ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ

Ένας Γνωστός-Άγνωστος

 

 

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας είναι παντού και πουθενά. Μπορεί να τον δεις να στρίβει στη γωνία, έτσι αέρινα. Μετά θα χαθεί και θα σε περιμένει στην επόμενη στροφή. Δεν ξέρω αν είναι ηθοποιός, χορευτής, ραδιοφωνικός παραγωγός, συγγραφέας. Το τελευταίο κάπως με τραβάει μετά και την έκδοση του Complete Unknown, του δεύτερου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος (έχει προηγηθεί το Ως εκ Θαύματος). Δεν υποκύπτω. Μετά από συζήτηση μιας ώρα έχω καταλήξει σε αυτό που είχα εκ τω προτέρων στο μυαλό μου: Ο Τζούμας είναι μεγάλη «μούρη»…

 

 

«Ο  Κωνσταντίνος Τζούμας είναι είρων εκ φύσεως, ηθοποιός εξ ιδιοσυγκρασίας και συγγραφέας εξ ενστίκτου».

Τίνα Μανδηλαρά

 

 

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο

 


Πριν ξεκινήσουμε να σας πως δεν περίμενα να είστε 65 ετών…

Κοίταξε είναι μέρος της εμμονής μου, της εφηβικής εμμονής για εξαπάτηση. Θέλαμε να εξαπατήσουμε το Σύστημα, τους μεγάλους κι έμεινε αυτό από κεκτημένη ταχύτητα και έτσι υπάρχει μια εξαπάτηση σχετικά με το πόσο φαίνομαι και πόσο είμαι. Ο χρόνος βέβαια δε μασάει απ’ αυτά και τη λεηλασία του την κάνει.

Μήπως σας έχει φερθεί φιλικά;

Δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια. Δεν του έδωσα ποτέ μεγάλη σημασία, δεν το σκέφτηκα. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να κάνω σούμα ή απολογισμό ζωής.

Μου έκανε εντύπωση πάντως όταν είδα στο βιβλίο «Γεννήθηκε το 1944». Τόσο μεγάλος ο Τζούμας;

Εντάξει αυτά είναι σχετικά. Εσύ δείχνεις μικρός αλλά μπορεί να σαι μεγάλος. Πόσο βαρύς αισθάνεται κανείς απέναντι στα πράγματα.

Η καταγωγή από Αθήνα;

Πειραιά. Εκεί γεννήθηκα.

Υπάρχει διαφορά Αθήνας-Πειραιά;

Την εποχή εκείνη υπήρχε. Τώρα πια δε ξέρω. Όποτε κατεβαίνω στον Πειραιά δεν καταλαβαίνω ποια είναι η διαφορά. Μου φαίνεται ότι δεν έχει σχέση με τις μυρωδιές και τα χρώματα που είχε τότε το λιμάνι. Ήταν γεμάτο φυσιογνωμίες άλλου τύπου.

Έχει γνωρίσει πολλά λιμάνια…

Φυσικά. Η αμαρτία δεν είναι πια αυτή που ήτανε. Το λιμάνι του Πειραιά ήταν αμαρτωλό.

Είναι νοθευμένη η αμαρτία τώρα;

Ε, τώρα πια έχουμε απενοχοποιηθεί, δε βαραίνει πάνω μας η χριστιανική μας αγωγή. Έχουμε καλύτερες εμμονές ας πούμε. Όπως η αρχαία Ελλάδα, η αρχαία ελληνική μυθολογία, οι μεταμορφώσεις.

Εσείς κάνετε ακόμα αμαρτίες; Αμαρτάνετε συχνά τώρα;

Τώρα δεν αμαρτάνω καθόλου διότι, παρά το γεγονός ότι μου περνάει από το μυαλό, δεν υπάρχουν αντοχές για να συμμετάσχω.

Θέλετε αλλά δεν μπορείτε;

Ναι. Περαστικές επιθυμίες. Κάθε φορά που περνάει ένα κορμί που εκπέμπει κάποια κύματα δεν μπορεί να είσαι αδιάφορος, αλλά τώρα πια κάθομαι στην κερκίδα, είμαι παρατηρητής.

Έχετε «κρεμάσει παπούτσια»;

Ναι βέβαια. Δεν είμαι στην αρένα, δεν κάνω παιχνίδι, δε στριφογυρίζω, δεν κάνω πιρουέτες όπως παλιά.

Τώρα είστε ένας θεωρητικός της αμαρτίας;

Τώρα την κοιτάζω από απόσταση, βλέπω αν έχει κάποιο στυλ, αν έχει μια αισθητική, αν είναι ατσούμπαλη, πως είναι.

Αμαρτία τι είναι τώρα για σας; Σήμερα.

Να μην κάνω αυτά που μου περνάνε από το μυαλό. Αυτό το θεωρώ αμαρτία.

Έχετε τις αντοχές για να κάνετε αυτά που σας περνάνε από το μυαλό;

Όχι δεν τις έχω για να είμαι ειλικρινείς.

Το σώμα είναι πιο δυνατό από τη ψυχή;

Το πνεύμα είναι. Το πνεύμα πετάει. Επιθυμίες υπάρχουνε βεβαίως, το σώμα είναι κουρασμένο. Υπάρχει φθορά, δεν έχω την ίδια επαφή που είχα μαζί του όταν έκανα χορό, ή όταν έκανα άσκηση, κλασικό αθλητισμό στα χρόνια της εφηβείας και αισθάνομαι ότι δεν έχει την εγρήγορση που είχε κάποτε, αλλά υπάρχουν παρτενέρ ακόμη και σήμερα, όλων των ηλικιών. Μικρές, μεγάλες οι οποίες έχουν τον τρόπο να σε κάνουν να αισθάνεσαι πάλι ελκυστικός.

Θέλετε να είστε ελκυστικός τώρα;

Δεν είναι κακό, αλλά δεν είναι πρωτεύων όπως στην εφηβεία, στα πάρτι, που ήθελες να αρέσεις στα κορίτσια, να ξεχωρίζεις από τους άλλους. Ε, όχι τώρα. Εντάξει…

Είστε ακόμα περίεργος;

Περίεργος είμαι. Έχω περιέργεια σχεδόν παιδική για τον άλλον ή την άλλη. Έχω  όμως την εντύπωση ότι είναι περισσότερο κεκτημένη ταχύτητα, γιατί δεν ξέρω πια το λόγο.

