ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ – LORD BYRON (1788 –1824)

ΛΟΡΔΟΣ ΒΥΡΩΝ (1788 –1824)

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ

 

 

Ποιητής, ρομαντικός, ευπατρίδης, ηδονιστής, μεταφυσικός, έκπτωτος άγγελος, ήρωας… Γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου του 1788.  Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Γόρδων Βύρων (George Gordon Byron). Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν ένας σπάταλος γόης, που κατέφυγε στη Γαλλία για ν’ αποφύγει τους δανειστές του.  Η μητέρα του ήταν ματαιόδοξη, ιδιότροπη, ευερέθιστη και συχνά είχε εξάρσεις παραφροσύνης (ο πατέρας της είχε αυτοκτονήσει).  Ο ποιητής ήταν χωλός εκ γενετής, με ασθενική κράση αλλά με απίστευτα αποθέματα ψυχικής δύναμης.  Αν και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν οικτρή, στις 19/7/1798 με το θάνατο του θείου του, ο Γεώργιος κληρονόμησε μια μεγάλη περιουσία καθώς και τον τίτλο του Λόρδου . Έμαθε από μικρός λατινικά και ελληνικά.

Το 1805 μπήκε στο Κολέγιο στο Χάρρο, αλλά αποχώρησε με πικρία επειδή ένα ελάττωμα στη δεξιά του κνήμη δεν του επέτρεπε να λαμβάνει χώρα σε αθλητικές δραστηριότητες. Από μικρός γνώρισε και ερωτεύτηκε πολλές γυναίκες, και πολλές γυναίκες τον ερωτεύτηκαν. Τον Ιανουάριο του 1807 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Ωραία Οκνηρία, που γνώρισε θριαμβευτική επιτυχία.  Το 1808 έφυγε από το Κέημπριτζ με το δίπλωμα «Μάγκιστερ Άρτιουμ», αφήνοντας χρέη 10.000 λιρών από χαρτοπαιξία.

Τον Απρίλιο του 1808 εγκαταστάθηκε στον πύργο του θείου του, που αποτέλεσε την ιδανική κατοικία για τον ρομαντικό Βύρωνα.  Στις 13 Μαρτίου του 1809 κατέλαβε την έδρα του στη Βουλή των Λόρδων. Τον Ιούλιο του 1809 ταξίδεψε στην Πορτογαλία και στη συνέχεια τη Μάλτα. Το φθινόπωρο του 1809 ο ποιητής επισκέφθηκε την Ελλάδα.  Στους Δελφούς παρατήρησε ενθουσιασμένος 12 αετούς να πετούν στον ουρανό, γεγονός που το θεώρησε καλό οιωνό: Ο Απόλλων είχε δεχθεί ευμενώς το προσκύνημα του! Επισκέφτηκε την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, όπου κι εμπνεύστηκε το ποίημα Κόρη των Αθηνών. Το 1812 δημοσίευσε στο Λονδίνο το μεγάλο ποίημα του Child Harold, που γνώρισε θριαμβευτική αποδοχή: «Ξύπνησα ένα πρωί και είδα ότι είχα γίνει διάσημος».  Μόνο κατά την πρώτη μέρα της έκδοσης πουλήθηκαν 10.000 αντίτυπα.

Στις 2/1/1815 παντρεύτηκε την Άννα Ισαβέλλα Μπίλμπανκ, απόκτησε μαζί της μια κόρη, αλλά λίγο αργότερα χώρισε. Αιτία χωρισμού: η κακή συμπεριφορά του ποιητή προς τη σύζυγο του. Μετά το διαζύγιο η αγγλική αριστοκρατία τον αποκήρυξε. Ο ποιητής αυτοεξορίστηκε στην Ιταλία, όπου και μπλέχτηκε σε ερωτικές και άλλες περιπέτειες. Εκεί διακήρυξε ανοικτά τις φιλελεύθερες ιδέες του και εκδήλωσε την επιθυμία να υπερασπιστεί τους καταδυναστευόμενους λαούς και ν’ αγωνιστεί για την ελευθερία.  Στην Ιταλία πνίγηκε ο φίλος του Σέλλεη, σύζυγος της Μαίρη (βλέπε Φρανκεστάιν), γεγονός που καταστεναχώρησε τον ποιητή.

