Category Archives: ΒΑΛΚΑΝΙΑ -BALKANS

Ο μακρύς δρόμος προς τις Πρέσπες: H διέξοδος ενός αδιεξόδου

Ο μακρύς δρόμος προς τη Συμφωνία των Πρεσπών

Η Διέξοδος ενός Αδιεξόδου

Γράφει ο Σπυρίδων Σφέτας

Όταν τον Φεβρουάριο του 1974 το σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας κατέστη αποκεντρωτικό και οι Ομόσπονδες Δημοκρατίες απέκτησαν σημαντικό βαθμό αυτονομίας, διευρύνθηκε το χάσμα Βορρά-Νότου και η χώρα μετατράπηκε σε ένα υβρίδιο μεταξύ Ομοσπονδίας και Συνομοσπονδίας. Το σύνταγμα του ’74, το οποίο δεν υπέγραψε ο γηραιός Τίτο, ήταν έργο του Σλοβένου Edvard Kardelj που θεωρούσε ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν προσωρινό δημιούργημα του συσχετισμού των Μεγάλων Δυνάμεων και μοιραία θα εξέλειπε, καθώς θα εξελισσόταν η διαδικασία της παγκόσμιας ολοκλήρωσης και θα έδυε η εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις 7 Απριλίου 1974, ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, σε βαρυσήμαντη επιστολή προς τον Καραμανλή, ανέλυσε τους εθνικούς κινδύνους:

«Ως προς την Γιουγκοσλαβίαν. Αι ενδεχόμεναι εξελίξεις εκεί μετά τον θάνατο του Τίτο πρέπει να μας γεννούν ακόμα μεγαλυτέρας ανησυχίας. Ουδείς δύναται να προβλέψει ποια θα είναι η τύχη της γείτονός μας Σλαβικής Ομοσπονδίας. Λέγεται ότι θα διαλυθεί. Δεν είναι βέβαιον, θα σημειωθούν όμως αναμφισβητήτως οξείς εσωτερικοί ανταγωνισμοί. Όλαι αι ενδείξεις, και είναι πολλαί, πείθουν ότι η Σοβιετική Ένωση θα θελήσει να αποκτήσει και πάλιν τον έλεγχο της Γιουγκοσλαβίας τον οποίο η παρουσία Τίτο παρεμποδίζει. Δεν αποκλείεται καθόλου να χρησιμοποιήσει προς τούτο και δυναμικά μέσα».

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το 1974 οι σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες προετοίμαζαν νέο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας με πυρήνα Μαυροβούνιους Κομινφορμιστές, εξόριστους μετά το 1948, προκειμένου να αναλάβει δράση μετά τον θάνατο του Τίτο και να φέρει τη Γιουγκοσλαβία στην τροχιά της Μόσχας. Αλλά αποκαλύφθηκε πολύ νωρίς από τις γιουγκοσλαβικές μυστικές υπηρεσίες αυτή η σοβιετική συνωμοσία τότε στο Bar του Μαυροβουνίου.

Μπαίνουμε τώρα σε αυτό που αφορά εμάς. Ο Αβέρωφ συνεχίζει:

«Σήμερον όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του ‘’Κράτους’’ των Σκοπίων, οι κάτω των 40 ή 50 ετών, είναι πεπεισμένοι ότι αποτελούν ιδίαν εθνότητα. Πολλοί από τους παλαιότερους βουλγαρίζουν, αλλά οι πρώτοι είναι πολυαριθμότεροι και δυναμικότεροι. Δυσφορούν δε δια τούτο διότι η Βουλγαρία ενεργώς μάχεται την ιδέα της μακεδονικής εθνότητας. Η Βουλγαρία διεκδικεί τους ‘’Μακεδόνας’’ ως ιδικούς τους. .

Αλλά ο φανατισμός των ΄΄Μακεδόνων’’ των Σκοπίων είναι μεγάλος και όπως σημαντική είναι τώρα και η θέση αυτών εις το Βελιγράδιον, δηλαδή εις τη διοίκησης της ομοσπονδιακής Κυβέρνησης.

Όταν λοιπόν θα λείψει ο Τίτο δια να προφυλαχθούν από την Βουλγαρία τον πιστότερο δορυφόρο της Μόσχας εν εκ των δύο πραγμάτων πρέπει να κάμουν. Ή να στηριχθούν εις τη Δύσιν ή να πλειοδοτήσουν εις φιλοσοβιετισμόν.

Το πρώτο το θεωρώ σχεδόν αδύνατο λόγω της εντόνου ιδεολογικής τοποθετήσεώς των και λόγω των κινδύνων που τούτο θα συνεπάγεται δια τους ηγέτας των. Το δεύτερο είναι λίαν πιθανόν και θα οδηγήσει πιθανότατα εις την εφαρμογή του παλιού σχεδίου της Μόσχας εις την δημιουργία υπό την αιγίδα της κάποιας βουλγαρογιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας-ολοκληρωμένης ή μερικής, την οποία επιμόνως αρνείτο ο Τίτο και η οποία υπήρξε η κύρια αιτία της ρήξεώς του με τη Μόσχα το 1948.

Πόσον τούτο θα είναι επικίνδυνο δι΄ εμάς είναι προφανές. Και γίνεται προφανέστερον όταν σκεφτούμε ότι αφενός μεν εις την περιοχή των Σκοπίων ζουν και (συχνά σταδιοδρομούν άριστα) περί τις 35.000 καταφυγόντας εκεί σλαβόφωνοι της Μακεδονίας μας και ότι αφετέρου εις την Ελληνικήν Μακεδονίαν οι σλαβόφωνοι υφίστανται την συστηματική προπαγάνδα που διεξάγει το ραδιόφωνο και η τηλεόραση των Σκοπίων».

Κατανοητό αυτό το φοβικό σύνδρομο στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου, και ιδιαίτερα για τη Γιουγκοσλαβία με βάση τα δεδομένα του 1974. Κατανοητό επίσης και γιατί η Βουλγαρία δεν έχει πρόβλημα με τον όρο Μακεδονία και Μακεδόνες. Για τον Βούλγαρο η λέξη Μακεδών είναι ο υποδουλωμένος, ο μη ελεύθερος Βούλγαρος. Ουσιαστικά για εμάς έμπαινε ζήτημα ασφάλειας μέσω ανακινήσεως ζητήματος ‘’μακεδονικής μειονότητας’’ ως μακροπρόθεσμη έγερση εδαφικών διεκδικήσεων .Και αυτό φοβόταν ο Αβέρωφ, ότι οι Σλαβόφωνοι οι δικοί μας που υφίσταντο τη σημαντική προπαγάνδα, ράδιο, τηλεόραση κλπ. θα αποτελούσαν το μοχλό της αποσταθεροποίησης στη Βόρειο Ελλάδα, αν η Σοβιετική Ένωση ανακτούσε την επιρροή της στη Γιουγκοσλαβία. Ο Αβέρωφ θυμάται τον εμφύλιο πόλεμο, το ΝΟΦ, τον ρόλο της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο με την εκμετάλλευση του Μακεδονικού, τα βουλγαρογιουγκοσλαβικά σχέδια για ομοσπονδία ή συνομοσπονδία των Νοτίων Σλάβων, τη σοβιετική βαλκανική πολιτική των ετών 1944-49, την τότε πολιτική του Βελιγραδίου και των Σκοπίων έναντι της Ελλάδας κ.λπ. και φοβόταν επανάληψη του σεναρίου αυτού στα νέα δεδομένα.

Αλλά δεν συνέβη το ανησυχητικό αυτό σενάριο. Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και ο κομμουνισμός κατέρρευσε. Όσο υπήρχε η Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, το Μακεδονικό επηρέαζε τις διμερείς ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις ως ζήτημα αναγνώρισης ‘’ μακεδονικής μειονότητας’’ από την Ελλάδα. Το θέμα ανακινούσαν και αυτοτελώς τα Σκόπια, ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Rankovic το 1966 και την έναρξη της διαδικασίας αποκέντρωσης των Ομόσπονδων Δημοκρατιών, την έξαρση του εθνικού ζητήματος (ιδιαίτερα του Κροατικού), εξελίξεις που οδήγησαν στο σύνταγμα του 1974. Επισημαίνω τι έλεγε το ’73 και ο Φαίδων Άννινος- Καβαλιεράτος, αναπληρωτής- υπουργός Εξωτερικών τότε για ένα διάστημα, όταν ανακινούνταν από τα Σκόπια ζήτημα αναγνώρισης ‘’μακεδονικής’’ μειονότητας από την Ελλάδα.

«Μετά της παλαιάς φίλης Γιουγκοσλαβίας θα επιθυμούσαμε να αναπτύξουμε ταχύτερον τας σχέσεις μας. Λόγω όμως ορισμένων τεχνητών εμποδίων, παρεμβαλλομένων ουχί βεβαίως από ημετέρας πλευράς εν Γιουγκοσλαβία και εξαιτίας της στάσεως ωρισμένων επαρχιακών στοιχείων η οποία δημιουργεί αντιξόους αντιδράσεις εις την ελληνική κοινή γνώμην, αι σχέσεις μετά της χώρας αυτής, ομαλαί βεβαίως και φιλικαί, δεν σημειούν τον υφ΄ ημών επιθυμητόνν ρυθμόν αναπτύξεως.

Το επαρχιακόν στοιχείον, το οποίον εννοούσα, είναι ότι δημιουργείται εν Γιουγκοσλαβία μια τεχνητή εθνότης περί της οποίας π.χ. προ 50 ετών, ουδείς εγένετο λόγος. Και τούτο μεν αν περιωρίζετο εκεί, αν γινόταν μόνο εκεί θα ήτο καθαρό εσωτερικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας, αφ΄ ης όμως στιγμής η Γιουγκοσλαβία επιμένει να παρεμβάλει το θέμα αυτό εις τα σχέσεις μετά της Ελλάδος είμεθα υποχρεωμένοι να λάβουμε αυτή την απορριπτική θέσιν.

Τώρα πως μπορεί να θεραπευτεί αυτή η δυσκολία; Μπορεί ευχερώς να εξαλειφθεί αν η γιουγκοσλαβική κυβέρνησις παύσει να αναμειγνύη αυτό το τεχνητό θέμα εις τας σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών».

Οι δηλώσεις του Άννινου-Καβαλιεράτου είχαν ως αποτέλεσμα μια προσωρινή κρίση στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις και τη ματαίωση της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Milos Minic στην Αθήνα. Δεν αντιδρούσαμε για τις εξελίξεις εντός της Γιουγκοσλαβίας, για τη διαμόρφωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητας στο βαθμό που δεν έθιγε την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά της αρχαιότητας, αλλά για τη διάχυσή της στους Σλαβόφωνους της Ελληνικής Μακεδονίας, για τον αλυτρωτισμό και προς εμάς και προς τη Βουλγαρία η οποία έβλεπε και βλέπει τους ‘’Μακεδόνες’’ ως αλλοτριωμένους Βούλγαρους.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Βουλγαρία υπήρξε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε τα Σκόπια ως Δημοκρατία της Μακεδονίας και ότι δεν έχει πρόβλημα με τον όρο Μακεδονία και Μακεδόνες, γιατί θεωρεί ότι αυτοί είναι μη απελευθερωμένοι Βούλγαροι. Και το σύμφωνο φιλίας που υπέγραψε πέρυσι με τα Σκόπια δεν υπεισέρχεται σε τέτοια ζητήματα, κάνει λόγο απλά για ‘’ κοινό παρελθόν’’, κάτι που θα μπορούσε να προοιωνιστεί και κοινό μέλλον. Η Βουλγαρία ζει ακόμα στο πνεύμα του εθνικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα.

Επειδή για μας ο όρος Μακεδών , λόγω της αρχαιότητας, είναι συνυφασμένος με τον Ελληνισμό, θέλουμε την οριοθέτηση των ταυτοτήτων, Ελληνισμού και Σλαβισμού, και για αυτό επιμένουμε τόσο πολύ στο να αποσαφηνιστούν ζητήματα ταυτοτήτων, χωρίς να αναγνωρίζουμε ‘’ μακεδονικό έθνος’’ με τους όρους της άλλης πλευράς. Αυτή η οριοθέτηση είναι το πνεύμα που διαχέεται σε όλη τη Συμφωνία.

Δυστυχώς, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και συνέβη αυτό το οποίο είχε διαισθανθεί ένας άλλος έξοχος διπλωμάτης, ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, όταν ως υφυπουργός Εξωτερικών επισκέφτηκε το 1971 το Βελιγράδι και συζητούσε διμερή θέματα με τον υπουργό Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, Μίρκο Τέπαβατς. Ήταν τότε σε εξέλιξη η Κροατική άνοιξη, η μεγαλύτερη εσωτερική κρίση της Γιουγκοσλαβίας μετά το 1948. .

« αν, πράγμα που ουδαμώς ευχόμεθα διότι διακαώς επιθυμούμε να ίδωμεν την Γιουγκοσλαβία παραμένουσαν ως έχει σήμερον, οιονδήποτε των αποτελουμένων αυτής τμημάτων απέκτα τυχόν διεθνή υπόστασιν τότε φυσικά θα εξετάζομεν το ζήτημα των απευθείας μετ΄ αυτού σχέσεών μας.

Ελπίζω να συμμερίζεστε την άποψίν μας ότι η θέσις αύτη βασίζεται στα δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου».

Όσο υπήρχε η Γιουγκοσλαβία, μια κεντρική κυβέρνηση έστω και ανίσχυρη , μια διεθνής φυσιογνωμία της χώρας, μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος, δεν ήταν για την Ελλάδα μείζον πρόβλημα το Μακεδονικό. Μόνο όταν ανακινούνταν ζήτημα μειονότητας, η Αθήνα αντιδρούσε, έστω και αν επίσημα η Γιουγκοσλαβία αρνούνταν ότι έχει εδαφικές διεκδικήσεις. Στις 30 Δεκεμβρίου 1969 σημείωνε ο υπουργός Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης σε οδηγίες του προς τον πρέσβη στο Βελιγράδι, Σπύρο Τετενέ.

«Ανάμιξις υπό την μορφήν ενδιαφέροντος δια ‘’μειονότητας’’ πλειστάκις αποτελεί κεκαλυμμένην εδαφικήν διεκδίκησιν, τυχόν δε δήλωσις περί μη υπάρξεως εδαφικών διεκδικήσεων ουδεμίαν αξίαν έχει, δεδομένου ότι η πρώτη μορφή , δηλαδή η μειονοτική, οδηγεί θάττον ή βράδιον εις την εδαφικήν. Περαιτέρω η Ελληνική Κυβέρνησις δεν δύναται να επιτρέψη εις ξένην Κυβέρνησιν να αποφαίνεται περί της εθνικής συνειδήσεως των κατοίκων οιουδήποτε τμήματος της χώρας, έτι δε ολιγώτερον να αποδεχθή εκδήλωσιν σχετικού ενδιαφέροντος. Ταύτα αποτελούν, παρά πάσαν αντίθετον δήλωσιν, εδαφικήν διεκδίκησιν. Δικαιούμεθα και οφείλομεν εκ καθήκοντος ειλικρινείας να διευκρινίσωμεν ότι εφ’όσον δεν λαμβάνονται υπ’όψιν απόψεις επί ζητήματος θεμελιώδους δι’ημάς σημασίας, δεν έχουν πρακτικήν τινά σημασίαν αι διαβεβαιώσεις περί διαθέσεων αναπτύξεως των φιλικών μεθ’ημών σχέσεων».

Ποια είναι όμως αυτή η τεχνητή εθνότης η οποία δημιουργείται; Είναι νομίζω πασιφανές τι εννοεί ο Φαίδων Άνινος Καβαλιεράτος. Και γιατί δεν υπήρχε πριν 50 χρόνια; Το 1923; Εδώ τώρα μπαίνουμε στην καρδιά του προβλήματος, κάτι που μας αφορά. Γιατί βλέπω ότι τα αλυτρωτικά καλύφθηκαν, γενικά οι κόκκινες γραμμές μας ( σύνθετη ονομασία erga omnes, εξάλειψη αλυτρωτισμού, αναθεώρηση του συντάγματος κ.λπ.), αλλά αναμοχλεύονται ζητήματα ταυτότητας, γλώσσας, εθνότητας κ.λπ., σε λίγο και εμπορικών σημάτων, δεν ξέρω και εγώ τι θα ανακαλύψουμε.

Στον Μεσοπόλεμο διεξάγεται έντονος ανταγωνισμός μεταξύ της Βουλγαρίας και του Βασιλείου των Σέρβων , Κροατών και Σλοβένων / Γιουγκοσλαβίας μετά το 1929 για την ταυτότητα του πληθυσμού του τμήματος της Μακεδονίας που το 1913 και το 1919 επιδικάστηκε στην τότε Σερβία. Πρόκειται για τη σερβική Μακεδονία, τη Vardaska Makedonija, που το 1929 συμπεριλήφθηκε στην Vardaska Banovina. Οι όροι Pirinska Makedonija, Vardarska Makedonija , Egejska Makedonija εισήχθησαν το 1913 από την ηττημένη Βουλγαρία για να καταδείξουν τη ‘’ διάσπαση της Μακεδονίας ως ενότητας και βουλγαρικής περιοχής’’ με την επισήμανση ότι μόνο το μικρό βουλγαρικό τμήμα, η Pirinska Makedonija, ήταν το ελεύθερο τμήμα, ενώ το ελληνικό (Egejska) και το σερβικό τμήμα ( Vardaska) αλύτρωτες περιοχές.

Τι κληρονομήσανε οι Σέρβοι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο; Κληρονομήσανε έναν πληθυσμό ο οποίος είχε φιλοβουλγαρικά αισθήματα, άλλοι ήταν ακραιφνείς Βούλγαροι, άλλοι είχαν μια ρευστή συνείδηση, και προσπαθούσαν με τη βία να τον εκσερβίσουν. Το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε την ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας. Τα φιλοβουλγαρικά αισθήματα ενός τμήματος του σλαβικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιοχές του σερβικού τμήματος της Μακεδονίας, αποδίδονταν στην καλά οργανωμένη βουλγαρική προπαγάνδα του 19ου αιώνα, ο πληθυσμός χαρακτηριζόταν ως άμορφη μάζα που θα μπορούσε να εκσερβιστεί. Ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού προέβαλλε η βουλγαρική οργάνωση VMRO που με ορμητήριο το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας εγκαινίασε από το 1920 μέχρι το 1934 την τακτική του ανταρτοπολέμου κατά των Σέρβων για να αποτρέψει τον εκσεβισμό της περιοχής, θέτοντας βραχυπρόθεσμα ζήτημα αναγνώρισης των δικαιωμάτων της βουλγαρικής μειονότητας και μακροπρόθεσμα την αυτονομία της σερβικής Μακεδονίας. Στην Ελλάδα προσπάθησε (ανεπιτυχώς) να αποτρέψει την εθελούσια ανταλλαγή πληθυσμών με βάση τη συνθήκη του Νεϊγύ ( 27.11. 1919), αλλά δεν είχε ένοπλη δράση, εκτός ορισμένων μεθοριακών επεισοδίων.

Κοντά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είναι σήμερα στα Σκόπια στο πλαίσιο του αρχαϊκού κιτς πατριωτισμού του Γκρούεφσκυ, στον Μεσοπόλεμο δέσποζε το άγαλμα του Αλεξάνδρου Καραγιώργη, του βασιλιά της Σερβίας και της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας. Σκοπός των Σέρβων ήταν να εκσερβίσουν τον πληθυσμό αυτό, τμήμα του οποίου είχε φιλοβουλγαρικά αισθήματα, αλλού υπήρχαν ισχυροί βουλγαρικού πυρήνες, αλλά υπήρχε και ρευστότητα στη συνείδηση. Ο όρος Μακεδονία εξισώθηκε από τους Σέρβους εθνικιστές με τον όρο Νότιος Σερβία ή Παλαιά Σερβία, καλλιεργήθηκαν οι ιστορικές μνήμες των Σέρβων, ότι δηλαδή ο Κόσοβο και τα Σκόπια, η πρωτεύουσα του Μεσαιωνικού κράτους του Στέφανου Δουσάν, ήταν η κοιτίδα του Σερβισμού. Συνέπιπτε η ελληνική και η σερβική άποψη για τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας. Ιστορική Μακεδονία ήταν για μας το σημερινό ελληνικό τμήμα και η γραμμή Αχρίδα- Μοναστήρι -Κρούσεβο- Γευγελή- Στρώμνιτσα, Νευροκόπι- Μελένικο. Η ευρύτερη περιοχή της πόλης των Σκοπίων ήταν για μας και για τους Σέρβους τμήμα της Παλαιάς Σερβίας. Οι Σέρβοι τον 19ο αιώνα διέκριναν τους όρους Stara Srbija ( Παλαιά Σερβία) και Makedonija. Αλλά για την ευρωπαϊκή διπλωματία και για τη Βουλγαρία ο όρος της μείζονος Μακεδονίας ήταν πολύ ευρύτερος. Συμπεριλαμβανόταν στα τρία οθωμανικά βιλαέτια του Κοσόβου (με πρωτεύουσα τα Σκόπια ), του Μοναστηρίου και της Θεσσαλονίκης. Έτσι, υπήρχε και η συμβατική χρήση του όρου Μακεδονία.

Μέσω της σερβικής Μακεδονίας το Βασίλειο Σέρβων , Κροατών και Σλοβένων είχε διέξοδο στην ελεύθερη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Η σερβική Μακεδονία ήταν εστία έντασης και συγκρούσεων μεταξύ Βουλγάρων κομιτατζήδων της VMRO και σερβικού τακτικού στρατού ή σερβικών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ευρωπαίοι ταξιδιώτες που ταξίδευαν με το Orient Express από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη διακατέχονταν από τον φόβο βομβιστικών ενεργειών Βαλκάνιων τρομοκρατών, δηλαδή Βουλγάρων κομιτατζήδων. Ο εκσερβισμός σε μακροπρόθεσμη βάση δεν ήταν ανέφικτος. Αν τα αποτελέσματα δεν υπήρξαν ικανοποιητικά, αυτό οφειλόταν στον βίαιο τρόπο που εφαρμόστηκε η πολιτική αυτή , στο κλίμα έντασης και ανασφάλειας που κυριαρχούσε στη σερβική Μακεδονία μέχρι το 1934, στην απουσία μιας ουσιαστικής οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης της περιοχής ( μικρά βήματα έγιναν από το 1938 από τον πρωθυπουργό της Γιουγκοσλαβίας Milan Stojadinovi?), και στη σύντομη σχετικά περίοδο του Μεσοπολέμου. Ήπια πολιτική εξελληνισμού των Σλαβοφώνων στην ελληνική Μακεδονία άσκησε και η Ελλάδα , μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών με τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Εδώ τα αποτελέσματα υπήρξαν ικανοποιητικά λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής του ελληνικού στοιχείου και της απουσίας δράσης της VMRO, υπήρχαν φιλοβουλγαρικές ομάδες ή Βουλγαρόφρονες, αλλά είχαν αποδεχτεί την ελληνική κυριαρχία και δεν δημιουργούσαν προβλήματα στο ελληνικό κράτος.

Θύμα του σερβοβουλγαρικού ανταγωνισμού στη σερβική Μακεδονία απέβη τελικά ο ίδιος ο τοπικός πληθυσμός. Από τη μια πλευρά εξαναγκαζόταν από τη VMRO να προσφέρει άσυλο στους Βούλγαρους κομιτατζήδες και να αυτοπροσδιορίζεται όχι ως σερβικός, αλλά ως βουλγαρικός, από την άλλη καταδιωκόταν από τις σερβικές αρχές, αν στήριζε τη VMRO και δηλωνόταν ως βουλγαρικός και όχι ως σερβικός, βρισκόταν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Αν εκφραζόταν ως μακεδονικός, θα εξισορροπούσε τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό και πίστευε ότι θα απεμπλεκόταν από τη σερβοβουλγαρική διένεξη. Και εδώ είναι το πρόβλημα ακαταληψίας και δυσπεψίας για εμάς τους Έλληνες.

Υπήρχε η δυνατότητα ένας σλαβόφωνος χωρικός να χρησιμοποιεί τον όρο Μακεδών και να ονομάζει το ιδίωμα που μιλούσε μακεδονική διάλεκτο; Εδώ είναι το πρόβλημα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει ο μέσος Έλληνας, όχι μόνο ο μέσος Έλληνας, αλλά και οι διπλωμάτες της εποχής του Μακεδονικού Αγώνα.