Γεννηθήκατε περίεργος έτσι;

Ναι βέβαια. Από πολύ μικρός περίεργος και με μία διάθεση για εσωτερική περιήγηση.

Το έχετε ακόμα αυτό;

Υποθέτω πως ναι. Και μόνο να κάνεις ραδιόφωνο αυτοσχεδιάζοντας χωρίς να έχεις προετοιμάσει εκπομπή και να εκτίθεσαι μπροστά στο μικρόφωνο, είναι μια περιήγηση.

Το επιδιώκετε να εκτίθεστε;

Ναι μ’ αρέσει γιατί ανεβάζει την αδρεναλίνη και το κάνει συναρπαστικό, αλλιώς έχει κάτι από αραχνιασμένη, σκουριασμένη, ραδιοφωνική βιβλιοθήκη που κουβαλάει τη σοφία των αιώνων αλλά που δεν προσφέρει καμία θέση στο κρεβάτι κανενός.

Αυτή η έκθεση πλησιάζει το σεξ;

Όχι ακριβώς.

Ανεβαίνει τόσο πολύ η αδρεναλίνη;

Όχι, όχι. Λένε ότι καμιά φορά η τέχνη είναι ερωτικό πράγμα. Ότι είναι σαν οργασμός. Δεν τα πιστεύω αυτά τα πράγματα. Ξέρεις να κάνεις μια δουλειά, θες να την κάνεις με ωραίο τρόπο και έχεις την ικανότητα να προκαλείς την έμπνευση. Να ρίχνεις τα δίχτυα για τη «χρυσή» ψαριά, αλλά δε νομίζω ότι υποχρεωτικά είναι οργασμός ή κάτι ερωτικό.

Για την τέχνη υπάρχει ορισμός; Μπορούμε να δώσουμε; Μετά από τόσα χρόνια έχετε καταλήξει;

Όχι, όχι. Δεν το έψαξα ποτέ για να είμαι ειλικρινής. Μου ήρθε πολύ φυσικό να εκφράζομαι σ’ αυτό το χώρο. Μου φαινόταν πολύ φυσικό από μικρός αυτό. Να εκφράζομαι είτε χορεύοντας, είτε τραγουδώντας, είτε υποδυόμενος, είτε δε ξέρω τι, είτε και γράφοντας από πολύ μικρός εκθέσεις. Ε, νομίζω ότι με τα χρόνια και η τέχνη πέρασε διάφορες φάσεις. Άλλοτε ήταν πολύ στα επάνω της, άλλοτε μας άφηνε αδιάφορους. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, ότι μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς, έτσι για λίγο κάποια πράγματα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να είναι αποτελεσματική όπως το να σηκωθείς και να ριχτείς στη δουλειά καθημερινά, σ’ έναν ακτιβισμό, μια προσπάθεια να συμμετέχεις σε διάφορα.

Ήταν κάποτε μια μορφή επανάστασης;

Ήταν. Την εποχή εκείνη που το να είσαι καλλιτέχνης ήταν συνώνυμο των ελευθερίων ηθών, νομίζω ήταν το να πηγαίνεις κόντρα σ’ αυτό το πράγμα. Τώρα επειδή μπήκε στη μέση η τηλεόραση…

Το ευτέλισε;

Βέβαια το ευτέλισε και η έλξη δε γίνεται για τέτοιους λόγους. Δηλαδή τώρα λένε: «Α, να μια δουλειά που μπορεί να βγάλω λεφτά, να γίνω γνωστός» ε, εμάς δεν μας αφορούσε. Η γενιά η δική μας δεν είχε σχέση μ’ αυτά τα πράγματα. Υπήρχε τότε τελείως άλλη διαφορετική ματιά».

Νομίζετε ότι η τέχνη πρέπει να πάρει θέση, όπως είπε ο Μπρεχτ;

Εξαρτάται, η τέχνη πρέπει να κάνει τη δουλειά της. Αυτή που είναι, έχει τη δική της δεοντολογία, έχει μια αισθητική που είναι η ηθική της και δεν σ’ αφήνει να παρασύρεσαι για να την κοροϊδεύεις και να τις βάζεις κάθε φορά διάφορα ρούχα, ότι σήμερα είναι γροθιά στο στομάχι, την άλλη είναι αφύπνιση, την άλλη είναι της ωμότητας και την άλλη της ωραιότητας κτλ. Όχι δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα. Εμένα μ’ αρέσει η τέχνη να εκπέμπεται σαν παιδικό παιχνίδι το οποίο να μη μαντεύεις πως γίνεται. Σαν ένα χάρισμα που σου δόθηκε…

Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε

…Και να κυλάει. Και με την ίδια ευκολία με την οποία καταπιάστηκες, με την ίδια να το αφήνεις όπως όταν τα παιδιά εκεί που παίζουν με πολύ σοβαρότητα τα παιχνίδια και πραγματικά είναι εντυπωσιακά στην άσκηση του παιχνιδιού, αναπτύσσουν και άγραφους κανόνες κτλ, ξαφνικά ακούγεται η φωνή της μαμάς, κάποιου κηδεμόνα και πρέπει να επιστρέψουν στα μαθήματα ή σπίτι.

Στην πραγματικότητα…

Ακριβώς. Αυτό είναι πολύ ωραίο.

Νιώθετε παιδί ακόμα;

Όχι ακριβώς κι ούτε τρελαίνομαι στην ιδέα.

Ενεργείτε σαν παιδί;

Αυτό είναι πιθανό, αλλά οι άλλοι πρέπει να το πουν. Εγώ δεν το καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου, αν ενεργώ σαν παιδί.

Δεν μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας σα μεγάλο;

Κοίταξε να δεις τώρα. Συνώνυμο του να μεγαλώνεις είναι η σοβαρότητα. Εμένα η σοβαρότητα δεν μ’ άρεσε ποτέ.

Είναι απαραίτητο το να είσαι σοβαρός όσο μεγαλώνεις; Το λέει κάποιος;

Έτσι λένε ότι μεγαλώνοντας δεν μπορεί να παραμένεις τόσο ευέλικτος και τόσο ανοιχτός κτλ. Πάντως πιστεύω το αντίθετο. Θα έχει προσέξει ότι οι άνθρωποι που αποφασίζουν να συμπεριφερθούν σοβαρά, παρουσιάζουν μια εικόνα αγκύλωσης που σημαίνει ότι μπλοκάρει το όποιο πνεύμα υπάρχει και που θα μπορούσε να πετάξει ελεύθερο. Αυτή την εντύπωση έχω με τη σοβαρότητα, έχει κάτι το δυσκοίλιο, το δύσκαμπτο, το συγκαμένο.

