Εμπρός Για Αδιάκοπες Διακοπές

Εμπρός Για Αδιάκοπες Διακοπές

 

Δύο δεσποινίδες των – άντα κα κάτι –αφήνουν στην μπάντα το cosmopolitan και τα άλλα επιστημονικά περιοδικά που υποτίθεται ότι διαβάζουν,   και  πλευρίζουν μέσω πετσέτας τον «στόχο» τους.  Κι ενώ ψιλομετακινούνται συνεχώς προς αυτόν, λέει η μία στην άλλη – αυτολεξεί: «Βλέπω η ταινία τέχνες κατεργάζεται», για να πάρει την ανταπάντηση: «καλέ εγώ είμαι ‘ακατέργαστη’ καιρό!»

Γράφει ο Μπάμπης Ιμβρίδης

Καλοκαίρι. Εποχή που το μυαλό συνδέετε με διακοπές. Με το γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού, με τη δροσιά της αύρας και της  σκιάς των δένδρων, με τους ήχους πουλιών, εντόμων, τζιτζικιών, με εικόνες, γεύσεις, μυρουδιές που σταδιακά μας φεύγουν στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Κυκλωμένοι από ντουβάρια, κλεισμένοι μέσα στα κλουβιά μας, η περιφερόμενοι σε δρόμους κολαστήρια αδυνατούμε  καν να σκεφτούμε πως είναι η πραγματική ζωή. Ξεχάσαμε πως θα έπρεπε να ζούμε, ξεχάσαμε τι σημαίνει ποιότητα ζωής. Ξεχάσαμε πως και τη να διεκδικούμε.

 

 

 

 

Οι καλοκαιρινές διακοπές για την πλειονότητα των Ελλήνων είναι συνυφασμένες με θάλασσα, μαγευτικές παραλίες και χρυσές αμμουδιές, που υποτίθεται ικανοποιούν μια σειρά από επιθυμίες, από την απόλυτη   διασκέδαση, μέχρι το φλερτ και τον έρωτα. Δεν είναι τυχαίο που οι αγγλοσάξονες προσπαθούν να συνδυάσουν τις διακοπές τους με τα τρία «S» (sea, sun, sex). Με τη σκέψη και μόνο της θάλασσας μεταφερόμαστε σε μια ονειρική ατμόσφαιρα φορτισμένη με πολλές προσδοκίες.  Έτσι η απομάκρυνση από τις πόλεις, την καθημερινότητα, τη ρουτίνα, λειτουργεί έμμεσα σαν μια μαζική ψυχοθεραπεία. Οι διακοπές, ιδιαίτερα κοντά στις παραλίες, βοηθούν να ικανοποιούμε όλες εκείνες τις ανάγκες που συνήθως παραμελούμε στις πόλεις. Οι άνθρωποι χαλαρώνουν περισσότερο ξεφεύγοντας από  τις συνηθισμένες ασχολίες, δίνουν λιγότερη σημασία στο ντύσιμο, κάνουν συχνότερα έρωτα, τρώνε περισσότερο. Νοιώθουν εν ολίγοις την ανάγκη καταστρατήγησης των συνηθισμένων τους ρυθμών. Λειτουργούν χωρίς χρονικό περιορισμό ή χρονική δέσμευση, χωρίς άγχος για το πρέπει να προλάβουν… Ο εργαζόμενος πρέπει να αποσυνδέεται ακόμα και νοερά από κάθε τι που έχει σχέση με την εργασία του, τη ζωή στο γραφείο και τις υπηρεσίες που τον απασχολούν. Έτσι μόνο  μπορεί να ξαναεπιστρέψει ανανεωμένος και με φορτωμένες τις μπαταρίες στον εργασιακό του χώρο.  Το ετήσιο time-out των θερινών διακοπών αναμφισβήτητα αποτελεί μια θετική εξέλιξη και για τους εργοδότες. Ένας σύγχρονος εργοδότης θέλει στελέχη και υπαλλήλους ξεκούραστους,  αποδοτικούς και «ετοιμοπόλεμους». Ακόμα, η περίοδος των διακοπών είναι ο καλύτερος χρόνος για ένα καταπονημένο στέλεχος να ονειρεύεται ένα καλύτερο εργασιακό μέλλον και να το επιδιώξει… Τέλος, επειδή τα συμπτώματα της υπερκόπωσης (κακές σχέσεις με  τους συναδέλφους, κακός ύπνος, παραμέληση της υγείας, άγχος για την καθημερινή ζωή, οικογενειακή κούραση κ.ά.) οδηγούν σε ασθένειες, αποχή από την εργασία, κατάχρηση των υπηρεσιών υγείας και ασφαλειών ζωής, επιβαρύνουν όχι μόνο το προσωπικό αλλά και τον εργοδότη. Και φυσικά όχι μόνο σε ότι αφορά τη συμμετοχή του στο κόστος  εισφορών, αλλά επηρεάζει και την τελική εικόνα της εταιρείας ή της επιχείρησης.

