ΜΕΤΑ-ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ

ΜΕΤΑΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ Ή ΑΝΔΡΟΓΥΝΕΣ;

 

Τι γίνεται με αυτές τις «άγριες», «ανοργασμικές» και «άσχημες» φεμινίστριες; Υπάρχουν ακόμα;

 

Γράφει η ΝΙΚΗ ΓΙΑΝΝΑΡΗ

 

 

Όλα να τα περιμένει κανείς στη «ροζέ μας τρέντυ» εποχή. Στην αλλόκοτή μας εποχή της δυσφήμισης του νοήματος και της λατρείας των στερεοτύπων, όπου όποιος είναι Αλβανός είναι κλέφτης, όποιος άντρας βάζει κρέμες είναι γκέι και όποια γυναίκα δεν φτιάχνει κουλουράκια δεν κάνει για μητέρα. Η τελευταία «μόδα» είναι μια προ-φεμινιστική νοσταλγία για «μπαγιάτικες» γεύσεις και μυρωδιές: μαμάδες ευτυχισμένες  –βλέπε «επάγγελμα νοικοκυρά»– που ψήνουν κουλουράκια σε ένα σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο περιμένοντας το μεσημέρι, μετά το σχολείο, για να μπορέσουν να αφοσιωθούν απερίσπαστες στη φροντίδα και τη μελέτη των «αγγελουδιών» τους. Από το απόγευμα, όταν θα έχουν, όλοι μαζί, τελειώσει τα μαθήματα και θα έχει ξυπνήσει ο άνδρας του σπιτιού, θα καθίσουν, πάλι όλοι μαζί, μπροστά στην τηλεόραση για να αποβλακωθούν με την Τατιάνα ή με τη Βανδή καλεσμένη στον Χατζηνικολάου, δεν διαφέρει. Στα πρωινάδικα και στα μεταμεσημβρινά της τηλεόρασης όμως, η Ελλάδα οφείλει και  τον καινούργιο της «διαφωτισμό» υπό τις νουθεσίες παπάδων, ψυχολόγων, σεξολόγων και λοιπών ανεκδιήγητων τύπων, οι οποίοι, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, φρόντισαν να «πληροφορήσουν» κάθε γιαγιά της επικράτειας για το τι είναι «ψυχολογικό» τραύμα –έτσι το λένε!–  το δράμα του να είσαι μητέρα ομοφυλόφιλου, και τις τρομακτικές επιπτώσεις του διαζυγίου. Μια δηλητηριώδης και δηλητηριασμένη «γνώση» εισβάλλει από τον καναπέ, διαβρώνει, διαπλάθει και αλλοτριώνει… στα σπίτια εκείνα που όφειλε, αν μη τι άλλο, να μπαίνει από το ανοιχτό  παράθυρο η μυρωδιά του βασιλικού, στις πολυκατοικίες εκείνες που τόσο άρεσε στη Λένα Πλάτωνος «ν΄ ακούει τους ανθρώπους να ανεβαίνουνε με το ασανσέρ και να μιλάνε ρουμάνικα». Χίλιες φορές να ακούγαμε όλες τις γλώσσες της Βαβέλ, χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτα, παρά τους ψυχολόγους του Αντένα.

Αυτήν την τηλεοπτική «γνώση» των πραγμάτων, έρχονται να ενισχύσουν και να «τεκμηριώσουν» –στο όνομα μιας συντηρητικής φιλελεύθερης στροφής–δημοσιεύματα διάσημων και «έγκυρων» περιοδικών ανά την υφήλιο (το Time συμβουλεύει με εξώφυλλό του τις γυναίκες να γεννήσουν πριν στερέψει ο ασκός της γονιμότητάς τους) ή μελέτες πανεπιστημιακών, όπως αυτή του Βρετανού ακαδημαϊκού Τζέιμς Τούλεϊ, ο οποίος στο βιβλίο του Η Παραμόρφωση των Γυναικών, «αποδεικνύει» πως οι άτεκνες φεμινίστριες είναι δυστυχισμένες και πως αυτό που θέλουν κατά βάθος είναι να κάνουν παιδιά και οικογένεια.