Βγαίνει πιο πολύ η σοβαροφάνεια…

Σοβαροφάνεια η οποία βγάζει γέλιο.

Καλό είναι αυτό. Γελάμε

Ναι, μ’ αρέσει κι εμένα αυτό. Παραδόξως μου φέρνει μελαγχολία το είδος των επαγγελματιών κωμικών.

Ποιοι είναι οι επαγγελματίες;

Αυτοί που θέλουν να εκβιάσουν το γέλιο. Έχουνε άγχος να βγάλουν γέλιο ντε κα καλά. Μπας και δε γελάσει η παρέα με το ανέκδοτο. Κανένα άγχος για τίποτα. Αστο να κυλάει, να βγει αβίαστα. Να γίνεται από μόνο του.

Σε σας υπήρξε ποτέ αυτό. Σας λέγανε: «Α, πες μας κάτι Κωνσταντίνε να γελάσουμε»

Ναι γιατί πρέπει να παίξεις κάποιο ρόλο, όταν αρχίζεις και αποκτάς ένα όνομα ή γίνεσαι κάποιος, πρέπει να είσαι και κάπως.

Σου «κολλάνε» ταμπέλα…

Λένε αυτός είναι κομψός ή έχει χιούμορ κτλ. Εξ ου και τα τελευταία χρόνια που άρχισα να γράφω, εδώ και δέκα χρόνια που γράφτηκαν και τα τρία βιβλία. Ως εκ θαύματος, Complete Unknown, Πανωλεθρίαμβος, αυτά τα τελευταία χρόνια πιο πολύ ακούω και σιωπώ, παρά ας πούμε κάνω παιχνίδι. Μ’ αρέσει πιο πολύ να είμαι στα μετόπισθεν με τα γυναικόπαιδα.

Παρατηρείτε καλύτερα;

Ναι, απ’ ότι στην πρώτη γραμμή που πρέπει να ξεχωρίσεις ντε και καλά. Άσε που από πολύ μικρός χωρίς να το συνειδητοποιήσω, κόντρα σ’ αυτό που μου υπογράμμιζαν «έχεις μια λάμψη», «να κάνεις ετούτο, εκείνο», εμένα μ’ άρεσε να γίνομαι ένα με το τοπίο, δηλαδή να υποδύομαι τον άνθρακα για να μπορώ να κάνω καλύτερα τη δουλειά  μου. Με όλα τα υπέρ και τα κατά που σημαίνει η δουλειά μου. Να εξαπατώ, να ξεγελάω, να ξεγλιστράω και να μην είμαι στην πρώτη γραμμή όπου αμέσως γινόσουν δακτυλοδεικτούμενος, καθότι ψηλός, λεπτός την εποχή εκείνη επειδή τα παιδιά δεν ήταν πάρα πολύ αυτού του σωματότυπου. Τώρα έχουν αλλάξει, Μεγαλώσαμε στη δεκαετία του 50’ και του 60’ και ήταν χαρακτηριστικό αυτό το πράγμα και ήθελα να το αποφύγω και νομίζω ότι κατάφερα να αποκτήσω αυτό που λέμε….

 

Να γίνετε άγνωστος;

Αυτό, και στη Νέα Υόρκη μου δόθηκε η χαρά να διαπιστώσω ότι ενώ η πόλη, το Μανχάταν, έκανε την παράσταση του, την κάνει στον καθένα έτσι και αλλιώς, εγώ επειδή ήμουν εντελώς άγνωστος μπορούσα να παίξω ό,τι ρόλο ήθελα. Έχοντας αυτή την ποιότητα του καλειδοσκόπιου, να καταγράφω και να μου κάνουν εντύπωση πράγματα, παρά το πόσο απατηλή είναι η μνήμη, είμαι σίγουρος ότι αν ζούσαμε εσύ κι εγώ εκείνα τα χρόνια στο Μανχάταν, η δική σου ματιά θα ήταν τελείως διαφορετική από τη δική μου. Δεν είναι υποχρεωτικό να είναι ίδια.

Θέλετε να νιώθετε ξένος;

Είναι ωραίο αυτό. Μ’ αρέσει να είμαι περιηγητής.

Τώρα ταξιδεύετε;

Αρκετά συχνά. Σε πρώτη ευκαιρία.

Είναι ωραίο να φεύγεις;

Ναι φυσικά. Και μόνο που όλα συνωμοτούν για να πάει καλά το ταξίδι, για να ξεχαστείς από την καθημερινότητα σου στη χώρα που ζεις, να ξεχάσω το ραδιόφωνο, το τραπέζι που δουλεύω. Τίποτε. Να είναι άλλες οι εικόνες και τα ερεθίσματα, όχι με την ωφελιμιστική σκέψη ότι θα γίνει κάτι. Να νιώσεις ελεύθερος.

Είναι δύσκολο να επιβιώνεις στην Αθήνα;

Είναι ένας δρόμος μετ’ εμποδίων, γιατί ξέρεις, κανείς έχει την τάση να προχωράει ο ίδιος και να ψάχνει, να διαβάζει να είναι ευαίσθητος από γεννησιμιού του και τον διέπει μια ευγένεια κτλ. έχει την εντύπωση καμιά φορά, απατηλή πάντα, ότι προχωράει μαζί  κι όλος ο κόσμος και επιδιώκει ο κύκλος γνωριμιών, της παρέας να είναι τέτοιος. Φαντάζεται ότι όλοι έτσι προχωράμε προς τα μπρος. Δεν είναι όμως αλήθεια γιατί διαπιστώνει κανείς ότι οι άνθρωποι είναι απολίτιστοι, ξύλα απελέκητα, ατσούμπαλοι, βγαίνουν με τη διάθεση να ρίξουν γροθιά στο στομάχι, να καταστρέψουν, όλοι εναντίον όλων, υπάρχουν πολλοί τύποι ανθρώπων. Η Αθήνα έχει αυτό… σαν να είναι εθνικό σπορ η παραβατικότητα. Σαν όλοι να επιδίδονται σ’ αυτό σαν να κάνουν κάτι πάρα πολύ έξυπνο, ότι είναι ασυμβίβαστοι. Πιστεύω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον πράγμα να έχεις μια στοιχειώδη πειθαρχία, να ξέρεις τα όρια, τα μέτρα, να ξέρεις ότι υπάρχει αρετή ακόμη και στην ηδονή. Νομίζω ότι αυτό διευκολύνει και προάγει τα πράγματα. Είναι αυτό που λέμε ο πολιτισμός. Πρόσφατα βρέθηκα στο Παρίσι κι ένας φίλος που μένε εκεί με πήγε να φάμε  σε ένα εστιατόριο. Μου έκανε εντύπωση που οι τιμές ήταν φθηνότερες και από τα μαγαζιά εδώ στην Αθήνα που τρώω και δεν είναι καθόλου ακριβά. Όταν ρώτησα που οφείλεται αυτό μου είπαν ότι εδώ έτρωγε η Μαργκερί Ντιράς και ο ιδιοκτήτης του κράτησε τις τιμές…