Τα μπάνια του λαού

Με το που το καλοκαίρι χτυπά την πόρτα μας, τα μπάνια του λαού αρχίζουν να απασχολούν όχι μόνο τον μέσο έλληνα, αλλά και τα ΜΜΕ, τα τουριστικά γραφεία, τις ξενοδοχειακές μονάδες, τις τράπεζες και άκοπα πολλές  και διάφορες επιχειρήσεις. Οι ενδείξεις όμως και για τη φετινή σεζόν – ιδιαίτερα για αυτή – δείχνουν ιδιαίτερα γκρίζες μια και ο έλληνας καλείτε για μια ακόμα φορά να σφίξει το ζωνάρι περισσότερο από κάθε άλλο ευρωπαίο. Ο μεσογειακός μας παράδεισος, η Ελλάδα με τα 3000 νησιά και τα 16.000χμ. ακτών, ενώ θα έπρεπε να είναι το επίκεντρο κάθε τουρίστα, όπου Γης, δείχνει να απωθεί τους περισσότερους λόγω έλλειψης ρευστού ακρίβειας και κακών υπηρεσιών. Η γνωστή ρήση «κάθε πέρσι και καλύτερα» γίνεται όλο και πιο εύστοχη, και οι οποιεσδήποτε λύσεις και προσδοκίες φαίνονται απόμακρες. Όταν τα ωραιότερα μέρη του κόσμου είναι απλησίαστα για το βαλάντιο του εργαζόμενου, τότε αυτός θα προσανατολιστεί είτε στο σπίτι στο χωριό, είτε σε ημερήσιες αποδράσεις στις κοντινότερες ακτές. Κάποιοι ακόμα θα επαναπαυθούν στα εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού, ή σε κάποιο  οικονομικό κάμπινγκ. Απέχουν μακράν, βέβαια, όλες εκείνες οι υπηρεσίες που θα έπρεπε να είναι κανόνας στις τουριστικές επιχειρήσεις για τους ξένους αλλά ακόμα περισσότερο για τους έλληνες παραθεριστές. Η εξυπηρέτηση, οι παροχές, στον επισκέπτη, η ανάλογη τιμή, η  ποιότητα και πάνω από όλα η φιλοξενία, το ζεστό καλωσόρισμα, το ευγενικό ελληνικό χαμόγελο τείνουν να ξεχαστούν. Όσο και αν προσπαθεί το Υπουργείο Τουρισμού να διαδώσει τα ελληνικά χαρίσματα σε όλες τις γωνιές του κόσμου, αν, με το που πατούν οι ξένοι επισκέπτες στη χώρα μας διάφοροι επιτήδειοι προσπαθούν να τους αδειάσουν τις τσέπες με τον πιο ανάρμοστο, αντιτουριστικό και χυδαίο τρόπο, το κακό δύσκολα γίνεται αναστρέψιμο. Το σύνολο των παροχών πρέπει να είναι άψογο από την ώρα της άφιξης του τουρίστα: η υποδοχή,  οι συγκοινωνίες προς τον προορισμό τους, η διαμονή, η καθαριότητα των χώρων δημοσίων ή μη, η εξυπηρέτηση ιδιοκτητών και υπαλλήλων, το φαγητό, η διασκέδαση, η ποιότητα των προϊόντων, που αγοράζει. Και όλα αυτά πρέπει να συνοδεύονται με την απαιτούμενη ευγένεια και τον σεβασμό προς τον άνθρωπο που έρχεται να αφήσει τα χρήματά του στον τόπο μας. Ίσως έτσι μόνο θα δούμε το τουριστικό πρόσωπο της Ελλάδας να χαμογελάει και την τουριστική σαιζόν να επεκτείνεται και σ’ άλλους μήνες μέσα στο χρόνο.

Σε συνάντησα στη πλαζ, στις παραλίες της Χαλκιδικής και όχι μόνο..