Άλλo η Αρχαία Μακεδονία, εννοείται ότι όλα συνδέονται με τον Ελληνισμό, και άλλο ο 19ος – 20ός αιώνας. Οι όροι Μακεδονία και Μακεδόνες άλλαζαν συχνά περιεχόμενο ανά τους αιώνες. Ο όρος Μακεδών χρησιμοποιούνταν από τις σλαβικές κοινότητες ως ένδειξη τοπικής ταυτότητας και οι σλαβικές διάλεκτοι αποκαλούνταν ως μακεδονικές, συγγενείς αλλού περισσότερο με τη βουλγαρική, αλλού με τη σερβική. Αυτό οι δικοί μας Μακεδονομάχοι το παρατηρούσαν. Για παράδειγμα, ποια ήταν η μακεδονική διάλεκτος στην οποία μιλούσε ο Καπετάν Κώτας στους χωρικούς και ο Πύρζας μετέφραζε στα ελληνικά, διότι ο Παύλος Μελάς δεν την καταλάβαινε; Σίγουρα ήταν σλαβικό ιδίωμα, βουλγαρομακεδονικό ιδίωμα το αποκαλεί ο ίδιος ο Μελάς σε άλλη του επιστολή, άσχετα αν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα αποκαλείται μόνο μακεδονική διάλεκτος. Τι εννοούσε ο Κώτας με τον όρο ‘’ εμείς οι Μακεδόνες’’;

Και ο Ίων Δραγούμης παρατήρησε το φαινόμενο αυτό. Αλλά επειδή τότε είχαμε να αντιμετωπίσουμε τη Βουλγαρία που προσπαθούσε να διαμορφώσει βουλγαρική συνείδηση μέσω της Εξαρχίας και των κομιτάτων στους σλαβόφωνους χωρικούς που ως τοπική ταυτότητα χρησιμοποιούσαν τον όρο Μακεδόνες, εύκολα μπορούσες να δημιουργήσεις τον μύθο ότι πρόκειται για ελληνικούς πληθυσμούς που στην πορεία των αιώνων δέχτηκαν σλαβικές επιδράσεις και υπέστησαν εθνολογικές αναμίξεις. Το ίδιο και για τη γλώσσα . Η ύπαρξη ελληνικών λέξεων στο συνονθύλευμα των (σλαβο) μακεδονικών διαλέκτων λειτουργούσε ως δικλίδα ασφαλείας για την αναγωγή τους σε ελληνική γλώσσα που υπέστη αναμίξεις (σλαβικές, τουρκικές , βλάχικες, αλβανικές) και κατέστη ‘’μιξοβάρβαρο’’ ιδίωμα. Έτσι, πίσω από κάθε τι το μακεδονικό που σχετιζόταν με σλαβικό βλέπαμε κάτι το ελληνικό και το Μακεδονικό ζήτημα ήταν στη πράξη μια ελληνοβουλγαρική διαπάλη. Ο σλαβόφωνος που προσχωρούσε στην Εξαρχία ή στα κομιτάτα, μαζί με την τοπική ταυτότητα Μακεδών, αποκτούσε τώρα και την εθνική ταυτότητα Βούλγαρος. ‘’Πρέπει να ξέρη κανείς να διακρίνη τους σλαβόφωνους χωρικούς της Μακεδονίας από τους καθαυτό Βουλγάρους της Βουλγαρίας.. Κάθε νέαν άνοιξη οι Βούλγαροι της Βουλγαρίας ( και ειδικότερα τα κομιτάτα) προκηρύχνουν στον κόσμο και στους σλαβόφωνους της Μακεδονίας γενικήν εξέγερσιν ενάντια στον «απαίσιο τύραννον». Η ευαίσθητη Ευρώπη κλαίει για την ελειεινή κατάσταση των «δύστυχων Μακεδόνων». …Αν εγνώριζες τους χωρικούς αυτούς, θα πειθόσουν πως δεν σκέπτονται ούτε την εθνικότητά τους ούτε τα δικαιώματα του «Ελεύθερου Πολίτη» , που τ’αγνοούν εντελώς. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, τα σχισματικά ή εξαρχικά χωριά, από καιρό φανατισμένα από τη βουλγαρική προπαγάνδα… Οι λοιποί σλαβόφωνοι χωρικοί είναι μονάχα «αριθμοί» που τα κομιτάτα τους εκμεταλλεύονται και τους επιβάλλονται με τη βία ( τα κομιτάτα καλά κάνουν, αφού τους αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο)’’, έγραφε ο Ίων Δραγούμης από τις Σέρρες στις 18/31 Οκτωβρίου 1903. Οι «δύστυχοι Μακεδόνες» ήταν προφανώς οι Σλαβόφωνοι χωρικοί στους οποίους η Βουλγαρία προσπαθούσε να εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση, και η ευαίσθητη Ευρώπη ήταν το φιλοβουλγαρικό Βαλκανικό Κομιτάτο των αδελφών Buxton που λειτουργούσε ως Think Tank της αγγλικής κυβέρνησης και εισηγούνταν την αυτονομία της Μακεδονίας ως λύση. Αν ο σλαβόφωνος χωρικός παρέμεινε Πατριαρχικός, θεωρούνταν Έλληνας, άσχετα αν δεν μιλούσε ελληνικά, παρόλο που και η διγλωσσία είχε μεγάλη διάδοση.

«Ήταν ένα κράμα όλων των βαλκανικών εθνοτήτων τότε η Μακεδονία…. Η γλώσσα τους ήταν η ίδια, μακεδονίτικη, ένα κράμα και αυτή από σλαβικά κι ελληνικά, ανακατωμένα με λέξεις τούρκικες. ….Όπως και στα βυζαντινά χρόνια , οι πληθυσμοί ήταν ανακατωμένοι τόσο, που δύσκολα χώριζες -τις δύο φυλές που κυριαρχούσαν. Εθνική συνείδηση είχαν τη μακεδονική μονάχα. Όταν όμως οι Βούλγαροι κήρυξαν την εκκλησιαστική τους ανεξαρτησία , και αναγνωρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη αρχηγός της βουλγάρικης συνείδησης ο Έξαρχος αντί του Πατριάρχη , και όταν η Σύνοδος του 1872 κήρυξε σχισματικούς τους Βούλγαρους , χωρίστηκε η Μακεδονία σε Πατριαρχικούς Έλληνες κι Εξαρχικούς Βουλγάρους, χωρίστηκαν και οι συντοπίτες, οι συγχωρίτες-ακόμα και οικογένειες», έγραφε η Πηνελόπη Δέλτα Στα Μυστικά του Βάλτου».

Τι προκύπτει από την Πηνελόπη Δέλτα από την οποία δεν απαιτούμε βέβαια τις δάφνες ενός ιστορικού. Ότι ό όρος μακεδονική γλώσσα μπορούσε να ταυτιστεί με σλαβικό ιδίωμα, ότι η τοπική ( όχι ακόμα εθνική) συνείδηση του Μακεδόνα περιελάμβανε τους Σλαβόφωνους.

Δεν υπήρχαν διακριτά χαρακτηριστικά στους Σλαβόφωνους και ιστορική παράδοση για να διαμορφωθεί μια σλαβομακεδονική, μη βουλγαρική, ελληνική ή σερβική, ταυτότητα με εγγενείς δυνάμεις.

Δεν ήταν ελληνική ιδιαιτερότητα. Και οι Σέρβοι στο Κόσσοβο υποστήριζαν ότι οι Αλβανοί ήταν εξισλαμισμένοι Σέρβοι και μέσω του εξισλαμισμού εξαλβανίστηκαν. Το ίδιο λένε και οι Τούρκοι για τους Κούρδους, ότι οι Κούρδοι είναι ορεινοί Τούρκοι που λόγω γειτνίασης με την Περσία δέχτηκαν την επίδραση τη περσικής γλώσσας και αποξενώθηκαν από τους υπόλοιπους Τούρκους. Πριν μερικά χρόνια, το 1984-85 , όταν η κομμουνιστική Βουλγαρία άλλαξε τα ονόματα των τουρκογενών Μουσουλμάνων από τουρκικά και αραβικά σε βουλγαρικά (διαδικασία αναγέννησης), Βούλγαροι ιστορικοί υποστήριζαν τη θέση , ότι οι τουρκογενείς Μουσουλμάνοι είναι βουλγαρικοί πληθυσμοί που έχουν εξισλαμιστεί επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και έτσι εκτουρκίστηκαν. Η βίαιη αλλαγή των ονομάτων ( για παράδειγμα ο Αχμέτ Ντογκάν ονομάστηκε Μέντι Ντογκάνοφ) υπήρξε ατελέσφορη. Η πολιτική αυτή δεν πέτυχε και οι τουρκογενείς Μουσουλμάνοι χρησιμοποιούσαν τα δικά τους ονόματα στο στενό κύκλο. Αυτό σημαίνει ότι και δια των όπλων να καταλάβεις τα Σκόπια, δεν μπορείς να επιβάλεις αυτό το οποίο εσύ θέλεις στην πράξη.

Και εδώ τώρα τίθεται το μεγάλο μας πρόβλημα. Υπάρχει η τοπική ταυτότητα Μακεδών η οποία όμως δεν μπορεί να εξελιχθεί σε εθνική, διότι τότε δεν υπήρχαν εγγενείς δυνάμεις ούτε ευνοούσαν οι συνθήκες. Πολύ εύκολα ένας Σλάβος που είχε την τοπική ταυτότητα Μακεδών μπορούσε να αποκτήσει βουλγαρική συνείδηση μέσω βουλγαρικών σχολείων κλπ. Η Βουλγαρία όμως φαινόταν ότι δεν μπορούσε να επιτελέσει τον εθνικό της στόχο, δηλαδή να ενσωματώσει τη Μακεδονία στη Βουλγαρία 25 χρόνια μετά το σοκ του Συνεδρίου του Βερολίνου ( 13.7.1878) που αναθεώρησε την προκαταρκτική συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3. 3. 1878 ) με την οποία η μείζων Μακεδονία ( πλην Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης) ενσωματωνόταν στη Βουλγαρία. Και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Ίλιντεν (20 Ιουλίου/2. Αυγούστου 1903) , παρόλο που η Βουλγαρία υποκίνησε τους Βουλγαρομακεδόνες σε εξέγερση, δεν κήρυξε πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως υποσχέθηκε. Ούτε η Ρωσία, απασχολημένη με την Ιαπωνία, ήθελε ταραχές στα Βαλκάνια και επέδειξε αδράνεια. Η εξέγερση του Ίλιντεν κατεστάλη εύκολα από τον οθωμανικό στρατό και κατέστησε ορατό στην Αθήνα τον βουλγαρικό κίνδυνο για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας. Ήταν το έναυσμα για την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Μια ομάδα Σλάβων διανοουμένων από τη Μακεδονία που προέρχεται από τους κόλπους του Βουλγαρισμού, αλλά αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η Βουλγαρία δεν μπορεί να επιτελέσει την εθνική της αποστολή, με αποτέλεσμα ο ‘’μακεδονικός λαός ‘’, όπως τον αποκαλούν , να διασπάται, τα βαλκανικά κράτη να ανταγωνίζονται στη Μακεδονία, η οθωμανική κακοδιοίκηση να διαιωνίζεται, και ο κίνδυνος διανομής της Μακεδονίας μεταξύ των βαλκανικών κρατών να είναι ορατός, τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης μιας σλαβομακεδονικής ταυτότητας ως μιας διαδικασίας διαφοροποίησης από τους Βούλγαρους, Σέρβους και Έλληνες. Κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Κρστε Μισίρκωφ ο οποίος το 1903εξέδωσε την μπροσούρα του ‘’Ζα makedonckite raboti -Περί των μακεδονικών υποθέσεων’’ που αποτελεί το πολιτικό μανιφέστο του σλαβομακεδονικού εθνικού σεπαρατισμού. Ως όρους για τη διαμόρφωση της νέας ταυτότητας θεωρεί την κωδικοποίηση μιας σλαβομακεδονικής γλώσσας με βάση την κεντρική διάλεκτο (Βελεσσών, Περλεπέ, Μοναστηρίου και Αχρίδας), την ανασύσταση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας ως αυτοκέφαλης με εκκλησιαστική γλώσσα την σλαβονική, και ένα αυτόνομο πολιτικό καθεστώς με την καλλιέργεια φιλικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Γνωρίζει τις εύλογες απορίες που θα προκαλέσουν οι χωρίς ιστορικά ερείσματα θέσεις του, ότι στη Μακεδονία υπήρχαν και υπάρχουν μόνο δύο σλαβικές εθνότητες, οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι, ότι στη Μακεδονία δεν υπάρχει γλώσσα , υπάρχουν μονάχα πολλές διάλεκτοι που διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά είναι συγγενείς με τη βουλγαρική ή σερβική γλώσσα, ανάλογα με την περιοχή. Τις αντιρρήσεις αυτές αντέκρουσε με το επιχείρημα « ό,τι δεν υπήρχε στο παρελθόν, μπορεί να δημιουργηθεί αργότερα, αρκεί να το απαιτούν ιδιαίτερα οι διάφορες ιστορικές περιστάσεις». Ο Μισίρκωφ, δρώντας ως πολιτικός, προκατέλαβε την εποχή μας.

«Το όνομα Μακεδόνας χρησιμοποιούνταν αρχικά από τους Μακεδόνες Σλάβους ως γεωγραφικός όρος για την ένδειξη της καταγωγής τους. Αυτό το όνομα είναι γενικά γνωστό στους Μακεδόνες Σλάβους και όλοι ονομάζονται με αυτό. Καθώς ισχύει αυτό και πλέον η διαμόρφωση της εθνότητας είναι διαδικασία πολιτικού μηχανισμού, υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις η Μακεδονία να αποτελέσει αυτόνομη εθνογραφική περιοχή… Η διαμόρφωση των Μακεδόνων σε ξεχωριστή σλαβική εθνότητα είναι η πλέον συνηθισμένη ιστορική διαδικασία , παρόμοια με τη διαδικασία της διαμόρφωσης του βουλγαρικού και του σερβοκροατικού λαού, από τους άλλοτε Νότιους Σλάβους… Είναι σαφές ότι το όνομα Βούλγαρος δεν ταυτίζεται με βουλγαρική εθνότητα στη Μακεδονία. Το όνομα αυτό τώρα τεχνητά παραμένει στη Μακεδονία, όπως σπέρνεται εκεί και το όνομα Σέρβος τον τελευταίο καιρό. Το όνομα Βούλγαρος στη Μακεδονία δεν έχει τώρα θέση, διότι ήδη 25 ολόκληρα έτη ζήσαμε εμείς οι Μακεδόνες ξεχωριστή ζωή από τους Βούλγαρους. Ανάμεσα σε μας και τους Βούλγαρους υπάρχουν πάρα πολύ λίγα κοινά συμφέροντα… Ο πατέρας μου , ο παππούς μου, ο προπάππος μου, αν από ακαταληψία ονομάζονταν Βούλγαροι, αυτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι και εγώ πρέπει όπως και αυτοί να έχω άγνοια για την εθνικότητά μου.. Στους Μακεδόνες το όνομα Βούλγαρος είναι κίβδηλο νόμισμα με το οποίο αυτοί πληρώνουν και τη Βουλγαρία και τον ηγεμόνα της και την πατρίδα τους και το λαό τους. Είναι καιρός να αποκαλυφθεί αυτή η δολιότητα για να σταματήσει η εκμετάλλευσή της… Οι καλές σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες και σε μας τους Μακεδόνες (Σλάβους) εξαρτώνται πάλι περισσότερο από τους πρώτους παρά από μας. Για να βελτιωθούν αυτές, οι Έλληνες θα πρέπει να αρνηθούν τη ‘’ Μεγάλη τους Ιδέα’’ και να αναγνωρίσουν το δικαίωμα ύπαρξης και μακεδονικής εθνότητας μαζί με την ελληνική στη Μακεδονία. Ιδιαίτερα το Πατριαρχείο ως οικουμενικός θεσμός πρέπει να σταματήσει να δρα ως θεσμός με ελληνικό χαρακτήρα.. ».

Οι αιρετικές αυτές θέσεις του Μισίρκωφ δεν έγιναν τότε ευρύτερα κατανοητές , κύκλοι της VMRO έκαψαν τη μπροσούρα του και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο από την οργάνωση. Το έργο του Μισίρκωφ ήταν μια αυτοσχέδια πολιτική (όχι επιστημονική) πραγματεία, όπως ομολόγησε και ο ίδιος το 1907. Άλλωστε, η Βουλγαρία δεν είχε ακόμα χρεοκοπήσει στη μακεδονική της πολιτική. Ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια πολιτική επιλογή, αν η Βουλγαρία δεν εκπλήρωνε την ιστορική αποστολή στη Μακεδονία. Ό, τι όμως ήταν ανέφικτο το 1903, κατέστη εφικτό το 1943-44, επειδή η Βουλγαρία είχε οριστικά χρεοκοπήσει στο Μακεδονικό.

Στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913 στη Σερβία επιδικάστηκε ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας, Ελλάδα και Σερβία απέκτησαν κοινά σύνορα, αυτό ήταν το όραμα Ελλήνων και Σέρβων πολιτικών του 19ου αιώνα. Ο Βενιζέλος πάντα μιλούσε για άξονα Αθηνών-Βελιγραδίου. Η Βουλγαρία ήταν η ηττημένη και δεν αποδέχτηκε το εδαφικό status quo. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσχώρησε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Όταν εισήλθαν πρώτοι οι Σέρβοι, επιστράτευσαν τον τοπικό πληθυσμό ως δυνητικά σερβικό. . Όταν μετά την κατάρρευση της Σερβίας τον Νοέμβριο του 1915 εισήλθαν οι Βούλγαροι, προέβησαν σε νέα επιστράτευση στο όνομα του βουλγαρισμού. Σε μια οικογένεια υπήρχε το πρόβλημα ο ένας γιος υπηρετεί στο βουλγαρικό στρατό και ο άλλος γιος να υπηρετεί στο σερβικό στρατό. Μέσα σ’αυτό το πολεμικό κλίμα κατανοεί κανείς του αυτόπτη μάρτυρα Στρατή Μυριβήλη τη ρήση, «Ως τόσο δεν θέλουν νάναι μήτε ‘’ Μπουλγκάρ’’ μήτε ‘’Σρρπ’’, μήτε ‘’ Γκρρτς’’. Μοναχά ‘’ Μακεντόν ορτοντόξ ’’», κάτι που προκάλεσε αλλεργικό σύνδρομο στην Ελλάδα και εξοβελίστηκε από τις μεταγενέστερες εκδόσεις του βιβλίου του Η Ζωή εν Τάφω. Το λέει κάποιος ο οποίος είναι σλαβόφωνος και ο Στρατής Μυριβήλης ως Έλληνας αξιωματικός της Αντάντ, φιλοξενούμενος σε οικογένεια Σλαβοφώνων, προσπαθεί εκεί ( περιοχή Μοναστηρίου) να εξακριβώσει ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που μιλούν μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν και οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι. «Τους πρώτους τους μισούνε, γιατί τους πιλατεύουν και του μεταχειρίζονται για Βουλγάρους. Και τους Βουλγάρους τους μισούνε , γιατί πήραν τα παιδιά τους στον πόλεμο. Εμάς τους Ρωμιούς μας δέχονται με κάποια συμπαθητική περιέργεια, μόνο και μόνο γιατί είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υποταχτικοί του Πατρίκ, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η ιδέα του Πατριαρχείου απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη σε μια μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνω σε τούτο τον απλοϊκό χριστιανικό κόσμο… Μολοταύτα η γοητεία από το ελληνικό Βυζάντιο βαστάει. Ύστερα είναι και οι τάφοι των προεστών και των παπάδων τους πούναι σκαλισμένοι με τα ιερά και μυστηριώδικα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα είναι γραμμένα στα παλαιά σκεβρωμένα κονίσματά τους, γύρω από τ΄ασκητικά κεφάλια των αγίων του Βυζαντίου και μέσα στα κιτρινισμένα Βαγγέλια. Όλα αυτά μας κάνουν προνομιούχους αντίκρυ στα μάτια τους. Μολοταύτα δε θέλουν νάναι μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Σρρπ, μήτε Γκρρτς. Μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ».

Και κατόπιν στο Mεσοπόλεμο έχουμε τη διαπάλη Βουλγαρίας-Γιουγκοσλαβίας στη σερβική Μακεδονία με την ένοπλη δράση της βουλγαρικής VMRO κατά των Σέρβων: Από το 1920 μέχρι το 1924 η VMRO υπό την ηγεσία του Todor Aleksandrov και του Aleksander Protogerov διεξήγαγε ανταρτοπόλεμο κατά των Σέρβων, από το 1925 μέχρι το 1934 υπό τη ηγεσία του Ιvan Mihajlov επιδιδόταν και σε δολοφονίες κρατικών στελεχών του γιουγκοσλαβικού κράτους, με αποκορύφωμα τη δολοφονία στη Μασσαλία (9.10.1934) του βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας Αλέξανδρου Καραγιώργη και του υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας Louis Barthou.

Στις 11 Ιανουαρίου 1930, ο Γερμανός δημοσιογράφος Max Fisher δημοσίευσε στην Deutsche Allgemeine Zeitung ένα άρθρο με τον τίτλο «Η μακεδονική σφίγγα», στην οποία χαρακτήρισε τους Σλαβόφωνους ( Μακεδόνες κατά τη δική του ορολογία) ως άμορφη μάζα, ως ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων και προδιέγραψε την επιτυχία του εκσερβισμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, αν τα Βαλκάνια δεν γνώριζαν νέους πολέμους.

«Οι Μακεδόνες δεν είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι. Όπως και οι δύο τελευταίοι, έτσι και αυτοί αποτελούν μια ιδιαίτερη νοτιοσλαβική φυλή, έχουν τη δική τους γλώσσα η οποία συγγενεύει με την εκκλησιαστική σλαβονική και διαφέρει τόσο από τη βουλγαρική όσο και από τη σερβική. Οι Μακεδόνες έχουν τα δικά τους λαϊκά τραγούδια και έθιμα, αλλά με πολλά κοινά στοιχεία τόσο με τους Σέρβους όσο και με τους Βούλγαρους. Αλλά οι Μακεδόνες δεν έχουν μια σύγχρονη λογοτεχνία με την ευρωπαϊκή σημασία της λέξης. Ως λόγια γλώσσα ο Μακεδόνας μαθαίνει είτε τη βουλγαρική είτε τη σερβική. Με την εκμάθηση του αλφαβήτου λύνεται και το ζήτημα του εκσερβισμού του ή του εκβουλγαρισμού του. Επειδή Βούλγαροι, Μακεδόνες και Σέρβοι έχουν μεγάλη συγγένεια, η αφομοίωσή τους μέσω της σερβικής ή βουλγαρικής κουλτούρας είναι εφικτή ακόμα και από την πρώτη γενιά. Όταν η Μακεδονία βρισκόταν υπό την επιρροή της βουλγαρικής εκκλησίας, η ευάριθμή της διανόηση είχε εκβουλγαριστεί. Σήμερα η μακεδονική νεολαία, η οποία μαθαίνει γραφή και ανάγνωση, εκπαιδεύεται μέσω σερβικών σχολείων και εκκλησιών στη σερβική εθνική ιδέα και θα εκσερβιστεί με τη ίδια επιτυχία , όπως είχαν εκβουλγαριστεί οι πρόγονοί της».

Κινούμενος στο πνεύμα της επίσημης σερβικής πολιτικής του Μεσοπολέμου, ο Fischer επιδίωκε προφανώς να τονίσει ότι οι Σλαβόφωνοι αποτελούσαν μια απροσδιόριστη εθνοτική ομάδα, χωρίς να έχουν τα εγγενή στοιχεία να εξελιχθούν σε αυτοδύναμο έθνος, και έτσι υπέκυπταν είτε στον εκσερβισμό είτε στον εκβουλγαρισμό. Τις παρενέργειες του σερβο-βουλγαρισμού ανταγωνισμού υφίστατο και η Ελλάδα, πιεζόμενη από τη Σόφια να αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και από το Βελιγράδι σερβική. Η εξέλιξη της υπόθεσης του Πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ ήταν χαρακτηριστική. Για να απεμπλακεί η Ελλάδα από τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό και για την ταυτότητα των Σλαβοφώνων της ελληνικής Μακεδονίας, αλλά και για να φανεί συνεπής στις μειονοτικές της υποχρεώσεις έναντι της Κοινωνίας των Εθνών, ο Βενιζέλος ήταν πρόθυμος να επιτρέψει τη λειτουργία σχολείων με γλώσσα διδασκαλίας όχι τη σερβική ή τη βουλγαρική, αλλά τις τοπικές σλαβομακεδονικές διαλέκτους , εφόσον όμως οι ίδιοι οι Σλαβόφωνοι το ζητούσαν. «Θα ήμην διατεθειμένος , αν κατά τον εσωτερικόν νόμον ο απαιτούμενος αριθμός μας ζητήση το άνοιγμα σχολείων από αυτούς τους Σλαβόφωνους , νάνοίξω με την μόνην διαφοράν, ότι θα τα ήνοιγα ως μακεδονοσλαβικά, και δεν θα επέτρεπα καμμίαν επαφήν με κυβερνήσεις άλλων κρατών», έλεγε ο Βενιζέλος τον Ιούνιο του 1930 στον υπουργό Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Vojslav Marinkovi? . Αλλά παρόμοια αιτήματα δεν τέθηκαν.

Δυστυχώς, τα περισσότερα από τα 20 χρόνια του Μεσοπολέμου ήταν περίοδος πολεμικών συγκρούσεων στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, κάτι που απέτρεψε την ολοκλήρωση του εκσερβισμού. Ήταν άλλωστε και σχετικά λίγα τα χρόνια. Αν δεν είχαμε τις ανακατατάξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα Βαλκάνια, εννοείται ότι ο εκσερβισμός θα είχε ολοκληρωθεί, όπως και αν η περιοχή είχε επιδικαστεί στη Βουλγαρία το 1912-1913 θα είχε εκβουλγαριστεί, αλλά η Βουλγαρία θα είχε τότε από καλύτερη βάση διεκδικήσεις και στην ελληνική Μακεδονία. Έχοντας η Βουλγαρία τα Σκόπια το πρώτο θύμα θα ήταν η ελληνική Μακεδονία.

Υπήρχε ωστόσο και μια άλλη σημαντική παράμετρος στο Μακεδονικό ζήτημα κατά τον Μεσοπόλεμο, η δράση τη Κομμουνιστικής Διεθνούς και των Βαλκανικών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Δεν είναι σκόπιμο επί του παρόντος να αναλύσουμε την τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο Μακεδονικό ενταγμένη στη στρατηγική της προώθησης του Κομμουνισμού, μας ενδιαφέρει μόνο να επισημάνουμε ότι από το 1934 η Κομμουνιστική Διεθνής, μετά από έντονες συζητήσεις, εισήγαγε το όρο ‘’ μακεδονικό έθνος’’ με αποκλειστική αναφορά στους Σλάβους που πριν χαρακτηρίζονταν ως Βούλγαροι ή ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ Βουλγάρων και Σέρβων. Η γραμμή αυτή υιοθετήθηκε και από τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα. Οι ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήταν βέβαια διαφορετικές από αυτές του Μισίρκωφ και οι πρώιμοι θιασώτες του σλαβομακεδονισμού δεν χαρακτηρίστηκαν ως προδρομικές μορφές, ωστόσο το εγχείρημα ήταν το ίδιο , η διαμόρφωση μιας ομοιογενούς σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Υπήρχαν τώρα πολιτικές δυνάμεις για για να προωθήσουν τη μετεξέλιξη της τοπικής ταυτότητας ‘’ (Σλαβο)μακεδόνας’’ σε εθνική ταυτότητα, αν οι πολιτικές συγκυρίες ήταν ευνοϊκές. Η λύση αυτή εξισορροπούσε τον σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη σερβική Μακεδονία και παρείχε στον πληθυσμό τη δυνατότητα εθνικής ολοκλήρωσης εντός μιας νέας ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτή τη λύση του εθνικού ζητήματος άρχισε να προσανατολίζεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας το 1937, έχοντας ήδη ιδρύσει το 1934 σε εθνική βάση Κομμουνιστικά Κόμματα Κροατίας και Σλοβενίας και προβλέποντας στο άμεσο μέλλον και την ίδρυση ‘’ Κομμουνιστικού Κόμματος Μακεδονίας’’. Δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση ‘’ Κομμουνιστικού Κόμματος Μακεδονίας’’, αλλά μιας Περιφερειακής Επιτροπής λόγω σερβικών αντιδράσεων.