 

Για να την τιμήσει;

Ναι. Αυτό για μένα πέρα από συγκινητικό, δείχνει κι έναν πολιτισμό. Εγώ αυτό εννοώ. Αυτό λείπει. Εδώ θέλουν όλοι σε σύντομο χρονικό διάστημα να κάνουν χρήματα, να αλλάξει η ζωή τους, να αποκτήσουν εδώ και τώρα εξοχικό. Δεν με ενδιαφέρει τίποτα απ’ όλα αυτά. Δεν με ενδιέφερε ποτέ ούτε να έχω αμάξι, ούτε κινητό, ούτε τίποτα. Όχι ότι δεν με ενδιαφέρει η χρήση τους. Δηλαδή να έχεις εσύ ένα σπίτι και να με προσκαλέσεις. Να πάμε να το χαρούμε. Όχι όμως να βάλω στόχο τέτοια πράγματα. Επίσης δεν μου πέρασε από το μυαλό επειδή δεν τα έχω εγώ αυτά, να θελήσω, εσένα που τα έχεις να στα καταστρέψω. Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Αυτή τη μισαλλοδοξία, τη ζηλοφθονία, αυτό το κακό, βίαιο πράγμα δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Γιατί τι σε νοιάζει ρε φίλε εσένα αν ο άλλος θέλει να κάνει περιουσία, κι αν θέλει να στείλει τα παιδιά του στο πανεπιστήμιο του εξωτερικού ή αν θέλει να ταξιδεύει με σκάφος, ιδιωτικό αεροπλάνο. Εσένα τι σε νοιάζει; Θες κι εσύ το ίδιο; Να πάρεις τη θέση του; Γιατί εμένα δε με ενδιαφέρει καθόλου να πάρω τη θέση του. Δεν τα θεωρώ σπουδαία. Τα θεωρώ μάλιστα ότι κοντράρουν την πιθανότητα να είμαι ελεύθερος.

Τα χρήματα είναι αναγκαίο κακό;

Ναι είναι αναγκαίο. Καλό είναι να υπάρχουν για να μπορούμε να κάνουμε αυτά που μας περνάνε από το μυαλό. Γιατί δεν θα ήθελα να βρεθώ στη δυσάρεστη θέση, όπως όταν είμαστε νέοι που το χρήμα μας απέφευγε συστηματικά, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν γενναιόδωροι άνθρωποι οι οποίοι έβλεπαν σε μας μια αύρα, κάτι και λέγανε «έλα μέσα κάνε παιχνίδι…».

Υπάρχουν τώρα γενναιόδωροι άνθρωποι;

Θα πρέπει. Το διαπιστώνω που και που. Όχι με την ίδια συχνότητα όπως παλιά.

Σήμερα την αισθητική σας τι την ενοχλεί;

Καθημερινά πολλά πράγματα. Για μένα αισθητική είναι και ηθική. Δηλαδή αυτή με κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Αν έπρεπε να κάνω πράγματα που τα έβρισκα μπανάλ, όταν βλέπω κάποιον αδιαφορώντας για το ότι βάζει φρένο στη ροή της πόλης, να παρκάρει στο πεζοδρόμιο ή να πετάει τα σκουπίδια από τον τρίτο όροφο, γιατί δεν ξέρω, μια σειρά από τέτοια, δε θα μου πέρναγε ποτέ από το μυαλό να συμπεριφερθώ με αυτόν τον τρόπο, ακόμη κι αν ήμουν μονίμως οργισμένος και είμαι συχνά. Και στις εκπομπές μου βγάζω ένα είδος οργής, αλλά δεν είναι υποχρεωμένος ο διπλανός σου επειδή εσύ είσαι χάλια, να υποστεί τις συνέπειες του δικού Βατερλό. Κοίταξε να τα φέρεις εις πέρας μόνος σου. Κάνε ό,τι μπορείς. Μην το κάνουμε θέμα. Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Έχουν την τάση να το κάνουνε θέμα. Να βγουν στο δρόμο να ακούσουν όλοι το πρόβλημα τους. Μα καλά δεν ντρέπεσαι να βγεις στο δρόμο να ακούσει το πρόβλημα σου; Μου κάνει τρομερή εντύπωση. Στοιχειώδης αξιοπρέπεια δεν υπάρχει;

Μα δεν πρέπει να διεκδικεί ο κόσμος;

Να διεκδικεί, αλλά υπάρχουν ένα σωρό άλλοι τρόποι. Δε χρειάζεται να βγει έξω και να το κάνεις. Εγώ δεν διεκδίκησα; Μια ολόκληρη γενιά, όχι μόνο εγώ. Εντάξει. Δεν ήθελα να το ρίξω στην μούρη του άλλου.

Ο τρόπος δηλαδή…

Ο τρόπος βέβαια. Ο τρόπος. Έχεις απόλυτο δίκιο. Είναι ο τρόπος. Λένε για τα βιβλία μου πως είναι βιογραφία. Δεν είναι. Αφ’ ης στιγμής υπάρχει τρόπος αφήγησης, αποπειράται λογοτεχνία. Άλλο η βιογραφία. Βιογραφία είναι να γράψω στη σειρά δυο πράγματα. «Είδα το Βαγγέλη, φάγαμε, έβρεχε, το φαγητό ήταν συμπαθητικό, η μουσική που έπαιζε ήταν τον Ντίλαν».

Το δικό σας είναι μυθιστόρημα;

Ακριβώς. Δηλαδή υπάρχει μια ευκολία ότι αυτό είναι βιογραφία. Δε νομίζω ότι είναι. Ξέρω τι είναι βιογραφία.