Συνέχισε το γράψιμο πυρετωδώς, παρά την κατάσταση της εξασθενημένης υγείας του. Οι επικριτές του τον κατηγόρησαν για την ίδρυση «σατανικής ποιητικής σχολής», στην οποία άνηκαν «άνθρωποι με διαφθαρμένη καρδιά και νοσηρή φαντασία». Το έργο του ενθουσίασε, ενέπνευσε, ξεσήκωσε πάθη και αντιγνωμίες σε όλη την Ευρώπη. Η ποίηση του είναι αυτοβιογραφική και μέσα της διαφαίνεται ένας άνθρωπος Βύρων εκρηκτικός, επαναστάτης, καυστικός, ακατάστατος, παιγνιώδης, ερωτύλος, γενναιόδωρος και τρυφερός.

Φημισμένος για τον ρομαντισμό και τον φιλελληνισμό του ο Βύρων ταξίδεψε στην επαναστατημένη Ελλάδα για να συνδράμει το λαό στον αγώνα του. Οι Έλληνες τον υποδέχτηκαν ως σωτήρα. Μετά από πολλές περιπέτειες κατέληξε τελικά στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Η υγεία του κατέρρεε σιγά-σιγά και στις 18 Απριλίου του 1824 άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι: «Ο μεγάλος άνθρωπος απέθανεν!». Μετά το θάνατο του ξέσπασε στην Ευρώπη ένα κύμα Βυρωνισμού, ενώ ο Γκαίτε θεώρησε την ποίηση του ως «Κοσμικό Ευαγγέλιο, που λυτρώνει τον άνθρωπο από τα γήινα βάρη…»

ΈΓΡΑΨΕ

«Τα πάθη μου αναπτύχθηκαν πολύ νωρίς –τόσο νωρίς που ελάχιστοι θα με πίστευαν, αν ανέφερα την περίοδο και τα γεγονότα που τη συνόδευαν. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους που προκάλεσαν την πρώιμη μελαγχολία των σκέψεων μου -έχοντας προλάβει τη ζωή». (Σκόρπιες Σκέψεις, 1821)

«Ειρήνη στους νεκρούς! Το πένθος δεν μπορεί να τους ξυπνήσει. Με ένα στεναγμό σ΄ αυτούς που έφυγαν, ας επιστρέψουμε στις ηλίθιες ενασχολήσεις της ζωής, με τη βεβαιότητα πως κι εμείς θα βρούμε, ανάπαυση…» (Βύρων στον R.C. Dallas, 1811)

«Μέσ’ από το βρώμικο και σκοτεινό δρόμο της ζωής σύρθηκα στα τριάντα τρία. Και τι μου άφησαν αυτά τα χρόνια; Τίποτε – μόνον τριάντα τρία».

«…Όσο για την ποίηση, η δική μου είναι το όνειρο των κοιμισμένων παθών μου. Όταν είναι ξύπνια δεν μπορώ να μιλήσω τη γλώσσα τους, μόνον όταν υπνοβατούν, και τώρα δεν κοιμούνται…». (Στον John Murray, 1817)

«…Λένε πως η αθανασία της ψυχής είναι ένα grand peut-etre παραμένει όμως grand. Όλοι καταφεύγουν σ’ αυτή –τα πιο ηλίθια, ανιαρά, αχρεία ανθρώπινα δίποδα πιστεύουν ακόμη πως είναι αθάνατα». (Ημερολόγια, 1821)

«Τι περίεργο πράγμα ο πολλαπλασιασμός της ζωής! Μια φυσαλίδα Σπόρου που χύνεται στην ποδιά μιας πόρνης –ή στον οργασμό ενός ηδονικού ονείρου– μπορεί (γιατί τίποτε δεν ξέρουμε) να δημιουργήσει έναν Καίσαρα ή έναν Βοναπάρτη: τίποτε αξιόλογο δεν αναφέρεται για τους πατέρες τους, απ’ ότι ξέρω». (Σκόρπιες Σκέψεις, 1821).

Advertisements