 

Σήμερα η πραγματικότητα της ειδυλλιακής παραλίας έχει μεταλλαχτεί ως ένα βαθμό, χωρίς βέβαια να ξεφεύγει από τις κλασσικές μας συνήθειες. Συνήθειες της ελληνικής μας παράδοσης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής είναι κατειλημμένο από τις ξαπλώστρες και ομπρέλες προς ενοικίαση που διαθέτουν τα πλησίον της παραλίας μαγαζιά, ανεξάρτητα από το τι αυτά εμπορεύονται: ταβέρνες, σουβλατζίδικα, καφέ, περίπτερα. Είναι άξιον απορίας πως λειτουργεί όλο αυτό το σύστημα, με ποια λογική οι άρχοντες της  τοπικής αυτοδιοίκησης δίνουν άδειες και όλοι αυτοί οι επιτήδειοι εμπορεύονται μέγα μέρος των ακτών εισπράττοντας πέντε,  επτά και οκτώ ευρώ ανά δύο ξαπλώστρες και μια ομπρέλα. Όσο κοντά στη πλαζ κι αν είναι το οίκημα κατάλυσής του, ο έλληνας μεταβαίνει πάντα με το αμάξι του, προσπαθώντας να το παρκάρει όσο γίνεται δίπλα στην ξαπλώστρα του, με το ηχοσύνολο στη διαπασών στα πιο καινούργια σουξέ. Στις απλωμένες ξαπλώστρες και πετσέτες σιγοβράζει μαζί με τα αντηλιακά και τους λουόμενους, το παγωμένο φραπέ, τα νερά και η μπύρα, ενώ το γνωστό τάπερ με τα κεφτεδάκια  που καλεί τον Κωστάκη και την Ελενίτσα προς βρώσιν έχει αντικατασταθεί από το κινητό τηλέφωνο. Έτσι ακούγεται κάθε τόσο η φωνή  του γονιού: «Γιαννάκη τρέξε η γιαγιά στο κινητό». Οι νεαρές δεσποινίδες ελέγχουν κάθε τόσο την πρόοδο του μαυρίσματος στο σώμα τους, τα σημάδια που αφήνει το μαγιό και ανανεώνουν το αντηλιακό, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους νεαρούς που επιδίδονται σε κολυμβητικά τσαλίμια, θαλάσσιες και άλλες αθλοπαιδιές.  Οι μητέρες ξεπλένουν τα βατραχοπέδιλα των πιτσιρικάδων στο κύμα και βάζοντας το χέρι τους σαν χωνί στο στόμα με φωνή στεντόρεια συνιστούν « όχι στα βαθιά». Οι άντρες της παρέας αναζητούν διάφορα αξεσουάρ παραλίας τα οποία οι γυναίκες τους έχουν καταχωνιάσει στον πάτο της τσάντας που ξεχειλίζει. Δύο δεσποινίδες των – άντα κα κάτι –αφήνουν στην μπάντα το cosmopolitan και τα άλλα επιστημονικά περιοδικά που υποτίθεται ότι διαβάζουν,   και  πλευρίζουν μέσω πετσέτας τον «στόχο» τους.  Κι ενώ ψιλομετακινούνται συνεχώς προς αυτόν, λέει η μία στην άλλη – αυτολεξεί: «Βλέπω η ταινία τέχνες κατεργάζεται», για να πάρει την ανταπάντηση: «καλέ εγώ είμαι ακατέργαστη καιρό». Ο «στόχος», τάχα αδιάφορος, παρακολουθεί πίσω από φουμέ γυαλιά την εξέλιξη του παιχνιδιού, κρατώντας νυσταλέα στα χέρια του τον «κόσμο των σπορ». Ενώ με την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος διπλώνει τη φυλλάδα και πέφτει θεαματικά στο νερό. Τα δρώμενα της παραλίας παρακολουθούν σχολιάζοντας στη γλώσσα τους – αλλά πάντα  χαμηλόφωνα –  οι ξένοι παραθεριστές, Σέρβοι, Σλαβομακεδόνες, Τσέχοι, Γερμανοί και άλλοι βόρειοι. Κάθε τόσο δυο τρεις  αλβανοί με το ταψί των λουκουμάδων κάνουν το πέρασμά τους διαλαλώντας την πραμάτεια τους σε ελληνικά και αγγλικά. «Φρέσκος λουκουμάς, fresh donats». Μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα είναι να παρακολουθεί κανείς το «γλυκό» αλισβερίσι του Αλβανού με τους Σέρβους λουόμενους, χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις διαφόρων γλωσσών. Παραδίπλα δύο άλλες κοπέλες πιο καλλιεργημένες, ανακατεύοντας τα παρεό τους, διχάζονται για το αν η ψυχανάλυση καθίσταται όντος χρήσιμη ή αποτελεί ένα ακόμα από τα παιχνίδια της αστικής τάξης. Κάπως έτσι διαρθρώνεται η παραθαλάσσια καλοκαιρινή καθημερινότητα στις κοντινές βόρειες ακτές μας.

Καλό μας καλοκαίρι!    

 

Advertisements