Αν γράφατε βιογραφία, θα γράφατε άλλα;

Όχι, όχι. Καθένας αντλεί, κι αυτά που σκέφτεται και η φαντασία του κι αυτά που εστιάζει, είναι όλα μας τα βιώματα. Δεν είμαστε στην εποχή εκείνη που οι συγγραφείς δεν κουνιόντουσαν από το γραφείο τους και μιλούσαν για Ασία και Αφρική. Για 20 χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα. Τώρα ταξιδεύουμε, ερχόμαστε σ’ επαφή.

Είναι οι δικές σου προσλαμβάνουσες…

Φυσικά. Πάντα έτσι. Βασικά η καθημερινότητα. Εκεί πατάς. Το κομμάτι ζωής που σου αναλογεί, που υποπίπτει στην αντίληψη σου. Αλλά κι ο τρόπος που βρίσκεις για να το αφηγηθείς. Αυτό αποπειράται η λογοτεχνία.

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε τα βιβλία; Θέλατε κάτι να πείτε;

Κοίταξε. Συζητώντας κατά καιρούς και αναφερόμενος σ’ όλα αυτά τα γεγονότα, στις ατάκες, τις κουβέντες, τις συμπεριφορές, μου έκανε εντύπωση ότι η νεότερη κυρίως γενιά απορούσε που υπήρξε τέτοια Αθήνα, εποχή, Νέα Υόρκη και λέω είναι αλήθεια, γεγονός, έτσι έχει συμβεί. Επειδή αισθάνθηκα θαυμασμό για κάποιους ανθρώπους που μου άνοιξαν δρόμο, δηλαδή συνομήλικους, δεν εννοώ υποχρεωτικά διάσημους της τέχνης, των γραμμάτων, εννοώ παιδιά πιο θαρραλέα από μένα. Εγώ ήμουν εσωστρεφής ίσως λόγω του πρόωρου θανάτου της μητέρας μου. Αυτά τα παιδιά υπήρξαν η αφορμή, βλέποντας πόσο θαρραλέα ζούσαν τη ζωή του και με πόση φαντασία, να ξανοιχτώ και ‘γω και να αρχίσω να ζω από νωρίς τη ζωή μου στα χέρια μου. Ε, στη συνέχεια διαπίστωσα ότι αυτό το πράγμα δεν ίσχυε για τον καθένα και λέω καλό είναι να το μοιραστώ με άλλους. Να υπενθυμίσω ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος ζωής, ένας άλλος τρόπος ζωής. Όχι αυτός που προτείνουν τα κόμματα, η τηλεόραση σήμερα.

Το δικό σας τρόπο.

Ναι και που δεν ήταν μόνο δικό μου. Μιας ολόκληρης γενιάς ήταν. Και ‘γω κάπου ανήκω δεν είμαι ουρανοκατέβατος.

Άρα δεν ήσασταν τελείως διαφορετικός τότε;

Όχι και ειδικά στη Νέα Υόρκη σου προκύπτει αυτή η συνειδητοποίηση, η κοινοτυπία της μοναδικότητας. Δηλαδή εκεί που νομίζεις εσύ ότι είσαι μοναδικός, χιλιάδες είναι εκεί για τον ίδιο λόγο. Επειδή δεν μπορούσανε την ατμόσφαιρα στη χώρα τους, ή στην αμερικάνικη επαρχία, βρέθηκαν εκεί για να ζήσουν τη ζωή τους όπως τη θέλουν αυτοί, κι αυτό συμβαίνει στις μεγαλουπόλεις.

Χάνεσαι…

Ακριβώς αλλά και βρίσκεσαι. Εγώ προτιμώ να είμαι σε μια μεγαλούπολη που να έχει τα πάντα χωρίς να είμαι κανένας, παρά να είμαι σε μια πόλη που δεν έχει τίποτα και να είμαι κάποιος. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Θέλω να ζήσω πρωτίστως και μετά να κάνω τέχνη, οτιδήποτε άλλο. Ελάτε να υπενθυμίσουμε πως υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος ζωής, όπως είπα και πριν. Την εποχή εκείνη πριν δέκα χρόνια μου είχαν τελειώσει τα ξενύχτια, οι κραιπάλες, είχαν χλομιάσει…

Τα εξαντλήσατε;

Ναι, ας πούμε ότι εξαντλήθηκαν για την περίπτωση μου. Οι αντοχές μου αυτές ήταν. Βαρέθηκα δεν πήγαινε άλλο και σιγά-σιγά το απόγευμα άρχισε να προκύπτει αυτή η συνήθεια της γραφής και λέω πριν προλάβει να με κουκουλώσει ολοκληρωτικά η ματαιότητα, γιατί από τα 30 μου στη Νέα Υόρκη  με αφορμή τι διπλανό τραπέζι που έβλεπα διασημότητες των γραμμάτων, των τεχνών να βιώνουν το υπαρξιακό τους Βατερλό, διαπίστωσα τη ματαιότητα αυτού που λέμε διασημότητα. Κοστίζει τα πάντα και δεν έχει κανένα νόημα. Πως σήμερα είσαι και αύριο δεν είσαι. Νικάς εσύ, μετά εγώ. Οι παρτίδες έτσι πάνε, δεν είναι τίποτα προκαθορισμένο και απόλυτο.

Μπορεί να σε «κάψει» η ματαιότητα…

Φυσικά μπορεί. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν πώς να τη χειριστούνε. Είναι όπως και με την ελευθερία που προκύπτει σε μερικές κοινωνίες, κάποια στιγμή και δεν ξέρουν πώς να τη διαχειριστούν. Ενώ δίνεται η ευκαιρία για επίγειο παράδεισο, χάνεται. Το αυτό και στις προσωπικές σχέσεις, επειδή είναι μαθημένοι στα εμπόδια και στη δυσκολία και στα ζόρια, μόλις βρεθούν με έναν άνθρωπο ο οποίος είναι ξένοιαστος, αέρινος, ελαφρύς, δεν ξέρουν τι να κάνουν με αυτόν.

Είναι το διαφορετικό…

Συμβαίνει. Είναι περίεργο.

Τι περιμένετε να εισπράξετε από τα βιβλία σας, εκτός από το υλικό κομμάτι; Να σας πει κάποιος «διάβασα το βιβλίο και μου άρεσε».