Για να επιστρέψουμε στα καθ΄ ημάς, η επίθεση στο φεμινισμό και στα αιτήματά του, ολοκληρώνεται με έναν καταιγισμό διεσπαρμένων στερεοτύπων σε ένα παραπλανητικό πλαίσιο: Συν-άδελφοι της   Κοντολίζα Ράις, η Ψαρούδα Μπενάκη, η Φάνη Πάλλη και η Αννα Διαμαντοπούλου επανδρώνουν –κυρία διορθώτρια, παρακαλώ να μη διορθωθεί!– ικανοποιητικά τη Βουλή των Ελλήνων.

 

Επιστροφή στο Σπίτι;

«Ο φεμινισμός πέτυχε! Επιστροφή στο σπίτι τώρα». Οι «άσχημες», «ανοργασμικές», «άγριες» φεμινίστριες, ευθύνονται για την υπογεννητικότητα, για τα διαζύγια και για τα παραμελημένα παιδιά. «Ο φεμινισμός απέτυχε! Ζητείστε συγνώμη και ξυρίστε τις μασχάλες».

Στρατιές οικιακών βοηθών έχουν υποκαταστήσει τη νοικοκυροσύνη. Η καριέρα σκοτώνει την οικογένεια. Τρεφόμαστε με ντελίβερυ αντί ντολμαδακίων και έπεται συνέχεια. Ευτυχισμένες γιαγιάδες βλέπουν να αποτίεται φόρος τιμής στην κανέλλα και στους παραδοσιακούς τρόπους καθαρισμού των λεκέδων και όλα αυτά, στην ελληνική κοινωνία της οποίας ο αληθινός παλμός φαίνεται πως είναι πολύ δύσκολο να ψηλαφιστεί. Μια κοινωνία πάντως, που εκτός των άλλων, αρνείται να «πενθήσει», αποχωριζόμενη την «κανέλλα», ώστε να μπορέσει να την ανακαλύψει ελεύθερα και ανεπηρέαστα από την αρχή. Αντί, λοιπόν, να αποδεχτεί την απώλειά της, την αναμασά αναζητώντας, μάταια, την ίδια πλήρη γεύση. Σαν η επιστροφή  στη δεκαετία του 1950 μέσω του ντεκόρ, των χρωμάτων, του συντηρητισμού και των γεύσεών της, να μπορούσε να αναπληρώσει το έλλειμμα της συγκίνησης ή τα σύγχρονα ελλείμματα.

Γεγονός είναι πως τις τελευταίες, τουλάχιστον δύο, δεκαετίες, τα ελλείμματα –και όχι μόνον τα ελλείμματα ψυχικής τάξης– διογκώνονται. Ιδεολογίες καταρρέουν, επικρατεί ασάφεια και τα  κοινωνικά  δεδομένα μεταβάλλονται ταχύτατα. Η ελληνική κοινωνία εμφανίζει μιαν ιδιόρρυθμη αδράνεια, αδυνατώντας να ονειρευτεί το μέλλον και να αποδώσει ένα καινούργιο νόημα στα πράγματα, αναστοχαζόμενη πάνω στις ανάγκες και στις ελλείψεις της. Θα φταίει, μάλλον, που δεν προλαβαίνει. Και όποιοι δεν αναστοχάζονται επειδή δεν προλαβαίνουν ή όποιοι δεν έχουν την πολυτέλεια, επειδή τους κλέβει ο αγώνας της επιβίωσης, να αναστοχαστούν, συνήθως ενοχοποιούνται, όπως αυτές οι εργαζόμενες μητέρες και καλές νοικοκυρές οι οποίες, επειδή δεν υπάρχουν σούπερ γούμαν, καταλήγουν να κάνουν περικοπές από το χρόνο που θέλουν να αφιερώσουν στα παιδιά τους ή στην…προσωπική τους ζωή. Και επειδή δεν έχουμε δα και καμιά δημοκρατία η οποία να θέλει να προστατεύσει, ασφαλίσει, ανακουφίσει, εκπαιδεύσει και απελευθερώσει τα υποκείμενα, το παραδοσιακό μοντέλο, η παλιά κλασσική δοκιμασμένη συνταγή, εξιδανικεύεται, ελλείψει καινοτομιών και ονείρων.  Έτσι  κάπως έγινε και με τα  φεμινιστικά αιτήματα.

