιδιώξουν κι αυτοί το ίδιο. Υπάρχει ωστόσο ένα σοβαρό πρόβλημα: Η Υπερδνειστερία δεν έχει κοινά σύνορα με τη Ρωσία, αλλά με την Ουκρανία, που πλέον βρίσκεται σε Ψυχροπολεμική κατάσταση, στην ουσία σε ακήρυκτο πόλεμο, με τη Μόσχα. Για την ακρίβεια είναι μια φιλορωσική νησίδα που βρίσκεται πάνω από χίλια χιλιόμετρα μακριά από τα ρωσικά σύνορα. Αν η διαμάχη Ρωσίας-Ουκρανίας κλιμακωθεί θα μπορέσει άραγε να αντέξει η απομονωμένη Υπερδνειστερία; Αυτές οι σκέψεις όμως δεν πτοούν τα φιλορωσικά αισθήματα των κατοίκων αυτής της μικρής de facto ανεξάρτητης περιοχής, που συντηρούνται χάρη στη ρωσική οικονομική βοήθεια και φιλοδοξούν να αποτελέσουν κάποτε τμήμα μιας “μεγάλης Ρωσίας”. Άλλωστε και ο θύλακας του Καλίνινγκραντ (πρώην Αν. Πρωσία) στη Βαλτική δεν έχει χερσαία σύνορα με τη Ρωσία, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τα δύο πρόσωπα της Ρωσίας

Προερχόμενος από τον σκοτεινό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών (KGB) και των μηχανισμών του κάποτε πανίσχυρου σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος ο πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν εκφράζει τα καταπιεσμένα συναισθήματα και τη νοσταλγία σημαντικού τμήματος του ρωσικού λαού για ένα “μεγάλο, ισχυρό και επιβλητικό κράτος”. Στόχος του ήταν πάντα η παλινόρθωση, χάρη και στα τεράστια έσοδα από την πώληση του τεράστιου ορυκτού πλούτου της χώρας, ενός ισχυρού ρωσικού κράτους που θα εμπνέει σεβασμό στον κόσμο. Υιοθετώντας μια πολιτική συγκρίσιμη μ’ εκείνη της τσαρικής εποχής, βασιζόμενη ωστόσο στο ρωσικό εθνικισμό, ο Πούτιν επιθυμεί τη συγκρότηση μιας ακόμη μεγαλύτερης Ρωσίας, που θα αποτελεί και τον πυρήνα μιας “ευρασιατικής ένωσης”, η οποία θα έχει τα χαρακτηριστικά παγκόσμιας δύναμης με μεσσιανικές τάσεις. Η αισιοδοξία του για το μέλλον της Ρωσίας δεν είναι αβάσιμη, παρά τα σοβαρά δημογραφικά προβλήματα που αντιμετωπίζει για την ώρα αυτή η αχανής χώρα (μείωση του πληθυσμού της από τα 152 εκατομμύρια στα 141 εκατομμύρια κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες).

Η Ρωσία, εκτός από μεγαλύτερη σε έκταση χώρα στον κόσμο, είναι και ενεργειακή υπερδύναμη. Είναι η. πρώτη παγκοσμίως σε αποθέματα φυσικού αερίου και όγδοη σε αποθέματα πετρελαίου, ενώ υπάρχουν τεράστιες ανεξερεύνητες περιοχές, κυρίως στην Αρκτική, που φαίνεται να κρύβουν ασύλληπτα ενεργειακά αποθέματα. Η χώρα διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, αν και σχετικά απαρχαιωμένο. Έχει μια αξιόλογη αμυντική βιομηχανία, με εξαγωγικές δραστηριότητες και μια αξιοζήλευτη πυραυλική και διαστημική τεχνολογία καθώς και μόνιμη παρουσία στο διάστημα. Διαθέτει αξιόλογους επιστήμονες, συχνά σε πρωτοποριακούς τομείς, κι ένα σχετικά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Αν μπορούσε να τιθασεύσει την τεράστια διαφθορά, τη γραφειοκρατία και τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, ανανεώνοντας ταυτόχρονα τις τεχνολογικές και άλλες απαρχαιωμένες υποδομές της -σύμφωνα με μία εκτίμηση η Ρωσία ως το 2030 θα χρειαστεί τουλάχιστον δέκα τρισεκατομμύρια δολάρια (!) προκειμένου να εκσυγχρονίσει τον βιομηχανικό τομέα και τις υποδομές της, ποσό απλά αδύνατο να βρεθεί καθώς το ΑΕΠ αυτής της απέραντης χώρας εκτιμάται σήμερα στο 1,6 τρισ. δολάρια και είναι το 12ο παγκοσμίως- κι αν πετύχαινε τη δημογραφική της ανάκαμψη, η Ρωσία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει μια από τις πρωταγωνίστριες δυνάμεις του 21ου αιώνα.

Αλλά αυτό είναι μόνον η μία όψη του νομίσματος. Πέρα από την επιφανειακή λάμψη των νέων ουρανοξυστών της Μόσχας και τη χλιδή της Αγίας Πετρούπολης, πέρα από τη Ρωσία των νεόπλουτων υπερκαταναλωτών και των κοκκινομάγουλων πετρελαιάδων, υπάρχει μια νεοπρολεταριακή και βασανισμένη Ρωσία των επαρχιακών πόλεων, των κακοπληρωμένων εργατών και των μολυσμένων υποβαθμισμένων βιομηχανικών κέντρων, υπάρχει η παραμελημένη Ρωσία της αχανούς υπαίθρου με σχεδόν ανύπαρκτες υποδομές. Υπάρχει και η σκοτεινή Ρωσία της Μαφίας, των νεοναζιστικών οργανώσεων, της καταπίεσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της λογοκρισίας, της ομοφοβίας της βίας, και του ρατσισμού κατά των μεταναστών από τον Καύκασο και την κεντρική Ασία. Η μία εικόνα απλώς συμπληρώνει την άλλη ξεθωριάζοντας το ανερχόμενο “Ρωσικό Όνειρο”.

Πάντως για την ώρα η κυβέρνηση του Πούτιν προσπαθεί να κρύψει όλα αυτά τα προβλήματα “κάτω από το χαλί”, προβάλλοντας την εικόνα μιας ισχυρής και δυναμικής Ρωσίας, γεμάτης νέα αυτοπεποίθηση, που μπορεί να προβάλει την ισχύ της στο εξωτερικό, και να γίνει αντικείμενο σεβασμού και φόβου από φίλους και εχθρούς.

Ενέργεια και μειονότητες

Προς αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποιεί δύο βασικούς άξονες. Ο ένας είναι η λεγόμενη “ενεργειακή διπλωματία”, δηλαδή η χρησιμοποίηση του φυσικού αερίου και του πετρελαίου ως μοχλού πίεσης και εξάρτησης ώστε να ασκήσει έλεγχο κυρίως στις περιφερειακές της χώρες, όπως η Ουκρανία. Όλα τα προηγούμενα χρόνια η Μόσχα δημιουργούσε συχνά τεχνητές κρίσεις ανοίγοντας και κλείνοντας -με μια τακτική “καρότου και μαστιγίου”- τις στρόφιγγες των αγωγών φυσικού αερίου προς την Ουκρανία (π.χ. το 2006, το 2009, αλλά και το 2018), όταν έκρινε πως το Κίεβο απομακρύνονταν αρκετά από την επιρροή της και στρέφονταν προς τη Δύση. Ο άλλος παράγοντας και μοχλός πίεσης είναι η παρουσία πολυάριθμων ρωσικών μειονοτήτων, που βρίσκονται κυρίως στο βόρειο Καζακστάν, στην ανατολική Ουκρανία, στην Εσθονία κ.α. Υπολογίζεται πως 25 με 30 εκατομμύρια ρωσόφωνοι ζουν εκτός Ρωσίας, στις νέες χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Μόνον στην Ουκρανία οι ρωσόφωνοι υπολογίζονται γύρω στο 20% του πληθυσμού (περίπου 12 εκατομμύρια) και είναι η πλειοψηφία όχι μόνον στη χερσόνησο της Κριμαίας, αλλά και στην ανατολική Ουκρανία, και συγκεκριμένα στις βιομηχανικές περιοχές του Ντόνετσκ και του Χάρκοβου.

Η απόσχιση το 2014 της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας από την Ουκρανία και η ουσιαστική προσάρτησή της στην Ρωσική Ομοσπονδία, παρά τις έντονες αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνοιξε ουσιαστικά τους Ασκούς του Αιόλου για μια ευρύτερη μεταβολή των συνόρων στο μετα-σοβιετικό χώρο υπέρ της Ρωσίας. Ορισμένοι μάλιστα αναλυτές προσιδιάζουν αυτή την αναθεωρητική πολιτική της μετασοβιετικής Ρωσίας με την αντίστοιχη πολιτική της ναζιστικής Γερμανίας κατά το Μεσοπόλεμο, όταν η χώρα ενσωμάτωσε τη γερμανόφωνη Αυστρία και προσάρτησε γειτονικές περιοχές κατοικημένες από γερμανικές μειονότητες (π.χ. Σουδητία), προτού σύρει την Ευρώπη στη “Μεγάλη Νύχτα” του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για έναν ατυχέστατο παραλληλισμό καθώς ούτε η σημερινή Ρωσία μοιάζει με την ηττημένη μεσοπολεμική Γερμανία, ούτε και ο Πούτιν είναι Χίτλερ. Αυτό που επιδιώκει η σημερινή Ρωσία είναι περισσότερο να αποκαταστήσει τις αδικίες και ταπεινώσεις, που κατά τη γνώμη της συνέβησαν κατά τη δεκαετία του 1990 με τη θεαματική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Να επανέλθει στο “φυσικό ρόλο” της ως παγκόσμιας δύναμης, προστατεύοντας ταυτόχρονα και τα δικαιώματα των μειονοτικών της στο εξωτερικό. Να συγκροτήσει τέλος έναν ενιαίο οικονομικό χώρο στον οποίο η Ρωσία θα βρίσκεται στο επίκεντρο και όχι να δημιουργήσει μια νέα αυτοκρατορία σοβιετικού ή τσαρικού τύπου. Αλλά αυτό είναι κάτι που μένει να αποδειχθεί, καθώς υπάρχει ταυτόχρονα στο εσωτερικό της Ρωσίας και μια έντονα “μεγαλορωσική” εθνικιστική τάση, που καλοβλέπει μια αυτοκρατορική επέκταση της χώρας με πρόσχημα την “προστασία” των ρωσικών μειονοτήτων στο “εγγύς εξωτερικό” (πρώην Σοβιετική Ένωση). Αν αυτή η τάση κυριαρχήσει τελικά στην εξωτερική της πολιτική, επιβάλλοντας τον αναθεωρητισμό, η σύγκρουση της Ρωσίας με τη Δύση θα είναι αναπόφευκτη.

Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογραφός.

Σημείωση: Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr τον Δεκέμβριο του 2018.

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Παίζει η Μόσχα Ρώσικη Ρουλέτα με την “Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”;

Του Γιώργου Στάμκου

Από τον 18ο αιώνα και μετά τα Βαλκάνια απέκτησαν στρατηγική σημασία για τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Ρωσίας. Ουσιαστικά από τότε βρίσκονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, υπό τη σκιά και τη γεωπολιτική επιρροή της Μόσχας. Υπό το γεωφιλοσοφικό -και όχι μόνον- πρίσμα της Ρωσίας, όπως εκφράζεται στην εποχή μας και από τον Alexander Dugin, “γκουρού” της ρωσικής γεωπολιτικής και συμβούλου του Πούτιν, η Ευρασία χωρίζεται σε τρεις μεγάλες γεωπολιτισμικές ζώνες: στη Δύση, ο πολιτισμός της οποίας κυριαρχεί παγκοσμίως, στην Ανατολή (Κίνα, Ινδίες, Ιαπωνία) και στη λεγόμενη “Ενδιάμεση Περιοχή” (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Ρωσία), πολιτικό κέντρο της οποίας είναι η Ρωσική Ομοσπονδία (παλαιότερα ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και η διάδοχός της, η Οθωμανική), που ιστορικά επιδιώκει έναν “παγκόσμιο ρόλο”.


Ρωσία και Βαλκάνια

Τα Βαλκάνια υπήρξαν κατά τη σύγχρονη εποχή πάντα μια εποφθαλμιούμενη περιοχή για τη Ρωσία. Η Μόσχα επιθυμούσε σφόδρα να θέσει υπό τον έλεγχό της το λεγόμενο “μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης” πότε παίζοντας το χαρτί του “ομοδόξου” (η κοινή θρησκεία της ορθοδοξίας), πότε του Πανσλαβισμού και πότε της ιδεολογίας (κομμουνισμός κατά τον Ψυχρό Πόλεμο), με διακαή στόχο πάντα την προώθηση προς τις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Ως συνέπεια τα Βαλκάνια, από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα, μετατράπηκαν σε αρένα ανταγωνισμών και σε πεδίο σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων, πότε άμεσα και πότε “δια αντιπροσώπων”. Μετά το 1989 πάγια στρατηγική της Δύσης ήταν, και παραμένει, να εντάξει στους κόλπους της ολόκληρη την περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, αποκλείοντας ταυτόχρονα τη Ρωσία από αυτή. Γι’ αυτό το λόγο η Ρωσία, που θεωρεί τα Βαλκάνια τμήμα της “Ενδιάμεσης Περιοχής”, άρα ευρύτερο γεωπολιτισμικό χώρο δράσης της, έχει επανεργοποιηθεί έντονα τελευταία στην περιοχή μας, προκειμένου να ανακόψει την “στρατηγική περικύκλωσή” της από τη Δύση, θεωρώντας ταυτόχρονα πως η τελευταία είναι πλέον έντονα διχασμένη ανάμεσα στους δύο πόλους της (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ), επομένως σε φάση αδυναμίας.