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βουλγαρία έπαιξε ξανά το μακεδονικό της χαρτί και προσχώρησε στον Άξονα στις 25.3.1941. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η Πέμπτη Βουλγαρική Στρατιά, όταν στις 18 Απριλίου 1941 εισήλθε στη σερβική Μακεδονία, έγινε δεκτή ως απελευθερωτική από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Οι λεγόμενες Επιτροπές Κινητοποίησης που είχαν συγκροτηθεί από Βουλγαρομακεδόνες αμέσως μετά τη γερμανική επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας, επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια αφύπνισης του βουλγαρικού φρονήματος. Ωστόσο, το αρχικό φιλοβουλγαρικό κλίμα διαδέχτηκε μια αίσθηση συνεχώς διογκούμενης δυσαρέσκειας με τη βουλγαρική διοίκηση. Το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα που επέβαλε το βουλγαρικό κράτος, διαλύοντας τις Επιτροπές Κινητοποίησης, η μη προώθηση ντόπιων στη στελέχωση του διοικητικού μηχανισμού με το επιχείρημα ότι δεν γνώριζαν την επίσημη βουλγαρική γλώσσα, οι αυθαιρεσίες και η αλαζονική συμπεριφορά των νεοφερμένων Βουλγάρων δημοσίων υπαλλήλων, τα προβλήματα του επισιτισμού και η άνθιση της αισχροκέρδειας ήταν βασικοί λόγοι. Εξάλλου, δεν εντάχθηκε όλη η Μακεδονία στο βουλγαρικό κράτος. Οι αλβανικές περιοχές του Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Δίβρας, Στρούγκας και η λίμνη της Αχρίδας εντάχθηκαν στην ιταλο-αλαβική ζώνη , ενώ από το ελληνικό τμήμα μονάχα η Ανατολική Μακεδονία τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή. Η διαφαινόμενη έκβαση του Πολέμου το 1942/43, η ήττα δηλαδή του Άξονα, ευνόησε την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (ΚΚΓ). Ο απεσταλμένος του Τίτο, ο Σφετοζάρ Βουκμάνοβιτς-Τέμπο, κατόρθωσε στις αρχές Μαρτίου 1943 να ιδρύσει Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας (ΚΚΜ) και να ενισχύσει το Γενικό Επιτελείο των παρτιζάνικων τμημάτων. Ευνοϊκές συνθήκες για την έναρξη ενός αντιστασιακού κινήματος δημιουργήθηκαν στις δυτικές περιοχές μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας ( Σεπτέμβριος 1943), την αποχώρηση του ιταλικού στρατού και τη διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας. Ο σλαβομακεδονισμός ως η μοναδική συνεκτική εθνική επιλογή άρχισε να κερδίζει έδαφος σε βάρος της βουλγαρικής εθνικής επιλογής, ιδιαίτερα στις νέες γενιές, εφόσον η βουλγαρική πολιτική είχε αποτύχει και η Βουλγαρία θα ήταν πάλι μια ηττημένη χώρα. Από όλα τα σχετικά έγγραφα της εποχής προκύπτει ότι ως τελικός στόχος του ΚΚΜ και του Γενικού Επιτελείου είχε τεθεί η «ενοποίηση του μακεδονικού λαού, η ένωση και των τριών τμημάτων της Μακεδονίας σε ένα κράτος », αλλά το βασικό ερώτημα ήταν θα εντασσόταν σε μια γιουγκοσλαβική ομοσπονδία με κομμουνιστικό καθεστώς ή θα αποτελούσε ενιαίο και ανεξάρτητο κράτος χωρίς μεταβολή του πολιτικο-κοινωνικού συστήματος. Ο βραχυπρόθεσμος στόχος του Τίτο ήταν η εμπέδωση των θέσεων του ΚΚΓ/ΚΚΜ στη σερβική Μακεδονία, η καταπολέμηση κάθε έκδηλου ή λανθάνοντος φιλοβουλγαρισμού στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και η ένταξη της περιοχής στη νέα σοσιαλιστική γιουγκοσλαβική ομοσπονδία. Ο μακροπρόθεσμος στόχος του Γενικού Επιτελείου ( στο παρτιζάνικο κίνημα προσχωρούσαν όχι μόνο κομμουνιστές, αλλά και πρώην βουλγαρόφιλοι, μέλη της VMRO, και άτομα με ρευστή μέχρι τότε συνείδησης) δεν ήταν μια στενή γιουγκοσλαβική λύση του Μακεδονικού με απλή ένταξη μόνο της πρώην σερβικής Μακεδονίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία. Προέτασσε την ένταξη και του βουλγαρικού και τμημάτων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονία στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία εντός της νέας Γιουγκοσλαβίας, ή αν αυτό ήταν ανέφικτο, και την ίδρυση μιας Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας εκτός της νέας σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Καλλιεργούνταν ένα ιδιότυπος σλαβομακεδονικός εθνικισμός και επεκτατισμός . Πάντως και ο ίδιος ο Τίτο και το ΚΚΓ/ΚΚΜ ως θέμα αρχής αναγνώριζε το ‘’ δικαίωμα του μακεδονικού λαού για ενοποίηση’’, αλλά χωρίς διατάραξη των διεθνών (αμερικανο-σοβιετικών) σχέσεων. Ο Τίτο ασκούσε υπεύθυνη γιουγκοσλαβική εξωτερική πολιτική. Διαφορετικά προσελάμβαναν το Μακεδονικό οι Σλοβένοι και οι Κροάτες, και διαφορετικά οι νεόκοποι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές. Η ταχύτητα των πολεμικών εξελίξεων το 1943/44 ήταν πλέον τόσο καταιγιστική που ο σλαβομακεδονισμός αποτελούσε την ασφαλέστερη διέξοδο. Η δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από τη χρεοκοπία της βουλγαρικής διοίκησης και η ορατή έκβαση του πολέμου δεν άφηναν περιθώρια αμφιταλαντεύσεων στις νέες κυρίως γενιές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εν εξακολουθούσαν και συνειδητοί Βούλγαροι που παρέμειναν αλώβητοι από τον σλαβομακεδονισμό.

Στις 2 Αυγούστου 1944, επέτειο της εξέγερσης του Ίλιντεν, πραγματοποιήθηκε στο μοναστήρι Πρόχωρ Πτσίνσκυ, κοντά στο Κουμάνοβο, η Πρώτη Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας ( ΑΣΝΟΜ) και διακήρυξε την ίδρυση της ‘’ Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’. Μεταξύ των αποφάσεων συμπεριλαβανόταν η αναγνώριση της μακεδονικής ως επίσημης γλώσσας, η καθιέρωση του εορτασμού του Ίλιντεν ως εθνικής γιορτής και κυρίως η ενοποίηση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας είτε εντός της Γιουγκοσλαβίας είτε ως μια Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία. Γινόταν λόγος για την ένωση ολόκληρου του μακεδονικού έθνους σε μια ελεύθερη κοινότητα των χειραφετημένων λαών της Γιουγκοσλαβίας, για την ενοποίηση του μακεδονικού λαού στη βάση του δικαιώματος για αυτοδιάθεση. Ο αλυτρωτισμός και ο μεγαλοϊδεατισμός σε βάρος της Ελλάδας και της Βουλγαρίας ήταν έκδηλος. Η διάχυση του σλαβομακεδονισμού ως συνεκτική, συλλογική ταυτότητα και η έγερση εδαφικών διεκδικήσεων εκφράστηκε στην ελληνική περίπτωση το 1944-49 με το ΣΝΟΦ, την απόσχιση των Σλαβόφωνων ταγμάτων Αριδαίας-Έδεσσας και Φλώρινας-Καστοριάς από τον ΕΛΑΣ τον Οκτώβριο του 1944, τη γιουγκοσλαβική εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο, την ίδρυση του ΝΟΦ. Στη βουλγαρική περίπτωση ο αλυτρωτισμός εκφράστηκε υπό τον μανδύα της κυοφορούμενης βουλγαρογιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας, κάτι που υποχρέωσε την Κομμουνιστική Βουλγαρία, υπό καθεστώς εξωτερικής πίεσης, το 1946/47 να αναγνωρίσει μακεδονικό έθνος στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας και μακεδονική μειονότητα στο βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας (Pirinska Makedonija), χορηγώντας και πολιτιστική αυτονομία στον βουλγαρικό πληθυσμό για τη ‘’μακεδονοποίησή του’’, ως βήμα μελλοντικής ένωσης με τη ‘’Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Mετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν (28.6.1948) η Βουλγαρία αναθεώρησε την πολιτική της στο Μακεδονικό, ενώ η ήττα των Ελλήνων Κομμουνιστών το 1949 ματαίωσε τα όποια σχέδια υπήρχαν από γιουγκοσλαβικής πλευράς. Το ΚΚΓ επιβλήθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας, εξαλείφοντας τα κέντρα που προπαγάνδιζαν την Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία. Μετά το 1949 η επίσημη Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία έθετε το Μακεδονικό ως μειονοτικό ζήτημα στην Ελλάδα και Βουλγαρία, αλλά οι δύο χώρες διαβλέποντας στην ανακίνηση ‘’ μειονοτικού’’ μελλοντικές εδαφικές διεκδικήσεις δεν αναγνώριζαν την ύπαρξη μακεδονικών μειονοτήτων στο έδαφός τους. Ο αντικομουνιστικός σλαβομακεδονικός μεγαλοϊδεατισμός εκφραζόταν στο μέλλον από κύκλους της διασποράς του εξωτερικού που έθεταν ζήτημα απόσχισης της ‘’Λαϊκής/Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ‘’ από τη γιουγκοσλαβική κομμουνιστική ομοσπονδία και ίδρυσης μιας δημοκρατικής Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας με το ελληνικό και βουλγαρικό τμήμα! H διασπορά αυτή ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στην Αυστραλία και παρακολουθούνταν από τη γιουγκοσλαβική ασφάλεια. Από τέτοιους κύκλους της διασποράς στηρίχθηκε η ίδρυση της VMRO-DPMNE το 1990/91.

Μετά την ίδρυση κράτους το 1944, άρχισε και η διαδικασία διαμόρφωσης της σλαβομακεδονικής ταυτότητας, σε αντιβουλγαρική βάση. Εξαρθρώθηκαν οι καθαρώς βουλγαρικές βάσεις που θεωρούσαν ‘’τεχνητό’’ το μακεδονικό έθνος, οι καταλήξεις των ονομάτων άλλαξαν σε ovski / evski,από ov και ?, δημιουργήθηκε μια λόγια γλώσσα. Και εδώ λίγα λόγια για το ζήτημα της μακεδονικής γλώσσας. Αρμόδιοι για να μιλήσουν για τα θέματα αυτά είναι οι Σλαβολόγοι, ούτε Νεοελληνιστής ούτε Κλασικός φιλόλογος. Το πρώτο που διδάσκεται ένας πρωτοετής φοιτητής της Σλαβολογίας, όπου και σπουδάζει στον κόσμο, είναι ότι η σλοβακική και η μακεδονική είναι οι νεότερες κωδικοποιημένες σλαβικές γλώσσες. Τον 19ο αιώνα βασικό σημείο διένεξης μεταξύ των Βουλγαρομακεδόνων διανοουμένων και των διανοουμένων της Βορειονατολικής Βουλγαρίας ( μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου) ήταν η κωδικοποίηση μιας κοινής λόγιας νεοβουλγαρικής γλώσσας, «η προσέγγιση και η ενοποίηση των δύο βουλγαρικών διαλέκτων, της Άνω Βουλγαρικής και της Μακεδονικής, σε μια κοινή λόγια γλώσσα», όπως έγραφε ο διανοούμενος Kuzman ?apkarev από την Αχρίδα, θεμελιωτής του βουλγαρικού γυμνασίου της Θεσσαλονίκης. Οι Βουλγαρομακεδόνες διανοούμενοι επιδίωκαν η νέα λόγια βουλγαρική γλώσσα να είναι πολυδιαλεκτική, να συμπεριλάβει δηλαδή και τα σλαβικά ιδιώματα της Μακεδονίας, οι άλλοι να είναι μονοδιαλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή μόνο σε μια προηγμένη διάλεκτο των βορειοανατολικών βουλγαρικών χωρών. Μετά την ίδρυση βουλγαρικού κράτους (1878) επικράτησε η βορειονατολική διάλεκτος ( περιοχής Veliko T?rnovo) ως βάση της νεοβουλγαρικής γλώσσας με αποβολή ελληνικών λέξεων και εισαγωγή ρωσικών, με το ορθρογραφικό σύστημα του Marin Drinov. Η σλαβομακεδονική διάλεκτος εξοβελίστηκε και παρέμεινε μια ακαλλιέργητη προφορική διάλεκτος, χωρίς γραπτή παράδοση και δυνατότητες εξέλιξης. Όταν ανακηρύχτηκε η ίδρυση της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» εντός της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας στις 2 Αυγούστου 1944 η μακεδονική ( σλαβομακεδονική ) αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα του κράτους και κωδικοποιήθηκε το 1944/45 με βάση τη διάλεκτο Μοναστηρίου-Περλεπέ (Prilep) και με προσκόλληση στη σερβική. Αναγνωρίστηκε μαζί με τη σερβοκρατική και τη σλοβενική ως μία από τις επίσημες γλώσσες της νέας Γιουγκοσλαβίας. Επίσημα στην επιστήμη της Σλαβολογίας χαρακτηρίζεται μακεδονική και είναι αυτονόητο ότι είναι σλαβική. Για το λόγο αυτό υπάρχει στη Συμφωνία η διευκρίνιση ότι ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών, δεν έχει σχέση με τη γλώσσα των Αρχαίων Μακεδόνων. Τίποτα δεν εμποδίζει τον Έλληνα να την αποκαλεί σλαβομακεδονική, θα αποτελούσε υπερβολική αξίωση όμως να απαιτήσουμε να επιβάλουμε εμείς διεθνώς αυτόν το χαρακτηρισμό. Για τη Βουλγαρία πρόκειται για μια σερβοποιημένη δυτικοβουλγαρική διάλεκτο, δεν έχει πρόβλημα με το όρο μακεδονική, αλλά την αναγνωρίζει μόνο στο πλαίσιο του συντάγματος της ΠΓΔΜ. Δηλαδή, όταν υπογράφονται διμερείς συμφωνίες στη βουλγαρική και μακεδονική μπαίνει η διευκρίνιση ( σύμφωνα με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας), η Βουλγαρία δεν έχει πρόβλημα με το όνομα.

Ο αποτελεσματικός μηχανισμός του σχολείου στη ‘’ Λαϊκή Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’ έλυσε σε μεγάλο βαθμό και το ζήτημα της ταυτότητας. Καλλιεργήθηκε ένα εθνικό αφήγημα για την ιστορική συνέχεια του μακεδονικού λαού από το μεσαιωνικό κράτος του Σαμουήλ. Στους αγώνες του μακεδονικού λαού ο όρος Βούλγαρος χαρακτηρίστηκε όχι ως εθνώνυμο, αλλά ως ξένη ετικέτα, ως εξωτερική μορφή του μακεδονικού στον πυρήνα του λαού, λόγω της αφομοιωτικής πολιτικής των βουλγαρικών παραγόντων στη Μακεδονία. Το μακεδονικό έθνος παρουσιάστηκε ως ιστορικό έθνος με μεσαιωνικό παρελθόν που αφυπνίστηκε τον 19ο αιώνα, αντιστάθηκε στις ξένες προπαγάνδες, αναγνωρίστηκε από τις προοδευτικές δυνάμεις του Μεσοπολέμου, ωρίμασε στις συνθήκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και καταξιώθηκε το 1944, αλλά μόνο η άλλοτε Vardarska Makedonija ήταν η ελεύθερη περιοχή. Το 1946 ιδρύθηκε μια αυτόνομη ‘’ Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία’’ εντός των κόλπων του Πατριαρχείου Σερβίας με σκοπό την ενίσχυση της εθνογένεσης. Το 1967, στο πλαίσιο της τότε αποκέντρωσης της Γιουγκοσλαβίας, η αυτόνομη ‘’Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία ‘’ ανακηρύχτηκε πραξικοπηματικά σε ‘’Αυτοκέφαλη’’ , χωρίς όμως να αναγνωριστεί από τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και είναι μέχρι σήμερα σχισματική. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε και η Μακεδονική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (MANU) για την επιστημονική ενίσχυση του ‘’ετεροχρονισμένου’’ σλαβομακεδονικού έθνους. Ο αντιβουλγαρικός κυρίως άξονας της διαμορφούμενης ταυτότητας ήταν ορατός. Για το λόγο αυτό ήδη το 1963 η κομμουνιστική Βουλγαρία καθόρισε τους σταθερούς της άξονες στο Μακεδονικό: Δεν υπάρχει ιστορικά διαμορφωμένο μακεδονικό έθνος, δεν υπάρχει μακεδονική μειονότητα στη Βουλγαρία, είναι απαράδεκτη η παραχάραξη της βουλγαρικής ιστορίας από τους Ιστορικούς των Σκοπίων, υπάρχει ωστόσο μακεδονική συνείδηση στον πληθυσμό λόγω της αποξένωσής του από τη Βουλγαρία.

Η αρχαία Μακεδονία δεν ήταν αρχικά αντικείμενο σφετερισμού, εκτός από κύκλους της διασποράς. Τα τελευταία χρόνια, λόγω της διένεξης με την Ελλάδα για την ιστορική κληρονομιά τους ονόματος Μακεδονία, άρχισε στην ΠΓΔΜ μια νευρική αναζήτηση ‘’στοιχείων’’ για τη μη ελληνικότητα των Αρχαίων Μακεδόνων και για την ανάμιξη Αρχαίων Μακεδόνων και Σλάβων από τους οποίους οι Σλάβοι κληρονόμησαν το όνομα Μακεδόνες ως δηλωτικό πλέον της σλαβικής οντότητας, κάτι που άγγιξε τα όρια ενός υστερικού φετιχισμού και αποκορυφώθηκε στον αρχαϊκό κιτς πατριωτισμό του Γρούεφσκυ. Απέβη μπούμερανγκ στη διεθνή κοινότητα για τα Σκόπια.

Παρόλες τις αμφισβητήσεις που υπέστη η σλαβομακεδονική ταυτότητα, δεν παρουσίασε σημάδια απονεύρωσης και αποσύνθεσης, ούτε υπήρξε μια αναβίωση φιλοβουλγαρισμού μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση των Σκοπίων. Δεν επακολούθησε το μολδαβικό σενάριο, όταν στην ανεξάρτητη Μολδαβία το 1990-92 επικράτησε ένα έντονο φιλορουμανικό κλίμα. Η Μολδαβία εισήγαγε τη ρουμανική γλώσσα ως επίσημη, τον ρουμανικό εθνικό ύμνο, τη ρουμανική σημαία, οι νέες γενιές αποδέχονται μια ρουμανική εθνική ταυτότητα. Στην ΠΓΔΜ δεν εκδηλώθηκε αναβίωση φιλοβουλγαρισμού, οι νέες γενιές είναι φανατικοί ‘’Μακεδόνες’’, όπως είχε επισημάνει σωστά ο Αβέρωφ. Τα 45 χρόνια ήρεμου βίου που διήλθε η Λαϊκή/Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας εντός της Γιουγκοσλαβίας ( στο παρελθόν η περιοχή ήταν πολεμική εστία) ήταν αρκετά για την παγίωση της νέας ταυτότητας.

Έχοντας υπόψη αυτό το ιστορικό πλαίσιο, κατανοεί κανείς ότι το ονοματολογικό δεν θα επιλυόταν, αν δεν υπήρχε η λέξη Μακεδονία σε κάποια μορφή. Μόνο τον γέλωτα μπορούσαν να προκαλέσουν όροι που προτάθηκαν από ορισμένους μη ειδήμονες συναδέλφους, όπως Δαρδανία, Δακία, Κεντρική Δημοκρατία της Βαλκανικής! Για την Ελλάδα ήταν απαράδεκτη η επωνυμία Republic of Macedonia και λόγω εδαφικής και λόγω πολιτιστικής απειλής. Μετά τη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου της πολιτικής μας να μην υπάρχει η λέξη Μακεδονία και, καθώς μια σειρά από χώρες είχαν αναγνωρίζει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα, η Ελλάδα χάραξε τη στρατηγική της το 2008 με συναίνεση όλων των πολιτικών κομμάτων , πλην του ΛΑΟΣ: Σύνθετη ονομασία, erga omnes, αναθεώρηση συντάγματος, εξάλειψη αλυτρωτισμού κ.λπ Οι κόκκινες αυτές γραμμές μας ικανοποιούνται με τη Συμφωνία των Πρεσπών, που αποτελεί επίτευγμα της ελληνικής διπλωματίας. Μόνο όσοι διπλωμάτες συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις με τα Σκόπια τα παρελθόντα έτη και γνώριζαν την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς, μπορούν να εκτιμήσουν σωστά τη Συμφωνία των Πρεσπών. Για τους πολιτικούς της ΠΓΔΜ το μείζον θέμα ήταν η ταυτότητα. Εδώ για μας το κομβικό σημείο ήταν η διάκριση Σλαβισμού και Ελληνισμού υπό τον όρο Μακεδονία και Μακεδόνες, ο σαφής διαχωρισμός του ελληνικού, ιστορικού τμήματος της Μακεδονίας από την ΠΓΔΜ, ο αυτοπροσδιορισμός των Σλαβομακεδόνων να μην καταστρατηγεί τον αυτοπροσδιορισμό των Ελληνομακεδόνων. Αυτό το πνεύμα διαχέεται σε όλη τη Συμφωνία Για μας δεν αλλάζει τίποτα. Και Μακεδόνες (ως Έλληνες) θα συνεχίσουμε να αυτοαποκαλούμαστε, ούτε το Αεροδρόμιο Μακεδονίας ούτε το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα αλλάξει όνομα. Η αρχαία μακεδονική κληρονομιά δεν μπορεί να είναι συστατικό τμήμα της ταυτότητά τους που είναι σλαβική. Σε τελευταία ανάλυση με τη Συμφωνία η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει εθνότητα, αλλά υπηκοότητα. Η λέξη Nationality εδώ είναι νομικός όρος. Ο όρος μακεδονική/πολίτες της Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονία δηλώνει ιθαγένεια και υπό τον όρο μακεδονική συμπεριλαμβάνονται Σλάβοι, Αλβανοί, Τούρκοι, Βλάχοι, Τορμπέσηδες ως πολίτες της Δημοκρατίας της Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας. Για τη γλώσσα έγινε εκτενής αναφορά, υπάρχει η σαφής επισήμανση ότι εμπίπτει στις νοτιοσλαβικές γλώσσες και δεν έχει καμία σχέση με τη γλώσσα των Αρχαίων Μακεδόνων.

Η προκλητική ρηματική διακοίνωση των Σκοπίων για την εκχώρηση της Μακεδονίας από Τσίπρα - Προσβάλουν τον Ελληνισμό (upd)

Προβάλλεται από ελληνικής πλευράς η ένσταση στη Συμφωνία ότι μια σύνθετη ονομασία που θα επέλεγε η άλλη πλευρά από το πακέτο Νίμιτς θα συμπαρέσυρε και την ταυτότητα και την γλώσσα.

Republic of Nova Makedonija- Novomakedonci, Novomakedonski

Republic of Gorna Makedonija- Gornomakedonci, Gornomakadonski,

Republic of Vardar Makedonija- Vardaromakedonci, Vardaromakedonski,

Republic of Severna Makedokija- Severomakedonci, Severomakedonski.

Την ταυτότητα δεν την αλλάζει κανείς σαν το πουκάμισο, ανάλογα με το εξωτερικό κοστούμι που φορά. Γι΄αυτούς ήταν κόκκινη γραμμή το θέμα της ταυτότητας. Οριοθετούμε τη σλαβική τους ταυτότητα από το Ελληνισμό, δεν τους εξοντώνουμε για να τους καταστήσουμε άμορφη μάζα, όπως ήταν τον 19ο αιώνα. Είναι Σλάβοι, παρότι χρησιμοποιούν τον όρο Μακεδόνες, είδαμε ότι δεν ήταν μη συμβατό αυτό ήδη από τον 19ο αιώνα, εμείς μπορούμε να τους αποκαλούμε Σλαβομακεδόνες και τη γλώσσα τους Σλαβομακεδονική. Δεν συγκροτούν τώρα ταυτότητα.. Όροι όπως Βορειομακεδόνες για την ταυτότητα και Βορειομακεδονική για τη γλώσσα είναι νεολογισμοί, κενοί περιεχομένου. Δεν απορρέει αναγκαστικά από το όνομα του κράτους και το όνομα της υπηκοότητας, ταυτότητας και γλώσσας. Για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας υπηκοότητα είναι η βρετανική, άσχετα αν κάποιος μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως Οθαλός, Σκωτσέζος ή Ιρλανδίας. γλώσσα είναι η αγγλική Όταν άρχισαν ψελλίζουν κάτι για το θέμα της σύνθετης ονομασίας, ακόμα επί Γκρούεφσκυ, επιδίωκαν να μη διασπαστεί το συνταγματικό τους όνομα και να μπει ο επιθετικός προσδιορισμός σε παρένθεση μετά το ουσιαστικό, ακριβώς για να αποτραπεί η αλλοίωση της ταυτότητάς τους. Για παράδειγμα, Republic of Makedonija (Vardarsκa, Nova, Severna, Gorna). Αυτό ενείχε τον κίνδυνο να απαλειφθούν οι εντός παρενθέσεως επιθετικοί προσδιορισμοί και σωστά η Ελλάδα το απέρριψε, επιμένοντας ο επιθετικός προσδιορισμός να τεθεί μπροστά από το ουσιαστικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ζάεφ εστίαζε την διαφωτιστική του τακτική για το δημοψήφισμα στο θέμα της διατήρησης της ταυτότητας, ενώ η αντιπολίτευση τον κατηγορούσε για συνθηκολόγηση στην Ελλάδα και στο θέμα της ταυτότητας, αφού η Αρχαιότητα απαλείφεται, όπως θα απαλειφθεί και ο Μεσαίωνας σε σχέση με τη Βουλγαρία. Η οριοθέτηση Σλαβομακεδονισμού και Βουλγαρισμού τον 19ο – πρώτο μισό του 20ού αιώνα είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, ήδη εκδηλώθηκε η πρώτη αψιμαχία Σκοπίων -Σόφιας για τον χαρακτήρα της εξέγερσης του Ίλιντεν.

Για την ΠΓΔΜ η ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ζήτημα ύπαρξης, για να εξέλθουν οι πολίτες από την απομόνωση και την ψύχωση πολιορκίας, αλλά και για την ασφάλειά τους . Διαισθάνονται τον αλβανικό κίνδυνο, αν υπάρξουν εξελίξεις στο ζήτημα του Κοσόβου. Ως περίκλειστος χώρα η Ελλάδα είναι γι’ αυτούς η κύρια διέξοδος, η προσφυγή της ΠΓΔΜ στη Χάγη και η καταδίκη της Ελλάδας για δήθεν παραβίαση της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 δεν είχαν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν στη Συμφωνία οι ασφαλιστικές δικλίδες για να μπλοκάρεις την άλλη πλευρά στην ενταξιακή πορεία προς το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν αυτή παρασπονδήσει. Για την Ελλάδα, που πάντα πρέπει να παίζει ηγεμονικό ρόλο στα Βαλκάνια, δεν είναι συμφέρουσα η διαιώνιση της διένεξης με την ΠΓΔΜ. Η Τουρκία μετά το 2008 ασκεί έντονη οικονομική και πολιτιστική διπλωματία στην ΠΓΔΜ σε βάρος της Ελλάδας, ιδρύοντας και φιλοτουρκικό αλβανικό κόμμα, την Besa, Τούρκοι αξιωματικοί εκπαιδεύουν αξιωματικούς της ΠΓΔΜ, στις συνόδους του ΝΑΤΟ η Τουρκία έθετε πάντα αστερίσκο με την επισήμανση ‘’ ότι από την Τουρκία αναγνωρίζεται ως Republic of Macedonia’’, πολίτες της ΠΓΔΜ , όταν βρίσκονται στο εξωτερικό και αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα, μπορούν να απευθύνονται στην τουρκική πρεσβεία και να εξυπηρετούνται ως Τούρκοι πολίτες κλπ. Υπάρχουν και πληροφορίες ότι η Τουρκία, εκτός από τους εκπροσώπους της ‘’τουρκικής μειονότητας στη Θράκη’’, χρηματοδοτούσε και το Ουράνιο Τόξο που τώρα δεν έχει λόγο ύπαρξης και πρέπει να διαλυθεί, όπως η OMO- Ilinden στη Βουλγαρία πριν από μερικά χρόνια.