Φεμινισμός: Ένα «Πένθος» που δεν βιώθηκε.

Θύμα μιας ιδιότυπης αδυναμίας «πένθους» φαίνεται πως είναι και ο φεμινισμός ως πολιτικό κίνημα δράσης. Από τη δεκαετία του 1960 και μέχρι το 1980 άνθιζε και στην Ελλάδα, διεκδικώντας ένα σύνολο θεσμικών και άλλων αιτημάτων, από την νομιμοποίηση των αμβλώσεων, έως την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου και την ουσιαστική ισότητα. Το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία ικανοποίησε τα περισσότερα από τα θεσμικά αιτήματα και γίναμε, εξαίφνης αίφνης, εν μία νυκτί, «προοδευτική» κοινωνία. Έπειτα, το φεμινιστικό κίνημα εξέπνευσε αφού, εν τω μεταξύ, είχε καταγάγει νίκην λαμπρήν μέσω… του πολιτικού γάμου. Όμως, όπως ξέρουμε όλοι –καλά καλά! και όλες κυρία διορθώτρια!– και όπως δείχνουν και οι στατιστικές, εξέπνευσε σχεδόν και ο θεσμός του πολιτικού γάμου –δεν στεριώνει! δεν στεργιώνει αν δεν «ευλογηθεί»! Όσο για τη δυνατότητα επιλογής του επιθέτου των παιδιών, είναι σαν να μην υπάρχει. Η ελληνική κοινωνία εμφάνισε ένα πρόβλημα συγχρονισμού, στην αρχή, αδυνατώντας να ενσωματώσει τη «δοτή απελευθέρωση» για να καταλήξει στη συνέχεια στη γνωστή αμήχανη αδύναμη ερώτηση: Τι πρέπει να ζητώ; Μπορούν τα πράγματα να αλλάξουν; Ποια είναι τα δικαιώματά μου; Προχωράμε ή οπισθοχωρούμε;

Είναι γεγονός πως η χειραφέτηση των γυναικών, η οποία ήταν ένα από τα σπουδαιότερα  γεγονότα του 20ου αιώνα, περιορίστηκε σε ένα μέρος του κόσμου, σε κάποια τμήματα της κοινωνίας και σε συγκεκριμένους τομείς της ζωής. Εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες περιοχές του κόσμου όπου σαν φαινόμενο είναι ανύπαρκτο. Επιπλέον, σε κάθε χώρα και στην Ελλάδα, τα φεμινιστικά αιτήματα φαίνεται πως είναι υπόθεση κοινωνική, καθώς υλοποιούνται σε γυναίκες ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων.

Η αυξημένη ανάγκη της οικογενείας να έχει δύο εισοδήματα οδήγησε προφανώς  στην αύξηση της γυναικείας απασχόλησης και στην οικονομική χειραφέτηση των γυναικών. Ας μην πλανόμαστε, όμως, λερωμένες πάνες, με μαμάδες γιάπησσες, μονίμως ντελίβερυ και οικιακές βοηθοί, είναι ένα μοντέλο που δεν αφορά παρά ελάχιστες Ελληνίδες. Επιπλέον, για την πλειοψηφία, η απασχόληση της γυναίκας εξακολουθεί να έχει ευκαιριακό και συμπληρωματικό χαρακτήρα. Παρόλα αυτά, οι Ελληνίδες εργαζόμενες, εξακολουθούν να έχουν διπλό ρόλο, και εργασία, αφού φροντίζουν, σχεδόν αποκλειστικά αυτές το σπίτι. Μοιάζει η χειραφέτηση των γυναικών ως προς την οικονομική ανεξαρτησία, την εργασία και το επάγγελμα να μη συνοδεύτηκε από χειραφέτηση σε σχέση με το ρόλο της μέσα στην οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών και τη φροντίδα του σπιτιού. Παρά το γεγονός πως  στη θέση των παραδοσιακών πατριαρχικών στερεοτύπων και δομών φαίνεται πως τα πράγματα αλλάζουν, ο δημόσιος χώρος εξακολουθεί να  είναι κατειλημμένος από τους άνδρες  και  ο χώρος της γυναίκας εξακολουθεί να είναι η εστία, το σπίτι.