Η Ρωσία ήταν πάντα μία από τις “προστάτιδες δυνάμεις” της Ελλάδας, αν και οι γεωπολιτικοί στόχοι της Μόσχας (Πανσλαβισμός, πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο κ.ά), έρχονταν σε αντίθεση με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, και προσέκρουαν στα στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης στην περιοχή. Έχοντας απολέσει το μεγαλύτερο τμήμα της επιρροής προς την “παραδοσιακά φιλοδυτική” Ελλάδα, ήδη από την εποχή ακόμη του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα είδε, μετά το 1989, “με βαριά καρδιά”, δύο πρώην δορυφόρους της στα ανατολικά Βαλκάνια και πλησίον των εδαφών της, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, να φεύγουν από τον έλεγχό της και να εισέρχονται στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., δηλαδή στους κόλπους της Δύσης. Ταυτόχρονα είδε, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον ακολουθούμενο κατακερματισμό της (1991-1999), τον έλεγχο της Δύσης να επεκτείνεται στη Σλοβενία, στην Κροατία, στην Αλβανία, στο μεγαλύτερο τμήμα της Βοσνίας και στο Κόσοβο. Τελευταίο κτύπημα υπήρξε η προσχώρηση του “ομοδόξου” και παράκτιου Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, το 2016, την οποία και η Μόσχα επιχείρησε να παρεμποδίσει μ’ ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Πλέον, οι μόνες χώρες στα Βαλκάνια που η Ρωσία διατηρεί ακόμη σχετικά ισχυρή επιρροή, παρεμποδίζοντας την ένταξή τους στις Ευρωατλαντικές δομές, είναι η Σερβία, η Σέρβικη Δημοκρατία (Republika Srpska) της Βοσνίας και η π.Γ.Δ.Μακεδονία.


Οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στην π.Γ.Δ.Μακεδονία

Είναι προφανές πως η Μόσχα δεν θα εγκαταλείψει εύκολα το γεωπολιτικό σταυροδρόμι των Βαλκανίων, ούτε και θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια αφήνοντας την επιρροή της να εξαφανιστεί, ειδικά πάνω στις τελευταίες χώρες της περιοχής που είναι ακόμη έντονα παρούσα. Γι’ αυτό, αν και εξωτερικά παριστάνει πως “δεν αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις” χωρών της περιοχής, η ρωσική διπλωματία, και ένας ολόκληρος μηχανισμός “πολέμου προπαγάνδας” και “ήπιας ισχύος”, έχει ενεργοποιηθεί έντονα στην π.Γ.Δ.Μακεδονία με στόχο τη ματαίωση της έγκρισης της Συμφωνίας των Πρεσπών και απώτερο στόχο τη ματαίωση -ή έστω την αναβολή στο διηνεκές- της ένταξης της χώρας στις Ευρωατλαντικές δομές.


Οι παρεμβάσεις πλέον της Μόσχας είναι πλέον απροκάλυπτες και συναγωνίζονται τις αντίστοιχες της Δύσης, η οποία θέλει να εντάξει αυτή τη μικρή βαλκανική χώρα στις δομές της. Δεν αποτέλεσε λοιπόν έκπληξη η ωμή παρέμβαση της Μόσχας κατά της Συμφωνίας της Πρεσπών, μέσω της Ρωσικής πρεσβείας στα Σκόπια, που δήλωσε επίσημα πως “η Ρωσία αναγνώρισε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα πριν από 26 χρόνια και δεν αλλάζει τη θέση της”. Κοντολογίς δεν συντρέχει λόγος η Ρωσία να αλλάξει τη θέση της για το ονοματολογικό, παρά τη Συμφωνία των Πρεσπών και την αρχική έγκριση των συνταγματικών αλλαγών, γιατί έτσι πριμοδοτεί τους εθνικιστές του VMRO, που επιθυμούν να ανακόψουν την όλη διαδικασία -κάτι που είναι προς το στρατηγικό συμφέρον της Μόσχας. Στο ίδιο μήκος κύματος το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε πως η ψηφοφορία στη Βουλή των Σκοπίων, κατά την οποία εξασφαλίστηκε τελικά η πλειοψηφία των 80 βουλευτών (τα 2/3 της Βουλής) δεν ήταν ελεύθερη, αλλά χειραγωγήθηκε και καθοδηγήθηκε από τις ΗΠΑ με σκοπό τη διευκόλυνση της ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ. “Οι οκτώ ψήφοι, οι οποίοι δεν επαρκούσαν για να υπάρξει η απαιτούμενη πλειοψηφία, διασφαλίσθηκαν μέσω εκβιασμών, απειλών και εξαγοράς βουλευτών της αντιπολίτευσης”, αναφέρεται στην ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και συνεχίζει κατηγορώντας την πρεσβεία των ΗΠΑ για άμεση παρέμβαση στην όλη διαδικασία, ενώ επισημαίνει πως “η άποψη των 2/3 των Μακεδόνων (σ.σ. όπως τους αναγνωρίζει η Μόσχα από το 1993), που αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, στο αποτυχημένο δημοψήφισμα της 30η Σεπτεμβρίου, αγνοήθηκε ωμά”. Κοντολογίς η Μόσχα, εκφράζοντας σε πρώτη φάση την έντονη δυσαρέσκειά της, φανέρωσε πως δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αμαχητί την πάγια βαλκανική πολιτική της. Εφόσον η διαδικασία έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών τραβήξει σε βάθος χρόνου, η Μόσχα αναμένεται να αυξήσει και τις παρεμβάσεις της στο εσωτερικό της π.Γ.Δ.Μακεδονίας, αλλά και της Ελλάδας, όταν θα έρθει προς έγκριση και στην ελληνική Βουλή. Ο “ρωσικός χειμώνας” αναμένεται λοιπόν να ενσκήψει ιδιαίτερα δριμύς κατά τους επόμενους μήνες πάνω από την περιοχή μας και θα πρέπει να λάβουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και κυρίως να οπλιστούμε με υπομονή και ψυχραιμία.

Το “σέρβικο χαρτί” της Ρωσίας

Αν, όπως ήδη διαφαίνεται, και ο μικρός βόρειος γείτονάς μας περάσει κι αυτός στον γεωπολιτικό έλεγχο της Δύσης, είναι σαφές πως η Ρωσία θα ποντάρει όλα τα εναπομείναντα “γεωπολιτικά κεφάλαιά” της στα Βαλκάνια στο ατίθασο “χαρτί” που λέγεται Σερβία, κι έχει ακόμη σοβαρά ανοικτά θέματα με τη Δύση, τόσο στο ζήτημα του Κοσόβου, όσο και σ’ εκείνο της Βοσνίας. Το επόμενο διάστημα η Σερβία αναμένεται να δεχθεί αφόρητες πιέσεις και από τις δύο πλευρές. Από τη μία η Δύση, χρησιμοποιώντας την τακτική του “καρότου και του μαστιγίου”, θα πιέζει ώστε να μη καταστεί η Σερβία “προωθημένο πιόνι της Ρωσίας” και “μαύρη τρύπα” της Ευρώπης. Από την άλλη η Ρωσία θα τονίζει στη Σερβία την παραδοσιακή φιλία τους, που βασίζεται και στο ομόδοξο (“ορθόδοξη αλληλεγγύη”) και ομόφυλο (πανσλαβιστική ιδέα), θα τη δελεάζει με επενδύσεις, ενεργειακά προγράμματα και αμυντική συνεργασία, ενώ θα της υπενθυμίζει την αντίφαση του να ενταχθεί σε μία συμμαχία (ΝΑΤΟ), η οποία την βομβάρδισε το 1999 και της απέσπασε μια επαρχία της (Κόσοβο), που θεωρείται “λίκνο του σερβο-ορθόδοξου πολιτισμού”. Η Σερβία, η πολιτική ηγεσία της, αλλά και ο λαός της, θα βρεθούν έτσι, για μια ακόμη φορά, υπό τρομερή πίεση και ενώπιον σοβαρών διλημμάτων. Από την τελική απόφαση της Σερβίας προς ποια πλευρά θα μετακινηθεί, διότι λόγω της σημαντικής γεωστρατηγικής της θέσης είναι αδύνατον να παραμείνει ουδέτερη, θα κριθεί τόσο η σταθερότητα των δυτικών Βαλκανίων, όσο και η ασφαλής πρόσδεσή τους στις Ευρωατλανικές δομές. Για την ώρα πάντως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Σχετική εικόνα

Οι ελληνο-ρωσικές σχέσεις σε νέα φάση

Τέλος, όσον αφορά τις δοκιμαζόμενες τελευταίως ελληνο-ρωσικές σχέσεις, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως η Ρωσία, ακόμη και μεταμφιεσμένη ως Σοβιετική Ένωση, έπαιζε πάντοτε σημαντικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας. Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δυσκολεύονταν να υιοθετήσουν μια καθαρά αντίθετη στάση απέναντι στη Ρωσία, ακόμη και στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Προτιμούσαν τις φιλικές, προνομιακές σχέσεις μαζί της ή, έστω, την ουδετερότητα. Υπάρχει ένα σαφές αμοιβαίο αίσθημα φιλίας ανάμεσα στον ελληνικό και στο ρωσικό λαό. Από την άλλη όμως υπάρχουν και τα συμφέροντα, κυρίως τα γεωπολιτικά, που είναι συχνά αντικρουόμενα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Στ. Πρεβελάκη, Έλληνα καθηγητή Γεωπολιτικής του πανεπιστημίου της Σορβόνης: “Η Μόσχα ονειρευόταν πάντοτε να γίνει η ‘Τρίτη Ρώμη’, δηλαδή να στεγάσει το κέντρο της Ορθοδοξίας, που βρίσκεται σήμερα στα χέρια του ελληνικού κλήρου της Κωνσταντινούπολης. Δεν πρόκειται απλά για θρησκευτικό ζήτημα. Είναι γεωπολιτικό θέμα με μεγάλη σημασία. Ενδεχόμενη απομάκρυνση του Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη θα έδινε στη Μόσχα την ευκαιρία να επιτύχει τον σκοπό της. Έτσι η Ρωσία έχει συμφέρον να δει τον ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό να εντείνεται” (Γ. Πρεβελάκης, Γεωπολιτική της Ελλάδας, σελ. 248, εκδ. Libro). Αυτό σημαίνει πως το ενδεχόμενο πριμοδότησης από τη Μόσχα της αποσταθεροποιητικής πολιτικής της Άγκυρας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, καθώς και η αύξηση των πιέσεων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι μόνο δε θα πρέπει να αποκλειστεί, αλλά να ληφθεί σοβαρά υπόψιν τόσο από την Αθήνα, όσο και από τη Δύση (Ε.Ε. και ΗΠΑ), τα γεωπολιτικά συμφέροντα της οποίας ταυτίζονται για την ώρα με εκείνα της Ελλάδας -και είναι αρκετά ισχυρά ώστε να ληφθούν και τα κατάλληλα αντίμετρα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.


Οι στόχοι της Ρωσίας σχετικά με την Ελλάδα θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο με το λιγότερο δυνατόν κόστος και τις ελάχιστες δυνατές παραχωρήσεις απέναντι στη χώρα μας, κι ως εργαλειακή χρήση της ομόδοξης Ελλάδας για την υπεράσπιση των ρωσικών συμφερόντων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια και των επερχόμενων “οικονομικών πολέμων”. Ως αντάλλαγμα η Ελλάδα θα συνεχίσει να βλέπει τη Ρωσία ως “πλευρική δύναμη”, που μπορεί πάντα να ασκήσει πίεση από το βορρά στην Τουρκία, ώστε να ανακοπούν οι επεκτατικές διαθέσεις της σε Αιγαίο και Κύπρο. Ακόμη κι αν η Ρωσία απολέσει τελικά και τα τελευταία γεωπολιτικά της ερείσματα στα Βαλκάνια η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να αναπτύξει τη συνεργασία, τις φιλικές σχέσεις, και να λειτουργεί ως προνομιακός εταίρος της Μόσχας, όχι μόνον στην περιοχή μας αλλά και στην Ευρώπη. Όπως δήλωσε μάλιστα σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργού Εξωτερικών Μιχαήλ Μπογκντάνοφ “έχουμε μια ειδική, στενή σχέση με την Ελλάδα και δεν σκοπεύουμε να τη θυσιάσουμε. Σεβόμαστε την Ελλάδα. Ο θρησκευτικός παράγοντας παίζει τον ρόλο του, οι δεσμοί μεταξύ των λαών είναι ισχυροί. Αλλά η πολιτική έχει τη δική της λογική. Υπήρξαν πολιτικοί στην Ελλάδα που δέχθηκαν σοβαρές πιέσεις και πήραν αποφάσεις που μας λύπησαν”, φωτογραφίζοντας πιθανότατα τον πρώην Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, η αποχώρηση του οποίου φαίνεται πως διευκολύνει την ελληνο-ρωσική επαναπροσέγγιση. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η προγραμματισμένη για τις 12 Δεκεμβρίου επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στο Κρεμλίνο και η συνάντηση του με τον πρόεδρο Πούτιν, ώστε να “κτιστούν γέφυρες” και να γίνει εστίαση στα κοινά συμφέροντα και όχι στις όποιες διαφορές, σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος όπως η οικονομία, η ενέργεια, ο τουρισμός και ο πολιτισμός. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να έχει απέναντί της τη Ρωσία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνορωσικές σχέσεις
Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 26.10.2018

https://tvxs.gr/news/kosmos/rosiki-royleta-sta-balkania?fbclid=IwAR0JC4lP4kh0a-V0qQ_vaAPT6S_w9KUGSeCHMv1R1llUcPEZnz-96V-JklQ

.