O Ζάεφ πέρασε τον Γολγοθά του δημοψηφίσματος και των συνταγματικών αλλαγών, η Συμφωνία θα έλθει στο ελληνικό Κοινοβούλιο, θα είναι πράξη απερισκεψίας με απρόβλεπτες συνέπειες να μην επικυρωθεί. Θα χαμογελούν οι Βούλγαροι και θα επιχαίρουν οι Τούρκοι. Το αφήγημα της αντιπολίτευσης ότι μπορεί να επιφέρει βελτιώσεις στη Συμφωνία ως μελλοντική κυβέρνηση είναι το ίδιο με αυτό της VMRO στα Σκόπια: Ο Ζάεφ συνθηκολόγησε, έκανε μυστική διπλωματία χωρίς να ενημερώνει την αντιπολίτευση, δεν εκμεταλλεύτηκε την καταδικαστική για την Ελλάδα απόφαση της Χάγης, επιτέλεσε εθνική προδοσία, όταν έρθουμε στην εξουσία, θα διαπραγματευτούμε καλύτερη για μας Συμφωνία με την Ελλάδα, άρα χειρότερη για την Ελλάδα μπορεί να συμπεράνει κανείς.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι επωφελής, πρέπει να απεμπλακεί από την έντονη κομματικοποίηση, καλύπτει πλήρως τις κόκκινες γραμμές μας, είναι ισορροπημένη, ίσως να είναι ετεροβαρής για την άλλη πλευρά, αλλά όχι ταπεινωτική, ως διπλωματικό κείμενο μαεστρίας μπορεί να συγκριθεί με την απάντηση της Σερβίας στο αυστριακό τελεσίγραφο (Ιούλιος 1914) για να αποφευχθεί ο πόλεμος. Υπάρχει και ένας συμβολισμός που δείχνει τη νέα εποχή: Στις 25 και 26 Μαρτίου 1949 στην εκκλησία του χωριού Ψαράδες, κοντά στις Πρέσπες, συνήλθε το Δεύτερο Συνέδριο του ΝΟΦ, που διακήρυξε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και εθνικής αποκατάστασης του μακεδονικού λαού, σύμφωνα με την απόφαση της Πέμπτης Ολομέλειας (Ιανουάριος 1949) του ΚΚΕ για το Μακεδονικό. Στην ίδια περιοχή, στις 17 Ιουνίου 2018, μπήκαν οι βάσεις για μια νέα εποχή στις σχέσεις Ελλάδας-ΠΓΔΜ. Τίποτα δεν κρίθηκε ακόμα. Aν για πολλούς απλούς πολίτες, αλλά και βουλευτές, προφανώς λόγω άγνοιας ή ψηφοθηρίας, η 17η Ιουνίου 2018 είναι αποφράς ημέρα (dies ater), η Συμφωνία των Πρεσπών ας μην επικυρωθεί από την ελληνική Βουλή. Τότε ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του.

* Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Advertisements

ΓΚΑΣΜΕΝΤ ΚΑΠΛΑΝΙ: «Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»

ΓΚΑΣΜΕΝΤ ΚΑΠΛΑΝΙ: «Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»

Το νέο του βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι «Λάθος χώρα»,

Το νέο του βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι «Λάθος χώρα», ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε με τον γνωστό συγγραφέα, που έπειτα από 25 χρόνια εγκατέλειψε τη χώρα μας, για να μην τον ταπεινώσουν και τον εξοντώσουν ηθικά και σωματικά, όπως λέει.

Το να βρίσκεις τον Γκαζμέντ Καπλάνι στην Αμερική δεν είναι κάτι που το συνειδητοποιειείς εύκολα. Κι ας ξέρεις καλά ότι ο πιο γνωστός Αλβανός της Ελλάδας, αρθρογράφος στα «ΝΕΑ» και συγγραφέας τριών βιβλίων –στη γλώσσα μας, μάλιστα–, αποφάσισε ύστερα από 25 χρόνια να μας εγκαταλείψει. Να ξαναπάρει τον δρόμο της μετανάστευσης για τις ΗΠΑ.

Το τέταρτο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Λάθος χώρα» (εκδόσεις Επίκεντρο), ήταν μια καλή αφορμή να ξανασυνδεθούμε μαζί του. Να ξαναδιαβάσουμε κείμενά του. Να μας εξηγήσει γιατί η «δεύτερη πατρίδα» του, όπως έλεγε κάποτε την Ελλάδα, σήμερα δεν είναι πια παρά «δυστυχώς, μια ενδιάμεση στάση» για τη ζωή και το έργο του.

Στο νέο του, άλλωστε, μυθιστόρημα ο κεντρικός ήρωας, ο Καρλ, του μοιάζει πολύ. Είναι κι αυτός Αλβανός που ύστερα από πολλές περιπέτειες καταλήγει από την Ελλάδα στην Αμερική. Και, ξαφνικά, ο θάνατος του πατέρα του, στυλοβάτη του κομμουνιστικού καθεστώτος, τον αναγκάζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του, το Καρς, μια φανταστική αλβανική κωμόπολη.

Η συνάντησή του με τον αδελφό του Φρεντερίκ, πιστός αυτός στην πατρίδα και τις παραδόσεις που ο ανήσυχος και αντικαθεστωτικός Καρλ έχει αρνηθεί, είναι μια καλή αφορμή για να θίξει ξανά ο Καπλάνι τα σημαντικά θέματά του: ταυτότητα, πατρίδα, ελευθερία, μετανάστευση.

Ειδικά το τελευταίο κυριαρχεί στο έργο του. Μήπως η προσωπική εμπειρία του από τη μετανάστευση τείνει, τελικά, να εγκλωβίσει το ταλέντο του σε ένα κυρίως θέμα; Το αρνείται. «Δύσκολα εγκλωβίζεσαι σε ένα τόσο τεράστιο θέμα», λέει. «Αλλωστε ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας ήταν αιώνας προσφυγιάς: πόλεμοι, μεταναστεύσεις, εθνοκαθάρσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, γενοκτονίες, αποδράσεις από το Τείχος του Βερολίνου. Απλώς στην Ευρώπη έχουμε πρόβλημα με τη δική μας μετανάστευση, είναι ταμπού, δεν τη διδασκόμαστε στα σχολεία, δεν έχουμε καν μουσεία».

Πιστεύει, πάντως, ότι η μετανάστευση στο έργο του «λειτουργεί όλο και πιο πολύ ως φόντο, όπου προβάλλονται οι λογοτεχνικές εμμονές του: οι οικογενειακές σχέσεις, η ζωή στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι εθνικές και προσωπικές ταυτότητες σε έναν κόσμο ρευστότητας, που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα». Ενώ τον ιντριγκάρει ιδιαίτερα «η μετάβαση από τον 20ό “παγωμένο” αιώνα του Ψυχρού Πολέμου, στον 21ο, όπου όλοι είμαστε σε πραγματική ή εικονική κίνηση».

Οσο για τις ομοιότητες μεταξύ του ιδίου και του «περιπλανώμενου, φυγά, λιποτάκτη, χωρίς ρίζες» Καρλ, όπως τον κατηγορεί ο αδελφός του, ο Γκαζμέντ Καπλάνι δεν μας επιτρέπει να τις πάρουμε τοις μετρητοίς. «Σαφώς και χρησιμοποιώ τις διαδρομές της ζωής μου ως πρώτο υλικό με το οποίο χτίζω τον χώρο όπου κινούνται οι χαρακτήρες μου», λέει. «Αλλά, αν οι χαρακτήρες μου ήταν απλά προεκτάσεις ή μεταμφιέσεις του εαυτού μου, δεν θα χρειαζόταν να γράψω καν λογοτεχνία. Θα πήγαινα σε έναν ψυχίατρο και θα είχα ξεκαθαρίσει. Αν δεν ήμουν ικανός να πλάθω χαρακτήρες που με βγάζουν από τα στενά όρια του εαυτού μου, δεν θα έγραφα λογοτεχνία· μπορεί να έγραφα κάτι άλλο».

Η Ελλάδα, πάντως, και η Αλβανία εξακολουθούν, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, «να αποτελούν κύριους σταθμούς» σε όλα τα βιβλία του. «Από αυτή την άποψη νομίζω ότι έχω εγκαινιάσει, άθελά μου, κάτι που δεν υπήρχε πιο πριν: μια υβριδική, διαβαλκανική, λογοτεχνία», λέει. Κανείς δεν μπορεί, βέβαια, να προβλέψει την επίδραση που θα έχει η Αμερική στο έργο του.

Αλλά είναι γεγονός ότι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μυθιστορήματος «Λάθος χώρα», για κάθε ξένο αναγνώστη, όχι μόνο Ελληνα, είναι οι καθαρά «αλβανικές» σελίδες του, οι γεμάτες Ιστορία, πρόσφατη και παλαιότερη, γραμμένες με εμφανή αγάπη και σεβασμό. «Τα τελευταία χρόνια ήρθα πιο κοντά στην Αλβανία», ομολογεί. «Με έχει αγγίξει ο τρόπος που αποδέχτηκαν τα δύο από τα τέσσερα βιβλία μου. Είχαν μεγάλη επιτυχία. Ετσι, αν με ρωτήσει κανείς σήμερα ποια είναι η πατρίδα μου, θα έλεγα ότι νιώθω ως πατρίδες την Αλβανία και την Αμερική».

Και να που φτάσαμε στο πιο ευαίσθητο και δυσάρεστο (για Ελληνα δημοσιογράφο) θέμα. Γιατί έφυγε από την Ελλάδα; Τι βρήκε στην Αμερική; Πιστεύει ότι έφτασε στο τέρμα του δρόμου του, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1991, όταν πέρασε τα σύνορά μας περπατώντας;

«Δεν ξέρω αν είναι το τέρμα του δρόμου. Νιώθω πάντως ότι και για λόγους βιολογικούς –πέρασα τα 50– δεν χωρούν πολλά άλλα σχέδια μετακίνησης», απαντά. «Στην Αμερική δεν ήρθα για να κάνω καριέρα ή χρήματα. Ηρθα επειδή έφυγα από την Ελλάδα για να μη με ταπεινώσουν, για να μη με εξοντώσουν, ηθικά και σωματικά. Ποιος εχέφρων άνθρωπος αφήνει με ελαφριά καρδιά ό,τι έχει χτίσει 25 χρόνια; Η Αμερική με αποδέχτηκε γι’ αυτό που ήμουν. Την ευγνωμονώ που έγινε το καταφύγιό μου, όταν ήμουν στενοχωρημένος, αναστατωμένος και μόνος».

Είναι πασίγνωστο ότι δεν πήρε ποτέ την ελληνική υπηκοότητα, ενώ πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Το θέμα ακόμα τον ταράζει, αλλά δεν το βλέπει προσωπικά.

«Η υπηκοότητά μου δεν είναι απλά θέμα κάποιου γραφειοκρατικού μπάχαλου ή προσωπικής εκδίκησης», ξεκαθαρίζει. «Είναι μια αρρωστημένη ιστορία δέκα χρόνων, που ξεκίνησε με την αυθαίρετη σύλληψή μου το 2003 και συνέχισε με εκβιασμούς και εκφοβισμούς από την ΚΥΠ μέχρι τη μέρα που έφυγα. Κράτος και παρακράτος στην Ελλάδα δεν θα ανεχθούν ποτέ την ύπαρξη μιας άξιας, σκεπτόμενης, κοσμοπολίτικης ελληνοαλβανικής ελίτ.

»Θα την εξουδετερώσουν με όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα. Οι Αλβανοί ήταν, είναι και θα παραμείνουν οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας. Το νιώθει ενστικτωδώς το πιο μορφωμένο κομμάτι των παιδιών των Αλβανών μεταναστών. Πολλά από αυτά, αν και παίρνουν ελληνικό διαβατήριο, φεύγουν με την πρώτη ευκαιρία από την Ελλάδα».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών 13.1.2019

Η ΝΕΚΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

Η Νεκροπολιτική των Βαλκανίων

γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Ο Γάλλος Γεωγράφος JeanBrunhes έγραφε το 1922 στο βιβλίο του La Geographie de L iHistoire, για τους λαούς των Βαλκανίων που μόλις είχαν βγει από τη δίνη μιας δεκαετίας συνεχόμενων πολυαίμακτων πολέμων με εκατομμύρια νεκρούς [Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13), Α’  Π.Πόλεμος (1914-1918) και Ελληνο-τουρκικός Πόλεμος (1919-1922)]: «Το παρελθόν αναβιώνει ολόκληρο λες και οι νεκροί ξαφνικά ανασταίνονται και αναγεννούν στους ζώντες τα προπατορικά πάθη –ανασυντάσσουν την πλέον επιθετική ή ιστορική αλληλεγγύη και εγείρουν τις αιώνες έχθρες–, καταλύουν τις πρόσφατες συμμαχίες, τις οποίες συγκρότησαν οι ευφυείς πολιτικές προσπάθειες»…

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Πύργος-των-Κρανίων-στην-πόλη-Νις-της-νότιας-Σερβίας.jpg

Η Επιστροφή των νεκρών

Οι νεκροί είναι παρόντες. Ειδικά στις μεταπολεμικές περιόδους. Συμμετέχουν στο μεταπολεμικό πολιτικό παιχνίδι, συμβάλλοντας έτσι στον μεταφυσικό εκτροχιασμό της πολιτικής. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, την επέτειο της100ετούςς λήξης του οποίου θα εορτάσει η Ευρώπη στις 11 Νοεμβρίου του 2018. Κατά τη διάρκειά του δεκάδες εκατομμύρια Ευρωπαίοι κατέβηκαν στην κόλαση των λασπωμένων χαρακωμάτων για να υπερασπιστούν με την ίδια τους της ζωή την «αξιοπρέπεια του Έθνους». Εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στα σφαγεία των χαρακωμάτων για κερδίσουν, και να ξαναχάσουν στη συνέχεια, λίγα τετραγωνικά μέτρα λάσπης. Πέθαναν σ’ έναν παράλογο πόλεμο, όχι για τα δικά τους συμφέροντα, ούτε και για το καλό της ανθρωπότητας, αλλά θυσιάστηκαν ως ασήμαντα πιόνια των αντιμαχόμενων εθνικισμών και των εξουσιαστικών ελίτ της Ευρώπης. Σ’ έναν πόλεμο, χωρίς πραγματικούς νικητές και ηττημένους, στον οποίο στο τέλος όλοι έχασαν. Ωστόσο, μετά το τέλος του πολέμου οι εθνικιστές και οι δημαγωγοί πολιτικοί της Ευρώπης, επικαλούνταν συχνά τους πολυάριθμους νεκρούς του Α’΄Π. Πολέμου, λες και ήταν ακόμη ζωντανοί και υπαγόρευαν τις επιθυμίες τους σ’ αυτούς που παρέμειναν ζωντανοί, και είχαν τύψεις γιατί επιβίωσαν ενώ εκατομμύρια άλλοι σκοτώθηκαν. Οι εθνικιστές πολιτικοί και ειδικά οι Φασίστες και οι Ναζιστές (εθνικοσοσιαλιστές), μιλούσαν εξ ονόματος των νεκρών -αυτής της “ουράνιας πλειοψηφίας”- λες και οι νεκροί τους έδωσαν με κάποιο πληρεξούσιο την εξουσία για να εκφράζουν τις θελήσεις τους. Στόχος τους ήταν φυσικά να καταλύσουν τη Δημοκρατία, που είναι ένα πολίτευμα που βασίζεται στην πολιτική βούληση της πλειοψηφίας των ζωντανών, βάζοντας στο πολιτικό παιχνίδι την “ουράνια πλειοψηφία” των νεκρών, εισάγοντας δηλαδή τη Νεκροπολιτική (Necropolitics).

Οι αδικοχαμένοι νεκροί του πρώτου Μεγάλου Πολέμου, όπως αποτυπώθηκαν στο χώρο κατά το Μεσοπόλεμο, με τις απέραντες στρατιωτικές νεκροπόλεις,τα πολυάριθμα μνημεία του “Αγνώστου Στρατιώτη”, με τύμβους και αγάλματα, έμοιαζαν να κοιτούν επικριτικά τους ζωντανούς σα να τους ζήλευαν γεμάτοι έξαψη κάτω από τις κρύες πλάκες των τάφων τους. Από τη πλευρά τους οι ζωντανοί ένιωθαν ενοχές, αλλά και μια νεκροφιλία προς τους αδικοχαμένους συγγενείς και φίλους τους, η οποία αποτυπώθηκε τόσο στην πολιτική, στην τέχνη, στη λογοτεχνία, όσο και στις μεταφυσικές τους πεποιθήσεις.

Η τέχνη του Μεσοπολέμου είναι νεκρόφιλη. Στα τέλη της δεκαετίαςτου 1920, περίοδο μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, οι φόβοι των θυμάτων της κρίσης και των επιζήσαντων του Πολέμου, εξορκίστηκαν στα κινηματογραφικά πρόσωπα του Δράκουλα, του Φρανκεστάιν, του Κινγκ Κονγκ, της Μούμιας κ.α. Το Χόλιγουντ κατάφερε να παρουσιάσει τις καταστροφολογικές ταινίες του ως «σύγχρονα ομοιώματα των εξαφανισμένων μας τελετουργιών» (Ιγνάσιο Ραμονέ), στις οποίες λαμβάνουν χώρα συλλογικές τελετουργικές μάχες κατά των δυνάμεων του σκότους κι εξορκίζονται έτσι οι κίνδυνοι που απειλούν τον κόσμο μας. Θέλοντας να ξεφύγουν από ένα ζοφερό παρόν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής προτίμησαν να βυθιστούν σ’ ένα κόσμο ψευδαισθήσεων όπως ήταν ο νεοεμφανιζόμενος κινηματογράφος που είχε έντονες τάσεις νεκροφιλίας. Άλλωστε ο ίδιος ο Κινηματογράφος είναιφύσει νεκρόφιλος διότι αποθανατίζει ανθρώπους που έπειτα από κάποια χρόνια θα είναι κι αυτοί νεκροί, αλλά εμείς θα τους βλέπουμε πάντα “παγωμένους” ως ζωντανούς μέσα από τις κινηματογραφικές σκηνές που συμμετείχαν.

Τα Νεκρόφιλα Βαλκάνια

Απ’ όλες τις περιοχές της Ευρώπης τα Βαλκάνια είναι ίσως η περισσότερο νεκρόφιλη. Από τα παράξενα προϊστορικά ταφικά μνημεία του Lepenski Vir στο Δούναβη ως ταΝεκρομαντεία και τις δοξασίες περί Άδη των αρχαίων Ελλήνων, από τους μεσαιωνικούς θρύλους για τα βαμπίρ, τους βούκοντλακ ,τους νεκροζώντανους και τις βογομιλικές νεκροπόλεις, μέχρι τα απέραντα νεκροταφεία και παράξενα ταφικά έθιμα, που επιβιώνουνως τις μέρες μας, τα Βαλκάνια είναι νεκρόφιλα ως το μεδούλι τους. Γι’ αυτό είναι και στοιχειωμένα. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό: “Μπαίνοντας υπεροπτικά από τη Νότια Ευρώπη στη Μεσόγειο, είναι ένα απέραντο κοιμητήριο άταφων, ανήσυχων αναμνήσεων ανείπωτων ωμοτήτων και αδικαίωτης Ιστορίας”. (Άρνολντ Σέρμαν, Στο Κατώφλι του Χάους).

Οι νεκροί είναι πανταχού παρόντες στα Βαλκάνια. Όχι μόνον στα νεκροταφεία και στις απέραντες νεκροπόλεις τους. Τους θυμόμαστε στα εκκλησάκια στις άκρες των δρόμων, στα σέρβικα Κραϊπουτάσι (πέτρινοι οδοδείκτες-τάφοι αφιερωμένοι στη μνήμη κάποιου αδικοχαμένου), στους τάφους των αγίων, που συχνά το σκήνωματους είναι μουμιοποιημένο και λατρεύεται ως θαυματουργό, αλλά και στα πολυάριθμα μνημεία πεσόντων και μαχών. Οι ζωντανοί στα Βαλκάνια ζουν κάτω από την επικυριαρχία των νεκρών τους. Τα “Ψυχοσάββατα” πιστεύουν πως οι ψυχές των νεκρών περιπλανώνται γύρω από τους τάφους τους και προσπαθούν να τους κατευνάσουν. Στη Σερβία έχουν τη συνήθεια να τρώνε και να πίνουν πάνω από τους τάφους των συγγενών τους, να τους ρίχνουν λίγο ρακί στο χώμα, να τους ανάβουν ένα τσιγάρο, θαρρείς πως είναι ζωντανοί και τους κάνουν παρέα. Στο “Χαρούμενο Νεκροταφείο” στο χωριό Σαπάντζα στη Μαρά Μούρες της Ρουμανίας οι νεκροί αναπαύονται μέσα σε μια κοσμογονία χρωμάτων και αστείων ποιημάτων, που αποτελεί τη συνέχεια μιας μακραίωνης παγανιστικής παράδοσης των βαλκανικών λαών, προερχόμενη κυρίως από τους αρχαίους Θράκες, η οποία μπολιάστηκε με τον Χριστιανισμό. Προωθώντας την ιδέα της μετά θάνατον ζωής ο Χριστιανισμός κατέστησε την επίγεια ζωή ένα είδος “φροντιστηρίου”, που προετοιμάζει τις ανθρώπινες ψυχές για το Επέκεινα. Στην κοιλάδα του Τίμοκ, στη ανατολική Σερβία, όπου ζουν κυρίως Βλάχοι και είναι διαδεδομένη η λεγόμενη “βλάχικη μαγεία”, υπάρχει το πολύ παράξενο έθιμο του λεγόμενου “Μαύρου Γάμου” (Orade Pomana), όπου ένας ζωντανός μπορεί να παντρευτεί μια νεκρή νύφη και το αντίστροφο.

Ο αιμοδιψής Βλαντ Τέπες, το αρχέτυπο των Βαλκάνιων βαμπίρ, με τους χιλιάδες παλουκωμένους και σταυρωμένους που άφηνε στο διάβα του, συνεχίζει να προκαλεί τρόμο, ακόμη και σε όσους διαβάζουν την ιστορία του, ενώ ο λογοτεχνικός πύργος του (από τον οποίο εμπνεύστηκε ο συγγραφέας του Δράκουλα Μπραμ Στόκερ), στο Μπραν της Τρανσυλβανίας είναι “τόπος προσκυνήματος” για τους βαμπιρολάγνους ανά τον κόσμο.

Στο χωριό Ρούπιτε της Βουλγαρίας, δίπλα στα ελληνικά σύνορα, χιλιάδες άνθρωποι προσέρχονται στον τάφο της Μπάμπα Βάνγκας, της τυφλής προφήτισσας των Βαλκανίων, πιστεύοντας πως, ακόμη και μετά θάνατο, μπορεί να τους θεραπεύσει και να τους βοηθήσει να βρουν το δρόμο τους, τον έρωτά τους ,την τύχη και την ευτυχία τους.

Γιατί όμως τα Βαλκάνια είναι τόσο πολύ στοιχειωμένα από φαντάσματα νεκρών και Νεκρόφιλα; Ευθύνεται άραγε η μακραίωνηκαι αιματοβαμμένη ιστορία τους,  με τους αλλεπάλληλους πολέμους, τις υποδουλώσεις,τις σφαγές και τις πολυαίμακτες μάχες, που έχουν δημιουργήσει στους ζωντανούς μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας, που φαίνεται ακόμη κι από λαϊκές φράσεις όπως “σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε”. Στα Βαλκάνια οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς ούτε στα νεκροταφεία τους, που συχνά ξεθάβονται και καταστρέφονται όταν, έπειτα από κάποια αλλαγή συνόρων, βρεθούν σε “λάθος” χώρα.  Ακόμη και οι ιστορίες των νεκρών συχνά διαστρεβλώνονται και αλλάζουν από τους ζωντανούς για λόγους συμφέροντος ή εθνικιστικής προπαγάνδας.

Στρατιές “Νεκροζωντανων” στοιχειώνουν τα Βαλκάνια

Μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταφυσικής και ορθολογισμού, τα Βαλκάνια έχουν μια δική τους ιδιαίτερη ταυτότητα και μια μεταφυσική νοοτροπία στην οποία κυριαρχεί όχι τόσο ο φόβος του θανάτου, όσο η εδραιωμένη πεποίθηση για το εφήμερο της ζωής και της ιστορικής πραγματικότητας,που είναι συνεχώς ρευστή. Υπάρχει ένα πρόβλημα στη σχέση των βαλκανικών λαών με το Χρόνο και την Ιστορία. Στα Βαλκάνια ζούμε μονίμως στο παρελθόν, που είναι και το “βασίλειο των νεκρών”. Όχι για το παρόν ή για το μέλλον, που είναι η πατρίδα των επόμενων γενεών. Η ορθοδοξία άλλωστε, που είναι και η κυρίαρχη θρησκεία στα Βαλκάνια, θεωρεί τη ζωή και το παρόν ως “φροντιστήριο” για τη μεταθάνατον ζωή. Οι Βαλκάνιοι δεν πιστεύουν στην “προκαθορισμένη σωτηρία”, όπως οι Δυτικοί Προτεστάντες, ούτε στις μετεμψυχώσεις κι ενσαρκώσεις που πιστεύουν στην Ανατολή. Στη Δύση η λεγόμενη Προτεσταντική Ηθική της Εργασίας,όπως εύστοχα την περιέγραψε ο Μαξ Βέμπερ στις μελέτες του, επιτρέπει την επικέντρωση στο Εδώ και Τώρα, δημιουργώντας προϋποθέσεις οικονομικής επιτυχίας και βάζοντας τα θεμέλια ενός καπιταλιστικού συστήματος με επίκεντρο το κέρδος. Στα Βαλκάνια αντίθετα το κέντρο βάρους της ύπαρξης μετατίθεται στο Επέκεινα, στο “βασίλειο των νεκρών”, παραμελώντας συχνά τις υποχρεώσεις του Εδώ και Τώρα για χάρη μιας μεταθάνατον “αποζημίωσης”.