Συγχρόνως, πράγματι, τα διαζύγια αυξάνονται, η υπογεννητικότητα είναι γεγονός, τα παιδιά μεγαλώνουν «στερούμενα» τους γονείς τους, σε σχέση με το παρελθόν, οι γυναίκες παντρεύονται αργά, στα 29, κάνουν λιγότερα παιδιά και σπουδάζουν περισσότερο από τους άντρες. Όμως, επειδή δεν έχουμε δα και καμιά δημοκρατία η οποία, να μπορεί να  αναζητά με τόλμη και βάθος τα αίτια της κρίσης, αντί να προσπαθεί να μέσω ύφους, ήθους, Βουλής και Μενεγάκη να τις βαθαίνει, φτάνουμε στο σημείο να μην ξέρουμε τι φταίει και τι δεν φταίει. Για την υπογεννητικότητα ευθύνεται η χειραφέτηση των γυναικών ή η μεταβολή των υπόλοιπων κοινωνικών δεδομένων και η απουσία της κρατικής μέριμνας; Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;

Αν η «ιδανική» γυναίκα για τον άντρα είναι πάντα διαθέσιμη, όμορφη και  υπάκουη, τότε πράγματι οι φεμινίστριες είναι ασεξουαλικές, άσχημες και άγριες. Έχει να κάνει με την οπτική μας. Όμως τα πράγματα αντιμετωπίζονται συνολικά. Διότι, δεν έχουμε δα και καμιά «εξουσία» η οποία, αντί να διαχειρίζεται τον εαυτό της και τα διαπλεκόμενα, να μπορεί να  ενδιαφέρεται κυρίως για τους όρους της αναίρεσής της. Να μη φοβάται την αναίρεσή της. Φανταστείτε πως υπάρχει στο σπίτι ένας πατέρας ή μια μητέρα που αναρωτιέται, αλλάζει, κρίνει τον εαυτό και αναστοχάζεται. Να, ποιο μοντέλο ταιριάζει στους ανθρώπους: η τολμηρή ελευθερία. Να μην «καρφώνεσαι» στη θέση σου αμετανόητα και αμετακίνητα. Να τολμάς να την δοκιμάζεις και να την αναιρείς.  Στοχασμός και  διαρκής, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, αυτοαλλοίωση, να αλλάζουμε κάθε μέρα, να παραμένουμε ανοιχτοί στο ερώτημα και στο καινούργιο. (Και μιας και ο λόγος στον Καστοριάδη, μάλλον ξέχασε κι αυτός, όπως και ο έτερος μεγάλος αντιεξουσιαστής στοχαστής, ο Φουκώ,  να διεισδύσει στα των γυναικών). Έτσι και η Βουλή ξεχνάει τους στοιχειώδεις νόμους για την κακοποίηση. Ίσως διότι αν τεθεί, οπουδήποτε και όχι μόνον ανάμεσα στα φύλα, το θέμα της ισότητας θα τεθεί αυτόματα το θέμα της εξουσίας. Το πρώτο μέλημα της εξουσίας είναι η διατήρησή της. Και δεν μιλούμε βέβαια για την εξουσία των κομμάτων, μιλούμε για όλο αυτό το σύστημα  που αναπαραγάγεται ερήμην μας, σχεδόν. Η εξουσία συντηρείται επειδή τα παραμύθια είναι αυτά και όχι άλλα, επειδή στο σχολείο κάνουν προσευχή, επειδή η σημαία είναι γαλανόλευκη, επειδή οι επέτειοι είναι αυτές, επειδή οι άντρες κάθονται με ανοιχτά πόδια, επειδή οι γυναίκες γίνονται ξανθιές σιλικονούχες Μπάρμπυ.

Προφανώς, το πένθος που οφείλει να κάνει ο φεμινισμός είναι το να αποδεχτεί πως όσο υπάρχουν εξουσίες, δεν πέτυχε. Κάτι δεν πήγε καλά και δεν τέθηκε σωστά το ερώτημα. Και σωστά σημαίνει συνολικά. Και συνολικά σημαίνει πολιτικά. Τα αιτήματα του φεμινισμού, όσο υπάρχει σεξισμός, δύσκολη πρόσβαση στο επάγγελμα, ενδοοικογενειακή βία, ρόλοι και στερεότυπα, προφανώς και δεν απαντήθηκαν. Και δεν θα απαντηθούν μέχρι να μεταβληθούν οι θεσμοί που οργανώνουν το συλλογικό ασυνείδητο διαιωνίζοντας επ΄ άπειρον την εξουσία. Στο θεωρητικό επίπεδο, κυρίως στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, η σκέψη προχωράει έστω και αν η δράση καθυστερεί.

Μετα-Φεμινισμός: Ένα Ανδρόγυνο Μοντέλο.

Μεταφεμινισμός, για τους πολέμιους του φεμινισμού σημαίνει, στην χειρότερη περίπτωση, πως ο φεμινισμός απέτυχε. Όμως ο μεταφεμινισμός για τις αμετανόητες φεμινίστριες φτάνει μέχρι την «κατάργηση» των φύλλων.

Πως είναι όταν περπατάς στο δρόμο και δεν είναι σημείο άξιο προσοχής το ότι κάποιος έχει μπλε μάτια; Ή είναι 1.70; Στην συνθήκη εκείνη όπου το κοινωνικό φύλο δεν έχει επενδυθεί με σημασίες εξουσίας, περπατά κανείς στο δρόμο και βλέπει ανθρώπους. Είναι άραγε δυνατόν αυτό να συμβεί; Οι μεταμοντέρνες φεμινίστριες, αναλύοντας την κατασκευή του κοινωνικού μας φύλου απαντούν καταφατικά. Σε μια τέτοια εποχή δεν θα παρατηρούμε το φύλο με ό,τι προφανώς αυτό συνεπάγεται για τη σεξουαλικότητά μας. Θα είμαστε, δηλαδή, ανδρόγυνα ως προς τη στάση, τις συνήθειες και τις ερωτικές μας επιλογές. Βέβαια, ο κάποιος-κάποια ανδρόγυνος που θα  περπατά στο δρόμο, το πιο πιθανόν είναι να είναι γεννημένος από έναν άνδρα και μια γυναίκα, από δύο βιολογικά διαφορετικά όντα. Όμως αυτό δεν θα έχει και μεγάλη σημασία διότι μια τέτοια κοινωνία δεν θα σημαδεύεται από το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα. Παράλληλα, ας φανταστούμε τη συνθήκη εκείνη, όπου το πέος και το αιδοίο, να έχουν απεκδυθεί τη συμπληρωματικότητά τους, πόσο μάλλον την έλλειψη και την φροϋδική επιθυμία ανάκτησης του φαλλού, μέσω παιδιών ή έρωτα. Μια συνθήκη κατά την οποία, το φύλο δεν θα χρησιμεύει στο να κάνουμε παιδιά. Οι άνδρες και οι γυναίκες, θα έχουν την ικανότητα, τη βιολογική ικανότητα της τεκνοποίησης. Αλλά αυτό δεν θα είναι ούτε σκοπός ούτε θα επενδύεται νομοτελειακά. Προφανώς, το συλλογικό ασυνείδητο μιας τέτοιας κοινωνίας, θα αναπλαστεί και η διεκδίκηση του ενός ή της άλλης, θα αντικατασταθεί από την αναζήτηση του άλλου ανθρώπου. Η σεξουαλικότητα θα μεταβληθεί και όλοι, ίσως, υιοθετήσουμε ένα ανδρόγυνο μοντέλο, αναθέτοντας επιπλέον τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών στο κράτος, όπως ονειρεύτηκε κάποτε ο Πλάτωνας και ο Βέμπερ.

Στην εποχή μας όλα αυτά μπορεί να ακούγονται εξαιρετικά ανατρεπτικά, απεχθή ή και ακατόρθωτα, όμως, αποτελούν, κατά τις θεωρητικούς του φεμινισμού μια πιθανή εξέλιξη σε καθεστώς αυτονομίας. Αυτονομία σημαίνει πως παύει ο ετεροκαθορισμός από τους θεσμούς και την παράδοση και τις συνήθειες. Αυτονομούμαι σε σχέση με το δοτό μου φύλο θα πει πως αναστοχάζομαι πάνω σ΄ αυτό, στο πώς θα το προσλάβω, πώς θα το σημασιοδοτήσω μέσα στην πραγματικότητα. Τότε που θα πάψει η υποδοχή να σημαίνει παθητικότητα και η διείσδυση ενεργητικότητα. Οι μεταμοντέρνες φεμινίστριες μοιάζει να ρωτούν: Αν αυτονομία σημαίνει κατάργηση των σημείων της εξουσίας μήπως σημαίνει και κατάργηση του φύλου;

«Έχει τη Μέση της και η Άκρη – Άκρη»;

«Υπάρχει καμιά τέτοια κοινωνία;

-Η δικιά μου, όπως τη σκέφτομαι εγώ. Να φτιάξετε ανθρώπους που να σκέφτονται

σωστά. Και όχι να γεμίζετε τα παιδιά με όλες αυτές τις ανταγωνιστικές αηδίες μεταξύ

ανδρός και γυναικός.

–          Μα υπάρχουν τα φύλα, τα δύο φύλα.

–          Η εξέλιξη του ανθρώπου θα είναι στο να γίνει ο άνδρας και άνδρας και γυναίκα.

–          Και η γυναίκα και γυναίκα και άνδρας;

–          Ναι. Δεν θα υπάρχουν φύλα.

–          Ούτε οπτικά;

–          Όχι, τίποτα.

–          Τίποτα; Δηλαδή πώς θα είναι οι άνθρωποι;

–          Θα είναι άνθρωποι.

–          Δηλαδή, ένα μοντέλο θα κυκλοφορεί;

–          Ένα.

–          Αυτό πια ξεπερνά και τον Όργουελ

–          Δεν νομίζω πως ανήκει στα οράματά του.

–          Και το βλέπετε να γίνεται σύντομα;

–          Σύντομα, σύντομα. Σε καμιά δεκαριά χρόνια.»

Από συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στην Όλγα Μπακομάρου για το περιοδικό Γυναίκα.

 

Έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια και δεν έχουν «χαθεί» οι άνδρες και οι γυναίκες. Μπορεί από την τηλεόραση να μας σερβίρονται συχνά καρικατούρες: άφυλα, αντιερωτικά όντα, ανίσχυρα να σχετιστούν σε βάθος τόσο με τον εαυτό όσο και με τον άλλον, αλλά αυτό το μοντέλο, δεν έχει καμιά σχέση με τα όντα που ονειρευόταν ο Χατζιδάκις ή οι προχωρημένες φεμινίστριες. Η αμήχανή μας εποχή, η οποία διακρίνεται μεταξύ των άλλων και από μια τρομακτική διάσταση μεταξύ θεωρίας και δράσης καθρεφτίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πως η κοινωνία δεν μπορεί να περάσει σε ένα επόμενο στάδιο δίχως να εκπληρωθεί, στο συνειδητό και στο ασυνείδητό της αυτό που ζητούσε από το προηγούμενο στάδιο. Αν δεν εκπληρωθούν τα αιτήματα, ο έρωτας, η αυτονομία, η κοινωνία δεν θα ενηλικιωθεί και για να συναντήσουμε ξανά τον Μαρξ, αν δεν βοηθήσουν οι οικονομικοί όροι, τίποτα δεν θα γίνει. Βέβαια, η σχέση με το φύλο και με τη σεξουαλικότητα είναι ένα πεδίο στο οποίο ό,τι είμαστε και δεν είμαστε, έρχεται στην επιφάνεια: Ματαιώσεις, ακυρώσεις που ζητούν επανορθώσεις, ικανοποίηση, πληρότητα, επιστροφή στη μήτρα ίσως, κατοχή του φαλλού, του Λόγου. Όσες διαφορετικές να είναι οι υποθέσεις και οι θεωρίες, γεγονός παραμένει, πως οι άνθρωποι έχουμε τα ίδια πράγματα ανάγκη. Πριν από το ανδρόγυνο μοντέλο οφείλουμε να  κατοικήσουμε τον εαυτό μας ως άνδρες και γυναίκες που, ίσως, ζητούν τον μπαμπά και τη μαμά τους κατά περίπτωση, για να μπορέσουμε να επεκτείνουμε τα αιτήματά μας στο μέλλον. Φαίνεται πάντως, πως τα αιτήματα αυτής της έλλειψης, δεν έχουν ακόμη απαντηθεί.

 

Advertisements