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας

Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Μια προαιώνια διαμάχη με “Αυτοκρατορικό πρόσημο”

Του Γιώργου Στάμκου (stamkos@post.com)

Η προαιώνια διαμάχη που υπέβοσκε ανάμεσα στη Μόσχα και στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, οδήγησε στο πρόσφατο “Ορθόδοξο Σχίσμα”. Με αφορμή την αναγνώριση από το Φανάρι της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών, που συνεδρίασε για πρώτη φορά στην ιστορία εκτός Ρωσίας στο Μινσκ της Λευκορωσίας, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, αποφάσισε να διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, απαγορεύοντας ρητά στους Ρώσους ορθόδοξους να εκκλησιάζονται κλπ. σε ναούς και προσκυνήματα, που ανήκουν στην άμεση εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Φαναρίου. Οι επιπτώσεις αυτού του “ορθόδοξου σχίσματος” είναι και θα είναι μεγάλες και θα φανούν σε όλη τους την έκταση στο κοντινό μέλλον. Για όσους γνωρίζουν την ιστορία κατανοούν φυσικά πως το διακύβευμα αυτής της ενδο-ορθόδοξης διαμάχης δεν είναι μόνο τα εκκλησιαστικά πρωτεία στους κόλπους του ορθόδοξου κόσμου. Υποκρύπτουν αυτοκρατορικές -ή, αν προτιμάτε, μετα-αυτοκρατορικές- φιλοδοξίες για μια “παγκόσμια μεσσιανική αποστολή” της Ρωσίας, ως “αυθεντικής και μοναδικής” κοιτίδας μιας βυζαντινο-σλαβο-ορθόδοξης κληρονομιάς, απέναντι στην οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται βασικός ανταγωνιστής.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991), του “κομμουνιστικού μπλοκ” και των αντίστοιχων καθεστώτων, μέσα σε μερικούς μήνες η Ρωσική Ομοσπονδία βρέθηκε κυριολεκτικά μόνη της και περιορισμένη στα σύνορα που είχε επί Μεγάλου Πέτρου, δηλαδή λίγο πάνω από 17.000.000 τ.χλμ. (αντί για τα 22.400.000 τ.χλμ. της ΕΣΣΔ). Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο και χωρίς πόλεμο η Μόσχα έχασε τον έλεγχο που είχε σε όλες σχεδόν τις εδαφικές κατακτήσεις του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα με αντίστοιχες πληθυσμιακές και οικονομικές απώλειες. Προσπαθώντας να ανασυνθέσει για άλλη μια φορά έναν συνεκτικό γεωπολιτικό χώρο και να αποκτήσει κάποιον έλεγχο στο “Εγγύς Εξωτερικό” της (δηλαδή στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ), όπου διαβιούσαν, ως μειονότητες πλέον, πολυάριθμοι Ρωσικοί πληθυσμοί, η Μόσχα στράφηκε και πάλι προς την Ρωσική Ορθοδοξία, που ήταν θεμελιωμένη σ’ έναν αυτοπροσδιορισμό κληρονομημένο από τον Βυζαντινό μεσσιανισμό και οικουμενισμό. Το Πατριαρχείο της Μόσχας, ως θεσμός που συνέδεε τη σημερινή Ρωσία με εκείνη των Τσάρων και κατ’ επέκταση με τη Βυζαντινή κληρονομιά, επιφορτίστηκε και πάλι με την αναβάπτιση της Ρωσίας σ’ αυτή τη παραδοσιακή “μεσσιανική αποστολή”, η οποία περιλαμβάνει και την προστασία και καθοδήγηση των απανταχού Ορθοδόξων, που από την πλευρά τους θα πρέπει να αναγνωρίσουν τη Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” και κέντρο της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Και σε αυτή την αποστολή το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης θεωρείται ο βασικότερος αντίπαλος, διότι ιστορικά και παραδοσιακά έχει τα πρωτεία στον Ορθόδοξο κόσμο -κάτι που αμφισβητείται εδώ και αιώνες από τη Μόσχα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Moscow patriarchate
Πατριάρχης Κύριλλος Μόσχας και Πασών των Ρωσιών

Μόσχα: η “Τρίτη Ρώμη”

Ως γνωστόν ο Ρωσικός αυτοπροσδιορισμός στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: Πρώτον στη σύγκρουση με τη μουσουλμανική Ανατολή και την Ασία γενικότερα. Δεύτερον στην αντιπαλότητα απέναντι στη Δύση (αντι-δυτικισμός) και στον Καθολικο-Προτεσταντικό κόσμο. Και τρίτον στο μύθο της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης”. Αυτός προήλθε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) στους Τούρκους, την παρακμή και εξαφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που καθιστούσε τη Ρωσία ως το μόνο ελεύθερο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο, έστω κι αν εκείνη την εποχή η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε αρχικά υπό την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” προστάτευε τη “μια και μοναδική, αληθινή ορθόδοξη πίστη” απέναντι στον “αιρετικό” Καθολικισμό και Παπισμό, καθώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν “εν αιχμαλωσία” σε μια πόλη υπό τουρκο-μουσουλμανικό ζυγό. Άλλωστε αρκετοί Ρώσοι θεωρούσαν από τότε την πτώση του Βυζαντίου ως “θεία τιμωρία” επειδή ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας είχε συμφωνήσει την ένωση με τη Ρώμη και την υποταγή στον Πάπα, προκειμένου να λάβει βοήθεια από τη Δύση για να αντιμετωπίσει την τουρκική επέκταση. Απώτερος στόχος της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης” δεν ήταν μόνον η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας από τους πολιτικο-θρησκευτικούς εχθρούς που την πολιορκούσαν, αλλά και η επέκταση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, διαδόχου της Βυζαντινής, ώστε να εξασφαλιστεί ο τελικός θρίαμβος της ορθόδοξης πίστης. Αυτό το ρωσικό μείγμα βυζαντινοορθόδοξης παγκοσμιότητας με πιο ρεαλιστικούς γεωπολιτικούς στόχους, όπως η απελευθέρωση όλων των υπόδουλων ορθόδοξων λαών, ακόμη και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, καθόριζε την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Τσαρική Ρωσία, η οποία το 1914 είχε φτάσει στο απόγειο της επέκτασής της (22.000.000 τ.χλμ.) κατέχοντας στα δυτικά την Πολωνία και τη Φιλανδία και φτάνοντας ανατολικά ως την Κορέα και τον Βερίγγειο πορθμό, μπήκε στο παιχνίδι των συμμαχιών του Α’ Π. Πόλεμου με βασικό στόχο, όχι μόνον να κυριεύσει και να προσαρτήσει την ανατολική Μικρά Ασία και τον Πόντο, αλλά κυρίως να προβεί σε “ορθόδοξη ανακατάληψη” της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, αναλαμβάνοντας δηλαδή και επίσημα όλη τη βυζαντινο-ορθόδοξη αυτοκρατορική κληρονομία, σε συνδυασμό με μια γεωπολιτική εξακτίνωση που θα της έδινε την πολυπόθητη πρόσβαση στις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Αν δεν συνέβαινε η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), που ανέτρεψε το Τσαρικό καθεστώς και ανέκοψε την αχαλίνωτη ως τότε εδαφική επέκταση της Μόσχας, η Κωνσταντινούπολη (Τσάριγκραντ στα Ρωσικά, που σημαίνει “Πόλη του Αυτοκράτορα”) και τα Στενά θα αποτελούσαν πιθανώς σήμερα τμήμα μιας αχανούς Ρωσικής αυτοκρατορίας, με την οποία Ελλάδα θα συνόρευε στη Θράκη, αποτελώντας ουσιαστικά δορυφόρο της. Σε μια τέτοια περίπτωση το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είτε θα είχε καταργηθεί και περιπέσει σε επίπεδο μητρόπολης, είτε -το πλέον πιθανόν- θα είχε γίνει κυρίως Ρωσικό και σλαβο-ορθόδοξο και ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα ήταν Ρώσος ή κάποιος που θα ευλογούσε τον Ρώσο αυτοκράτορα (ή πρόεδρο) και θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και την “παγκόσμια αποστολή” της Μόσχας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος
Ιερά Μονή Παντελεήμοντος: το τεράστιο Ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Όρους.

Άθως: Ένα ορθόδοξο “Μήλο της Έριδας”

Ενδεικτική της επεκτατικής πολιτικής (εδαφικής αλλά και εκκλησιαστικής) αποτελεί η στάση που κρατούσε η Ρωσία απέναντι στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”, το Άγιο Όρος, στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1914. Τότε η πολυάριθμη ρωσική μοναστική παρουσία στη χερσόνησο του Άθω, κυρίως μέσω του τεράστιου ρωσικού μοναστηρίου του Αγίου Παντελεήμονα στη δυτική ακτή αλλά και του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές, χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο επεκτατικής πολιτικής στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι μοναχοί στον Άθω είχαν πλησιάσει τότε στους 2.000 εγείροντας εύλογες ανησυχίες για εκρωσισμό, τόσο δημογραφικό, όσο πολιτικο-οικονομικό, της μοναστικής πολιτείας. Εκτός από το τεράστιο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, με τη μεγαλύτερη καμπάνα στον ορθόδοξο κόσμο -δώρο του ίδιου Τσάρου Νικόλαου- στον Άθω δημιουργήθηκαν ρωσικά νοσοκομεία και ξενώνες, που εφοδιάζονταν κατευθείαν από τη Ρωσία, εγείροντας υποψίες τότε πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως βάση για το ρωσικό στόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Η απελευθέρωση και ενσωμάτωση του Αγίου Όρους στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), αλλά κυρίως η έναρξη του Α’ Π. Πολέμου (1914) και η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), ανέκοψαν τον κύμα εκρωσισμού και η ισορροπία αποκαταστάθηκε προς όφελος των ελληνικών μοναστηριών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το 1991 το τεράστιο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα υπέπεσε σε παρακμή και όταν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά το 1988, όταν ακόμη υπήρχε η ΕΣΣΔ, το μοναστήρι αυτό ήταν μια σκιά του αλλοτινού ένδοξου εαυτού του, με άδειες και ερειπωμένες πτέρυγες, όπου φώλιαζαν κάργιες, και με μια ολιγάριθμη αδελφότητα Ρώσων και Ουκρανών μοναχών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος



Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το μοναστήρι, που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, έχει ανακατασκευαστεί πλήρως με τη στήριξη της Μόσχας και με δωρεές πλούσιων Ρώσων ολιγαρχών. Η ρωσική μοναστική αδελφότητα περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 άτομα, που έχουν όλα και την ελληνική ιθαγένεια. Οι συχνές επισκέψεις μελών τη ρωσικής ελίτ, ακόμη και του ίδιου του Πούτιν, που συνοδεύτηκαν από δωρεές και έργα ύψους 200 εκ. ευρώ σε όλο τον Άθωνα, αποτέλεσαν άλλη μια προβολή της προαιώνιας επιθυμίας της Μόσχας να τεθεί επικεφαλής όλων των ορθοδόξων, υποκρύπτοντας γεωπολιτικές υστεροβουλίες. Το Άγιο Όρος αποτελεί το σύμβολο και την κορωνίδα της διαμάχης του Ρωσισμού με τον Ελληνισμό για την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο.

Σχετική εικόνα
O Βλάντιμιρ Πούτιν στο Άγιο Όρος (Καρυές)


Μετά τη διακοπή των σχέσεων και δεσμών της Μόσχας με το Φανάρι, με αφορμή το θέμα της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας που ήταν αναθεματισμένη και σχισματική για τη Μόσχα, η Ρωσική Εκκλησία εξέδωσε απαγόρευση στους πιστούς της να επισκέπτονται και να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μοναστήρια του Άθωνα και φυσικά να μη προσφέρουν καμία δωρεά σε αυτά, ειδικά οι Ρώσοι μεγιστάνες. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα εγκαταλείψουν και τα μακρόπνοα σχέδια τους για διείσδυση στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate
Το έμβλημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA
Oικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης: Ο τελευταίος κληρονόμος του Βυζαντίου

Ένα “Ελληνο-Αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο

Από την πλευρά του το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το μοναδικό θεσμικό κατάλοιπο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, εκτός από τα πρωτεία στο χώρο της ορθοδοξίας, αποτελεί και τον κύριο άξονα αναφοράς του ελληνο-ορθόδοξου στοιχείου παγκοσμίως. Το Πατριαρχείο, που διατήρησε τα προνόμια του κατά την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιστάθηκε στην έξαρση των εθνικισμών του 19ου αιώνα και είδε το ποίμνιο του να συρρικνώνεται, ενώ υπέστη και διώξεις από τις οθωμανικές και μετέπειτα τουρκικές αρχές. Σήμερα εκτός από τους περίπου 10.000 εναπομείναντες Ελληνο-ορθόδοξους της Τουρκίας, κυρίως σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Ίμβρο, στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του ανήκουν το Άγιο Όρος, τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη και η Κύπρος, καθώς και όλη ελληνορθόδοξη διασπορά -το λεγόμενο “Γένος”, όπως χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από το Πατριαρχείο και έχει θρησκευτική και πολιτιστική διάσταση (όχι όμως φυλετική), σε αντιδιαστολή με το νεωτερικό Έθνος, που έχει σαφέστατα πολιτική διάσταση.

Υπολογίζεται ότι πάνω από 7.000.000 Ελληνο-ορθόδοξοι ζουν σήμερα εκτός Ελλάδας και Κύπρου. Απ’ αυτούς σχεδόν το 75% ζει σε αγγλόφωνες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Μεγάλη Βρετανία). Από τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς σημαντικότερη είναι η ελληνοαμερικανική κοινότητα (3.500.000 ή το 50% της ελληνικής διασποράς), που αποτελεί ένα από τα πλέον δυναμικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας και τμήμα πλέον της ελίτ της χώρας. Οι Ελληνοαμερικανοί έχουν τεράστια πολιτική αξία για την Ελλάδα καθώς επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της πολιτικής της σημερινής πλανητικής υπερδύναμης, προωθώντας παράλληλα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος (Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά, Μακεδονικό, Βαλκάνια). Το ακόμη πιο ενθαρρυντικό όμως είναι -μάλιστα μετά τις τελευταίες φανατικές κορώνες των ελλαδιτών Ιεραρχών- ότι σε θρησκευτικό επίπεδο η διασπορά αυτή δεν ανήκει στην εθνική Εκκλησία της Ελλάδας αλλά τελεί κάτω από την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης που, έχοντας σχεδόν 5.000.000 πιστούς σε αγγλόφωνες χώρες, μεταμορφώθηκε σ’ ένα “ελληνο-αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου γεωπολιτικού Φρανσουά Τουάλ.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Από αυτή την άποψη οι σχέσεις του Φαναρίου με την Ουάσιγκτον είναι πολύ πιο ζωτικές και στενές, σε σύγκριση με τη Μόσχα, διότι στις ΗΠΑ βρίσκεται πλέον και η πλειονότητα των πιστών του. Η Ουάσιγκτον επίσης αναγνωρίζει την οικουμενικότητα και τη πρωτοκαθεδρία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στον ορθόδοξο κόσμο και το υποστηρίζει σε πολλά επίπεδα π.χ. στο ζήτημα του ανοίγματος της θεολογικής σχολής της Χάλκης, αλλά και απέναντι στην αυθαιρεσία των τουρκικών αρχών. Οι ΗΠΑ θέλουν να δουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ηγείται του ορθόδοξου κόσμου και όχι το Πατριαρχείο της Μόσχας. Αυτό αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον και σαφέστατα συνετέλεσε στο να ωθήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αγνοήσει τις απειλές της Μόσχας και να αναγνωρίσει την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, απομακρύνοντας την ακόμη περισσότερο από την επιρροή της Μόσχας και φέρνοντας την εγγύτερα προς τη Δύση. Γι’ αυτό και η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας σημείωσε με νόημα πως “το Οικουμενικό Πατριαρχείο για πολιτικούς λόγους άλλαξε την θέση του”, υπονοώντας πως είτε υπέκυψε στις αμερικανικές παραινέσεις είτε προωθεί ένα είδος “ορθόδοξου παπισμού”. Σε κάθε περίπτωση αυτή η ρήξη και το σχίσμα θα έχει πολλές και μακροπρόθεσμες συνέπειες, που δεν μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε στην παρούσα φάση.