Στα Βαλκάνια είναι γνωστό πως δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στο κράτος και στην εκάστοτε κυβέρνηση, παρά μόνον στους “μεγάλους άνδρες”, διότι από την Ιστορία , απ’ τη “Στρατιά των Νεκρών”, θυμόμαστε και ξεχωρίσουμε μόνον τους “μεγάλους άνδρες” και τους ηρωοποιούμε. Γι’ αυτό και στην περιοχή μας επικρατεί μια νεοεθνικιστική νοσταλγία για “ένδοξες εποχές”, για “εποχές ηρώων”, που εκφράζεται ως μια επικίνδυνη επιθυμία αναβίωσης των πολεμικών οραμάτων του παρελθόντος. Έτσι τα φαντάσματα και οι εφιάλτες του βαλκανικού παρελθόντος, όλοι οι αιμοδιψείς δαίμονες, έμοιαζαν να ξαναζωντανεύουν με τους πολέμους της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, όπου η κάθε πλευρά μαχόταν για τη “τιμή και την αξιοπρέπεια” των αδικοχαμένων νεκρών της, προσπαθώντας να “αποδώσει δικαιοσύνη” με αίμα, δημιουργώντας έτσι μια νέα στρατιά αδικαίωτων νεκρών, έναν φαύλο κύκλο αίματος που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά…

Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ειδικός για βαλκανικά ζητήματα.

Σημείωση: το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 8.12.2018.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΒΙΒΛΙΑ:

Γιουγκοσλαβία, Γιουγκοσλάβοι και YU-Nostalgia

 Γιουγκοσλαβία, Γιουγκοσλάβοι και YU-Nostalgia

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Στις 29 Νοεμβρίου1943 γεννήθηκε μια χώρα που επί μισό αιώνα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στα Βαλκάνια και στον ψυχροπολεμικό κόσμο, ήταν ηγέτιδα δύναμη του κινήματος των Αδεσμεύτων, αλλά τελικά διαλύθηκε μετον πλέον επώδυνο τρόπο: η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (SFRJ) ή απλώς Γιουγκοσλαβία (Νοτιοσλαβία ελληνιστί).

Συγκεκριμένα στις 29 Νοεμβρίου του 1943 το αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (Antifašističko Vijeće Narodnog Oslobođenja Jugoslavije) συνεδρίασε στην πόλη Jajce της Βοσνίας, με επικεφαλείς τους παρτιζάνους του Τίτο. Εκεί θεσπίστηκε ένα πολιτικό πρόγραμμα που ανάμεσα στ’ άλλα προέβλεπε και τη συγκρότηση ενός γιουγκοσλαβικού κράτους, που θα έπαιρνετελικά τη μορφή μιας σοσιαλιστικήςομοσπονδιακής ένωσης με αρχηγό της τονΣτρατάρχη Τίτο (1892-1980)…

Γιουγκοσλαβία: Μια “χώρα-γέφυρα”

Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα το όνομα “Γιουγκοσλαβία” (jugoslavija) είναι ένα όνομα που σε κάποιους προκαλεί θλίψη, θυμίζοντας τους τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του 1990, ενώ σε κάποιους άλλους προκαλεί μια αφόρητη νοσταλγία για μια ανύπαρκτη πλέον χώρα στην οποία έζησαν τα καλύτερά τους χρόνια. Έζησαν “ενωμένοι κι αδελφωμένοι” ένα όνειρο που εξελίχθηκε τελικά σε εφιάλτη. Με πρωτεύουσα το Βελιγράδι η Γιουγκοσλαβία ήταν μια σοσιαλιστική ομοσπονδία που αποτελούνταν από έξι ομόσπονδες δημοκρατίες, με τέσσερις επίσημες γλώσσες, τρεις κύριες θρησκείες και δεκάδες επίσημα καταγεγραμμένες μειονότητες. Σ’ αυτή την πολυεθνικότερη χώρα της Ευρώπης ζούσαν 22 εκατομμύρια άνθρωποι σε συνθήκες ασφάλειας, σχετικής ελευθερίας και ευημερίας που οφείλονταν στην επιδέξια πολιτική του Στρατάρχη Τίτο, ο οποίος ήξερε να κρατά καλά τις ισορροπίες ανάμεσα στον καπιταλιστικό και στον κομμουνιστικό κόσμο. Πλέον η Γιουγκοσλαβία υπάρχει μόνο στα βιβλία της Ιστορίας, καθώς διαλύθηκε αιματηρά, και στη θέση της δημιουργήθηκαν επτά ανεξάρτητα εθνικά κράτη. Για έναν αγεωγράφητο κι ακόμη χειρότερα για έναν μαθητή σχολείου η διάλυση της Γιουγκοσλαβίαςήταν ένα σκληρό κτύπημα: Αντί για μία χώρα με μία πρωτεύουσα, τώρα πρέπει να μάθει για επτά χώρες με επτά πρωτεύουσες. Έχοντας μεγαλώσει στην απλότητα της παλιάς γεωγραφίας χάνουμε την υπομονή μας με την πολυπλοκότητα της καινούργιας. Η “Βαλκανοποίηση” μας κυνηγά συνεχώς: Στη θέση ενός μωσαϊκού από έθνη που υπήρχαν στα Βαλκάνια τα τέλη του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε ως τις αρχές του21ου αιώνα ένα μωσαϊκό από εθνικά κράτη. Ο κατακερματισμός και η πολυπλοκότητα συνεχίζει να ζει και να βασιλεύει στα Βαλκάνια.

Η Γιουγκοσλαβία μπορεί να εξαφανίστηκε από το χάρτη αλλά συνεχίζει να υπάρχει στις καρδιές και στο νου πολλών χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι υποφέρουν από τη λεγόμενη “Γιούγκο-νοσταλγία” (Yugo-Nostalgia), τη νοσταλγία της παλιάς ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Η χώρα αυτή εκτείνονταν από το όρος Τρίγκλαβ, στις σλοβενικές Άλπεις, μέχρι τη Γευγελή στα ελληνικά σύνορα. “Από τον Βαρδάρη μέχρι το Τρίγκλαβ…” (Od Vardarapa do Triglava): Έτσι ξεκινούσε ένα πολύ δημοφιλές τραγούδι της δεκαετίας του 1980 που είχε τον τίτλο “Γιουγκοσλάβια” (Jugoslavjia), και το οποίο εξυμνούσε τις ομορφιές και τις χαρές της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, μιας χώρας που είχε στους κόλπους της πολλούς λαούς, πολιτισμούς και εθνότητες. Λίγο πριν τη διάλυσή της η Γιουγκοσλαβία είχε 22 εκατομμύρια κατοίκους, αποτελούνταν από έξι ομόσπονδες δημοκρατίες, με τέσσερις επίσημες γλώσσες (Σέρβικα, Κροάτικα, Σλοβένικά και Σλαβομακεδόνικα), τρεις κύριες θρησκείες (Ορθοδοξία, Καθολικισμός, Μουσουλμανισμός) και πάνω από 30 επίσημα καταγεγραμμένες εθνικές μειονότητες. Ήταν ίσως ο γνησιότερος κληρονόμος της πολυεθνικής Αψβουργικής Αυτοκρατορίας, στην ουσία μια μίνι Αψβουργική Αυτοκρατορία σε βαλκανική, ομοσπονδιακή και σοσιαλιστική εκδοχή. Η φυσιογνωμία της ήταν βαλκανική και κεντροευρωπαϊκή, Μεσογειακή και ηπειρωτική, Δυτική και ανατολική ταυτόχρονα. Ήταν αυτό που ονομάζουμεμια “χώρα-γέφυρα”.

Γιουγκοσλάβοι: Τα “ορφανά” της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας

Αν και δεν υπήρχε αρχικά η εθνότητα “Γιουγκοσλάβοι”, εντούτοις στην απογραφή του 1981 δήλωσαν “Γιουγκοσλάβοι” (και όχι οποιαδήποτε άλλη επίσημη εθνότητα) 1.216.463 άνθρωποι ,δηλαδή το 5,4% του συνολικού πληθυσμού της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Την εθνική ταυτότητα  “Γιουγκοσλάβος” δήλωναν κυρίως τα τέκνα των μικτών γάμων, που αρνούνταν να υιοθετήσουν την ταυτότητα του πατέρα ή της μητέρας τους.Ήταν κατά κοινή πεποίθηση μια χαλαρή εθνική ταυτότητα, που λειτουργούσε ως “ουδέτερη ζώνη” αλλά και ως συγκολλητική ουσία ανάμεσα στις διάφορες, συχνά ανταγωνιστικές εθνικές ταυτότητες της χώρας.

Το μεγαλύτερο ποσοστό “Γιουγκοσλάβων” απαντούνταν στη Βοσνία & Ερζεγοβίνη, όπου το 1991 περίπου 242,682 άνθρωποι (5.54% του πληθυσμού) δήλωναν “Γιουγκοσλάβοι” και όχι μέλη κάποιας συγκεκριμένης εθνότητας, καθώς στη Βοσνία κατοικούσαν κυρίως Σέρβοι, Βόσνιοι Μουσουλμάνοι (Μποσνιάκοι) και Κροάτες. Τη δεκαετία του 1980 το 16% όλων των παιδιών στη Βοσνία προέρχονταν από μεικτούς γάμους και συνεπώς ο κάθε δεύτερος κάτοικος της χώρας είχε κάποια στενή συγγένεια με αλλόδοξους και αλλοεθνείς. Το ποσοστό αυτό σχεδόν εξαλείφθηκε στην απογραφή του 1996, στη διαλυμένη από τον πόλεμο Βοσνία, καθώς οι “Γιουγκοσλάβοι”, συνήθως τέκνα μικτών γάμων, εξαναγκάστηκαν να διαλέξουν πλευρά και συμπαγή εθνική ταυτότητα και να υιοθετήσουν την εθνότητα του πατέρα ή της μητέρας τους.

Στη σημερινή Σερβία το 1,1% (81.000) του πληθυσμού δηλώνουν εθνικά “Γιουγκοσλάβοι”. Το μεγαλύτερο ποσοστό “Γιουγκοσλάβων” εντοπίζεται στη πολυεθνική Βοϊβοντίνα, όπου αποτελούν το 2,4% του πληθυσμού, αλλά και στο Βελιγράδι, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Γιουγκοσλαβίας. Συνήθως “Γιουγκοσλάβοι”είναι τα παιδιά των μικτών γάμων (π.χ.Σέρβος πατέρας και Κροάτισα μητέρα ή Μουσουλμάνος πατέρας (Βόσνιος) και Σερβίδα μητέρα), που επιμένουν να μην υιοθετήσουν την εθνική ταυτότητα του ενός ή του άλλου, χωρίς φυσικά να κρύβουν και τη νοσταλγία τους για την παλιά Γιουγκοσλαβία.

Μέχρι τη διάλυση της το 1991 περίπου 2,2 εκατομμύρια πολίτες στην πρώην Γιουγκοσλαβία ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας (το 10% του πληθυσμού τηςχώρας). Μια σημαντική μερίδα των σημερινών Yugo-νοσταλγικών αποτελούν αναμφίβολα και οι εκπέσοντες προνομιούχοι του παλαιού συστήματος, δηλαδή τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και η κομμουνιστική νομεκλατούρα που μετά την πτώση του καθεστώτος έχασε τα προνόμια της και την αξιοζήλευτη θέση της στη γιουγκοσλαβική κοινωνία. Αυτοί αναφέρονται συχνά και στο ζήτημα της προοπτικής ένταξης της Σερβίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση λέγοντας πως “εμείς είχαμε μια μικρή Ευρωπαϊκή Ένωση. Την έλεγαν Γιουγκοσλαβία!” και “γιατί να μπούμε στην Ε.Ε.; Για να ζήσουμε κάτι το οποίο είχαμε;”

Αφίσα στον κεντρικό πεζόδρομο του Βελιγραδίου, την Κνεζ Μιχαήλοβα, που διαφημίζει συναυλία με μουσικούς και δημοφιλή τραγούδια της δεκαετίας του 1980, όταν ακόμη η Γιουγκοσλαβία ήταν ενιαία (Φώτο; Γ. Στάμκος, Βελιγράδι Νοέμβριος 2018).

YU-Nostalgjia και Leksikon YU mitologije

Ορισμένοι λόγιοι, φιλόλογοι και συγγραφείς, κυρίως Σέρβοι και Κροάτες, προσπαθούν να διασώσουν ένα σημαντικό κομμάτι της παλιάς Γιουγκοσλαβίας δημιουργώντας ένα μεγάλο “Λεξικό της Γιουγκοσλαβικής Μυθολογίας” (Lexicon of Yugoslav Mythology) ή Leksikon YU mitologije, όπως ονομάζεται στα Σερβο-Κροάτικα. Πρόκειται για μια έγχρωμη έκδοση 500 σελίδων, η οποία είναι αποτέλεσμα της συλλογικής εργασίας μιας ομάδας Σέρβων και Κροατών. Είναι μια συλλογή αρκετών τεχνουργημάτων της γιουγκοσλαβικής κουλτούρας και καθημερινότητας. Περιλαμβάνει αναφορές σε συγκροτήματα του λεγόμενου “γιουγκοσλαβικού ροκ” (π.χ. Bielo Dugme, Leb i Sol, Laibach κ.α.), των κομματικών συνθημάτων, των cult φιλμ,των καταναλωτικών προϊόντων (π.χ. Kaladont, Eurocrem). Ειδικά η Eurocrem, η περίφημη γιουγκοσλαβική κρέμα σοκολάτας, ήταν το “Έβερεστ” της παιδικής γαστρονομίας της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Επρόκειτο για μια γιουγκοσλάβικη κρέμα σοκολάτας (τύπου“ μερέντα”), που παράχθηκε στη χώρα έπειτα από άδεια της Ιταλίας και προωθήθηκε μέσα από ένα καταιγιστικό μάρκετινγκ. Αλείφονταν στο ψωμί των παιδιών και θεωρούνταν απίστευτη λιχουδιά. Ήταν μαύρη ή λευκή ή ανάμικτη, όπως η Nutella. Η γεύση της απέκτησε μυθικές διαστάσεις στους σημερινούς ενήλικες, που ήταν πριν το 1989 παιδιά, και οι οποίοι ανακήρυξαν την Eurocrem, ανώτερη από τις αντίστοιχες γερμανικές και ιταλικές κρέμες σοκολάτας!

Είναι αξιοσημείωτο πως οι δημιουργοί αυτού του Λεξικού (Leksikon YUmitologije), ξεκίνησαν τη συγγραφή του στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δηλαδή αμέσως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, σε μια προσπάθεια να θυμηθούν και να μην ξεχάσουν μια σειρά από πράγματα που σημάδευσαν τη ζωή τους. Ένας από τους σημαντικούς συντελεστές αυτού του Λεξικού είναι και ο γνωστός Σέρβος συγγραφέας Vladimir Arsenievic, που έχει κριτικάρει στα έργα του τον εθνικισμό και τις πολιτικές που διέλυσαν τη Γιουγκοσλαβία.

Κάθε χρόνο στη Γιουροβίζιον οι χώρες που κάποτε αποτελούσαν την πρώην Γιουγκοσλαβία, παρότι πολέμησαν μεταξύ τους κατά τη φάση της διάλυσης, ψηφίζουν μαζικά η μία τα τραγούδια της άλλης. Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ”μουσικού γιουγκοσλαβικού μπλοκ”, που έχει να κάνει με κοινές μουσικές προτιμήσεις, βιώματα και συναισθήματα. Υποδηλώνει την ύπαρξη ακόμη μεγάλης Yugo-νοσταλγίας ανάμεσα σ’ αυτούς του λαούς…

Ήταν κάποτε μια χώρα που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία… Μια χώρα που όφειλε την ευημερία της στην επιδέξια πολιτική του Στρατάρχη Τίτο, που ήξερε να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους. Μια χώρα που γεννήθηκε μέσα στις στάχτες του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, έζησε καλές στιγμές αλλά τελικά πέθανε βίαια. Οι νεότερες γενιές, που μεγαλώνουν ανάμεσα στα φαντάσματα του παρελθόντος και στη σκληρή πραγματικότητα του καπιταλισμού, δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη σκληρή πραγματικότητα και πάντα αναρωτιούνται πως θα ήταν η ζωή τους αν η Γιουγκοσλαβία δεν καταστρεφόταν ποτέ και συνέχιζε να υπάρχει…

Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος, ειδικός στα βαλκανικά θέματα.

Φωτογραφίες: Μίλιτσα Κοσάνοβιτς




Αυτό υπήρξε επί δεκαετίες το σύμβολο της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (SFRJ).Το αστέρι συμβόλιζε το όραμα του κομμουνισμού και οι έξι δάδες, που άναβαν μαζί την κοινή φωτιά, τις έξι δημοκρατίες που συναποτελούσαν την Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, ενώ τα δεμάτια με τα στάχυα την οικονομική ευημερία αλλά και το αγροτικό υπόβαθρο της χώρας. Τέλος η ημερομηνία 29 ΧΙ 1943, στο κάτω μέρος, ήταν γενέθλιος ημέρα της χώρας, που εορταζόταν με όλες τις επισημότητες.

ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ 

Εξερευνώντας τα Μυστικά της Σερβίας 

Γιώργος Στάμκος, Μίλιτσα Κοσάνοβιτς

UnknownSERVIA egnarts

ΙΕΡΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ # ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΝΑΒΗ # ΟΙ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΒΟΣΝΙΑΣ # ΥΠΟΓΕΙΟ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ # Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥLEPENSKI VIR # ΦΕΣΤΙΒΑΛ GUCA # ТО ПАРАΞΕΝΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΥΣΤΟΥΡΙΤΣΑ # ΚΡΑΪΠΟΥΤΑΣΙ # Η ΚΡΥΦΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΖΙΤΣ # ΝΙΚΟΛΑ ΤΕΣΛΑ # ΜΙΛΕΒΑ ΜΑΡΙΤΣ-ΑΪΝΣΤΑΪΝ # ΜΙΛΟΥΤΙΝ ΜΙΛΑΝΚΟΒΙΤΣ # ΑΡΤΑΝ (RTANJ)ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΒΟΥΝΟ # LIBERLAND: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΝΗΣΙ-ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΔΟΥΝΑΒΗ# ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΡΕΜΝΑ # ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ # ΤΟ ΣΕΡΒΙΚΟ “ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ” # ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΚΟΣΟΒΟ # ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΕΡΒΙΑ (ΝEBESKA SRBIJA) # ΒΑΜΠΙΡ, ΒΟΥΚΟΝΤΛΑΚ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ # ΜΟΡΑ # ΣΛΑΒΙΚΟΣ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ # ΒΕΝΤΕΤΕΣ ΣΤΟ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΟ ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΒΟΪΝΟΝΤΙΝΑ # ΝΟΒΙ ΣΑΝΤ: Η ΣΕΡΒΙΚΗ “ΑΘΗΝΑ” # ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΒΟΪΒΟΝΤΙΝΑ # Ο “ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΚΡΑΝΙΩΝ” ΣΤΗ ΝΙΣ # ΣΟΥΜΑΝΤΙΑ: Η “ΤΟΣΚΑΝΗ” ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ # ΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΡΑΤΖΟΡΤΖΕΒΙΤΣ # ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΣΕΡΒΙΑΣ # ΣΛΙΒΟΒΙΤΣΑ ΚΑΙ ΣΑΪΚΑΤΣΑ # ΚΡΑΓΚΟΥΓΙΕΒΑΤΣ: ΤΟ “ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ” ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ # ΣΕΡΒΙΚΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΙΑ # ΣΕΡΒΙΚΗ ΝΕΚΡΟΦΙΛΙΑ # ΒΑΜΠΙΡ-ΜΙΛΟΣΕΒΙΤΣ # ΒΛΑΧΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ # ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΑ # ΙΑΜΑΤΙΚΑ ΛΟΥΤΡΑ # ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ # Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ “ΣΕΡΒΟΣ ΝΤΑΛΙ” # ΙΒΟ ΑΝΤΡΙΤΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΔΡΙΝΟΥ # ΒΟΓΟΜΙΛΙΚΕΣ ΝΕΚΡΟΠΟΛΕΙΣ # ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΣΕΡΒΟΙ # YUGONOSTALGIA # ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΣΕΡΒΙΑ

Εξερευνήστε τα μυστικά της Άγνωστης Σερβίας

ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ Εξώφυλλο βιβλίου

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ AMEΣΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ»;

Το βιβλίο (320 σελίδες και δεκάδες φωτογραφίες) κοστίζει 20 ευρώ, (25E μαζί με τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής μέσω  ΕΛΤΑ),

για να σας έρθει Άμεσα στο σπίτι σας !

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Άγνωστη Σερβία”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com

ΠΡΟΣΟΧΗ:  ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!

Η άνοδος και η πτώση του Γκρουέφσκι

Η άνοδος και η πτώση του Γκρουέφσκι

Ο άνθρωπος που μετέτρεψε τα Σκόπια  σε “εθνικιστική Ντίσνεϊλαντ των Βαλκανίων”

Του Γιώργου Στάμκου

O Νίκολα Γκρουέφσκι,οικονομολόγος, πρώην υπουργός Οικονομικών της π.Γ.Δ.Μακεδονίας (1999-2002), και αρχηγός του εθνικιστικού κόμματοςVMRO-DPMNE (2003-2017), έγινε πρωθυπουργόςτης χώρας του το 2006, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Αρχικά είχε σημαντική υποστήριξη από τη διεθνή κοινότητα, κυρίως της Δύσης και ειδικά της Ουάσιγκτον, που έβλεπε θετικά τη διακυβέρνηση αυτής της μικρής βαλκανικής χώρας από “μεταρρυθμιστές τεχνοκράτες”, όπως ο Γκρουέφσκι, που αρχικά φιλοδοξούσε να μετατρέψει το, παραδοσιακά εθνικιστικό ,VMRO-DPMNE σε ένα σύγχρονο, “ευρωπαϊκό”, συντηρητικό κόμμα. Τα πρώτα δύο χρόνια της διακυβέρνησής του (2006-2008) ενίσχυσε τη δύναμη του κόμματός και της κυβέρνησης στη π.Γ.Δ.Μακεδονία, κάνοντας ταυτόχρονα μεταρρυθμίσεις φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, ακολουθώντας μια φιλοδυτική πολιτική. Ήταν η εποχή που η, προ Κρίσης, Ελλάδα ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα ξένος επενδυτής στη χώρα, με τα ΕΛΠΕ να αγοράζουν το διυλιστήριο της ΟΚΤΑ, όταν ήταν υπουργός οικονομικών ο Γκρουέφσκι (1999-2002).

Γκρουέφσκι και ΝΑΤΟ

Τον Ιούνιο του 2007 ο Γκρουέφσκι συναντήθηκε στα Τίρανα με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Geogre W. Bush, λαμβάνοντας τη συγκατάθεσή του για την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ. Στις εθνικές εκλογές που έγιναν στις 1 Ιουνίου του 2008 το VMRO-DPMNE, κατέγραψε μια εκλογική νίκη καταλαμβάνοντας τις μισές από τις θέσεις στο κοινοβούλιο της χώρας. Παρόλα αυτά ο Γκρουέφσκι προτίμησε να συγκυβερνήσει σε συμμαχία με το αλβανικό κόμμα Δημοκρατική Ένωση για την Ενσωμάτωση (DUI) του ΑλίΑχμέτι, για να μην έχει απέναντί του τοπολυάριθμο (27%) αλβανικό στοιχείο τηςχώρας. Είχε προηγηθεί (2-4 Απριλίου 2008) η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, όπου τα Σκόπια περίμεναν να εισέλθουν στην Ατλαντική Συμμαχία. Τελικά, εξαιτίας της απειλής βέτο της Ελλάδας λόγω της διαμάχης για το ονοματολογικό, δεν μπόρεσαν να λάβουν το πολυπόθητο χρίσμα και παρέμειναν κολλημένα στον προθάλαμοτου ΝΑΤΟ. Ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Α. Μιλοσόσκι, είχε δηλώσει τότε πως “παρ´όλο που ηΜακεδονία εκπλήρωσε όλα τα απαραίτητα κριτήρια για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η υποψηφιότητά της μπλοκαρίστηκε από τηνΕλλάδα… Όλες οι χώρες υποστήριξαν την ένταξη της Μακεδονίας, με εξαίρεση την Ελλάδα”, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωποςτης π.Γ.Δ.Μ. Νίκολα Ντιμιτρώφ (ο σημερινός υπουργός εξωτερικών) υποστήριξε πως παραβιάστηκε η Ενδιάμεση Συμφωνία(1995) μεταξύ Ελλάδας και π.Γ.Δ.Μακεδονίας. Το γεγονός αυτό πυροδότησε μια εκ νέου εθνικιστική στροφή του VMRO-DPMNE και του Γκρουέφσκι προσωπικά,   τη σύγκρουση με την Ελλάδα για το όνομα Μακεδονία σε λάβαρο της εσωτερικής και εξωτερικής του πολιτικής.

Η εποχή του αρχαιομακεδονικού ιδεολογήματος

Στις επόμενες εκλογές, που έλαβαν χώρα στις 5 Ιουνίου του 2011, ο Γκρουέφσκι και το κόμμα του VMRO-DPMNE κατέγραψε την τρίτη κατά σειρά εκλογική του νίκη, κερδίζοντας 56 από τις 123 θέσεις στο κοινοβούλιο της χώρας. Ο Γκρουέφσκι αισθανόταν πλέον τόσο ισχυρός στο εσωτερικό της χώρας, ώστε να κάνει σχεδόν ότι ήθελε, σε σημείο αλαζονείας. Υπήρξε αδυσώπητα σκληρόςα πέναντι στους αντιφρονούντες και στους πολιτικούς του αντιπάλους, ώστε να τους κλείσει ακόμη και φυλακή. Τρομοκρατούσε και κατέστειλε τα αντιπολιτεύομενα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με εξοντωτικά πρόστιμα, μιμούμενος μια αυταρχική πολιτική που προσιδίαζε την τριάδα Πούτιν-Ερντογάν-Όρμπαν. Άρχισε να εγκαταλείπει σταδιακά τη φιλοδυτική πολιτική και να προσεγγίζει τη Ρωσία, την Τουρκία και την Κίνα, και εγκαταλείποντας το όραμα της ένταξης στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς. Βασικό του χαρτί, ώστε να συσπειρώνει γύρω του περισσότερους οπαδούς στο εσωτερικό, ήταν ο εθνικισμός και συγκεκριμένα το ιδεολόγημα του “αρχαιομακεδονισμού”, που στρεφόταν άμεσα κατά της Ελλάδας.