Ναι αυτό γίνεται συχνά. Οι χαιρετούρες είχαν να κάνουν με το ηθοποιηλίκη, με τη ραδιοφωνική εκπομπή, τώρα έχουν να κάνουν και με το βιβλίο. Αυτό έχει ενδιαφέρον. Μέχρι στιγμής οι γυναίκες είναι πιο ευαίσθητες στον τρόπο που πλησιάζουν το βιβλίο. Δεν ξέρω αν διαβάζουν περισσότερο από τους άνδρες, μπορεί να συμβαίνει κι αυτό. Θυμάμαι και από το θέατρο ότι το γυναικείο κοινό είναι περισσότερο από το ανδρικό. Σε πρώτη ευκαιρία, είτε πολιτικού λόγου, είτε ενός ποδοσφαιρικού ματς, είτε η ανακοίνωση των νέων οικονομικών μέτρων από την τηλεόραση, ο ανδρικός πληθυσμός έχει την τάση να κάθεται σπίτι, να χαϊδεύει το παντελόνι στο γνωστό σημείο και να καταναλώνει πίτσες, μπίρες ή ό,τι άλλο. Με τις γυναίκες να έρχονται στο θέατρο. Επίσης στις παρουσιάσεις του βιβλίου, σε διάφορες πόλεις μου έκανε εντύπωση οι αντιδράσεις και τα σχόλια των γυναικών. Ένα από τα ωραιότερα κομπλιμέντα που εισέπραξα όταν βγήκε το πρώτο βιβλίο. Οι περισσότεροι βιάστηκαν να πουν: «Πλάκα έκανε για κείνα τα χρόνια. Γράφεις, όπως μιλάς» θέλοντας να μειώσουν ενδεχομένως την αξία του γραπτού λόγου. Ευτυχώς τρεις γυναίκες φιλόλογοι στη Σύρο μου είπανε: «Έχετε προμετωπίδα στο βιβλίο σας I am the great pretender» πρέπει να σας πω ότι είστε εξαιρετικός να εξαπατείτε, απόδειξη ότι τον φαινομενικά γοητευτικό, προφορικό λόγο, τον έχετε κάνει απόλυτα γραπτό. Ε, αυτό για μένα ήταν το ωραιότερο γιατί με ενδιέφερε αυτό όταν κάθεσαι δέκα χρόνια κι ασχολείσαι τα απογεύματα, το βράδυ, κάθε μέρα, ε θέλεις να έχει κι αποτέλεσμα.

Ήταν ευχαρίστηση;

Φυσικά και ήταν. Διάβασα κάπου κάτι πολύ ωραίο ότι μέχρι τα χρόνια του Ναμπόκοφ οι ευγενείς στη Ρωσία όταν γνωρίζανε την αγαπημένη τους, της έδιναν μια συνοπτική, σαν ημερολόγιο, γραφή του πρότερου έντιμου ή άτιμου βίου τους. Μου άρεσε πολύ αυτό γιατί και ‘γω αισθάνθηκα την επιθυμία, αντί να μιλήσει οποιοσδήποτε άλλος για κάτι που με αφορά, θα σας μιλήσω εγώ.

Που ξέρει καλύτερα τον εαυτό του…

Ναι ίσως. Μπορεί να μην τον ξέρω όπως τον βλέπουν οι άλλοι, γιατί παίζεται και το παιχνίδι του Πιραντέλο «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Όπως κι αν έχει, σκέφτηκα ότι αν αξίζει να μπει ένα στοίχημα εδώ είναι το εξής: Έλα να κάνουμε μια θαρραλέα αναπαράσταση, ένα τρόπο γραφής που να παραπέμπει σε μυθιστόρημα. Αυτό ήταν το στοίχημα μου.

Υπάρχει περίπτωση να έχετε κάνει κάποιο λάθος και να έχει περάσει στο βιβλίο;

Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί κάτι τέτοιο. Μπορεί κάποια λεπτομέρεια του τύπου «Α δεν ήμασταν στον τάδε δρόμο που πηγαίνει η κουβέντα». Δε με αφορά αυτό.

Υπήρξε κάτι που να αφήσατε έξω σκόπιμα;

Όχι. Έβαλα ειδικά τα πράγματα που πονάνε και λίγο για να έχει νόημα. Όταν διαβάζω αγιοποιημένες βιογραφίες επιτυχημένων στο οποιοδήποτε είδος, δε μου αρέσει. Διαβάζω πολλές βιογραφίες, με ενδιαφέρουν οι ιστορίες των άλλων, από μικρός ακόμα κι αν είναι κουτσομπολίστικό αυτό που λέω ή ματαιόδοξο. Το κουτσομπολιό ίσως είναι η πιο απτή μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας και εξαρτάται από την ποιότητα των νταραβεριζόμενων. Δηλαδή υπάρχει πολύ γελοίο, κατινίστικό τηλεοπτικό κουτσομπολιό και υπάρχει και ένα κουτσομπολιό ανάμεσα σε δύο εξαιρετικούς παίκτες. Οι απόψεις και οι πληροφορίες και ο χειρισμός της γλώσσας και το τι εκπέμπουν οι δηλώσεις τους και η συζήτηση είναι ανυψωτική.

Οι συζητήσεις που έκαναν παλιά…

Μα φυσικά. Έχω τύχει σε τέτοιες συζητήσεις και ήταν εξαιρετικές. Με τον Γκάτσο στου Φλόκα στην Πανεπιστημίου, ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης με ομότεχνους τους. Δεν ήθελα όμως να εστιάσω σ’ αυτό γιατί έχουν γραφτεί πολλά για τους διάσημους, τους γνωστούς και άξιους ανθρώπους της χώρας. Εγώ ήθελα να μιλήσω για εκείνα τα παιδιά τα οποία δεν αρίστευσαν, δεν πρωτεύσανε, ενώ ήταν αστραφτερά μυαλά, ερωτικοί και γενναιόδωροι.

Αυτοί που ήταν στα μετόπισθεν;

Ναι, γι’ αυτά τα παιδιά τα οποία εντέλει σκέφτηκα ότι είναι και η προμετωπίδα του τρίτου μου βιβλίου. Τα καλύτερα παιδιά που κουράστηκαν αλλά δε γύρισαν σπίτι, γιατί δεν υπήρχε πια σπίτι.

Παλέψανε αλλά ξεχαστήκανε;

Ναι, γιατί στην προσπάθεια σου να τελειώσεις μ’ ένα σωρό κατεστημένα, πυροβολώντας διάφορες αξίες, αρνούμενος ρόλους που σου έχουν φορέσει στους ώμους και που βαριέσαι να σηκώνεις, κάποια στιγμή βρίσκεται στην ερημιά. Και το θέμα είναι να πορεύεσαι στην ερημιά με χάρη.

Εσείς το καταφέρατε;

Θέλω να πιστεύω ότι όλοι αυτοί οι στροβιλισμοί ακόμη κι όταν δε με βλέπει κανείς, είναι με χάρη.

Υπάρχει κάτι που δεν έχετε ζήσει;

Ναι, δεν έχω γίνει αεροπόρος, ούτε τρομερός εξερευνητής του βυθού, παρά το γεγονός ότι είναι μεγαλειώδεις και οι δυο αυτοί κόσμοι. Ξέρεις περνάει από το μυαλό μου, όταν παίζεις στην παραλία με τα βότσαλα και τα κοχύλια και με την κίνηση που κάνει το κύμα, μας διαφεύγουν συνεχώς τα μυστικά του ωκεανού.

Ένας άλλος κόσμος…

Ένας άλλος κόσμος. Έχεις δίκιο. Λένε, αν ζούσατε ξανά τη ζωή σας; Εγώ θα ήθελα να ζήσω άλλη ζωή.

Σαν τον Κουστώ;

Δε ξέρω. Κάποια άλλη. Θα ήταν σε άλλο πλανήτη, στο διάστημα. Πάντως όχι αυτή που έζησα. Αυτή ήταν πλήρης ημερών. Ξεχείλωσα, άνοιξα τη βεντάλια. Παρόλο που υπήρχε ένα μέτρο.

Δεν ήσασταν των άκρων;

Πίστεψε με, επειδή είχα πειθαρχία από μικρός είτε από το σπίτι, είτε από το χορό, είτε από το θέατρο. Οι τέχνες είναι φοβερής πειθαρχίας. Δεν είναι εύκολες. Είσαι καθημερινά εκεί, προπονείσαι, να είσαι εγρήγορση.

Πρέπει να είσαι έτοιμος όταν σου έρθει το υπέροχο κύμα που κατά τη γνώμη σου συνεπάγεται φωτεινό μονοπάτι να το ακολουθήσεις. Λοιπόν παρά το γεγονός ότι είχα την πειθαρχία, είχαν την επιθυμία να απολέσω εαυτόν επειδή άκουγα για ιστορίες για ασώτους, για παρασυρμένους νέους, είτε από ναρκωτικά, είτε από την ηδονή, κι έλεγα «μα έμενα δε θα μου προκύψει να πάρει ευχή να πάρει. Να γίνω άθυρμα, έρμαιο πάθους, να γίνω σκλάβος του έρωτα, κάποια σχέση». Δεν μου έτυχε. Έκανα ό,τι μπορούσα αλλά με απέφευγε…

Είναι η γλυκιά αμαρτία;

Κάθε φορά που μου δινόταν η ευκαιρία. Ο καλύτερος τρόπος για να αγιάσεις, είναι να ενδώσεις στον πειρασμό, άλλα το να απολέσω εαυτόν, το χάσιμο που λέμε, «Αυτοί παίρνουνε ναρκωτικά και χάνουν το μυαλό τους ή βυθίζομαι σε κάτι σκέλια, δεν μου έτυχε».

Κάτι σας κράταγε;

Ναι δεν μου προέκυψε. Έχω την τάση ακόμη και σε πολύ προσωπικές στιγμές, ηδονιστικές να είμαι παρατηρητής.

Μεγαλύτερη ηδονή για σας;

Νομίζω ότι υπήρξε η περίοδος της Νέας Υόρκης, η ανωνυμία.

Όχι μόνο το γκλάμουρ…

Όχι. Γενικά ξέρεις παίρνεις από τους ανθρώπους τον καλύτερο τους εαυτό όταν δεν ξέρουν ότι είσαι κάποιος. Έχω την εντύπωση ότι ο Τόμας Πένσον, Αμερικανός συγγραφέας του οποίου δεν ξέρουμε το πρόσωπο, ο λόγος που τα μυθιστορήματα του έχουν αυτή τη διάσταση, την γκλόμπαλ, είναι γιατί δεν τον ξέρει κανείς. Μπορεί να ταξιδεύει, να κάθεται στο διπλανό κάθισμα στο αεροπλάνο, σε ένα μπαρ κι όταν πιάνει συζήτηση μαζί σου να είσαι ο εαυτός σου. Γιατί αν ήξερες ότι ένας διάσημος συγγραφέας μπορεί να έβαζες τα καλά σου και να έλεγες πράγματα συγκαμένα και δυσκοίλια, πομπώδη. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεση».

Στη Ρωσία ένας διάσημος βιολιστής έκανε ένα πείραμα για το πώς αντιδρά ο κόσμος στη τέχνη. Πήρε το βιολί του και πήγε στον μετρό, παίζοντας παριστάνοντας τον επαίτη. Όλοι τον προσπερνούσαν κι ας άκουγαν κάτι θεσπέσιο. Όταν όμως έδινε παραστάσεις, τον αποθέωναν

Εμένα μου συνέβη στην πλατφόρμα στο μετρό του δρόμου 59 της Νέας Υόρκης. Ένας βιολιστής έπαιζε και είχε μια θήκη ανοιχτή, «αφήστε ό,τι έχετε ευχαρίστηση για περισσότερες σπουδές». Επειδή ήταν τρομερά δεξιοτέχνης μου έκανε εντύπωση που ο κόσμος μπαινόβγαινε στα βαγόνια και περνούσε από την πλατόφορμα, πόσα χρήματα του άφηνε. Κάποια στιγμή τον έχασα κι ένα βράδυ στο κανάλι 13 τον βλέπω στη φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Αυτό έχει ίσως να κάνει με την ευελιξία που ενδεχομένως να έχει ο καπιταλισμός, δεν ξέρω. (Γέλια)

Η καθημερινότητα σε αποκτηνώνει;

Μπορεί. Αλλά υπάρχουν μερικές πόλεις σα διεθνή αεροδρόμια δηλαδή, δεν μπορεί να πει κανείς τη Νέα Υόρκη τυπική αμερικανική πόλη. Οι μητροπόλεις δεν έχουν σχέση με την υπόλοιπη χώρα. Ούτε το Βερολίνο με την υπόλοιπη Γερμανία.

Με την πολιτική ασχολείστε;

Όχι. Ποτέ δεν μπορούσαν να με μαγνητίσουν, να με τραβήξουν, ακόμη και οι πιο εντυπωσιακοί ρήτορες. Μου δίνουν την εντύπωση ότι κάνουν σόου που αποβλέπει στη ψηφοθηρία και κυρίως, πράγμα που το απέφευγα και το μισώ, στην εξουσία. Η πολιτική είναι συνώνυμο της εξουσίας. Δεν είναι ότι απλώς διαχειρίζομαι τη γειτονιά μας, 4-5 από μας. Δεν είναι αυτό. Αυτό είναι αυτοδιαχείριση, τελείως διαφορετικό. Και επειδή ξέρετε θέλω να πιστεύω ότι ανήκω στους ανθρώπους που έτυχε από πολύ μικροί να ξέρουν τι τους γίνεται και που βάζουν τα χέρια τους και τα πόδια τους. Επίσης όταν υπερβαίνουν τα εσκαμμένα να το πληρώνουν. Έχω κλέψει και κάποια στιγμή είπα πρέπει να τα χώσω διότι κάποτε έκλεψα. Λοιπόν για τους ανθρώπους σαν εμάς η πολιτική είναι άχρηστη. Δε λύνουν, μπερδεύουν.

Με την Εκκλησία έχετε επαφή;

Μικρός είχα διότι η μητέρα μου ήταν θρησκευόμενη γυναίκα. Όχι ακριβώς θεούσα. Πίστευε στο Θεό. Με έστελνε στις κατασκηνώσεις των χριστιανικών μαθητικών ομάδων στον Παρνασσό. Βρήκα τρόπο πάντως να το διασκεδάσω. Μου ασκούσε μια γοητεία πάνω μου ο ψηλός απέριττος σταυρός στο δάσος. Κάτι τραγούδια γύρω από τη φωτιά που ήτανε βαλμένοι στίχοι πάνω στη μελωδία του νέου κόσμου του Τβόρζακ ή του Μπετόβεν. Δεν μου κράτησε πολύ. Με περιέλαβε το ροκ εν ρολ. Δεν ξέρω αν ζούσε η μητέρα μου, αν θα ήμουν ο ίδιος, γιατί όταν ήμουν πολύ μικρός, υπάρχει στο πρώτο βιβλίο εξ αιτίας της υπόδειξης που έκανα σε ένα φιγουρίνι με τις φίλες της που κοιτούσαν τι να ράψουν, τους έκανε εντύπωση το γούστο μου. Η ίδια με έστειλε στο δωμάτιο μου να διαβάσω Τομ Σόγιερ ή δεν ξέρω τι άλλο. Εγώ όμως έστησα αυτί γιατί κατάλαβα ότι κάτι είπαν και τους έλεγε το εκπληκτικό: «Δε θέλω να μου γίνει θεατρίνος». Το θυμήθηκα αργότερα.

Και γι’ αυτό…

Έγινα θεατρίνος. Εκ των υστέρων θυμήθηκα ότι είχε πει κάτι τέτοιο. «Ναι ρε συ άκου να δεις». Ίσως αν ζούσε δε ξέρω αν θα μου άλλαζε τα μυαλά, γιατί εγώ το έκανα αυτό επειδή μου ήταν πολύ εύκολο, σα φυσικό χάρισμα. Δε χρειάστηκε να μοχθήσω και πολύ επειδή είμαι και φυγόπονος. Μου αρέσει να παίζω ρόλο παυσίπονου, να αποφεύγω πολλές έγνοιες και φροντίδες κτλ. Επομένως μπορεί αν ζούσε να έκανα άλλα πράγματα για να τη αρέσω, γιατί όσο ζούσε θυμάμαι ήμουν καλός και στα μαθήματα. Έλεγα θα γίνω ιεραπόστολος επειδή ήξερα ότι της άρεσε. Μετά έλεγα γιατρός, ωτορινολαρυγγολόγος. Αυτός ο γλωσσοδέτης μου άρεσε. Είχα εμμονή με τις λέξεις, από μικρός. Ακούει κανείς διάφορα για τον εαυτό του από τους άλλους. Η Τίνα Μανδηλαρά που γράφει στο Πρώτο Θέμα για  βιβλία, με αφορμή το Ως εκ θαύματος  έγραψε για μένα κάτι που με βρίσκει σύμφωνο: «Ο  Κωνσταντίνος Τζούμας είναι είρων εκ φύσεως, ηθοποιός εξ ιδιοσυγκρασίας και συγγραφέας εξ ενστίκτου».

Ο έρωτας έχει φύλο;

Όχι δε νομίζω. Είναι εντυπωσιακό όταν σου έρχεται χωρίς να το περιμένεις, από κει που δεν το περίμενες. Απλώς εμείς έχουμε κλείσει τον εαυτό μας σε στεγανά και με παρωπίδες και δεν μπορούμε να δούμε την πιθανότητα να είναι πιο ανοιχτό το πεδίο το ερωτικό, αλλά όχι δεν πιστεύω ότι έχει φύλο. Γιατί αλλιώς γίνεται μια μηχανιστική κίνηση πολύ βαρετή και επαναλαμβανόμενη. Είναι σαν αυτό το τραγούδι του Στίβι Γουόντερ: «They are spending most of their time living in a past time paradise».

Σαν παλιό παράδεισο…

Ναι. Σα να είναι κολλημένοι εκεί. Όπως πρωτοανακαλύπτεις στην εφηβεία το σεξ και θέλεις να σου ξανατύχει με την ίδια ορμή με το ίδιο παραισθητικό που έπαιρνες. Ε, δε γίνονται αυτά.

Πως σας θα φαινόταν αν κάποιος σας έλεγε ότι τα βιβλία σας είναι ηθικά ή ανήθικα; Θέλω να σας θυμίσω ότι ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε πει ότι «δεν υπάρχουν ηθικά ή ανήθικα βιβλία, αλλά καλογραμμένα ή κακογραμμένα.

Ναι αυτό. Έχει απόλυτο δίκιο ο Όσκαρ. Έχει πει εξαιρετικά πράγματα κατά καιρούς. Είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, όπως και η Λολίτα του Ναμπόκοφ κι ο Μετρ και η Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ και βεβαίως ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ. Δεν τραβάω κανένα ζόρι τι είναι ηθικό και τι ανήθικο. Ηθικό και ανήθικο είναι το μυαλό του καθένα.

Advertisements