Σχετική εικόνα
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και Πατριάρχης Μόσχας Κυρίλλος.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσική Ομοσπονδία που αναδείχθηκε ως ο βασικός γεωπολιτικός κληρονόμος της, προώθησε έναν Ρώσικο αυτοπροσδιορισμό, ο οποίος βασιζόταν κυρίως στην αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας. Ειδικότερα, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανέλαβε (το 2000) την ηγεσία αυτής της απέραντης πολυεθνικής χώρας, ανάμεσα στα άλλα παλινόρθωσε και τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο ρόλο του οδηγού και φύλακα του ρωσικού έθνους, το οποίο και υποτίθεται πως προστάτευε απέναντι στις διαβρωτικές Δυτικές επιρροές. Ταυτόχρονα, αυτή η νέα Ρωσία επέδειξε κι έναν ολοένα και μεγαλύτερο αυταρχισμό απέναντι στους μη Ρώσους (π.χ. Ουκρανούς, μουσουλμάνους κ.ά.), ενώ άσκησε μια ενεργή και επεκτατική πολιτική προστασίας των Ρωσικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο λεγόμενο “Εγγύς Εξωτερικό” (στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Βασικός στόχος ήταν να διασφαλιστεί τη Ρωσο-ορθόδοξη πρωτοκαθεδρία σε μια αχανή πολυεθνική χώρα, που ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό της μεγάλη δύναμη με “παγκόσμια αποστολή”. Άλλωστε η ρωσική Ορθοδοξία θεωρούσε την ίδια ως συστατικό στοιχείο της σημερινής και μελλοντικής Ρωσίας. Συμπερασματικά η σημερινή Ρωσία του Πούτιν φαίνεται πως ακολουθεί το δρόμο ενός νέου αυταρχισμού, με θρησκόληπτες τάσεις απομονωτισμού απέναντι στη Δύση, βασικό εργαλείο της οποίας αποτελεί το Πατριαρχείο της Μόσχας. Η ρήξη με την Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, δεν έχει μόνον πνευματικούς και εκκλησιαστικούς σκοπούς αλλά υποκρύπτει γεωπολιτικές υστεροβουλίες και επεκτατικά “μεσσιανικά οράματα” από τα οποία η Μόσχα ουδέποτε απαλλάχθηκε.

Ορθόδοξη εκκλησία στην Ουκρανία.

Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Πηγή: Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 22.10.2018

Εθνογένεση στα Βαλκανια: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

 

Η Εθνογένεση στα Βαλκάνια

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ

ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Βαλκάνια Η Γένεση των Εθνών.jpg

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

    Στα τέλη 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έπειτα από δύο αιώνες στασιμότητας και παρακμής, φυλλοροεί και τα άκρα της στα Βαλκάνια αρχίζουν να ξηλώνονται. Τα ευρωπαϊκά εδάφη της, όσα δεν προσαρτώνται από την Αψβουργική ή την Ρωσική Αυτοκρατορία, γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης είτε εθνοτήτων που ζητούν αυτοδιάθεση είτε νεοσύστατων εθνών-κρατών που επιθυμούν να επεκτείνουν την εδαφική τους κυριαρχία, απελευθερώνοντας “αλύτρωτους αδελφούς”.   Συνέχεια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκανια

 

Σχετική εικόνα

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

ΗΕλλάδα του 2018, βγαίνοντας από την δεκαετή οικονομική της κρίση,το καθεστώς των Μνημονίων και την πολυετή εσωστρέφεια στην εξωτερική της πολιτική,αρχίζει να επανακτά τον φυσικό γεωπολιτικότης ρόλο σε όλη την περιφέρειά της και ειδικά στα Βαλκάνια. Επανακτά τη χαμένη αυτοπεποίθησή της και συνειδητοποιεί εκ νέου πως έχει τα απαραίτητα προσόντα για να διαδραματίσει ρόλο δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη στα Βαλκάνια και να καταστεί, αν το επιθυμεί, περιφερειακή δύναμη στην περιοχή.

Πρέπεινα σημειωθεί πως “γεωπολιτικός παίκτης” μπορεί να θεωρηθεί μια χώρα η οποία έχειτην ικανότητα αλλά, κυρίως, τη θέληση να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από τα σύνορά της. Τα κίνητρά της είναι ποικίλα και ξεκινούν από επιθυμία για ικονομική επέκταση και φτάνουν ως τηνιδεολογική ολοκλήρωση και το “μεσσιανισμό”. Στην περίπτωση της Ελλάδας τον πρώτο λόγο φαίνεται να έχει η γεωοικονομική επέκταση και η συνανάπτυξη και το δεύτερο η επιδίωξη ενός ιστορικά θεμελιωμένου “εθνικού μεγαλείου”. Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί και το κίνητρο της ιστορικής εκπλήρωσης του Ελληνισμού ο οποίος, έχοντας άμεσα ή έμμεσα κυβερνήσει αυτοκρατορίες, αισθάνεται ότι ήρθε ηώρα ν’ αναλάβει ευρύτερο ρόλο στην περιφέρειά του.

Μολονότι γεωγραφικά η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το νότιο άκρο της χερσονήσου, πέφτει δηλαδή κάπως έκκεντρη, ωστόσο έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε γεωοικονομικό πυρήνατης. Το οικονομικό “κέντρο βάρους” της Βαλκανικής δεν είναι πλέον ούτε η Κωνσταντινούπολη, ούτε η Αθήνα, ούτ εβεβαίως το Βελιγράδι. Το νέο γεωοικονομικό κέντρο της χερσονήσου μας, όπως αναδιαμορφώνεται με βάση την Ευρωατλαντική ενσωμάτωση, συμπίπτει με το ιστορικό επίνειό της: τη Θεσσαλονίκη. Η ανάδειξη της πρωτεύουσας του ελληνικού βορρά σε γεωοικονομική, εμπορική, πολιτιστική, τεχνολογική, επικοινωνιακή, ενεργειακή κ.ά. πρωτεύουσα των Βαλκανίων, αποτελείτο σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας, το σίγουρο εισιτήριο για τη γεωπολιτική εξακτίνωσή της στη Νοτιανατολική Ευρώπη.

Αυτήτη στιγμή στα Βαλκάνια δεν υπάρχει κάποιος άλλος υποψήφιος περιφερειακός ανταγωνιστής έναντι της Ελλάδας. Άλλωστε η γεωπολιτική ανάσχεση της Τουρκίας, η οποία στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της προς της Μέση Ανατολή (Συρία, Ιρακινό Κουρδιστάν κλπ.) κα ιαρχίζει να αντιμετωπίζει μια νέα βαθιά οικονομική κρίση η αντιμετώπιση της οποίας απορροφά τον δυναμισμό της, έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί χάρη στη μετριοπαθή, ευέλικτη και πολυδιάστατη ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία των τελευταίων χρόνων π.χ.Τετραμερή Συνεργασία Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ρουμανίας-Σερβίας.

Επί χρόνια η Τουρκία χρησιμοποιούσε ως κύρια μέσα γεωπολιτικής διείσδυσής της στα Βαλκάνια την εργαλειοποίηση τωνμουσουλμανικών και τουρκογενώνμειονοτήτων της χερσονήσου -τα λεγόμενα “ορφανά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”- καθώς και τον οικονομικό δυναμισμό της,που μεταφράζονταν σε αύξηση του όγκουτων εμπορικών συναλλαγών με τις βαλκανικές χώρες και των αντίστοιχων επενδύσεων. Ωστόσο τα πράγματα έχουν δυσκολέψειγια την Τουρκία και στους δύο τομείς. Από τη μία οι μουσουλμανικές κοινότητες και μειονότητες των Βαλκανίων θέλουννα απογαλακτιστούν από την εξάρτησή τους από μια όλο και πιο ισλαμιστική Ερντογανική Τουρκία, υιοθετώντας το μοντέλο ενός πιο κοσμικού Ευρω-ισλάμ, συμβατό με τις ευρωατλαντικές αξίες, και από την άλλη η οικονομική κρίση που μαστίζει πλέον την Τουρκία την οδηγεί σε βαθμιαία γεωοικονομική αναδίπλωσή της από τα Βαλκάνια.

Αυτήτη στιγμή κανένα κράτος ή συνδυασμός κρατών δεν είναι σε θέση να περιορίσουν το ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, τα οποία ωστόσο προσελκύουν όλο και περισσότερο τελευταία το ενδιαφέρον των μεγάλων γεωπολιτικών παικτών της Ευρώπης καθώς τα θεωρούν πλέον ζωτική για τα συμφέροντά και την ασφάλεια του ςπεριφέρεια. Η Γερμανία, αφού σταμάτησε να ασχολείται πλέον με την ανασυγκρότησητης Μεσευρώπης καθώς οι στόχοι της εκείέχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί, στρέφεικαι πάλι το ενδιαφέρον της στα Βαλκάνια, ειδικά στα δυτικά, προωθώντας με ζήλοτην ευρωατλαντική τους ενσωμάτωση, όχι μόνον για οικονομικούς λόγους αλλά και για λόγους γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας, όπως έδειξε και η ανάγκη ανακοπής του “βαλκανικού διαδρόμου” κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσηςτου 2015.

Από την πλευρά της η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ε.Ε., αν και υπολογίζει πρωτίστως την ευρωμεσογειακή της προοπτική, κρατώντας πάντοτε στο μανίκι της και το βορειοαφρικανικό “άσσο”, επανακάμπτει στα Βαλκάνια σε ρόλο στρατηγικού επενδυτή σε τομεί ςενέργειας, μεταφορών, οπλικών συστημάτων και νέων τεχνολογιών.

Μια άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή, αλλά και ασιατική, δύναμη που παρουσιάζει ζωτικό ενδιαφέρονγια τα Βαλκάνια είναι η Ρωσία. Έχοντας εδώ και χρόνια σταματήσει την περαιτέρω αποσύνθεσή της και αφού ανέκτησε, χάρηστη “σιδερένια πυγμή” του Πούτιν καιτα άφθονα έσοδα από τους υδρογονάνθρακές της, τη χαμένη της αυτοκρατορική αυτοπεποίθηση και δυναμισμό της, η Ρωσία έχει ανακτήσει το γεωπολιτικό της ρόλο σχεδόν σε όλο το “Εγγύς Εξωτερικό ”της, δηλαδή στις χώρες που άνηκαν κάποτε στη Σοβιετική Ένωση, προσάρτησε τηνΚριμαία (2014) και δημιούργησε μια σειρά από μη αναγνωρισμένα κρατίδια-προτεκτοράτα της, προκαλώντας φυσικά την έντονη αντίδραση της Δύσης. Εκτός από το “Εγγύς Εξωτερικό” της η Μόσχα προωθεί και τη γεωπολιτική της διείσδυση στα Βαλκάνια,προχωρώντας με εργαλείο την ενεργειακή της πολιτική, τους αγωγούς αερίου καιτην εξαγορά εγχώριων εταιριών ενέργειαςκ.ά, ενώ δεν αρνείται να αξιοποιήσει καιτο χαρτί των πολιτιστικών σχέσεων,ειδικά στο ζήτημα της κοινής ορθόδοξης θρησκείας επενδυμένης, όπου χρειάζεταιπ.χ. Σερβία, και με “πανσλαβιστική αλληλεγγύη”. Βασικός στόχος της Ρωσίας είναι να χρησιμοποιεί τα Βαλκάνια και ειδικά τα αποσταθεροποιημένα δυτικάΒαλκάνια ως μοχλό πίεσης στο “μαλακό υπογάστριο” της Ευρώπης, για την επίτευξη των ευρύτερων και παγκόσμιων στόχων της Μόσχας.

Η Κίνα επίσης, μια ανερχόμενη παγκόσμια οικονομική δύναμη, φαίνεται να έχει στρατηγικής σημασίας σχέδια για τη νοτιοανατολική Ευρώπη στα πλαίσια του νέου “Δρόμου του Μεταξιού”, όπως έχουν δείξει και οι στρατηγικές επενδύσεις της στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και στη σιδηροδρομική σύνδεση Βελιγραδίου-Βουδαπέστης.Και όπως και σε άλλες περιοχές του κόσμου το Πεκίνο έχει δείξει πως δεν θα διστάσει να μετατρέψει, αν χρειαστεί, τηγ εωοικονομική διείσδυσή του και σεπολιτική.

Οι βασικοί πάντως γεωπολιτικοί παίκτες, που φαίνεται ότι έχουν κάποιο σχέδιο για τα Βαλκάνια, είναι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ηοποία βέβαια είναι νωρίς ακόμη για ν’αντιμετωπίζεται ως μία οντότητα μεενιαία γεωπολιτική άποψη. Οι ΗΠΑ προωθούν μια σφαίρα επιρροής στα Βαλκάνια μεσκοπό όχι μόνο να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο “μαλακό υπογάστριο”της Ευρασίας αλλά και να διεισδύσουν βαθύτερα στην Ανατολική Ευρώπη για ναμπορούν να εμποδίσουν την ενδεχόμενη σύμπτυξη ενός ηπειρωτικού γεωπολιτικού άξονα ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία είτε απλώς για να δημιουργούν πίεσηστις Βρυξέλλες και γεωπολιτικά αναχώματαστη Μόσχα. Ο χειρότερος εφιάλτης αυτήςτης ναυτικής και μάλιστα μη ευρασιατικής υπερδύναμης είναι ένας ενδεχόμενος ηπειρωτικός άξονας Βερολίνου-Μόσχας,στον οποίο θα προστεθεί αργότερα καιτο Πεκίνο. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο τότε οι ΗΠΑ θα εκτοπιστούν από την Ευρασία, που καταλαμβάνει σχεδόν τη μισή χερσαία επιφάνεια του πλανήτη μας, κατοικείται από το 75% του παγκόσμιο πληθυσμού και κατέχει πάνω από το 65% της παγκόσμιας οικονομίας. Χωρίς τον έλεγχο του κέντρου της παγκόσμιας ισχύος πουλέγεται Ευρασία,οι ΗΠΑ θα είναι απλά μια “συνηθισμένη” περιφερειακή δύναμη.