Άρχισε τότε αναπτύσσει το τερατώδες έργο της οικοδόμησης μιας “νέας εθνικής αρχαιοπρεπούς ταυτότητας”(Antikvizacija), που συμβόλιζε και το εξωφρενικό σχέδιο “Σκόπια 2014” (project Skopije 2014), που μετέτρεψε τα Σκόπια σε “εθνικιστική Ντίσνεϊλαντ των Βαλκανίων”, γεμάτη με αρχαιοπρεπή μνημεία και αγάλματα, με μορφές ιστορικών προσώπων κλεμμένες από την ιστορία των γειτονικών λαών και κυρίως από την Ελλάδα, όπως έδειχνε καιτο τεράστιο άγαλμα του έφιππου Αλεξάνδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων. Το project αυτό διατάραξε τις σχέσεις μεταξύ των δύο βασικών εθνοτήτων (Σλαβομακεδόνες και Αλβανοί) στο εσωτερικό της χώρας, δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις με τη διεθνή κοινότητα, αλλά και εκνεύρισε την Ελλάδα μπλοκάροντας, με τη αδιαλλαξία του ίδιου του Γκρουέφσκι, έναν συμβιβασμό για το συνταγματικό όνομα της χώρας. Επίσης ήταν ένα όργιο κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος (το συνολικό κόστος από 200 εκ. Ευρώ, που ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός, άγγιξε σχεδόν το μισό δισεκατομμύριο σε μια χώρα με βασικό μηνιαίο μισθό τα 200 Ευρώ), μίζας και διαφθοράς, καθώς τεράστια ποσά κατέληξαν στις τσέπες της οικογένειας  Γκρουέφσκι, των φίλων και των ευνοούμενων του. Ήταν μια καθαρή ύβρη από κάθεάποψη.

Σκάνδαλα και δίκες

Όταν στις 27 Απριλίου του 2014 ο Γκρουέφσκι ξανανίκησε στις εκλογές ήταν ολοφάνερο πως αντί για μεταρρυθμίσεις έφερε τελικά στην εξουσία τον χειρότερο εθνολαϊκισμό του VMRO-DPMNE: ένα περίεργο βαλκανικό μείγμα ακροδεξιάς ιδεολογίας με οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, σε συνδυασμό με αντι-Δυτικισμό και φιλορωσικό προσανατολισμό. Οι πολιτικοί του αντίπαλοί του συνασπίστηκαν, με την υποστήριξη της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν στα Σκόπια τον Μάιο του 2015. Ο Ζόραν Ζάεφ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SDSM), στις εθνικές εκλογές της 11η Δεκεμβρίου 2016 έλαβε το 37,9% των ψήφων (λίγο κάτω από το 39,4% του VMRO-DPMNE του Γκρουέφσκι), αλλά μπόρεσε να σχηματίσει επαρκή πλειοψηφία και κυβέρνηση συμμαχώντας με τα δύο αλβανικά κόμματα της χώρας και έχοντας την πολιτική στήριξη της Δύσης, η οποία έβλεπε πλέον τον Γκρούεφσκι ως “άνθρωπο του Πούτιν” στα Βαλκάνια. Η αρχή του τέλους του Γκρουέφσκι είχε πλέον έλθει.

Τα σκάνδαλα διαφθοράς δενάργησαν να αποκαλυφθούν το ένα μετά το άλλο, καθώς δεν υπήρχε η συγκάλυψη της περιόδου διακυβέρνησης του VMRO-DPMNE. Η δικαιοσύνη της χώρας, έχοντας πλέον “λυμένα τα χέρια” της και με την παρότρυνση της Ε.Ε., άρχισε να ασχολείται σοβαρά με αυτές τις υποθέσεις κι έτσι ο Γκρουέφσκι, που καθόταν πλέον στα έδρανα της αντιπολίτευσης, βρέθηκε στο στόχαστρο. Υπόδικος πλέον αποχώρησε από την ηγεσία του VMRO-DPMNE τον Δεκέμβριο του 2017, την οποία και ανέλαβε ο Χρίστιαν Μιτσκόσκι. Η βασική κατηγορία εναντίον του ότι αγόρασε μια θωρακισμένη μερσεντές αξίας 600.000 ευρώ με δημόσιο χρήμα, ήταν μόνον η κορυφή του παγόβουνου των σκανδάλων διαφθοράς στα οποία εμπλέκονταν.  Το πρώτοδικαστήριο (23 Μαίου 2018) τον “φιλοδώρησε”με ποινή φυλάκισης δύο ετών, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και κατάσχεση του διαβατηρίου του. Θα ακολουθούσαν και άλλα. Την ίδια περίοδο, κι ενώ η Συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων προχωρούσε λύνοντας μια διαμάχη 27 ετών, ο Γκρουέφσκι φώναζε πως είναι “θύμα πολιτικών διώξεων”, “κυνηγιού μαγισσών”, πως “απειλείται η ζωή του” κ.λ.π., ενώτην ίδια στιγμή άδειαζε συστηματικά του 35 (!) τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε μόνο σε τραπεζικά ιδρύματα της χώρας του. Ήταν φανερό πως μεθόδευετ η φυγή του από τη χώρα, αναζητώντας ένα “ασφαλές καταφύγιο”…

Άσυλο στην Ουγγαρία του Όρμπαν

Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους. Στις 13 Νοεμβρίου του 2018 έστειλε μήνυμα στο facebook, πως βρισκόταν στη Βουδαπέστη και πως είχε ζητήσει άσυλο από τις ουγγρικές Αρχές. Σύντομα έγινε γνωστό πως φυγαδεύτηκε, με τη συνδρομή ουγγρικών διπλωματικών υπηρεσιών, μέσω Αλβανίας, Μαυροβουνίου και Σερβίας, στην Ουγγαρία του Όρμπαν, με τον οποίο συνδέονταν με κοινά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Ενώ η Interpol είχε ανακοινώσει επίσημο ένταλμα σύλληψης του, κατ’ εντολή του υπουργείου δικαιοσύνης των Σκοπίων, η Ουγγαρία ανακοίνωσε επίσημα στις 20 Νοεμβρίου 2018 πως ενέκρινε την αίτηση χορήγησης ασύλου στο Νίκολα Γκρουέφσκι. Ως βασική αιτιολογία της χορήγησης ασύλου στον’”πολιτικό φίλο” του και “αγωνιστή στο πλευρό του για τον τερματισμό της μαζικής μετανάστευσης μέσω τουβαλκανικού διαδρόμου”, ο Βίκτορ Όρμπαν ανακοίνωσε πως ο Γκρουέφσκι είναι θύμα “πολιτικού πογκρόμ” και πως η χώρα του, σε αντίθεση με την π.Γ.Δ.Μακεδονία, που κυβερνάται πλέον από “μισθοφόρους του Σόρος”, μπορεί να του εξασφαλίσει μια “δίκαιη δίκη”. Ήταν μια απόδειξη πως η αλληλεγγύη μεταξύ των VIP μελών της άτυπης “Διεθνούς των Ακροδεξιών” της Ευρώπης, λειτουργούσε στην πράξη. Το τι θα γίνει από εδώ και πέρα και ποια θα είναι η τελική τύχη του άλλοτε ισχυρού άνδρα των Σκοπίων θα κριθεί εν πολλοίς από το αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ Δύσης και Ρωσίας για τον έλεγχο της ασταθούς γεωπολιτικά ζώνης των δυτικών Βαλκανίων.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 25.11.2018

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Παίζει η Μόσχα Ρώσικη Ρουλέτα με την “Πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”;

Του Γιώργου Στάμκου

Από τον 18ο αιώνα και μετά τα Βαλκάνια απέκτησαν στρατηγική σημασία για τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Ρωσίας. Ουσιαστικά από τότε βρίσκονται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, υπό τη σκιά και τη γεωπολιτική επιρροή της Μόσχας. Υπό το γεωφιλοσοφικό -και όχι μόνον- πρίσμα της Ρωσίας, όπως εκφράζεται στην εποχή μας και από τον Alexander Dugin, “γκουρού” της ρωσικής γεωπολιτικής και συμβούλου του Πούτιν, η Ευρασία χωρίζεται σε τρεις μεγάλες γεωπολιτισμικές ζώνες: στη Δύση, ο πολιτισμός της οποίας κυριαρχεί παγκοσμίως, στην Ανατολή (Κίνα, Ινδίες, Ιαπωνία) και στη λεγόμενη “Ενδιάμεση Περιοχή” (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή και Ρωσία), πολιτικό κέντρο της οποίας είναι η Ρωσική Ομοσπονδία (παλαιότερα ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και η διάδοχός της, η Οθωμανική), που ιστορικά επιδιώκει έναν “παγκόσμιο ρόλο”.


Ρωσία και Βαλκάνια

Τα Βαλκάνια υπήρξαν κατά τη σύγχρονη εποχή πάντα μια εποφθαλμιούμενη περιοχή για τη Ρωσία. Η Μόσχα επιθυμούσε σφόδρα να θέσει υπό τον έλεγχό της το λεγόμενο “μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης” πότε παίζοντας το χαρτί του “ομοδόξου” (η κοινή θρησκεία της ορθοδοξίας), πότε του Πανσλαβισμού και πότε της ιδεολογίας (κομμουνισμός κατά τον Ψυχρό Πόλεμο), με διακαή στόχο πάντα την προώθηση προς τις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Ως συνέπεια τα Βαλκάνια, από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα, μετατράπηκαν σε αρένα ανταγωνισμών και σε πεδίο σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων, πότε άμεσα και πότε “δια αντιπροσώπων”. Μετά το 1989 πάγια στρατηγική της Δύσης ήταν, και παραμένει, να εντάξει στους κόλπους της ολόκληρη την περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, αποκλείοντας ταυτόχρονα τη Ρωσία από αυτή. Γι’ αυτό το λόγο η Ρωσία, που θεωρεί τα Βαλκάνια τμήμα της “Ενδιάμεσης Περιοχής”, άρα ευρύτερο γεωπολιτισμικό χώρο δράσης της, έχει επανεργοποιηθεί έντονα τελευταία στην περιοχή μας, προκειμένου να ανακόψει την “στρατηγική περικύκλωσή” της από τη Δύση, θεωρώντας ταυτόχρονα πως η τελευταία είναι πλέον έντονα διχασμένη ανάμεσα στους δύο πόλους της (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ), επομένως σε φάση αδυναμίας.


Η Ρωσία ήταν πάντα μία από τις “προστάτιδες δυνάμεις” της Ελλάδας, αν και οι γεωπολιτικοί στόχοι της Μόσχας (Πανσλαβισμός, πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο κ.ά), έρχονταν σε αντίθεση με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, και προσέκρουαν στα στρατηγικά συμφέροντα της Δύσης στην περιοχή. Έχοντας απολέσει το μεγαλύτερο τμήμα της επιρροής προς την “παραδοσιακά φιλοδυτική” Ελλάδα, ήδη από την εποχή ακόμη του Ψυχρού Πολέμου, η Μόσχα είδε, μετά το 1989, “με βαριά καρδιά”, δύο πρώην δορυφόρους της στα ανατολικά Βαλκάνια και πλησίον των εδαφών της, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, να φεύγουν από τον έλεγχό της και να εισέρχονται στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε., δηλαδή στους κόλπους της Δύσης. Ταυτόχρονα είδε, με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον ακολουθούμενο κατακερματισμό της (1991-1999), τον έλεγχο της Δύσης να επεκτείνεται στη Σλοβενία, στην Κροατία, στην Αλβανία, στο μεγαλύτερο τμήμα της Βοσνίας και στο Κόσοβο. Τελευταίο κτύπημα υπήρξε η προσχώρηση του “ομοδόξου” και παράκτιου Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ, το 2016, την οποία και η Μόσχα επιχείρησε να παρεμποδίσει μ’ ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Πλέον, οι μόνες χώρες στα Βαλκάνια που η Ρωσία διατηρεί ακόμη σχετικά ισχυρή επιρροή, παρεμποδίζοντας την ένταξή τους στις Ευρωατλαντικές δομές, είναι η Σερβία, η Σέρβικη Δημοκρατία (Republika Srpska) της Βοσνίας και η π.Γ.Δ.Μακεδονία.


Οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στην π.Γ.Δ.Μακεδονία

Είναι προφανές πως η Μόσχα δεν θα εγκαταλείψει εύκολα το γεωπολιτικό σταυροδρόμι των Βαλκανίων, ούτε και θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια αφήνοντας την επιρροή της να εξαφανιστεί, ειδικά πάνω στις τελευταίες χώρες της περιοχής που είναι ακόμη έντονα παρούσα. Γι’ αυτό, αν και εξωτερικά παριστάνει πως “δεν αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις” χωρών της περιοχής, η ρωσική διπλωματία, και ένας ολόκληρος μηχανισμός “πολέμου προπαγάνδας” και “ήπιας ισχύος”, έχει ενεργοποιηθεί έντονα στην π.Γ.Δ.Μακεδονία με στόχο τη ματαίωση της έγκρισης της Συμφωνίας των Πρεσπών και απώτερο στόχο τη ματαίωση -ή έστω την αναβολή στο διηνεκές- της ένταξης της χώρας στις Ευρωατλαντικές δομές.


Οι παρεμβάσεις πλέον της Μόσχας είναι πλέον απροκάλυπτες και συναγωνίζονται τις αντίστοιχες της Δύσης, η οποία θέλει να εντάξει αυτή τη μικρή βαλκανική χώρα στις δομές της. Δεν αποτέλεσε λοιπόν έκπληξη η ωμή παρέμβαση της Μόσχας κατά της Συμφωνίας της Πρεσπών, μέσω της Ρωσικής πρεσβείας στα Σκόπια, που δήλωσε επίσημα πως “η Ρωσία αναγνώρισε τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα πριν από 26 χρόνια και δεν αλλάζει τη θέση της”. Κοντολογίς δεν συντρέχει λόγος η Ρωσία να αλλάξει τη θέση της για το ονοματολογικό, παρά τη Συμφωνία των Πρεσπών και την αρχική έγκριση των συνταγματικών αλλαγών, γιατί έτσι πριμοδοτεί τους εθνικιστές του VMRO, που επιθυμούν να ανακόψουν την όλη διαδικασία -κάτι που είναι προς το στρατηγικό συμφέρον της Μόσχας. Στο ίδιο μήκος κύματος το Ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε πως η ψηφοφορία στη Βουλή των Σκοπίων, κατά την οποία εξασφαλίστηκε τελικά η πλειοψηφία των 80 βουλευτών (τα 2/3 της Βουλής) δεν ήταν ελεύθερη, αλλά χειραγωγήθηκε και καθοδηγήθηκε από τις ΗΠΑ με σκοπό τη διευκόλυνση της ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ. “Οι οκτώ ψήφοι, οι οποίοι δεν επαρκούσαν για να υπάρξει η απαιτούμενη πλειοψηφία, διασφαλίσθηκαν μέσω εκβιασμών, απειλών και εξαγοράς βουλευτών της αντιπολίτευσης”, αναφέρεται στην ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και συνεχίζει κατηγορώντας την πρεσβεία των ΗΠΑ για άμεση παρέμβαση στην όλη διαδικασία, ενώ επισημαίνει πως “η άποψη των 2/3 των Μακεδόνων (σ.σ. όπως τους αναγνωρίζει η Μόσχα από το 1993), που αρνήθηκαν να υποστηρίξουν τη Συμφωνία των Πρεσπών, στο αποτυχημένο δημοψήφισμα της 30η Σεπτεμβρίου, αγνοήθηκε ωμά”. Κοντολογίς η Μόσχα, εκφράζοντας σε πρώτη φάση την έντονη δυσαρέσκειά της, φανέρωσε πως δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αμαχητί την πάγια βαλκανική πολιτική της. Εφόσον η διαδικασία έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών τραβήξει σε βάθος χρόνου, η Μόσχα αναμένεται να αυξήσει και τις παρεμβάσεις της στο εσωτερικό της π.Γ.Δ.Μακεδονίας, αλλά και της Ελλάδας, όταν θα έρθει προς έγκριση και στην ελληνική Βουλή. Ο “ρωσικός χειμώνας” αναμένεται λοιπόν να ενσκήψει ιδιαίτερα δριμύς κατά τους επόμενους μήνες πάνω από την περιοχή μας και θα πρέπει να λάβουμε εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και κυρίως να οπλιστούμε με υπομονή και ψυχραιμία.

Το “σέρβικο χαρτί” της Ρωσίας

Αν, όπως ήδη διαφαίνεται, και ο μικρός βόρειος γείτονάς μας περάσει κι αυτός στον γεωπολιτικό έλεγχο της Δύσης, είναι σαφές πως η Ρωσία θα ποντάρει όλα τα εναπομείναντα “γεωπολιτικά κεφάλαιά” της στα Βαλκάνια στο ατίθασο “χαρτί” που λέγεται Σερβία, κι έχει ακόμη σοβαρά ανοικτά θέματα με τη Δύση, τόσο στο ζήτημα του Κοσόβου, όσο και σ’ εκείνο της Βοσνίας. Το επόμενο διάστημα η Σερβία αναμένεται να δεχθεί αφόρητες πιέσεις και από τις δύο πλευρές. Από τη μία η Δύση, χρησιμοποιώντας την τακτική του “καρότου και του μαστιγίου”, θα πιέζει ώστε να μη καταστεί η Σερβία “προωθημένο πιόνι της Ρωσίας” και “μαύρη τρύπα” της Ευρώπης. Από την άλλη η Ρωσία θα τονίζει στη Σερβία την παραδοσιακή φιλία τους, που βασίζεται και στο ομόδοξο (“ορθόδοξη αλληλεγγύη”) και ομόφυλο (πανσλαβιστική ιδέα), θα τη δελεάζει με επενδύσεις, ενεργειακά προγράμματα και αμυντική συνεργασία, ενώ θα της υπενθυμίζει την αντίφαση του να ενταχθεί σε μία συμμαχία (ΝΑΤΟ), η οποία την βομβάρδισε το 1999 και της απέσπασε μια επαρχία της (Κόσοβο), που θεωρείται “λίκνο του σερβο-ορθόδοξου πολιτισμού”. Η Σερβία, η πολιτική ηγεσία της, αλλά και ο λαός της, θα βρεθούν έτσι, για μια ακόμη φορά, υπό τρομερή πίεση και ενώπιον σοβαρών διλημμάτων. Από την τελική απόφαση της Σερβίας προς ποια πλευρά θα μετακινηθεί, διότι λόγω της σημαντικής γεωστρατηγικής της θέσης είναι αδύνατον να παραμείνει ουδέτερη, θα κριθεί τόσο η σταθερότητα των δυτικών Βαλκανίων, όσο και η ασφαλής πρόσδεσή τους στις Ευρωατλανικές δομές. Για την ώρα πάντως όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Σχετική εικόνα

Οι ελληνο-ρωσικές σχέσεις σε νέα φάση

Τέλος, όσον αφορά τις δοκιμαζόμενες τελευταίως ελληνο-ρωσικές σχέσεις, θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως η Ρωσία, ακόμη και μεταμφιεσμένη ως Σοβιετική Ένωση, έπαιζε πάντοτε σημαντικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας. Για πολλούς λόγους οι Έλληνες δυσκολεύονταν να υιοθετήσουν μια καθαρά αντίθετη στάση απέναντι στη Ρωσία, ακόμη και στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Προτιμούσαν τις φιλικές, προνομιακές σχέσεις μαζί της ή, έστω, την ουδετερότητα. Υπάρχει ένα σαφές αμοιβαίο αίσθημα φιλίας ανάμεσα στον ελληνικό και στο ρωσικό λαό. Από την άλλη όμως υπάρχουν και τα συμφέροντα, κυρίως τα γεωπολιτικά, που είναι συχνά αντικρουόμενα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Στ. Πρεβελάκη, Έλληνα καθηγητή Γεωπολιτικής του πανεπιστημίου της Σορβόνης: “Η Μόσχα ονειρευόταν πάντοτε να γίνει η ‘Τρίτη Ρώμη’, δηλαδή να στεγάσει το κέντρο της Ορθοδοξίας, που βρίσκεται σήμερα στα χέρια του ελληνικού κλήρου της Κωνσταντινούπολης. Δεν πρόκειται απλά για θρησκευτικό ζήτημα. Είναι γεωπολιτικό θέμα με μεγάλη σημασία. Ενδεχόμενη απομάκρυνση του Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη θα έδινε στη Μόσχα την ευκαιρία να επιτύχει τον σκοπό της. Έτσι η Ρωσία έχει συμφέρον να δει τον ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό να εντείνεται” (Γ. Πρεβελάκης, Γεωπολιτική της Ελλάδας, σελ. 248, εκδ. Libro). Αυτό σημαίνει πως το ενδεχόμενο πριμοδότησης από τη Μόσχα της αποσταθεροποιητικής πολιτικής της Άγκυρας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, καθώς και η αύξηση των πιέσεων προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όχι μόνο δε θα πρέπει να αποκλειστεί, αλλά να ληφθεί σοβαρά υπόψιν τόσο από την Αθήνα, όσο και από τη Δύση (Ε.Ε. και ΗΠΑ), τα γεωπολιτικά συμφέροντα της οποίας ταυτίζονται για την ώρα με εκείνα της Ελλάδας -και είναι αρκετά ισχυρά ώστε να ληφθούν και τα κατάλληλα αντίμετρα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.


Οι στόχοι της Ρωσίας σχετικά με την Ελλάδα θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως πρόσβαση στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο με το λιγότερο δυνατόν κόστος και τις ελάχιστες δυνατές παραχωρήσεις απέναντι στη χώρα μας, κι ως εργαλειακή χρήση της ομόδοξης Ελλάδας για την υπεράσπιση των ρωσικών συμφερόντων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης στα πλαίσια και των επερχόμενων “οικονομικών πολέμων”. Ως αντάλλαγμα η Ελλάδα θα συνεχίσει να βλέπει τη Ρωσία ως “πλευρική δύναμη”, που μπορεί πάντα να ασκήσει πίεση από το βορρά στην Τουρκία, ώστε να ανακοπούν οι επεκτατικές διαθέσεις της σε Αιγαίο και Κύπρο. Ακόμη κι αν η Ρωσία απολέσει τελικά και τα τελευταία γεωπολιτικά της ερείσματα στα Βαλκάνια η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει τρόπους ώστε να αναπτύξει τη συνεργασία, τις φιλικές σχέσεις, και να λειτουργεί ως προνομιακός εταίρος της Μόσχας, όχι μόνον στην περιοχή μας αλλά και στην Ευρώπη. Όπως δήλωσε μάλιστα σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργού Εξωτερικών Μιχαήλ Μπογκντάνοφ “έχουμε μια ειδική, στενή σχέση με την Ελλάδα και δεν σκοπεύουμε να τη θυσιάσουμε. Σεβόμαστε την Ελλάδα. Ο θρησκευτικός παράγοντας παίζει τον ρόλο του, οι δεσμοί μεταξύ των λαών είναι ισχυροί. Αλλά η πολιτική έχει τη δική της λογική. Υπήρξαν πολιτικοί στην Ελλάδα που δέχθηκαν σοβαρές πιέσεις και πήραν αποφάσεις που μας λύπησαν”, φωτογραφίζοντας πιθανότατα τον πρώην Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, η αποχώρηση του οποίου φαίνεται πως διευκολύνει την ελληνο-ρωσική επαναπροσέγγιση. Προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η προγραμματισμένη για τις 12 Δεκεμβρίου επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στο Κρεμλίνο και η συνάντηση του με τον πρόεδρο Πούτιν, ώστε να “κτιστούν γέφυρες” και να γίνει εστίαση στα κοινά συμφέροντα και όχι στις όποιες διαφορές, σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος όπως η οικονομία, η ενέργεια, ο τουρισμός και ο πολιτισμός. Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να έχει απέναντί της τη Ρωσία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνορωσικές σχέσεις
Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

ΠΗΓΗ: Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 26.10.2018

https://tvxs.gr/news/kosmos/rosiki-royleta-sta-balkania?fbclid=IwAR0JC4lP4kh0a-V0qQ_vaAPT6S_w9KUGSeCHMv1R1llUcPEZnz-96V-JklQ

.

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας

Μόσχα Vs Κωνσταντινούπολης

Μια προαιώνια διαμάχη με “Αυτοκρατορικό πρόσημο”

Του Γιώργου Στάμκου (stamkos@post.com)

Η προαιώνια διαμάχη που υπέβοσκε ανάμεσα στη Μόσχα και στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, οδήγησε στο πρόσφατο “Ορθόδοξο Σχίσμα”. Με αφορμή την αναγνώριση από το Φανάρι της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών, που συνεδρίασε για πρώτη φορά στην ιστορία εκτός Ρωσίας στο Μινσκ της Λευκορωσίας, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κυρίλλου, αποφάσισε να διακόψει κάθε δεσμό και επικοινωνία με το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, απαγορεύοντας ρητά στους Ρώσους ορθόδοξους να εκκλησιάζονται κλπ. σε ναούς και προσκυνήματα, που ανήκουν στην άμεση εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Φαναρίου. Οι επιπτώσεις αυτού του “ορθόδοξου σχίσματος” είναι και θα είναι μεγάλες και θα φανούν σε όλη τους την έκταση στο κοντινό μέλλον. Για όσους γνωρίζουν την ιστορία κατανοούν φυσικά πως το διακύβευμα αυτής της ενδο-ορθόδοξης διαμάχης δεν είναι μόνο τα εκκλησιαστικά πρωτεία στους κόλπους του ορθόδοξου κόσμου. Υποκρύπτουν αυτοκρατορικές -ή, αν προτιμάτε, μετα-αυτοκρατορικές- φιλοδοξίες για μια “παγκόσμια μεσσιανική αποστολή” της Ρωσίας, ως “αυθεντικής και μοναδικής” κοιτίδας μιας βυζαντινο-σλαβο-ορθόδοξης κληρονομιάς, απέναντι στην οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται βασικός ανταγωνιστής.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991), του “κομμουνιστικού μπλοκ” και των αντίστοιχων καθεστώτων, μέσα σε μερικούς μήνες η Ρωσική Ομοσπονδία βρέθηκε κυριολεκτικά μόνη της και περιορισμένη στα σύνορα που είχε επί Μεγάλου Πέτρου, δηλαδή λίγο πάνω από 17.000.000 τ.χλμ. (αντί για τα 22.400.000 τ.χλμ. της ΕΣΣΔ). Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο και χωρίς πόλεμο η Μόσχα έχασε τον έλεγχο που είχε σε όλες σχεδόν τις εδαφικές κατακτήσεις του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα με αντίστοιχες πληθυσμιακές και οικονομικές απώλειες. Προσπαθώντας να ανασυνθέσει για άλλη μια φορά έναν συνεκτικό γεωπολιτικό χώρο και να αποκτήσει κάποιον έλεγχο στο “Εγγύς Εξωτερικό” της (δηλαδή στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ), όπου διαβιούσαν, ως μειονότητες πλέον, πολυάριθμοι Ρωσικοί πληθυσμοί, η Μόσχα στράφηκε και πάλι προς την Ρωσική Ορθοδοξία, που ήταν θεμελιωμένη σ’ έναν αυτοπροσδιορισμό κληρονομημένο από τον Βυζαντινό μεσσιανισμό και οικουμενισμό. Το Πατριαρχείο της Μόσχας, ως θεσμός που συνέδεε τη σημερινή Ρωσία με εκείνη των Τσάρων και κατ’ επέκταση με τη Βυζαντινή κληρονομιά, επιφορτίστηκε και πάλι με την αναβάπτιση της Ρωσίας σ’ αυτή τη παραδοσιακή “μεσσιανική αποστολή”, η οποία περιλαμβάνει και την προστασία και καθοδήγηση των απανταχού Ορθοδόξων, που από την πλευρά τους θα πρέπει να αναγνωρίσουν τη Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” και κέντρο της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Και σε αυτή την αποστολή το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης θεωρείται ο βασικότερος αντίπαλος, διότι ιστορικά και παραδοσιακά έχει τα πρωτεία στον Ορθόδοξο κόσμο -κάτι που αμφισβητείται εδώ και αιώνες από τη Μόσχα.