Γιαν’ αποφευχθεί κάτι τέτοιο οι ΗΠΑ προωθούν σταθερό το γεωπολιτικό πλουραλισμό στην Ευρασία, δηλαδή την εκτεταμένη βαλκανοποίησή” της με το διαμελισμότων μεγάλων πολιτικών ενοτήτων της. Ταυτόχρονα επιδιώκουν την αποτροπή ελέγχου των ευαίσθητων γεωπολιτικά περιοχών της από μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ακολουθούν πολιτική αποτροπής δημιουργίας συνασπισμών που στρέφονται κατά των συμφερόντων τους. Τέλος, επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της “περιμέτρου”της Ευρασίας με τη βοήθεια μιας αλυσίδας προγεφυρωμάτων και με μια σειρά προνομιακών σχέσεων με στρατηγικούς εταίρους και “χώρες-πυλώνες”, όπως θεωρούν το Ισραήλ, τη Νότια Κορέα, καιτην Ιαπωνία ή όπως θεωρούσαν ως πρόσφατα την Τουρκία, τμήμα του ρόλου της οποίας αναλαμβάνει πλέον η Ελλάδα και η Κύπρος στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.

Απόαυτήν την οπτική η συνολική γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στα Βαλκάνια αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο δεν ενοχλεί τις ΗΠΑ, αλλά φαίνεται ότι είναι κάτι που επιδιώκουν κιόλας,αρκεί βεβαίως να συμμετάσχει στα ευρύτερα γεωπολιτικά τους σχέδια. Για τις ΗΠΑ ηΕλλάδα αποτελεί χώρα-πυλώνα στην ευρύτερη περιοχή της. Τη βλέπουν ως στρατηγικό τους σύμμαχο και εταίρο, ως πολύτιμ οοικονομικό συνεργάτη αλλά και γεωπολιτικό τους προπύργιο, ενώ βαραίνει σημαντικά υπέρ της στρατηγικής σχέσης Αθήνα-Ουάσιγκτον η ιστορία, οι κοινές δημοκρατικές αξίες,αλλά και η σημαντική παρουσία και δράσητης πολυάριθμης Ελληνο-αμερικανικής κοινότητας και του σχετικού λόμπι.Υπολογίζουν γι’ αυτό στην ταύτιση σε μεγάλο βαθμό των γεωπολιτικών συμφερόντωντων δυο χωρών, που είναι παραδοσιακά ναυτικές δυνάμεις κι ανήκουν στο ίδιογεωπολιτισμικό και γεωφιλοσοφικό στρατόπεδο. Επίσης παίζει σημαντικό ρόλο η ιστορική τους φιλία και η δημοκρατική τους παράδοση, η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ και, φυσικά, η ύπαρξη των εκατομμυρίων Ελληνοαμερικανών, που αποτελούν μια ζωντανή γέφυρα φιλίας και συνεργασίας. Υπολογίζουν επίσηςστη θέληση της Ελλάδας ν’ ασκήσει περιφερειακή επιρροή, στο βαθμό που αυτή δε θίγει τα συμφέροντά τους, χωρίςνα τους ενδιαφέρει αν προέρχεται από την επιδίωξη εθνικού μεγαλείου ή απλάτης οικονομικής επέκτασης και πολιτιστικήςυπεροχής.

Η Ελλάδα αρχίζει να αντιμετωπίζεται εκ μέρους των ΗΠΑ ως περιφερειακός παίκτης,η ενίσχυση του οποίου δεν αναμένεταινα προκαλέσει κανενός είδους αποσταθεροποίηση, εφόσον είναι δημοκρατική και συνεπώς μη επεκτατική δύναμη Status Quo,στην οποία αναλογεί ως “μερίδιο συνευθύνης” όχι μόνον η περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και τμήματα τη ςνοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτό προϋποθέτει όμως την γεωπολιτική εξακτίνωση της χώρας μας προς όλες τι ςκατευθύνσεις, ταυτόχρονα με την προώθησητης διαδικασίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα δυτικά Βαλκάνια.

Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map

Σύμφωνα με το νέο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης, που σχεδιάζεται από “δεξαμενές σκέψης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική χερσόνησος δεν αποτελεί απλά μια μεσογειακή προέκταση της Μεσευρώπης, αλλά και νότιο άκρο της νέας “Κεντρικής Ευρώπης” και μάλιστα βασικός γεωπολιτικός παίκτης του λεγόμενου “βαλκανικού γεωσυστήματος”.Έτσι, στην παραδοσιακή ναυτική ισχύ της Ελλάδας προστίθεται και η προοπτική να διαδραματίσει ρόλο και “χερσαίας δύναμης” στα Βαλκάνια και, ενδεχομένως, ενός δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη που θα καταστεί πυρήνας του “βαλκανικού γεωσυστήματος”.

Έχει ωστόσο η σημερινή Ελλάδα, που εξέρχεται από μια δεκάχρονη βαθιά οικονομική κρίση και ανακάμπτει οικονομικά, όλα εκείνα τα προσόντα για να καταστεί πρωταγωνίστρια δύναμη στη βαλκανική χερσόνησο; Αρκεί μια απλή ματιά στο σημερινό χάρτη της περιοχής και λίγες γνώσεις ιστορίας, οικονομίας και διεθνούς πολιτικής, για να καταλάβει κανείς ότιη Ελλάδα διαθέτει αρκετά προσόντα γιανα εξελιχτεί σε ηγέτιδα δύναμη στο βαλκανικό χώρο. Καταρχάς η γεωστρατηγική της σημασία, που εκπορεύεται από τη γεωγραφική της θέση, εμφανίζεται αναβαθμισμένη. Η Ελλάδα είναι ένας πολύτιμος γεωστρατηγικός χώρος, μια κομβική χώρα, που συνδέει τρεις ηπείρους. Αποτελεί τον απαραίτητο ζωτικό κρίκο διασύνδεσης της Τουρκίας, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, με το Ευρωατλαντικό σύστημα (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.). Είναι η μεσογειακή κατάληξη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης να συνδέει αυτές τις περιοχές με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Σουέζ. Ελέγχει τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου, με τη δεσπόζουσα θέση της ανάμεσα σε τρεις θάλασσες. Χάρη στο Αιγαίο και στα πολυάριθμα νησιά του ελέγχει αποτελεσματικά τη δίοδο προς και από τη Μαύρη Θάλασσα. Η Κρήτη είναιο σημαντικότερος θαλάσσιος στρατηγικός κόμβος της Μεσογείου, ελέγχοντας τον κυριότερο θαλάσσιο άξονα της Μεσογείου( Γιβραλτάρ-Σουέζ). Η Κέρκυρα ελέγχει επίσης τον πορθμό του Οτράντο και την κυκλοφορία Αδριατικής-Ιονίου. Είναιεπίσης ένας ανερχόμενος ενεργειακός κόμβος -και μελλοντικά και προμηθευτής ενέργειας- στα Βαλκάνια και στην ανατολικήΜεσόγειο.

Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map

Πέρααπό τη Μεσόγειο η Ελλάδα κατέχει σημαντικότατη γεωστρατηγική θέση καιστα Βαλκάνια, χάρη στη Βόρεια Ελλάδ απου αποτελεί το “μπαλκόνι” της χερσονήσου, την έξοδο της ενδοχώρας προς το Αιγαίο. Κατέχοντας αυτήν τη σημαντική λωρίδα γης από το Ιόνιο έως τον Έβρο ποταμό, η Ελλάδα αποτελεί τη φυσική πύλη των Βαλκανίων προς τηΜεσόγειο και ταυτόχρονα είναι η μοναδική χώρα που μπορεί να συνδέσει από μόνη της τα δυο άκρα της χερσονήσου(Αδριατική-Μαύρη Θάλασσα). Γι’ αυτόν τολόγο και η κατασκευή της Εγνατίας αναβάθμισει κατά πολύ το ρόλο της χώρας μας, ευνοώντας τη γεωοικονομική αλλά και τη γεωπολιτική της διείσδυση προςτη βαλκανική ενδοχώρα. Το ίδιο και ηκατασκευή των αγωγών φυσικού αερίου,όπως ο ΤΑΡ, που ολοκληρώνεται το 2019.

Επίσης η Θεσσαλονίκη, το επίνειο της Βαλκανικής, επεκτείνει προς τη Μεσόγειοτο σημαντικότερο άξονα οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών της χερσονήσου,τον Πανονο-αιγαιακό, που μέσω του Μοράβ ακαι του Αξιού/Βαρδάρη, συνδέει τη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι και τα Σκόπια με τη Θεσσαλονίκη. Σ’ όλα αυτά μπορείνα προστεθεί ότι ο ελληνικός χώρος,εκτός από κόμβος θαλάσσιων μεταφορών,χάρη και στην αξιοποίηση του λιμανιού του Πειραιά από την COSCO,είναι και θα γίνει ακόμη περισσότεροστο μέλλον κι ένας σημαντικός κόμβος για τις εναέριες συγκοινωνίες.

Γιανα μην εμποδιστεί λοιπόν η διαφαινόμενη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και ειδικά στα Βαλκάνια θα πρέπει, μια σειρά από “κακοφορμισμένα” ζητήματα και διενέξειςτης χώρας μας με τους γείτονές της, να επιλυθούν άμεσα και ουσιαστικά μεγνώμονα τόσο τα καλώς ενοούμενα εθνικά μας συμφέροντα, όσο και με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον των χωρών της περιοχής και ιδιαίτερα των πολύπαθων λαών τους. Προς αυτή την κατεύθυνση η επίτευξη της Συμφωνίας των Πρεσπών και η σταδιακή εφαρμογή της αποτελεί ένα ιστορικό και αποφασιστικό βήμα, που απελευθερώνει σημαντικό διπλωματικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, που θα αποδειχθεί πολύτιμο ειδικά για την αντιμετώπιση μιας όλο και πιο αναθεωρητικής Τουρκίας. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα, ξεπερνώντας τηνΚρίση και διδαχόμενη από αυτή, μπορείνα καταστεί μια υπολογίσιμη περιφερειακήδύναμη, η ισχύς της οποίας θα βασίζεταιλιγότερο στη βία και περισσότερο στηνοικονομία, στη τεχνογνωσία και στονπολιτισμό. Θα είναι μια ήπια δημοκρατική δύναμη, δηλαδή εκ φύσεως μη επεκτατική(μια δύναμη StatusQuo),άρα ευπρόσδεκτη από τους άλλους λαούςτης περιοχής, που θα πρέπει να περιορίσουντα αρνητικά ιστορικά αντανακλαστικά απέναντί της. Αν όλα εξελιχθούν ομαλάτότε η Ελλάδα θα δει την ισχύ της ν’αυξάνει χρόνο με το χρόνο, με αποτέλεσμα η γεωπολιτική της εκδίπλωση να θεωρείται κάτι το “φυσιολογικό”, αν όχι αναγκαίο στα Βαλκάνια, καθώς θα οδηγεί σεπερισσότερη σταθερότητα, ασφάλεια, ευημερία, δημοκρατία και συνανάπτυξη όλης της περιοχής, στα πλαίσια μιας ανασυγκροτημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα αναλαμβάνει έναν όλο και πιο ενεργό και δημιουργικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Σχετική εικόνα

Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, αναλυτής-δημοσιογράφος, ειδικός για τα βαλκανικά ζητήματα και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com). Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

 

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης 

geopolitiki-book

ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com
geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ Vs ΝΑΥΤΟΣΥΝΗ ΕΛΛΗΝΩΝ: ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ Vs ΝΑΥΤΟΣΥΝΗ ΕΛΛΗΝΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για greek navy

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

Αποτέλεσμα εικόνας για greek and turkish navy

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

«Εμείς ήρθαμε στα εδάφη αυτά το 1071 μ.Χ. και δεν μπορέσαμε να ενσωματωθούμε με τους γηγενείς πληθυσμούς. Για παράδειγμα δεν μπορέσαμε να ενστερνιστούμε τη ναυτιλία. Είναι τέχνη να χειρίζεσαι τη θάλασσα. Χρειάζεται μεγάλη τεχνική. Ακόμη και η αλιεία δεν είναι κάτι που μπορείς να υποτιμήσεις…» λέει χαρακτηριστικά ο Τούρκος συγγραφέας και δημοσιογράφος Τσετίν Αλτάν, συνοψίζοντας τη χοντροκομμένη «ηπειρωτικότητα» των σημερινών Τούρκων. Για τον ίδιο η Τουρκία είναι ακόμη και σήμερα μια «μετακινούμενη κοινωνία», μια σύγχρονη νομάδα, που μετακινείται, δηλαδή δεν εγκαθίσταται, δεν ιδρύει χωριά και πόλεις: «Εμείς ποτέ δεν ιδρύσαμε πόλεις. Πάντα κατακτούσαμε ιδρυμένες πόλεις. Η οικοδόμηση πόλεων απαιτεί καλή χρήση του χρόνου και του τόπου. Εμποδίζει τη σπατάλη της ενέργειας και συμβάλλει στη χρησιμοποίησή της…» Σύμφωνα με τον Τσετίν Αλτάν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της χώρας του είναι ότι «οι Τούρκοι, μεταναστεύοντας συνεχώς δεν μπορούν να στραφούν στην παραγωγή». Ο ίδιος παρατηρεί, τέλος, μια δυσαρμονία ανάμεσα στη Φύση και στη ζωή των Τούρκων και ιδιαίτερα την έλλειψη αρμονικής σχέσης με το θαλάσσιο στοιχείο. Θα έλεγε κανείς ότι βαθιά μέσα τους οι Τούρκοι συνεχίζουν να αισθάνονται παρείσακτοι στον τόπο που ζουν.

Και πράγματι είναι αξιοπερίεργο ότι, παρά την εκτεταμένη της πρόσβαση στις ανοικτές θάλασσες, η Τουρκία με εξαίρεση, ως ένα βαθμό, το πολεμικό της ναυτικό δε μεταβλήθηκε σε ναυτική δύναμη, ούτε και οι Τούρκοι έγιναν «ναυτικός λαός». Παρά το γεγονός ότι τουλάχιστον 40 εκατομμύρια Τούρκοι «βρέχουν τα πόδια τους» στις θάλασσες που περιβάλλουν τη χώρα τους, αυτό δεν είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ισχυρού εμπορικού ναυτικού, ούτε καν ενός αξιόλογου αλιευτικού στόλου. Οι Τούρκοι φαίνεται ότι όχι μόνο δεν αγαπούν, αλλά αντίθετα φοβούνται τη θάλασσα.

Αυτό, βέβαια, δεν οφείλεται σε κάποιο «ηπειρωτικό γονίδιο», που κουβάλησαν από τις στέπες της κεντρικής Ασίας, εφόσον αποτελεί κοινό μυστικό ότι η πλειοψηφία των σημερινών Τούρκων είναι απόγονοι των εξισλαμισμένων κατοίκων της Μικρά Ασίας, μεταξύ των οποίων και των ελληνόφωνων. Η θάλασσα και γενικώς το «ναυτικό μοντέλο» δεν ταιριάζει στη νοοτροπία και στις πολιτιστικές τους καταβολές, που είναι κυρίως νομαδικές και μουσουλμανικές (θαλασσοφοβικές).

Η ηπειρωτική αντίληψη των Τούρκων, που πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν έχουν «θαλασσινούς ήρωες» (ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ήταν Έλληνας εξωμότης από τη Λέσβο), βλέπει μηχανιστικά τη θάλασσα, καθώς την αντιλαμβάνεται ως χώρο επέκτασης της δύναμης και, παλιότερα, ενοποίησης του κόσμου μέσω του Ισλάμ. Οι Τούρκοι πάντοτε ήθελαν να μετατρέψουν τη θάλασσα σε «μονοπάτι», που θα τους οδηγούσε σε νέους κατακτητικούς στόχους. Ωστόσο «Μάλτα Γιοκ»! Η ανικανότητα των Τούρκων να χειριστούν τη θάλασσα είναι παροιμιώδης.

Γι’ αυτούς, η θάλασσα ήταν πάντοτε κάτι ξένο: η «θάλασσά» τους ήταν η στέπα, οι οάσεις τα «λιμάνια» τους, τα καραβάνια οι «νηοπομπές» τους και οι ορδές, οι «αρμάδες» τους. Η πραγματική θάλασσα ήταν γι’ αυτούς περισσότερο ένα αξεπέραστο εμπόδιο και λιγότερο ένας χώρος επέκτασης, ανοίγματος κι επαφής με τον κόσμο. Έτσι, για τους Τούρκους η θάλασσα θεωρούνταν Νο Mans Land, ένα φυσικό άβατο, τα μυστικά του οποίου γνώριζαν μόνον οι άπιστοι: «Ο Θεός έδωσε τη στεριά στους Μουσουλμάνους και τη θάλασσα στους άπιστους» (τουρκική παροιμία).

Έχοντας αυτό το ηπειρωτικό και νομαδικό πολιτιστικό υπόβαθρο η σημερινή γεωπολιτική της Τουρκίας έχει την τάση ν’ αποσυνδέει τη θάλασσα και τη ναυτική ισχύ, από το ευρύτερο γεωφιλοσοφικό της πλαίσιο και να την αντιμετωπίζει μηχανιστικά. Αυτό φαίνεται κι απ’ τον τρόπο με τον οποίο η γεωπολιτική της Τουρκίας αντιλαμβάνεται το Αιγαίο: το θεωρεί «ζωτικό χώρο» (Lebensraum) προβολής κι επέκτασης της ισχύος της. Σύμφωνα μ’ αυτήν τη γεωπολιτική θεώρηση η δυτική Ανατολία και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου είναι αδιάσπαστα. Οι Τούρκοι θεωρούν τα ανατολικά νησιά του αρχιπελάγους «γεωλογική προέκταση» της Ανατολίας, διάσπαρτα χερσαία κομμάτια της, καθώς επίσης «οχυρά» και «πύργους», που την προστατεύουν από θαλάσσιους εισβολείς. Θεωρούν ότι ο κύριος όγκος των τουρκικών εδαφών της Ανατολίας εκτείνεται και στον υποθαλάσσιο χώρο φτάνοντας ως το δυτικό Αιγαίο. Γι’ αυτούς η Μικρά Ασία έχει ενιαία γεωπολιτική ταυτότητα (αλλά και μια μυστικιστική εσωτερική συνοχή), που εισχωρεί εντελώς «φυσικά» στο άναρχο αρχιπέλαγος σαν να σκοπεύει να το τιθασεύσει. Γενικώς η θεώρηση των Τούρκων έχει το χαρακτήρα της ανατολικής ηπειρωτικής δύναμης, που εμφορείται από μυστικιστικές ιδέες και απολυτότητα.

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για greek and turkish navy

«ΠΡΩΤΟΣ ΣΑΣ ΣΤΌΧΟΣ Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ…»

Από την εποχή που ο Κεμάλ έβαλε την ταφόπλακα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και θεμελίωσε την Τουρκική Δημοκρατία πάνω σε Δυτικά κρατικιστικά κι εθνικιστικά πρότυπα, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας επιχειρεί να συνδυάσει ηπειρωτικές και ναυτικές γεωπολιτικές θεωρήσεις, με βάση το μοντέλο της Γερμανίας του Κάιζερ. Η Γερμανία του Κάιζερ είχε αντιληφθεί ότι μόνο μ’ ένα ισχυρό πολεμικό ναυτικό και με πρόσβαση στις ανοικτές θάλασσες είχε ελπίδες να διεκδικήσει ρόλο μεγάλης δύναμης. Το ίδιο και ο γερμανοτραφής Ατατούρκ, που συμβούλευσε τους συμπατριώτες του: «Πρώτος σας στόχος η Μεσόγειος…»

Ο θεμελιωτής της σύγχρονης Τουρκίας θεωρούσε ζωτικής σημασίας την απρόσκοπτη πρόσβαση της χώρας του στις ανοικτές θάλασσες, επειδή μέσω αυτών πίστευε ότι θα συνδεόταν ταχύτερα με τα συμφέροντα των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης κι έτσι η εισαγωγή του Δυτικού εκσυγχρονιστικού μοντέλου, άρα και του ορθολογισμού, θα γινόταν ταχύτερα στον τουρκικό λαό, που παράμενε ακόμη δέσμιος μιας θρησκείας που εφηύρε ένας «αμαθέστατος νομάδας» (Μωάμεθ).

Μετά τον Κεμάλ η θάλασσα και ιδιαίτερα το Αιγαίο απέκτησε άλλη αξία για την Τουρκία. Δε θεωρούνταν πλέον τμήμα του Dar al Islam, όπως την περίοδο ακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ένας φυσικός χώρος σύνδεσης της ηπειρωτικής Τουρκίας με τις, σύμμαχες πλέον, ναυτικές δυνάμεις της Δύσης και συνεπώς με το Δυτικό γεωπολιτισμικό οικοδόμημα. Για να γίνει εφικτή αυτή η σύνδεση θα έπρεπε η Τουρκία να αποκτήσει ναυτική ισχύ και οι Τούρκοι να γίνουν «μεσογειακό» έθνος: «Το μέλλον της Τουρκίας έγκειται στη θάλασσα. Η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να γίνει μεσογειακό έθνος» (Ιλχαμί Σανκάκ, τέως Υπουργός Εξωτερικών, 1974). Όμως αυτοί οι στόχοι της Τουρκίας προσέκρουαν στην αυξανόμενη κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Μ’ αυτήν την οπτική η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου (1947), η προσπάθεια για Ένωση της Κύπρου (1955) και το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, ερμηνεύονται ως απόπειρα γεωπολιτικού «στραγγαλισμού» της Τουρκίας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Χασάμ Ισίκ, πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας: «Όλο το έθνος εξαρτάται από την ελληνική πίεση, που προσπαθεί να στραγγαλίσει τη χώρα, περικυκλώνοντας την Τουρκία από τα δυτικά κι εμποδίζοντας την πρόσβασή της προς τη Μεσόγειο…» Αυτό βέβαια είναι υπερβολικό, εφόσον η Τουρκία έχει σήμερα 7.200 χλμ. ακτών και μόλις το 1/5 από αυτές βρίσκονται στο Αιγαίο. Άρα δεν τίθεται θέμα «αποπνιγμού», αλλά εξασφάλισης επιπλέον «ζωτικού χώρου» για μια χώρα, όπου οι ρυθμοί πληθυσμιακής αύξησης παραμένουν ακόμη σε υψηλά επίπεδα.

Αρχικά η Τουρκία κινούνταν στα πλαίσια μιας «οικοπεδοφαγικής» αντίληψης, που έβλεπε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου ως φυσική προέκταση της ηπειρωτικής ενδοχώρας, ως ένα ημιβυθισμένο τμήμα της Ανατολίας, που βρισκόταν πάντα σε στενή εξάρτηση με τη χερσαία μάζα της. Πιστή ακόμη στο χερσαίο γεωπολιτικό προσανατολισμό η Τουρκία αδυνατούσε ν’ αντιληφθεί τη ναυτική ισχύ και γενικότερα τη «θαλάσσια ισχύ» ως βασικό παράγοντα διασύνδεσης με το ευρύτερο Δυτικό γεωπολιτισμικό σύστημα. Από την άλλη θεωρούσε ότι η Ελλάδα, ως ναυτική δύναμη, εμφορούνταν από άκρατες ιμπεριαλιστικές διαθέσεις και διεκδικούσε μονοπωλιακή διαχείριση του θαλάσσιου χώρου. Για την ηπειρωτική Τουρκία, επειδή οι Έλληνες μπορούν και ατενίζουν από την Πελοπόννησο τρεις θάλασσες (Αιγαίο, Ιόνιο και Μεσόγειο) θεωρούν ότι δεν υπάρχουν σύνορα στη θάλασσα και συνεπώς όρια στην επέκτασή τους!

Το παράδοξο όμως είναι ότι, ενώ οι Τούρκοι αντιλαμβάνονται το τεράστιο ειδικό βάρος της ελληνικής «θαλάσσιας ισχύος», εντούτοις συνεχίζουν να ερμηνεύουν τη γεωστρατηγική της Μεγάλης Ιδέας με βάση το χερσαίο επεκτατικό μοντέλο. Στα πλαίσια αυτής της ηπειρωτικής οπτικής Τούρκοι ιστορικοί επιχείρησαν να ερμηνεύσουν αναδρομικά τη Μεγάλη Ιδέα ως στρατηγική προσπάθεια μιας μικρής ναυτικής κατά τα άλλα δύναμης (Ελλάδα του 19ου αιώνα) να κατακτήσει σε πρώτη φάση ένα συμπαγή ηπειρωτικό κορμό (από την Πελοπόννησο μέχρι και τη Μακεδονία), ο οποίος θα λειτουργούσε ως «Heartland», και στη συνέχεια να προσπαθήσει να ελέγξει τον «περιμετρικό δακτύλιο» των νησιωτικών συμπλεγμάτων. Όμως αυτή η τουρκική άποψη είναι λανθασμένη καθώς επιχειρεί ένα είδος «γεωπολιτικής εξομοίωσης» της Ελλάδα με τη Ρωσία, απέναντι στην οποία η Τουρκία διατηρεί παραδοσιακά εχθρικές σχέσεις.

Σχετική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Η γεωστρατηγική της Μεγάλης Ιδέας λάμβανε ως δεδομένο ότι το Αιγαίο αποτελεί τη διαχρονική γεωπολιτική «καρδιά» του Ελληνισμού. Στόχος άμεσης προτεραιότητας θεωρούνταν η απελευθέρωση της Κρήτης, που αποτελεί όχι μόνο το κλειδί για τον έλεγχο του Αιγαίου, αλλά και των θαλάσσιων μεταφορών στην ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή που η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ αναβάθμιζε γεωστρατηγικά την περιοχή. Η κατάληψη της Κρήτης θεωρούνταν το πρώτο βήμα για στρατηγική και οικονομική κυριαρχία της Ελλάδας στο Αιγαίο, η οποία θα οδηγούσε σταδιακά στην απελευθέρωση όλων των παράκτιων περιοχών όπου κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Η ουσία είναι ότι η ελληνική γεωπολιτική θεώρηση αντιλαμβάνεται τη θάλασσα ως κέντρο, ενώ για την Τουρκία το κέντρο βρίσκεται πάντα στην ξηρά.

Territorial Waters and Greece’s and Turkey’s view of CS in the Aegean Sea

Η ΝΕΑ “ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ” ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Τουργκούτ Οζάλ η Τουρκία επιχείρησε ένα είδος υπέρβασης του χερσαίου προσανατολισμού της, προσπαθώντας να συγκροτήσει μια ναυτική στρατηγική που θα της επέφερε μακροπρόθεσμα το γεωστρατηγικό έλεγχο ολόκληρης της ανατολικής Μεσογείου. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής έγινε μια προσπάθεια στρατηγικής διείσδυσης στο Αιγαίο με παράλληλη αμφισβήτηση τω κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, επιχειρήθηκε ο εξοπλισμός του πολεμικού ναυτικού της χώρας με προηγμένα σκάφη, η ανάπτυξη του εμπορικού ναυτικού αλλά και του παραθαλάσσιου τουρισμού. Ταυτόχρονα οι παράλιες περιοχές της Τουρκίας απέκτησαν μεγάλη οικονομική και δημογραφική σημασία, καθώς συγκέντρωσαν σταδιακά το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας (υπολογίζεται ότι πάνω από το 60% του συνολικού πληθυσμού της Τουρκίας ζει μέσα σε μια παράλια ζώνη 100 χλμ. από τις ακτές).

Η Τουρκία προσπάθησε να επωφεληθεί «επαρκώς» από τις θάλασσές της. Άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται, όντας πλέον σημαντική εξαγωγική και εισαγωγική δύναμη, και την ιδιαίτερη σημασία της διακίνησης των εμπορευμάτων της μέσω της θάλασσας. Ο στόχος της Τουρκίας είναι πλέον η απόκτηση «θαλάσσιας ισχύος», που θεωρείται συνάρτηση της ναυτικής ισχύος, της αύξησης της εμπορικής ναυτιλίας, του ελέγχου γεωστρατηγικών σημείων και με την εξασφάλιση απρόσκοπτης πρόσβασης στις ανοικτές θάλασσες. Βέβαια, ανώτατοι αξιωματούχοι του πολεμικού ναυτικού της Τουρκίας, όπως ο Στ. Ντερβίσογλου, πηγαίνουν ακόμη μακρύτερα και οραματίζονται ένα πολεμικό ναυτικό «ανοικτής θάλασσας» που θα έχει παγκόσμια εμβέλεια και θα λειτουργεί ως μέσο προβολής της τουρκικής ισχύος σε όλους τους ωκεανούς του πλανήτη! Την ίδια γεωπολιτική φιλοδοξία περιέγραψε αναλυτικά και ο Τούρκος ακαδημαϊκός και πρώην πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του Το Στρατηγικό Βάθος (Stratejik Derinlik), όπου παραδέχθηκε πως “το Αιγαίο αποτελεί το σημαντικότερο θαλάσσιο κοβικό σημείο της ευρασιατικής παγκόσμιας ηπείρου στην κατεύθυνση Βορρά-Νότου” και πως “το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των νησιών του Αιγαίου βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία αποτελεί το σημαντικότερο αδιέξοδο της πολιτικής της εγγύς θάλασσας της Τουρκίας”. Για τον ίδιο κι εφόσον το 88% του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιείται μέσω θαλασσίων μεταφορών, είναι πολύ σημαντικό “η απόκτηση από μέρους της Τουρκίας ενός ισχυρού εμπορικού στόλου που θα της επιτρέψει να χρησιμοποιεί με πιο δραστήριο τρόπο τα διεθνή ύδατα στο Αιγαίο. Η υπεροχή της Ελλάδας σ’ αυτό το θέμα πηγάζει όχι μόνο από το εύρος της περιοχής που κατέχει στο Αιγαίο αλλά και από την ικανότητα που διαθέτει στις θαλάσσιες μεταφορές”.

Η Τουρκία αδυνατεί να ανταγωνιστεί την Ελλάδα στη θαλάσσια ισχύ, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση παγκοσμίως στο εμπορικό ναυτικό, και αντιλαμβάνεται ότι το κόστος ενός ισχυρού πολεμικού ναυτικού είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το γόητρο που παρέχει. Ωστόσο δε δείχνει να συνειδητοποιεί πως το Αιγαίο δεν είναι κατάλληλος χώρος άμεσης προβολής της ισχύος της, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια, όντας στο κέντρο ενός ασταθούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, έχει ανάγκη από ένα σταθερό χώρο σύνδεσης με τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης.

Έτσι οι Τούρκοι πολιτικοί και στρατιωτικοί έχουν αρχίσει να κάνουν λόγο για το Αιγαίο ως «θάλασσα ειρήνης και συνεργασίας», ως «γέφυρα» που ενώνει τους δύο λαούς, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ακριβής χάραξη των θαλάσσιων συνόρων δεν είναι κάτι που προέχει, αν και δεν εγκαταλείπουν τη θεωρία περί “γκρίζων ζωνών” στο Αιγαίο. Προτείνουν συμφωνίες οικονομικής και πολιτιστικής συνεργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές, η ενέργεια κ.ά. προκειμένου να καταστεί το Αιγαίο ένας χώρος αλληλεξάρτησης των δύο χωρών στα πλαίσια της Παγκοσμιοποίησης. Ανομολόγητος φυσικά στόχος τους είναι η συνεκμετάλλευση και η συνδιαχείριση του αρχιπελάγους.

Το ζητούμενο για την Τουρκία είναι, εκτός του να λάβει δυσανάλογα μεγάλα ποσοστά από το «πακέτο» εκμετάλλευσης του Αιγαίου, να έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο αρχιπέλαγος, δηλαδή να μη χρειάζεται «διαβατήριο» για να το διασχίσει, έτσι ώστε να θεωρείται ναυτική δύναμη ανοικτής θάλασσας, όπως και οι περισσότερες δυνάμεις της Δύσης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙΑποτέλεσμα εικόνας για Turkey and greece map aegean

*Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 έχει συγγράψει περίπου 2.000 ειδικά άρθρα και αναλύσεις, 15 βιβλία, κυρίως έρευνες, σενάρια και κείμενα για ντοκιμαντέρ (Balkan Express), ενώ υπήρξε για ένα διάστημα και εκδότης ειδικών περιοδικών. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ Αποκωδικοποιώντας την τουρκική γεωφιλοσοφία

H ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Αποκωδικοποιώντας την τουρκική γεωφιλοσοφία

ÇENGELKÖY : KULELİ

Μπορεί να “λιώσει” η ηπειρωτική Τουρκία στον ήλιο και στα νερά της Μεσογείου;

 

The Sultan Ahmed Mosque, Istanbul, Turkey http://www.buypropertyistanbul.com/

Maps on the Web

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος*

Ο γεωγραφικός χώρος που καταλαμβάνει η σημερινή Τουρκία υπήρξε ανέκαθεν μια φυσική γέφυρα που συνέδεε την Ανατολή με τη Δύση. Γεωπολιτικά η Τουρκία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η προέκταση της Ασίας στην Ευρώπη. Γεωφιλοσοφικά, ως μια συμπαγής διείσδυση του ανατολικού κόσμου, που αντιπροσωπεύει την ηπειρωτικότητα, στη Δύση, όπου κυριαρχεί ο «θαλάσσιος πολιτισμός».

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χερσονήσους της Μεσογείου (Βαλκανική, Ιβηρική και Ιταλική) η χερσόνησος της Μικρά Ασίας, που καταλαμβάνει το 95% της έκτασης της σημερινής Τουρκίας, είναι ένας χώρος με ενιαία (ηπειρωτική) γεωπολιτική ταυτότητα και με μια, θα έλεγε κανείς μυστικιστική, εσωτερική συνοχή. Συνεκτικό στοιχείο του μικρασιατικού χώρου παραμένει ο μυστικισμός, που κάποτε εκφράστηκε με τη λατρεία των χθόνιων θεοτήτων, με το Μιθραϊσμό, το Γνωστικισμό, τον πρώιμο Χριστιανισμό, τον Μανιχαϊσμο, τον Παυλικιανισμό και στη συνέχεια, με το Σουφισμό, και τον Αλεβιδισμό.

Αποτέλεσμα εικόνας για alevi in turkey map

Turkey & Cyprus / Linguistic map this website is beautiful. detailed linguistic maps of literally EVERY COUNTRY. if only it were available in print.

ΕΝΑ ΧΩΝΕΥΤΗΡΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ

Η Μικρά Ασία μπορεί να μην υπήρξε «μυστικιστική μήτρα», όπως η αρχαία Αίγυπτος, η πατρίδα του Ερμή του Τρισμέγιστου, αποτέλεσε ωστόσο ένα ιστορικό «χωνευτήρι» θρησκευτικών ρευμάτων, πνευματικών και καλλιτεχνικών τάσεων, και αντιεξουσιαστικών κινημάτων. Εδώ αποκρυσταλλώθηκε ο Χριστιανισμός (αλλά και μια σειρά αιρέσεις που τον αντιπάλεψαν) και στην ίδια περιοχή αναπτύχθηκε αργότερα και ο ισλαμικός εσωτερισμός (Σούφι) και ο Αλεβιδισμός, στους ίδιους χώρους όπου προϋπήρχαν οι αιρετικοί Παυλικιανοι. Ο χώρος αυτός υπήρξε η φυσική γέφυρα για το πέρασμα των μονοθεϊστικών θρησκειών προς την παγανιστική Ευρώπη.

ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΒΟΓΟΜΙΛΩΝ jpg

Η Μικρά Ασία δεν ήταν όμως μόνον πέρασμα, αλλά κι ένα φυσικό αδιέξοδο για πολλούς εισβολείς που στοιβάζονταν σ’ αυτήν ερχόμενοι από την Ανατολή. Οι Πέρσες ήταν μια μικρή επώδυνη παρένθεση, που πρόλαβε ωστόσο να αφήσει τα κατάλοιπα της στην ανατολική Μ. Ασία κυρίως μέσω του Ζωροαστρισμού και, αργότερα, του Αλεβιδισμού. Οι νεοφώτιστοι μουσουλμάνοι Άραβες ήταν μια μεγάλη κι επικίνδυνη απειλή αλλά η οργανωμένη αντίσταση των Βυζαντινών και ειδικά των ακριτών τους καθώς και το σκληρό περιβάλλον του οροπεδίου της Μικρά Ασίας αποθάρρυναν την εγκατάστασή τους, παρόλο που πίεζαν ασφυκτικά τις αμυντικές γραμμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί δύο σχεδόν αιώνες (8ος-9ος αι. μ.Χ.) Δε συνέβη όμως το ίδιο και στην περίπτωση των Τούρκων.

"Have you ever heard of the story of the one who is present and absent at the same time? I am in the middle of the crowd and my heart is somewhere else." - Sa'adī

Χωρίς να προσχεδιάζουν την κατάκτηση της Μικρά Ασίας οι ορμώμενοι από το Ιράν Σελτζούκοι Τούρκοι βρέθηκαν μπροστά σε μια ανέλπιστη συγκυρία: μια ολόκληρη χερσόνησος, που το οροπέδιο της είχε κλίμα και χλωρίδα παρόμοια με εκείνη της κεντρικής Ασίας, ήταν ουσιαστικά ανυπεράσπιστη. Η άμυνα της Μικρά Ασίας ήταν για τους Βυζαντινούς, που βρίσκονταν τότε εμπλεκόμενοι σε μια σειρά καταστροφικών εμφυλίων πολέμων, μια δύσκολη κι εύθραυστη υπόθεση, καθώς βασιζόταν στον έλεγχο ορισμένων στρατηγικών σημείων, κυρίως συνοριακών, οχυρωμένων πόλεων. Οι υπερκινητικοί Τούρκοι είτε κατέλαβαν αυτά τα σημεία-κλειδιά είτε, το συχνότερο, απλά τα παρέκαμψαν. Επιπλέον, οι εμφύλιοι πόλεμοι των Βυζαντινών είχαν δημιουργήσει ένα πρόσφορο έδαφος για τη διείσδυση των Τούρκων, οι οποίοι δέκα χρόνια μετά τη μάχη στο Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.) αντίκριζαν έκθαμβοι τα νερά της Ak Deniz, της «Λευκής Θάλασσας», όπως ονόμαζαν τη Μεσόγειο, σε αντιδιαστολή με τη Μαύρη Θάλασσα (Kara Deniz).

Ακόμη και μετά την αντεπίθεση των Βυζαντινών με τη συνδρομή των Σταυροφορικών δυνάμεων (12ος μ.Χ. αιώνας) το οροπέδιο εγκαταλείφθηκε στους Τούρκους, καθώς αυτό που ενδιέφερε πρωταρχικά τους Βυζαντινούς ήταν να κρατήσουν την πυκνοκατοικημένη και πιο εύφορη παραλιακή ζώνη, όπου το εμπόριο και τα πλούτη των λιμανιών ενίσχυαν τη δύναμή τους. Συμπερασματικά η Μικρά Ασία χάθηκε από αμέλεια. Κυριολεκτικά παραδόθηκε σ’ ένα λαό που βρισκόταν σε διαρκή κίνηση, αναζητώντας το δικό του ζωτικό χώρο. Παραμένει ωστόσο άξιο απορίας πώς ένας άξεστος και αγράμματος νομαδικός λαός κατάφερε να υποτάξει και να καταστρέψει έναν πολιτισμό συντριπτικά ανώτερο, όπως ο βυζαντινός. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη παραδοξότητες…

Σχετική εικόνα

Ο ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΟΣ ΕΚΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑΣ

Οι Τούρκοι, αφού περιφέρονταν άσκοπα για αιώνες στις στέπες της κεντρικής Ασίας μαζεύοντας γύρω από τα πόδια τους σύννεφα σκόνης, εισέβαλαν στη Μικρά Ασία με τη μορφή των Ορντού (ορδή = στρατός), κουβαλώντας μαζί τους μια νομαδική νοοτροπία κι έναν ηπειρωτικό μυστικισμό, σύμφωνα με τον οποίο το (μυστικιστικό) κέντρο του κόσμου ήταν το Κοσμικό Βουνό (Ιμαλάια;). Με τέτοιο υπόβαθρο, σε σχέση με το οποίο η θάλασσα αντιπροσώπευε το άγνωστο χάος, δεν είναι παράξενο που οι Τούρκοι υπήρξαν επι αιώνες θαλασσοφοβικοί. Εξάλλου, οι νομαδικές καταβολές της ελίτ των Τουρκομάνων πολεμιστών, που, αφού οι ίδιοι εξισλαμίστηκαν προηγουμένως από τους πολιτιστικά ανώτερους Πέρσες, εξισλάμισαν κι εκτούρκισαν βιαίως τη Μικρά Ασία, δεν επέτρεψαν την εύκολη ενσωμάτωσή τους στην κουλτούρα των ναυτικών λαών της περιοχής.

Από τη στιγμή που οι Τούρκοι εισέβαλαν στην περιοχή έδειξαν να προτιμούν ως τόπο εγκατάστασής τους το άνυδρο υψίπεδο της Μικρά Ασίας και ιδιαίτερα τη βορειοδυτική του πλευρά (Δορύλαιο, Παφλαγονία), επειδή προσιδίαζε στο σκληρό περιβάλλον της κεντρασιατικής στέπας, απ’ όπου προήλθαν. Ο σκληρός χειμώνας και η βλάστηση του οροπεδίου ταίριαζε απόλυτα στο νομαδικό τρόπο ζωής των Τούρκων. Έτσι, η προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον ήταν άμεση. Ήταν σαν να είχαν, για καλή τους τύχη, ανακαλύψει μια νέα πατρίδα, που θύμιζε σε όλα την παλιά.

Αμέσως μετά την αρχική εγκατάστασή τους στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι άρχισαν να λυμαίνονται με ληστρικές επιδρομές την ενδοχώρα, προωθώντας την ερήμωσή της με την καταστροφή της αγροτικής οικονομίας. Όντας νομάδες αυτή η ερήμωση τους εξυπηρετούσε, καθώς η ύπαιθρος, απαλλαγμένη από αγροκτήματα, αποτελούσε πλέον μια ζώνη νομαδισμού, που δε διέφερε και πολύ απ’ εκείνη του Ιράν και της κεντρικής Ασίας, όπου τα ζώα μπορούσαν να βόσκουν ελεύθερα. Γι’ αυτούς η γη δεν είχε ιδιοκτήτη και είχε αξία μόνον όταν μπορούσε να θρέψει τα κοπάδια τους. Έτσι στη Μικρά Ασία η στέπα άρχισε να κερδίζει ραγδαία έδαφος έναντι της καλλιεργήσιμης γης…

The Seljuks of Rum

Εκτός από την επέκταση της στέπας μέσω της ερήμωσης των αγροτικών περιοχών, οι Τούρκοι επιχείρησαν να μεταμορφώσουν πλήρως τη Μικρά Ασία με την καταστροφή των «αθάνατων» πόλεών της. Χωρίς τις πόλεις οι Βυζαντινοί όχι μόνο θα έχαναν ισχυρά ερείσματα στην περιοχή, αλλά και δε θα μπορούσαν πλέον να διαχέουν τον πολιτισμό τους, εφόσον οι πόλεις επιβάλλουν ιστορικά τα πρότυπά τους στην ύπαιθρο. Χωρίς τις πόλεις η αφομοίωση των αυτοχθόνων πληθυσμών θα ήταν πιο εύκολη υπόθεση.

Όμως, αν και κατέστρεψαν δεκάδες πόλεις, η αφομοίωση των αυτοχθόνων ήταν αργή και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Σύμφωνα με το Γάλλο ιστορικό Κλοντ Καχέν το 12ο μ.Χ. αιώνα δεν υπήρχαν πάνω από 200.000-300.000 Τουρκομάνοι σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Έναν αιώνα αργότερα ο τουρκικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 10% του συνολικού πληθυσμού της χερσονήσου. Και στις αρχές του 20ού αιώνα, έπειτα από εκτουρκιστική πολιτική οκτώ αιώνων, σχεδόν το 70% του πληθυσμού της Μικρά Ασίας αποτελούνταν από μη τουρκικούς πληθυσμούς. Ακόμη και σήμερα, αφού πλέον η περιοχή εκκενώθηκε από Έλληνες, Αρμένιους και άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, υπολογίζεται ότι μόλις το 10% του πληθυσμού της Μικρά Ασίας θα μπορούσε να διεκδικήσει κεντροασιατική προέλευση. Όλοι οι υπόλοιποι είναι αυτόχθονες και άλλοι πληθυσμοί που εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίστηκαν. Με δυο λόγια οι νομάδες Τούρκοι όχι μόνο δεν κατόρθωσαν ν’ αφομοιώσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, αλλά οι ίδιοι αφομοιώθηκαν από το πολιτιστικό και εθνολογικό υπόβαθρο της Μικρά Ασίας, που παραμένει στη βάση του ευρωπαϊκό και μεσογειακό αν και γλωσσικά έχει εκτουρκιστεί.

Αν εξαιρέσει κανείς την εξόντωση και την εκδίωξη των Αρμενίων και των Ελλήνων, η τουρκοποίηση των μικρασιατικών λαών δεν προχώρησε στο βαθμό που θα ήθελαν οι Τούρκοι εθνικιστές. Και αυτό επειδή πολλές καταπιεσμένες ταυτότητες αναδύθηκαν αργότερα πιο δυνατές. Η ισλαμική ταυτότητα, που θεωρούνταν οπισθοδρομική και αντίθετη προς τον εκσυγχρονισμό, επέστρεψε ισχυρότερη και μάλιστα στον πολιτικό στίβο, μέσω του ισλαμιστικού κόμματος ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν. Η κουρδική ταυτότητα, που συμβολίζει τον αγώνα των αυτοχθόνων λαών της περιοχής για εθνική ανεξαρτησία, αναδύθηκε δυναμικά προβάλλοντας διεκδικήσεις κι απειλώντας με διάλυση το ίδιο το τουρκικό κράτος.

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey ethnic map

Σήμερα σχεδόν οι πάντες στην Τουρκία αρχίζουν ν’ αναζητούν τις ρίζες και την ταυτότητα τους. Πρόκειται για ένα πρόσφατο φαινόμενο, που παραπέμπει όμως και στις αταβιστικές τάσεις για τις οποίες φημίζονται οι μικρασιατικοί λαοί. Για ν’ αμβλύνουν τις εντυπώσεις που προκαλεί αυτή η απειλητική επάνοδος των επιμέρους εθνικών ταυτοτήτων στην Τουρκία, πολλοί Τούρκοι εκσυγχρονιστές επικαλούνται την έννοια της δημοκρατίας, ως τρόπο αρμονικής συνύπαρξης των διαφορετικών ταυτοτήτων. Για τους ίδιους η χώρα τους δεν ονομάζεται «Τούρκικη Δημοκρατία» αλλά «Δημοκρατία της Τουρκίας»(Turkiye Cumhuriyeti) και είναι ένας κοινός τόπος συνύπαρξης διαφορετικών ταυτοτήτων.

Σε πείσμα των Τούρκων εθνικιστών το λεγόμενο «τουρκικό έθνος» είναι ένα μείγμα λαών και εθνοτήτων, που συγκροτήθηκε ως έθνος μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα. Φυσιογνωμικά τουλάχιστον οι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας έχουν χαρακτηριστικά που ανήκουν σε όλες τις εθνότητες και αυτόχθονες λαούς, που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και γενικότερα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς και του Καυκάσου. Και σίγουρα δεν μοιάζουν καθόλου με τους «αδελφούς» Τουρκμένους, Ουζμπέκους, Τατάρους και Καζάκους της Κεντρικής Ασίας, παρά την κοινή καταγωγή της γλώσσας τους. Έχουν περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά και ιδιοσυγκρασία με τους Έλληνες και τους άλλους Βαλκάνιους, τους Αρμένιους και άλλους Καυκάσιους, καθώς και με τους Κούρδους και άλλους ιρανικής προέλευσης λαούς, παρά με τους Τουρκμένους και τους Ουζμπέκους της κεντρικής Ασίας. 

burcu esmersoy (7)

Kivanc

«Δεν πιστεύω ότι ο καθένας μας είναι Τούρκος, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Κοίταξέ μας! Είμαστε ένα μείγμα Τούρκων, Αράβων, Ελλήνων, Εβραίων, Περσών, Αρμενίων, Κούρδων …», δήλωσε στον έκπληκτο δημοσιογράφο του National Geographic ο «Τούρκος» Ουμίτ, που έτρωγε μαζί του σ’ ένα εστιατόριο της Άγκυρας. Αμέσως, ένας-ένας από την παρέα του Ουμίτ, που καθόταν μαζί με τον Αμερικανό δημοσιογράφο, άρχισαν να συμπληρώνουν το παζλ της πολυεθνικότητας της Τουρκίας. «Έχω πολλούς συγγενείς εκτός Τουρκίας», είπε ο ένας. «Η μητέρα μου είναι τουρκάλα, αλλά η μητέρα της ήταν από τη Ρουμανία», διέκοψε ένας άλλος. «Η μητέρα μου είναι από την Ελλάδα, αλλά μιλάει τουρκικά. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στη Γεωργία…», συμπλήρωσε ένας τρίτος. Όλοι τους προέρχονταν από μη-τουρκικούς λαούς που συνυπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στη συνέχεια εκτουρκίστηκαν, κυρίως γλωσσικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για Turkey ethnic map

Συνεχίζεται…

Sınıfa Osmanlı ve Selçuklu arması almak lazım insaalah

*Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 έχει συγγράψει περίπου 2.000 ειδικά άρθρα και αναλύσεις, 15 βιβλία, κυρίως έρευνες, σενάρια και κείμενα για ντοκιμαντέρ (Balkan Express), ενώ υπήρξε για ένα διάστημα και εκδότης ειδικών περιοδικών. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

geopolitiki-stamkos1

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης

geopolitiki-book



ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

 

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Alexander Dugin

Εκδόσεις Έσοπτρον

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Γράφει ο  Γιώργος Στάμκος

Ο Alexander Dugin είναι ένας από τους πιο γνωστούς συγγραφείς και πολιτικούς στοχαστές της μετα-σοβιετικής Ρωσίας, μια “δεξαμενή σκέψη” από μόνος του, τόσο σε ζητήματα Γεωπολιτικής, όσο και πολιτικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στ’ άλλα είναι ο εγκέφαλος και ένα διανοητικό “πυρηνικό εργοστάσιο” πίσω από το κίνημα του Ευρασιατισμού, που προβάλλεται ως μια αυτόνομη πολιτική ιδεολογία και κοσμοθέαση ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή και ως μια σύνθεση ευρωπαϊκών και ασιατικών αξιών. Ο Dugin θεωρείται ως ένας κομβικός Ευρασιάτης Ρώσος διανοητής, που βρισκόταν επί πολλά χρόνια στον πυρήνα της ρώσικης “δεξαμενής σκέψης” για γεωπολιτικό-μυστικιστικά ζητήματα, που ονομάζονταν ARCTOGAIA (Άρκτος + Γαία). Ο ίδιος εγκατέλειψε το κίνημα του “Εθνομπολσεβικισμού”, του οποίου ήταν ένας από τους ηγέτες του, κι εξελίχθηκε σ’ έναν μετα-ιδεολόγο. O Dugin εκφράζει απόψεις που από τη μία συνοψίζουν τη “μυστική γεωπολιτική” της Ρωσίας και της Ευρασίας, κι από την άλλη ερμηνεύουν την ανθρώπινη ιστορία με βάση τη διαλεκτική στεριάς – θάλασσας ή ναυτικών – ηπειρωτικών δυνάμεων. Κατά τον Dugin οι έννοιες Στεριά, Ανατολή, Ευρασία και Εργασία είναι σχεδόν ταυτόσημες. Το ίδιο ισχύει και με τις έννοιες Θάλασσα, Δύση, Κεφάλαιο και Φιλελευθερισμός. Αυτές οι δύο δυνάμεις βρίσκονται σε μια μακραίωνη αντιπαράθεση, όποια σχήματα ή “κελύφοι” κι αν φορέσουν. Έχει πάντως ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο 53χρονος Alexander Dugin είναι, επί μία και πλέον δεκαετία, σύμβουλος του Ρώσου “Τσάρου” Βλαντιμίρ Πούτιν σε θέματα Γεωπολιτικής, υποστηρίζοντας την επιστροφή της Ρωσίας ως μιας Παγκόσμιας Δύναμης, αντίβαρο των ΗΠΑ στο διεθνές σκηνικό.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στο βιβλίο του Η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία ο Alexander Dugin συνοψίζει με τον καλύτερο, ξεκάθαρο και περιεκτικό τρόπο όλη την πολιτική του σκέψη και την ¨ευρασιατική ιδεολογία” που ο ίδιος είναι θιασώτης. Σύμφωνα με την ανάλυσή του οι τρεις κύριες ιδεολογίες του 20ου αιώνα ήταν 1) Ο Φιλελευθερισμός (Αριστερός και Δεξιός) 2. Ο Κομμουνισμός (Μαρξισμός, Σοσιαλισμός, μαζί με τη σοσιαλδημροκατία) και 3) ο Φασισμός (Ναζισμός και άλλες παραλλαγές, όπως ο Εθνικοσυνδικαλισμός του Φράνκο, ο Περονισμός κ.α.). Αυτές οι τρεις ιδεολογίες πολέμησαν μεταξύ τους μέχρι θανάτου, δημιουργώντας στην ουσία όλη την αιματηρή ιστορία του 20ου αιώνα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Για τον Dugin: “Η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία προϋποθέτει για να εμφανιστεί την εναντίωσή μας στον κυρίαρχο Μετα-Φιλελευθερισμό, στην Παγκοσμιοποίηση, στον Μεταμοντερνισμό, στο Τέλος της Ιστορίας και στην αδράνεια των πολιτικών διαδικασιών στην αυγή του 21ου αιώνα”. Με άλλα λόγια η Τέταρτη Πολιτική Θεωρία του Dugin είναι μια “σταυροφορία” ενάντια στον Μεταμοντερνισμό, στη Μετα-βιομηχανική κοινωνία, στη φιλελεύθερη σκέψη και στην Παγκοσμιοποίηση. Το νέο θα προκύψει από τη ¨μεταφυσική των ερειπίων” και θα βασιστεί στον λίθο που εκείνοι απέρριψαν, αυτός θα γίνει ο “ακρογωνιαίος λίθος” του ευρασιατικού κόσμου”: “Το μέλλον της Ρωσίας βασίζεται στις προσπάθειες μας να αναπτύξουμε την Τέταρτη Πολιτική Θεωρία”, υποστηρίζει ο Dugin, που βλέπει την ιδεολογία του ως άρνηση, απόρριψη και σύνθεση ταυτόχρονα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

Στο κεφάλαιο με τίτλο “Η Οντολογία του Μέλλοντος” ο Dugin αναρωτιέται: “Υπάρχει το μέλλον;”, συμπληρώνοντας πως “η ύπαρξη αυτού που δεν έχει έλθει, που δεν έχει συμβεί ακόμη, είναι πολύ αμφισβητήσιμη”. Για τον ίδιο: “Η Ιστορία είναι η συνειδητοποίηση του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Τα εξαφανισμένα γεγονότα συνεχίζουν να ηχούν στην πράξη της υπενθύμισης τους. Η Κλειώ και η Πολύμνια, οι Μούσες αντίστοιχα της Ιστορίας και του Χρόνου είναι αδελφές στην Ελληνική Μυθολογία. Αυτή η υπενθύμιση είναι απαραίτητη για να μας δώσει την αίσθησή μας του παρόντος”. Έτσι “το μέλλον είναι συνεχές στο παρόν… Είναι η ανεσταλμένη στιγμή της ύπαρξης, χωρίς ιστορία και χωρίς μια αίσθηση επίγνωσης και συνείδησης” γράφει ο Alexander Dugin. Και για τον ίδιο υπάρχουν δύο δυνατά αποτελέσματα στο ορατό μέλλον: 1. Είτε η Δύση θα χάσει την ταυτότητά της και θα μετατραπεί σε ρομπότ 2. Είτε θα προσπαθήσει να επιβάλει την Ιστορία της, την οποία αντιλαμβάνεται ως καθολική, καταστρέφοντας έτσι άλλους πολιτισμούς και κουλτούρες. Μπορεί η Δύση να καταφέρει να κλείσει την Ιστορία της, αλλά δεν θα καταφέρει όμως να κλείσει και την Ιστορία των άλλων. Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί ειδικά απ’ όσους αντιλαμβάνονται την “κρίση ταυτότητας” της Δύσης κι ανησυχούν βλέποντας μια Ρωσία που αναζητεί έναν μετα-αυτοκρατορικό ρόλο στο σύγχρονο κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ.jpg