Αποτέλεσμα εικόνας για Moscow patriarchate
Πατριάρχης Κύριλλος Μόσχας και Πασών των Ρωσιών

Μόσχα: η “Τρίτη Ρώμη”

Ως γνωστόν ο Ρωσικός αυτοπροσδιορισμός στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: Πρώτον στη σύγκρουση με τη μουσουλμανική Ανατολή και την Ασία γενικότερα. Δεύτερον στην αντιπαλότητα απέναντι στη Δύση (αντι-δυτικισμός) και στον Καθολικο-Προτεσταντικό κόσμο. Και τρίτον στο μύθο της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης”. Αυτός προήλθε μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) στους Τούρκους, την παρακμή και εξαφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που καθιστούσε τη Ρωσία ως το μόνο ελεύθερο ορθόδοξο κράτος στον κόσμο, έστω κι αν εκείνη την εποχή η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε αρχικά υπό την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η Μόσχα ως “Τρίτη Ρώμη” προστάτευε τη “μια και μοναδική, αληθινή ορθόδοξη πίστη” απέναντι στον “αιρετικό” Καθολικισμό και Παπισμό, καθώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης βρισκόταν “εν αιχμαλωσία” σε μια πόλη υπό τουρκο-μουσουλμανικό ζυγό. Άλλωστε αρκετοί Ρώσοι θεωρούσαν από τότε την πτώση του Βυζαντίου ως “θεία τιμωρία” επειδή ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας είχε συμφωνήσει την ένωση με τη Ρώμη και την υποταγή στον Πάπα, προκειμένου να λάβει βοήθεια από τη Δύση για να αντιμετωπίσει την τουρκική επέκταση. Απώτερος στόχος της Μόσχας ως “Τρίτης Ρώμης” δεν ήταν μόνον η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας από τους πολιτικο-θρησκευτικούς εχθρούς που την πολιορκούσαν, αλλά και η επέκταση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, διαδόχου της Βυζαντινής, ώστε να εξασφαλιστεί ο τελικός θρίαμβος της ορθόδοξης πίστης. Αυτό το ρωσικό μείγμα βυζαντινοορθόδοξης παγκοσμιότητας με πιο ρεαλιστικούς γεωπολιτικούς στόχους, όπως η απελευθέρωση όλων των υπόδουλων ορθόδοξων λαών, ακόμη και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης, καθόριζε την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Τσαρική Ρωσία, η οποία το 1914 είχε φτάσει στο απόγειο της επέκτασής της (22.000.000 τ.χλμ.) κατέχοντας στα δυτικά την Πολωνία και τη Φιλανδία και φτάνοντας ανατολικά ως την Κορέα και τον Βερίγγειο πορθμό, μπήκε στο παιχνίδι των συμμαχιών του Α’ Π. Πόλεμου με βασικό στόχο, όχι μόνον να κυριεύσει και να προσαρτήσει την ανατολική Μικρά Ασία και τον Πόντο, αλλά κυρίως να προβεί σε “ορθόδοξη ανακατάληψη” της Κωνσταντινούπολης και των Στενών, αναλαμβάνοντας δηλαδή και επίσημα όλη τη βυζαντινο-ορθόδοξη αυτοκρατορική κληρονομία, σε συνδυασμό με μια γεωπολιτική εξακτίνωση που θα της έδινε την πολυπόθητη πρόσβαση στις “θερμές θάλασσες” (Μεσόγειος). Αν δεν συνέβαινε η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), που ανέτρεψε το Τσαρικό καθεστώς και ανέκοψε την αχαλίνωτη ως τότε εδαφική επέκταση της Μόσχας, η Κωνσταντινούπολη (Τσάριγκραντ στα Ρωσικά, που σημαίνει “Πόλη του Αυτοκράτορα”) και τα Στενά θα αποτελούσαν πιθανώς σήμερα τμήμα μιας αχανούς Ρωσικής αυτοκρατορίας, με την οποία Ελλάδα θα συνόρευε στη Θράκη, αποτελώντας ουσιαστικά δορυφόρο της. Σε μια τέτοια περίπτωση το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης είτε θα είχε καταργηθεί και περιπέσει σε επίπεδο μητρόπολης, είτε -το πλέον πιθανόν- θα είχε γίνει κυρίως Ρωσικό και σλαβο-ορθόδοξο και ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα ήταν Ρώσος ή κάποιος που θα ευλογούσε τον Ρώσο αυτοκράτορα (ή πρόεδρο) και θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και την “παγκόσμια αποστολή” της Μόσχας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος
Ιερά Μονή Παντελεήμοντος: το τεράστιο Ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Όρους.

Άθως: Ένα ορθόδοξο “Μήλο της Έριδας”

Ενδεικτική της επεκτατικής πολιτικής (εδαφικής αλλά και εκκλησιαστικής) αποτελεί η στάση που κρατούσε η Ρωσία απέναντι στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”, το Άγιο Όρος, στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1914. Τότε η πολυάριθμη ρωσική μοναστική παρουσία στη χερσόνησο του Άθω, κυρίως μέσω του τεράστιου ρωσικού μοναστηρίου του Αγίου Παντελεήμονα στη δυτική ακτή αλλά και του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές, χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο επεκτατικής πολιτικής στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι μοναχοί στον Άθω είχαν πλησιάσει τότε στους 2.000 εγείροντας εύλογες ανησυχίες για εκρωσισμό, τόσο δημογραφικό, όσο πολιτικο-οικονομικό, της μοναστικής πολιτείας. Εκτός από το τεράστιο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, με τη μεγαλύτερη καμπάνα στον ορθόδοξο κόσμο -δώρο του ίδιου Τσάρου Νικόλαου- στον Άθω δημιουργήθηκαν ρωσικά νοσοκομεία και ξενώνες, που εφοδιάζονταν κατευθείαν από τη Ρωσία, εγείροντας υποψίες τότε πως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως βάση για το ρωσικό στόλο στην ανατολική Μεσόγειο. Η απελευθέρωση και ενσωμάτωση του Αγίου Όρους στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (1912-13), αλλά κυρίως η έναρξη του Α’ Π. Πολέμου (1914) και η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), ανέκοψαν τον κύμα εκρωσισμού και η ισορροπία αποκαταστάθηκε προς όφελος των ελληνικών μοναστηριών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το 1991 το τεράστιο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα υπέπεσε σε παρακμή και όταν το επισκέφθηκα για πρώτη φορά το 1988, όταν ακόμη υπήρχε η ΕΣΣΔ, το μοναστήρι αυτό ήταν μια σκιά του αλλοτινού ένδοξου εαυτού του, με άδειες και ερειπωμένες πτέρυγες, όπου φώλιαζαν κάργιες, και με μια ολιγάριθμη αδελφότητα Ρώσων και Ουκρανών μοναχών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγιον Όρος Μονη Παντελεήμονος



Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Το μοναστήρι, που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, έχει ανακατασκευαστεί πλήρως με τη στήριξη της Μόσχας και με δωρεές πλούσιων Ρώσων ολιγαρχών. Η ρωσική μοναστική αδελφότητα περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 άτομα, που έχουν όλα και την ελληνική ιθαγένεια. Οι συχνές επισκέψεις μελών τη ρωσικής ελίτ, ακόμη και του ίδιου του Πούτιν, που συνοδεύτηκαν από δωρεές και έργα ύψους 200 εκ. ευρώ σε όλο τον Άθωνα, αποτέλεσαν άλλη μια προβολή της προαιώνιας επιθυμίας της Μόσχας να τεθεί επικεφαλής όλων των ορθοδόξων, υποκρύπτοντας γεωπολιτικές υστεροβουλίες. Το Άγιο Όρος αποτελεί το σύμβολο και την κορωνίδα της διαμάχης του Ρωσισμού με τον Ελληνισμό για την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο.

Σχετική εικόνα
O Βλάντιμιρ Πούτιν στο Άγιο Όρος (Καρυές)


Μετά τη διακοπή των σχέσεων και δεσμών της Μόσχας με το Φανάρι, με αφορμή το θέμα της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας που ήταν αναθεματισμένη και σχισματική για τη Μόσχα, η Ρωσική Εκκλησία εξέδωσε απαγόρευση στους πιστούς της να επισκέπτονται και να εκκλησιάζονται στα ελληνικά μοναστήρια του Άθωνα και φυσικά να μη προσφέρουν καμία δωρεά σε αυτά, ειδικά οι Ρώσοι μεγιστάνες. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα εγκαταλείψουν και τα μακρόπνοα σχέδια τους για διείσδυση στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate
Το έμβλημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA
Oικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης: Ο τελευταίος κληρονόμος του Βυζαντίου

Ένα “Ελληνο-Αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο

Από την πλευρά του το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το μοναδικό θεσμικό κατάλοιπο της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, εκτός από τα πρωτεία στο χώρο της ορθοδοξίας, αποτελεί και τον κύριο άξονα αναφοράς του ελληνο-ορθόδοξου στοιχείου παγκοσμίως. Το Πατριαρχείο, που διατήρησε τα προνόμια του κατά την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιστάθηκε στην έξαρση των εθνικισμών του 19ου αιώνα και είδε το ποίμνιο του να συρρικνώνεται, ενώ υπέστη και διώξεις από τις οθωμανικές και μετέπειτα τουρκικές αρχές. Σήμερα εκτός από τους περίπου 10.000 εναπομείναντες Ελληνο-ορθόδοξους της Τουρκίας, κυρίως σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και Ίμβρο, στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του ανήκουν το Άγιο Όρος, τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη και η Κύπρος, καθώς και όλη ελληνορθόδοξη διασπορά -το λεγόμενο “Γένος”, όπως χαρακτηρίζεται παραδοσιακά από το Πατριαρχείο και έχει θρησκευτική και πολιτιστική διάσταση (όχι όμως φυλετική), σε αντιδιαστολή με το νεωτερικό Έθνος, που έχει σαφέστατα πολιτική διάσταση.

Υπολογίζεται ότι πάνω από 7.000.000 Ελληνο-ορθόδοξοι ζουν σήμερα εκτός Ελλάδας και Κύπρου. Απ’ αυτούς σχεδόν το 75% ζει σε αγγλόφωνες χώρες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Μεγάλη Βρετανία). Από τις ελληνικές κοινότητες της διασποράς σημαντικότερη είναι η ελληνοαμερικανική κοινότητα (3.500.000 ή το 50% της ελληνικής διασποράς), που αποτελεί ένα από τα πλέον δυναμικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας και τμήμα πλέον της ελίτ της χώρας. Οι Ελληνοαμερικανοί έχουν τεράστια πολιτική αξία για την Ελλάδα καθώς επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της πολιτικής της σημερινής πλανητικής υπερδύναμης, προωθώντας παράλληλα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος (Κυπριακό, Ελληνοτουρκικά, Μακεδονικό, Βαλκάνια). Το ακόμη πιο ενθαρρυντικό όμως είναι -μάλιστα μετά τις τελευταίες φανατικές κορώνες των ελλαδιτών Ιεραρχών- ότι σε θρησκευτικό επίπεδο η διασπορά αυτή δεν ανήκει στην εθνική Εκκλησία της Ελλάδας αλλά τελεί κάτω από την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης που, έχοντας σχεδόν 5.000.000 πιστούς σε αγγλόφωνες χώρες, μεταμορφώθηκε σ’ ένα “ελληνο-αγγλοσαξωνικό” Πατριαρχείο, σύμφωνα με την έκφραση του Γάλλου γεωπολιτικού Φρανσουά Τουάλ.

Αποτέλεσμα εικόνας για ecumenical patriarchate USA

Από αυτή την άποψη οι σχέσεις του Φαναρίου με την Ουάσιγκτον είναι πολύ πιο ζωτικές και στενές, σε σύγκριση με τη Μόσχα, διότι στις ΗΠΑ βρίσκεται πλέον και η πλειονότητα των πιστών του. Η Ουάσιγκτον επίσης αναγνωρίζει την οικουμενικότητα και τη πρωτοκαθεδρία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στον ορθόδοξο κόσμο και το υποστηρίζει σε πολλά επίπεδα π.χ. στο ζήτημα του ανοίγματος της θεολογικής σχολής της Χάλκης, αλλά και απέναντι στην αυθαιρεσία των τουρκικών αρχών. Οι ΗΠΑ θέλουν να δουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ηγείται του ορθόδοξου κόσμου και όχι το Πατριαρχείο της Μόσχας. Αυτό αποτελεί βασική στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον και σαφέστατα συνετέλεσε στο να ωθήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αγνοήσει τις απειλές της Μόσχας και να αναγνωρίσει την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, απομακρύνοντας την ακόμη περισσότερο από την επιρροή της Μόσχας και φέρνοντας την εγγύτερα προς τη Δύση. Γι’ αυτό και η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας σημείωσε με νόημα πως “το Οικουμενικό Πατριαρχείο για πολιτικούς λόγους άλλαξε την θέση του”, υπονοώντας πως είτε υπέκυψε στις αμερικανικές παραινέσεις είτε προωθεί ένα είδος “ορθόδοξου παπισμού”. Σε κάθε περίπτωση αυτή η ρήξη και το σχίσμα θα έχει πολλές και μακροπρόθεσμες συνέπειες, που δεν μπορούμε εύκολα να προβλέψουμε στην παρούσα φάση.

Σχετική εικόνα
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και Πατριάρχης Μόσχας Κυρίλλος.

Τι μέλλει γενέσθαι;

Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ρωσική Ομοσπονδία που αναδείχθηκε ως ο βασικός γεωπολιτικός κληρονόμος της, προώθησε έναν Ρώσικο αυτοπροσδιορισμό, ο οποίος βασιζόταν κυρίως στην αναζωογόνηση της Ορθοδοξίας. Ειδικότερα, όταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανέλαβε (το 2000) την ηγεσία αυτής της απέραντης πολυεθνικής χώρας, ανάμεσα στα άλλα παλινόρθωσε και τη ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο ρόλο του οδηγού και φύλακα του ρωσικού έθνους, το οποίο και υποτίθεται πως προστάτευε απέναντι στις διαβρωτικές Δυτικές επιρροές. Ταυτόχρονα, αυτή η νέα Ρωσία επέδειξε κι έναν ολοένα και μεγαλύτερο αυταρχισμό απέναντι στους μη Ρώσους (π.χ. Ουκρανούς, μουσουλμάνους κ.ά.), ενώ άσκησε μια ενεργή και επεκτατική πολιτική προστασίας των Ρωσικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στο λεγόμενο “Εγγύς Εξωτερικό” (στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Βασικός στόχος ήταν να διασφαλιστεί τη Ρωσο-ορθόδοξη πρωτοκαθεδρία σε μια αχανή πολυεθνική χώρα, που ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό της μεγάλη δύναμη με “παγκόσμια αποστολή”. Άλλωστε η ρωσική Ορθοδοξία θεωρούσε την ίδια ως συστατικό στοιχείο της σημερινής και μελλοντικής Ρωσίας. Συμπερασματικά η σημερινή Ρωσία του Πούτιν φαίνεται πως ακολουθεί το δρόμο ενός νέου αυταρχισμού, με θρησκόληπτες τάσεις απομονωτισμού απέναντι στη Δύση, βασικό εργαλείο της οποίας αποτελεί το Πατριαρχείο της Μόσχας. Η ρήξη με την Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο την πρωτοκαθεδρία στον ορθόδοξο κόσμο, δεν έχει μόνον πνευματικούς και εκκλησιαστικούς σκοπούς αλλά υποκρύπτει γεωπολιτικές υστεροβουλίες και επεκτατικά “μεσσιανικά οράματα” από τα οποία η Μόσχα ουδέποτε απαλλάχθηκε.

Ορθόδοξη εκκλησία στην Ουκρανία.

Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Πηγή: Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://www.tvxs.gr στις 22.10.2018

ΤΕΡΓΕΣΤΗ (TRIESTE): Η μικρή πρωτεύουσα του Πουθενά

 

ΤΕΡΓΕΣΤΗ  (ΤRIESTE)

Η ΜΙΚΡΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΠΟΥΘΕΝΑ (Τζέημς Τζόυς)





Επίνειο της άλλοτε πανίσχυρης Αψβουργικής Αυτοκρατορίας.

Πύλη της Ιταλίας προς κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Ιστορικό κέντρο του παροικιακού Ελληνισμού.

Μπέπε Σεβερνίνι, Γιώργος Στάμκος

Μελαγχολική και γοητευτική η Τεργέστη μοιάζει με παρένθεση ανάμεσα στο Παρίσι και στη Βιέννη. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει πολύ περισσότερη Τεργέστη απ’ όση φανταζόμαστε… Η Τεργέστη είναι κτισμένη στο βορειοανατολικό άκρο των ακτών της Αδριατικής Θάλασσας. Η πόλη αποτελεί στην ουσία το σημαντικότερο επίνειο της κεντρικής Ευρώπης και μια πύλη προς τον κόσμο των Βαλκανίων. Από το 1382 άνηκε στην Αυτοκρατορία των Αμψβούργων και μετά την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας, το 1797 από το Ναπολέοντα, η Τεργέστη καθίσταται ο σημαντικότερος λιμένας της Αδριατικής Θάλασσας. Ο πληθυσμός της εκτινάσσεται από τις 6.000 κατοίκους το 1750 στους 250.000 στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά το 1918 και την εξαφάνιση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας η Τεργέστη έχασε την τεράστια ενδοχώρα της. Πέρασε στον έλεγχο της Ιταλίας αλλά περικυκλώνονταν ασφυκτικά από εδάφη της Γιουγκοσλαβίας. Ο πληθυσμός της δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τις 250.000 κατοίκους. Μετά το 1991 και τη διάλυση του ανατολικού μπλοκ η Τεργέστη άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται δυναμικά, φιλοδοξώντας και πάλι να λειτουργήσει όχι μόνο ως βασικό λιμάνι της Αυστρίας, αλλά και ολόκληρης της Κεντρικής Ευρώπης… “ Μου αρέσει η Τεργέστη. Δεν ξέρω γιατί. Δεν γεννήθηκα εδώ, δεν μεγάλωσα εδώ, δεν ερωτεύτηκα καν εδώ. Νομίζω πως μου αρέσει η Τεργέστη επειδή είναι ένα γεωγραφικό όριο, ένα διανοητικό όριο και ακόμη περισσότερα. Χωμένη στη βορειοανατολική γωνιά της Ιταλίας, είναι λατινική, γερμανική και σλαβική. Είναι καθολική, ορθόδοξη, εβραϊκή. Είναι ένας τόπος λογοτεχνίας και εμπορίου. Ο Νότος σταματά εδώ: η Αδριατική Θάλασσα γλείφει τις ακτές της Ευρώπης κι ύστερα αποφασίζει ότι δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Ο Βορράς σταματά εδώ: το οροπέδιο του Καρστ είναι μια βεράντα της ηπείρου, την οποία οι κάτοικοι της Βιέννης επισκέπτονταν ανά τους αιώνες για να απολαύσουν τη θέα. Η Ανατολή σταματά εδώ: οι αναστεναγμοί της Ρωσίας δεν προχώρησαν ποτέ περισσότερο. Η Δύση σταματά εδώ: οι νατοϊκές βάσεις που είναι έτοιμες να αποκρούσουν τους εισβολείς από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας παραμένουν διασκορπισμένες τριγύρω” (Μπέπε Σεβερνίνι). Η Τεργέστη δημιουργήθηκε από την Αυτοκρατορία των Αψβούργων, που δεν διέθετε πολλές παράκτιες εκτάσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του 1700 δεν ήταν παρά ένα μεγάλο χωριό ψαράδων, καλλιεργητών και εργαζόμενων στα αλατωρυχεία. Η αυτοκρατορία τη μετέτρεψε σε λιμάνι, με μονοπώλιο εισαγωγών και εξαγωγών, προνομιακούς φόρους και χαμηλούς σιδηροδρομικούς δασμούς – έναν κόσμο που μαράζωσε πριν από έναν αιώνα.

ΤΕΡΓΕΣΤΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ Η σχέση της Τεργέστης με τον Ελληνισμό μετρά ιστορία αρκετών αιώνων. Ακόμη και σήμερα ο ταξιδιώτης από την Ελλάδα, που παίρνει το Φέρι Μποτ Πάτρα-Τεργέστη, έχει την αίσθηση πως ακολουθεί τον ανιχνευτικό πλου των πρώτων Ελλήνων των Ιονίων Νήσων, της Πελοποννήσου και της δυτικής Ελλάδας, που έφτασαν σ’ αυτό το φιλόξενο λιμάνι στις αρχές του 18ου αιώνα. Προσεγγίζοντας στο λιμάνι της Τεργέστης ο ταξιδιώτης από την Ελλάδα αντικρίζει στην παραλία το επιβλητικό Palazzo Carciotti (Μέγαρο Καρτσιώτη), το Κτίριο της Ελληνικής Κοινότητας και δίπλα του τον ελληνο-ορθόδοξο ναό του Αγίου Νικολάου. Λίγο πιο πέρα, μετά το μεγάλο κανάλι (Canal Grande), βρίσκεται και ο σέρβικος ορθόδοξος ναός του Αγίου Σπυρίδωνα –μια απόδειξη της έντονης σχέσης αυτής της πόλης με τους ορθόδοξους λαούς των Βαλκανίων… Τον 19ο αιώνα οι Έλληνες αποτελούσαν το 12% του πληθυσμού της Τεργέστης. Είχαν τις δικές τους επιχειρήσεις, εκκλησίες, σχολεία, λέσχες και κοιμητήρια. Οι περισσότεροι ήταν έμποροι και επιχειρηματίες, αξιότιμα μέλη της τοπική αστικής τάξης. Στο χρηματιστήριο της πόλης το 28% των μετοχών που διακινούνταν άνηκαν σε ελληνικές επιχειρήσεις.
Οι περισσότεροι Έλληνες της Τεργέστης ήταν έμποροι, τεχνίτες ή ασχολούνταν με ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Ορισμένοι Έλληνες απέκτησαν τεράστιες περιουσίες και τα μέγαρα που έκτισαν κοσμούν μέχρι σήμερα αυτή την πόλη της Αδριατικής. Χαρακτηριστικό της εμπορικής δραστηριότητας των Ελλήνων στα τέλη του 18ου αιώνα είναι το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ιδρύεται στην Τεργέστη η πρώτη ελληνική ασφαλιστική εταιρεία (Societa Greca di Assicurazioni). Επιφανείς Έλληνες επιχειρηματίες και επιστήμονες, όπως ο Παύλος Ράλλης (1845-1907), ο Άγγελος Γιαννικέσης, ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, η οικογένεια Χατζηκώστα και η οικογένεια Στρατή, έβαλαν την προσωπική τους σφραγίδα στην ιστορία της Τεργέστης. Ως ένα βαθμό τα επιφανή μέλη της Ελληνικής Κοινότητας αποτελούσαν τμήμα της «αριστοκρατίας» της Τεργέστης. Δυστυχώς οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις μετά τον Πρώτο και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άλλαξαν την τύχη της Τεργέστης και οδήγησαν στη συρρίκνωση του Ελληνισμού της πόλης. Ο Ελληνισμός της Τεργέστης μπορεί να συρρικνώθηκε αλλά δεν εξαφανίστηκε. Συνέχισε να ζει και να εξελίσσεται και να εμπλουτίζεται με το «νέο αίμα» των φοιτητών πλέον που άρχισαν να καταφθάνουν εδώ από την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Οι Έλληνες συνεχίζουν να βρίσκουν τη φιλόξενη γη της Τεργέστης ένα δυναμικό περιβάλλον που τους γοητεύει και συνεχίζει να τους προσφέρει ευκαιρίες για την πρόοδό τους…

Η ΤΕΡΓΕΣΤΗ, Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΖΕΗΜΣ ΤΖΟΙΣ, Ο «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ

Η Τεργέστη αποτελούσε πάντα ένας τόπο μυθοπλασίας, που ενέπνεε καλλιτέχνες και συγγραφείς. Ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό αλλά η πόλη της Τεργέστης και οι άνθρωποι της ελληνικής παροικίας επέδρασαν στο έργο του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα Τζέημς Τζόις. Ο Τζόις έζησε στην Τεργέστη από το 1905 μέχρι το 1915 και έπειτα για ένα ακόμη χρόνο μέχρι το 1919, πριν αναχωρήσει οριστικά για το Παρίσι. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Τεργέστη ο Τζόις θα εμπνευστεί και συγγράψει αρκετά έργα, όπως το «Δουβλινέζοι». Εδώ θα εμπνευστεί και το μεγαλύτερο ίσως λογοτεχνικό του έργο, τον «Οδυσσέα». Οι οικονομικές δυσκολίες είχαν αναγκάσει τον Τζέημς Τζόις να περιπλανηθεί για κάποιο διάστημα στη μιζέρια των ενοικιαζόμενων δωματίων της Τεργέστης, όπου θα συγχρωτιστεί με το λαϊκό στοιχείο και θα γνωρίσει και Έλληνες εργάτες, που θα αποτελέσουν «πρώτη ύλη» έμπνευσης για τον «Οδυσσέα» του. Ο Τζόις γνώρισε επίσης και επιφανείς Έλληνες της πόλης, προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών, στο πρόσωπο των οποίων θα αισθανθεί μια ασφάλεια αντίστοιχη εκείνης που περιγράφεται στο τέλος του βιβλίου «Οδυσσέας»….

TO ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΕΡΓΕΣΤΗΣ Από τότε, η Τεργέστη έχει περάσει πολλά. Την πήρε πίσω η Ιταλία το 1918 και ο φασισμός τη μετέτρεψε σε εμβληματική του πόλη. Την κατέλαβαν οι Ναζί το 1943, για να την πάρουν πίσω οι γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές το 1945. Το 1947, εγκαταστάθηκε εκεί αγγλοαμερικανική στρατιωτική κυβέρνηση. Μόλις το 1954 εντάχθηκε στο ιταλικό κράτος. Σήμερα, επιτέλους, είναι μια ανθηρή και ειρηνική ευρωπαϊκή πόλη. Το λιμάνι, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι επιχειρήσεις του καφέ και τα ναυπηγεία παρέχουν απασχόληση σε όλους. Είναι μια πόλη όμως που πολιτικά μετακινείται συνεχώς, καθώς βρίσκεται στο ολισθαίνον τεκτονικό ρήγμα της ευρωπαϊκής ισχύος. Πάνω απ’ όλα, όμως, η Τεργέστη αντανακλά τα διλήμματα που έχει σήμερα η Ιταλία υπό τη νέα εθνικιστική της κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή, που αποτελείται από δύο ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, είναι για πρώτη φορά στραμμένη προς την Ανατολή. Η Τεργέστη όμως ήταν πάντα ένα δυτικό φυλάκιο και διευκόλυνε τη μεταφορά ανθρώπων από περιοχές όπως η Δαλματία και η Ιστρια (που ανήκουν σήμερα στην Κροατία, αλλά φιλοξενούσαν επί αιώνες πολλούς Ιταλούς) προς την Ιταλία και άλλες χώρες της ΕΕ. Η πόλη ήταν πάντα υπερήφανη για αυτόν τον ρόλο και τώρα προσπαθεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις. Η σημερινή ιταλική κυβέρνηση κοιτάζει άραγε απλώς προς Ανατολάς ή οδεύει προς τα εκεί; Η Τεργέστη φοβόταν πάντα τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας και διαισθανόταν τους αβέβαιους καιρούς. Η Ανατολή φιλοξενεί άραγε παλιούς εχθρούς ή καινούργιους φίλους; Αν και βρίσκεται στις παρυφές του βαλκανικού κόσμου η Τεργέστη είναι μια πόλη πλούσια σε αντιθέσεις, με μια ετερογένεια και μια πολλαπλότητα στοιχείων, που ποτέ δεν συμπτύχθηκαν σε μια ομοιογενή ενότητα. Το μοντέλο της ετερογένειας της Τεργέστης, είναι αυτό που χαρακτηρίζει ανά τους αιώνες και ολόκληρα τα Βαλκάνια. Υπό αυτή την έννοια η Τεργέστη, αν και εξωτερικά μοιάζει με πόλη της Κεντρικής Ευρώπης, είναι στην ουσία μια πόλη με «Βαλκανική Ψυχή»
* Ο Μπέπε Σεβερνίνι είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού 7 της Corriere della Sera. * Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι δημοσιογράφος, ειδικός για τα Βαλκάνια,και συγγραφέας αρκετών βιβλίων σχετικών με τα Βαλκάνια. Το νέο του βιβλίο έχει τίτλο ΒΑΛΚΑΝΙΑ TERRA INCOGNITA. Στοιχειωμένα Βαλκάνια Εξώφυλλο unknownservia-egnarts (1) tesla-vs-edison-strange-ad-ok

Εθνογένεση στα Βαλκανια: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

 

Η Εθνογένεση στα Βαλκάνια

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΟΓΕΝΕΣΗΣ

ΤΩΝ ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΩΝ

Βαλκάνια Η Γένεση των Εθνών.jpg

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

    Στα τέλη 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έπειτα από δύο αιώνες στασιμότητας και παρακμής, φυλλοροεί και τα άκρα της στα Βαλκάνια αρχίζουν να ξηλώνονται. Τα ευρωπαϊκά εδάφη της, όσα δεν προσαρτώνται από την Αψβουργική ή την Ρωσική Αυτοκρατορία, γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης είτε εθνοτήτων που ζητούν αυτοδιάθεση είτε νεοσύστατων εθνών-κρατών που επιθυμούν να επεκτείνουν την εδαφική τους κυριαρχία, απελευθερώνοντας “αλύτρωτους αδελφούς”.   Συνέχεια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια

Η γεωπολιτική σημασία και ο νέος ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκανια

 

Σχετική εικόνα

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

ΗΕλλάδα του 2018, βγαίνοντας από την δεκαετή οικονομική της κρίση,το καθεστώς των Μνημονίων και την πολυετή εσωστρέφεια στην εξωτερική της πολιτική,αρχίζει να επανακτά τον φυσικό γεωπολιτικότης ρόλο σε όλη την περιφέρειά της και ειδικά στα Βαλκάνια. Επανακτά τη χαμένη αυτοπεποίθησή της και συνειδητοποιεί εκ νέου πως έχει τα απαραίτητα προσόντα για να διαδραματίσει ρόλο δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη στα Βαλκάνια και να καταστεί, αν το επιθυμεί, περιφερειακή δύναμη στην περιοχή.

Πρέπεινα σημειωθεί πως “γεωπολιτικός παίκτης” μπορεί να θεωρηθεί μια χώρα η οποία έχειτην ικανότητα αλλά, κυρίως, τη θέληση να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από τα σύνορά της. Τα κίνητρά της είναι ποικίλα και ξεκινούν από επιθυμία για ικονομική επέκταση και φτάνουν ως τηνιδεολογική ολοκλήρωση και το “μεσσιανισμό”. Στην περίπτωση της Ελλάδας τον πρώτο λόγο φαίνεται να έχει η γεωοικονομική επέκταση και η συνανάπτυξη και το δεύτερο η επιδίωξη ενός ιστορικά θεμελιωμένου “εθνικού μεγαλείου”. Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί και το κίνητρο της ιστορικής εκπλήρωσης του Ελληνισμού ο οποίος, έχοντας άμεσα ή έμμεσα κυβερνήσει αυτοκρατορίες, αισθάνεται ότι ήρθε ηώρα ν’ αναλάβει ευρύτερο ρόλο στην περιφέρειά του.

Μολονότι γεωγραφικά η Ελλάδα αντιπροσωπεύει το νότιο άκρο της χερσονήσου, πέφτει δηλαδή κάπως έκκεντρη, ωστόσο έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε γεωοικονομικό πυρήνατης. Το οικονομικό “κέντρο βάρους” της Βαλκανικής δεν είναι πλέον ούτε η Κωνσταντινούπολη, ούτε η Αθήνα, ούτ εβεβαίως το Βελιγράδι. Το νέο γεωοικονομικό κέντρο της χερσονήσου μας, όπως αναδιαμορφώνεται με βάση την Ευρωατλαντική ενσωμάτωση, συμπίπτει με το ιστορικό επίνειό της: τη Θεσσαλονίκη. Η ανάδειξη της πρωτεύουσας του ελληνικού βορρά σε γεωοικονομική, εμπορική, πολιτιστική, τεχνολογική, επικοινωνιακή, ενεργειακή κ.ά. πρωτεύουσα των Βαλκανίων, αποτελείτο σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας, το σίγουρο εισιτήριο για τη γεωπολιτική εξακτίνωσή της στη Νοτιανατολική Ευρώπη.

Αυτήτη στιγμή στα Βαλκάνια δεν υπάρχει κάποιος άλλος υποψήφιος περιφερειακός ανταγωνιστής έναντι της Ελλάδας. Άλλωστε η γεωπολιτική ανάσχεση της Τουρκίας, η οποία στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της προς της Μέση Ανατολή (Συρία, Ιρακινό Κουρδιστάν κλπ.) κα ιαρχίζει να αντιμετωπίζει μια νέα βαθιά οικονομική κρίση η αντιμετώπιση της οποίας απορροφά τον δυναμισμό της, έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί χάρη στη μετριοπαθή, ευέλικτη και πολυδιάστατη ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία των τελευταίων χρόνων π.χ.Τετραμερή Συνεργασία Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ρουμανίας-Σερβίας.

Επί χρόνια η Τουρκία χρησιμοποιούσε ως κύρια μέσα γεωπολιτικής διείσδυσής της στα Βαλκάνια την εργαλειοποίηση τωνμουσουλμανικών και τουρκογενώνμειονοτήτων της χερσονήσου -τα λεγόμενα “ορφανά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”- καθώς και τον οικονομικό δυναμισμό της,που μεταφράζονταν σε αύξηση του όγκουτων εμπορικών συναλλαγών με τις βαλκανικές χώρες και των αντίστοιχων επενδύσεων. Ωστόσο τα πράγματα έχουν δυσκολέψειγια την Τουρκία και στους δύο τομείς. Από τη μία οι μουσουλμανικές κοινότητες και μειονότητες των Βαλκανίων θέλουννα απογαλακτιστούν από την εξάρτησή τους από μια όλο και πιο ισλαμιστική Ερντογανική Τουρκία, υιοθετώντας το μοντέλο ενός πιο κοσμικού Ευρω-ισλάμ, συμβατό με τις ευρωατλαντικές αξίες, και από την άλλη η οικονομική κρίση που μαστίζει πλέον την Τουρκία την οδηγεί σε βαθμιαία γεωοικονομική αναδίπλωσή της από τα Βαλκάνια.

Αυτήτη στιγμή κανένα κράτος ή συνδυασμός κρατών δεν είναι σε θέση να περιορίσουν το ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, τα οποία ωστόσο προσελκύουν όλο και περισσότερο τελευταία το ενδιαφέρον των μεγάλων γεωπολιτικών παικτών της Ευρώπης καθώς τα θεωρούν πλέον ζωτική για τα συμφέροντά και την ασφάλεια του ςπεριφέρεια. Η Γερμανία, αφού σταμάτησε να ασχολείται πλέον με την ανασυγκρότησητης Μεσευρώπης καθώς οι στόχοι της εκείέχουν σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί, στρέφεικαι πάλι το ενδιαφέρον της στα Βαλκάνια, ειδικά στα δυτικά, προωθώντας με ζήλοτην ευρωατλαντική τους ενσωμάτωση, όχι μόνον για οικονομικούς λόγους αλλά και για λόγους γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας, όπως έδειξε και η ανάγκη ανακοπής του “βαλκανικού διαδρόμου” κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσηςτου 2015.

Από την πλευρά της η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ε.Ε., αν και υπολογίζει πρωτίστως την ευρωμεσογειακή της προοπτική, κρατώντας πάντοτε στο μανίκι της και το βορειοαφρικανικό “άσσο”, επανακάμπτει στα Βαλκάνια σε ρόλο στρατηγικού επενδυτή σε τομεί ςενέργειας, μεταφορών, οπλικών συστημάτων και νέων τεχνολογιών.

Μια άλλη μεγάλη ευρωπαϊκή, αλλά και ασιατική, δύναμη που παρουσιάζει ζωτικό ενδιαφέρονγια τα Βαλκάνια είναι η Ρωσία. Έχοντας εδώ και χρόνια σταματήσει την περαιτέρω αποσύνθεσή της και αφού ανέκτησε, χάρηστη “σιδερένια πυγμή” του Πούτιν καιτα άφθονα έσοδα από τους υδρογονάνθρακές της, τη χαμένη της αυτοκρατορική αυτοπεποίθηση και δυναμισμό της, η Ρωσία έχει ανακτήσει το γεωπολιτικό της ρόλο σχεδόν σε όλο το “Εγγύς Εξωτερικό ”της, δηλαδή στις χώρες που άνηκαν κάποτε στη Σοβιετική Ένωση, προσάρτησε τηνΚριμαία (2014) και δημιούργησε μια σειρά από μη αναγνωρισμένα κρατίδια-προτεκτοράτα της, προκαλώντας φυσικά την έντονη αντίδραση της Δύσης. Εκτός από το “Εγγύς Εξωτερικό” της η Μόσχα προωθεί και τη γεωπολιτική της διείσδυση στα Βαλκάνια,προχωρώντας με εργαλείο την ενεργειακή της πολιτική, τους αγωγούς αερίου καιτην εξαγορά εγχώριων εταιριών ενέργειαςκ.ά, ενώ δεν αρνείται να αξιοποιήσει καιτο χαρτί των πολιτιστικών σχέσεων,ειδικά στο ζήτημα της κοινής ορθόδοξης θρησκείας επενδυμένης, όπου χρειάζεταιπ.χ. Σερβία, και με “πανσλαβιστική αλληλεγγύη”. Βασικός στόχος της Ρωσίας είναι να χρησιμοποιεί τα Βαλκάνια και ειδικά τα αποσταθεροποιημένα δυτικάΒαλκάνια ως μοχλό πίεσης στο “μαλακό υπογάστριο” της Ευρώπης, για την επίτευξη των ευρύτερων και παγκόσμιων στόχων της Μόσχας.

Η Κίνα επίσης, μια ανερχόμενη παγκόσμια οικονομική δύναμη, φαίνεται να έχει στρατηγικής σημασίας σχέδια για τη νοτιοανατολική Ευρώπη στα πλαίσια του νέου “Δρόμου του Μεταξιού”, όπως έχουν δείξει και οι στρατηγικές επενδύσεις της στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και στη σιδηροδρομική σύνδεση Βελιγραδίου-Βουδαπέστης.Και όπως και σε άλλες περιοχές του κόσμου το Πεκίνο έχει δείξει πως δεν θα διστάσει να μετατρέψει, αν χρειαστεί, τηγ εωοικονομική διείσδυσή του και σεπολιτική.

Οι βασικοί πάντως γεωπολιτικοί παίκτες, που φαίνεται ότι έχουν κάποιο σχέδιο για τα Βαλκάνια, είναι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ηοποία βέβαια είναι νωρίς ακόμη για ν’αντιμετωπίζεται ως μία οντότητα μεενιαία γεωπολιτική άποψη. Οι ΗΠΑ προωθούν μια σφαίρα επιρροής στα Βαλκάνια μεσκοπό όχι μόνο να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα στο “μαλακό υπογάστριο”της Ευρασίας αλλά και να διεισδύσουν βαθύτερα στην Ανατολική Ευρώπη για ναμπορούν να εμποδίσουν την ενδεχόμενη σύμπτυξη ενός ηπειρωτικού γεωπολιτικού άξονα ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία είτε απλώς για να δημιουργούν πίεσηστις Βρυξέλλες και γεωπολιτικά αναχώματαστη Μόσχα. Ο χειρότερος εφιάλτης αυτήςτης ναυτικής και μάλιστα μη ευρασιατικής υπερδύναμης είναι ένας ενδεχόμενος ηπειρωτικός άξονας Βερολίνου-Μόσχας,στον οποίο θα προστεθεί αργότερα καιτο Πεκίνο. Σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο τότε οι ΗΠΑ θα εκτοπιστούν από την Ευρασία, που καταλαμβάνει σχεδόν τη μισή χερσαία επιφάνεια του πλανήτη μας, κατοικείται από το 75% του παγκόσμιο πληθυσμού και κατέχει πάνω από το 65% της παγκόσμιας οικονομίας. Χωρίς τον έλεγχο του κέντρου της παγκόσμιας ισχύος πουλέγεται Ευρασία,οι ΗΠΑ θα είναι απλά μια “συνηθισμένη” περιφερειακή δύναμη.

Γιαν’ αποφευχθεί κάτι τέτοιο οι ΗΠΑ προωθούν σταθερό το γεωπολιτικό πλουραλισμό στην Ευρασία, δηλαδή την εκτεταμένη βαλκανοποίησή” της με το διαμελισμότων μεγάλων πολιτικών ενοτήτων της. Ταυτόχρονα επιδιώκουν την αποτροπή ελέγχου των ευαίσθητων γεωπολιτικά περιοχών της από μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Ακολουθούν πολιτική αποτροπής δημιουργίας συνασπισμών που στρέφονται κατά των συμφερόντων τους. Τέλος, επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της “περιμέτρου”της Ευρασίας με τη βοήθεια μιας αλυσίδας προγεφυρωμάτων και με μια σειρά προνομιακών σχέσεων με στρατηγικούς εταίρους και “χώρες-πυλώνες”, όπως θεωρούν το Ισραήλ, τη Νότια Κορέα, καιτην Ιαπωνία ή όπως θεωρούσαν ως πρόσφατα την Τουρκία, τμήμα του ρόλου της οποίας αναλαμβάνει πλέον η Ελλάδα και η Κύπρος στους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον.

Απόαυτήν την οπτική η συνολική γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στα Βαλκάνια αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο δεν ενοχλεί τις ΗΠΑ, αλλά φαίνεται ότι είναι κάτι που επιδιώκουν κιόλας,αρκεί βεβαίως να συμμετάσχει στα ευρύτερα γεωπολιτικά τους σχέδια. Για τις ΗΠΑ ηΕλλάδα αποτελεί χώρα-πυλώνα στην ευρύτερη περιοχή της. Τη βλέπουν ως στρατηγικό τους σύμμαχο και εταίρο, ως πολύτιμ οοικονομικό συνεργάτη αλλά και γεωπολιτικό τους προπύργιο, ενώ βαραίνει σημαντικά υπέρ της στρατηγικής σχέσης Αθήνα-Ουάσιγκτον η ιστορία, οι κοινές δημοκρατικές αξίες,αλλά και η σημαντική παρουσία και δράσητης πολυάριθμης Ελληνο-αμερικανικής κοινότητας και του σχετικού λόμπι.Υπολογίζουν γι’ αυτό στην ταύτιση σε μεγάλο βαθμό των γεωπολιτικών συμφερόντωντων δυο χωρών, που είναι παραδοσιακά ναυτικές δυνάμεις κι ανήκουν στο ίδιογεωπολιτισμικό και γεωφιλοσοφικό στρατόπεδο. Επίσης παίζει σημαντικό ρόλο η ιστορική τους φιλία και η δημοκρατική τους παράδοση, η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ και, φυσικά, η ύπαρξη των εκατομμυρίων Ελληνοαμερικανών, που αποτελούν μια ζωντανή γέφυρα φιλίας και συνεργασίας. Υπολογίζουν επίσηςστη θέληση της Ελλάδας ν’ ασκήσει περιφερειακή επιρροή, στο βαθμό που αυτή δε θίγει τα συμφέροντά τους, χωρίςνα τους ενδιαφέρει αν προέρχεται από την επιδίωξη εθνικού μεγαλείου ή απλάτης οικονομικής επέκτασης και πολιτιστικήςυπεροχής.

Η Ελλάδα αρχίζει να αντιμετωπίζεται εκ μέρους των ΗΠΑ ως περιφερειακός παίκτης,η ενίσχυση του οποίου δεν αναμένεταινα προκαλέσει κανενός είδους αποσταθεροποίηση, εφόσον είναι δημοκρατική και συνεπώς μη επεκτατική δύναμη Status Quo,στην οποία αναλογεί ως “μερίδιο συνευθύνης” όχι μόνον η περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και τμήματα τη ςνοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτό προϋποθέτει όμως την γεωπολιτική εξακτίνωση της χώρας μας προς όλες τι ςκατευθύνσεις, ταυτόχρονα με την προώθησητης διαδικασίας διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα δυτικά Βαλκάνια.

Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map

Σύμφωνα με το νέο γεωπολιτικό χάρτη της Ευρώπης, που σχεδιάζεται από “δεξαμενές σκέψης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ελληνική χερσόνησος δεν αποτελεί απλά μια μεσογειακή προέκταση της Μεσευρώπης, αλλά και νότιο άκρο της νέας “Κεντρικής Ευρώπης” και μάλιστα βασικός γεωπολιτικός παίκτης του λεγόμενου “βαλκανικού γεωσυστήματος”.Έτσι, στην παραδοσιακή ναυτική ισχύ της Ελλάδας προστίθεται και η προοπτική να διαδραματίσει ρόλο και “χερσαίας δύναμης” στα Βαλκάνια και, ενδεχομένως, ενός δραστήριου γεωπολιτικού παίκτη που θα καταστεί πυρήνας του “βαλκανικού γεωσυστήματος”.

Έχει ωστόσο η σημερινή Ελλάδα, που εξέρχεται από μια δεκάχρονη βαθιά οικονομική κρίση και ανακάμπτει οικονομικά, όλα εκείνα τα προσόντα για να καταστεί πρωταγωνίστρια δύναμη στη βαλκανική χερσόνησο; Αρκεί μια απλή ματιά στο σημερινό χάρτη της περιοχής και λίγες γνώσεις ιστορίας, οικονομίας και διεθνούς πολιτικής, για να καταλάβει κανείς ότιη Ελλάδα διαθέτει αρκετά προσόντα γιανα εξελιχτεί σε ηγέτιδα δύναμη στο βαλκανικό χώρο. Καταρχάς η γεωστρατηγική της σημασία, που εκπορεύεται από τη γεωγραφική της θέση, εμφανίζεται αναβαθμισμένη. Η Ελλάδα είναι ένας πολύτιμος γεωστρατηγικός χώρος, μια κομβική χώρα, που συνδέει τρεις ηπείρους. Αποτελεί τον απαραίτητο ζωτικό κρίκο διασύνδεσης της Τουρκίας, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, με το Ευρωατλαντικό σύστημα (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.). Είναι η μεσογειακή κατάληξη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης να συνδέει αυτές τις περιοχές με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Σουέζ. Ελέγχει τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου, με τη δεσπόζουσα θέση της ανάμεσα σε τρεις θάλασσες. Χάρη στο Αιγαίο και στα πολυάριθμα νησιά του ελέγχει αποτελεσματικά τη δίοδο προς και από τη Μαύρη Θάλασσα. Η Κρήτη είναιο σημαντικότερος θαλάσσιος στρατηγικός κόμβος της Μεσογείου, ελέγχοντας τον κυριότερο θαλάσσιο άξονα της Μεσογείου( Γιβραλτάρ-Σουέζ). Η Κέρκυρα ελέγχει επίσης τον πορθμό του Οτράντο και την κυκλοφορία Αδριατικής-Ιονίου. Είναιεπίσης ένας ανερχόμενος ενεργειακός κόμβος -και μελλοντικά και προμηθευτής ενέργειας- στα Βαλκάνια και στην ανατολικήΜεσόγειο.

Αποτέλεσμα εικόνας για greece geopolitical map

Πέρααπό τη Μεσόγειο η Ελλάδα κατέχει σημαντικότατη γεωστρατηγική θέση καιστα Βαλκάνια, χάρη στη Βόρεια Ελλάδ απου αποτελεί το “μπαλκόνι” της χερσονήσου, την έξοδο της ενδοχώρας προς το Αιγαίο. Κατέχοντας αυτήν τη σημαντική λωρίδα γης από το Ιόνιο έως τον Έβρο ποταμό, η Ελλάδα αποτελεί τη φυσική πύλη των Βαλκανίων προς τηΜεσόγειο και ταυτόχρονα είναι η μοναδική χώρα που μπορεί να συνδέσει από μόνη της τα δυο άκρα της χερσονήσου(Αδριατική-Μαύρη Θάλασσα). Γι’ αυτόν τολόγο και η κατασκευή της Εγνατίας αναβάθμισει κατά πολύ το ρόλο της χώρας μας, ευνοώντας τη γεωοικονομική αλλά και τη γεωπολιτική της διείσδυση προςτη βαλκανική ενδοχώρα. Το ίδιο και ηκατασκευή των αγωγών φυσικού αερίου,όπως ο ΤΑΡ, που ολοκληρώνεται το 2019.

Επίσης η Θεσσαλονίκη, το επίνειο της Βαλκανικής, επεκτείνει προς τη Μεσόγειοτο σημαντικότερο άξονα οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών της χερσονήσου,τον Πανονο-αιγαιακό, που μέσω του Μοράβ ακαι του Αξιού/Βαρδάρη, συνδέει τη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι και τα Σκόπια με τη Θεσσαλονίκη. Σ’ όλα αυτά μπορείνα προστεθεί ότι ο ελληνικός χώρος,εκτός από κόμβος θαλάσσιων μεταφορών,χάρη και στην αξιοποίηση του λιμανιού του Πειραιά από την COSCO,είναι και θα γίνει ακόμη περισσότεροστο μέλλον κι ένας σημαντικός κόμβος για τις εναέριες συγκοινωνίες.

Γιανα μην εμποδιστεί λοιπόν η διαφαινόμενη γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και ειδικά στα Βαλκάνια θα πρέπει, μια σειρά από “κακοφορμισμένα” ζητήματα και διενέξειςτης χώρας μας με τους γείτονές της, να επιλυθούν άμεσα και ουσιαστικά μεγνώμονα τόσο τα καλώς ενοούμενα εθνικά μας συμφέροντα, όσο και με γνώμονα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον των χωρών της περιοχής και ιδιαίτερα των πολύπαθων λαών τους. Προς αυτή την κατεύθυνση η επίτευξη της Συμφωνίας των Πρεσπών και η σταδιακή εφαρμογή της αποτελεί ένα ιστορικό και αποφασιστικό βήμα, που απελευθερώνει σημαντικό διπλωματικό και γεωπολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, που θα αποδειχθεί πολύτιμο ειδικά για την αντιμετώπιση μιας όλο και πιο αναθεωρητικής Τουρκίας. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα, ξεπερνώντας τηνΚρίση και διδαχόμενη από αυτή, μπορείνα καταστεί μια υπολογίσιμη περιφερειακήδύναμη, η ισχύς της οποίας θα βασίζεταιλιγότερο στη βία και περισσότερο στηνοικονομία, στη τεχνογνωσία και στονπολιτισμό. Θα είναι μια ήπια δημοκρατική δύναμη, δηλαδή εκ φύσεως μη επεκτατική(μια δύναμη StatusQuo),άρα ευπρόσδεκτη από τους άλλους λαούςτης περιοχής, που θα πρέπει να περιορίσουντα αρνητικά ιστορικά αντανακλαστικά απέναντί της. Αν όλα εξελιχθούν ομαλάτότε η Ελλάδα θα δει την ισχύ της ν’αυξάνει χρόνο με το χρόνο, με αποτέλεσμα η γεωπολιτική της εκδίπλωση να θεωρείται κάτι το “φυσιολογικό”, αν όχι αναγκαίο στα Βαλκάνια, καθώς θα οδηγεί σεπερισσότερη σταθερότητα, ασφάλεια, ευημερία, δημοκρατία και συνανάπτυξη όλης της περιοχής, στα πλαίσια μιας ανασυγκροτημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα αναλαμβάνει έναν όλο και πιο ενεργό και δημιουργικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Σχετική εικόνα

Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, αναλυτής-δημοσιογράφος, ειδικός για τα βαλκανικά ζητήματα και δημιουργός του Ζενίθ (www.zenithmag.wordpress.com). Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ΤΕΣΛΑ Vs ΕΝΤΙΣΟΝ: Σύγκρουση για το Μέλλον του Κόσμου.

 

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ

Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκομιοποίησης 

geopolitiki-book

ΠΩΣ MΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗ«ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ»;

To βιβλίο στοιχίζει 20 ευρώ και σας αποστέλλεται άμεσα (μέσω ΕΛΤΑ) στη διεύθυνσή σας με ΔΩΡΕΑΝ τα έξοδα αποστολής και αντικαταβολής.

Τηλεφωνείστε ΤΩΡΑ στο

2392.110215

ή στο 6945522050

ή στείλτε στον ίδιο αριθμό μήνυμα (SMS) με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο) γράφοντας “Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους”.
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: stamkos@post.com
geopolitiki-stamkos1

ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΧΕΙ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΜΟΝΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ!