ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΞΕΝΗ

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΞΕΝΗ

Η Ιστορία μιας Μετανάστριας

 

 

Γράφει η ΜΙΛΙΤΣΑ ΚΟΣΑΝΟΒΙΤΣ

 

 

Η αίσθηση του ξένου δεν έχει να κάνει τόσο με την ξενιτιά, όσο με την ψυχολογική και την εσωτερική κατάσταση του κάθε ανθρώπου. Βαθιά μέσα μου δεν αισθάνομαι περισσότερο ξένη στην Ελλάδα από ό,τι αισθανόμουν ως Σερβίδα στη Σερβία, όπου σπούδασα και ωρίμασα, ή ως Σερβίδα της Κροατίας, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου κοσμοπολίτισσα με πραγματική έννοια της λέξης. Ανέκαθεν είχα μεγάλη περιέργεια για τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των φυλών και των εθνικοτήτων. Για μένα η διαφορετικότητα, ξεκινώντας από την κουζίνα, τη γλώσσα μέχρι και τη νοοτροπία, είναι πλεονέκτημα και πλούτος. Το να διατηρήσει ένας αλλοδαπός τη δική του ταυτότητα το θεωρώ παρά πολύ σημαντικό και χρήσιμο και για τον ίδιο αλλά και για τους άλλους γύρω του. Κι όμως, έκανα αγώνα για να μην ψιθυρίζω όταν μιλάω Σερβικά με κάποιον συμπατριώτη μου, στον δρόμο, στο ταξί ή στο λεωφορείο, πράγμα που οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί ή οι Γάλλοι δεν θα το έκαναν ποτέ. Πιστέψτε με, εσείς που δεν τον έχετε νιώσει ποτέ στο πετσί σας (αντίθετα με τα εκατομμύρια των Ελλήνων του εξωτερικού), ο ρατσισμός είναι η χειρότερη εκδήλωση της συλλογικής νεύρωσης.

Γεννήθηκα από Σέρβους γονείς μου στην Πέτρινια, μια μικρή γραφική πόλη της Κροατίας, που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 53 χιλιομέτρων από το Ζάγκρεμπ. Οι παλιοί κάτοικοι της Πέτρινια, για να τονίσουν το αστικό «pedigree» τους έλεγαν πάντα με υπερηφάνεια δύο πράγματα: Πρώτον ότι η Πέτρινια έχει παλιότερο status πόλης από το Ζάγκρεμπ, την πρωτεύουσα της Κροατίας, και δεύτερον ότι το κεντρικό πάρκο της πόλης το δημιούργησαν οι στρατιώτες του Ναπολέοντα, έχοντας κατά νου τους το Schenbroun της Βιέννης. Στην Πέτρινια λοιπόν τελείωσα το δημοτικό και το γυμνάσιο (λύκειο), στο ποτάμι Κούπα έμαθα να κολυμπάω, εκεί ερωτεύτηκα πρώτη φορά, ανακάλυψα τα ταλέντα μου και επίσης κατάλαβα ότι είμαι διαφορετική από τους περισσότερους! Ξένη στον τόπο μου…

Ο πατέρας μου ήταν ένας Σέρβος της Κράινας, ένας αφυπνισμένος ορθόδοξος Δυτικός ακρίτας, όλοι οι πρόγονοι του οποίου ήταν ορθόδοξοι ιερείς ή στρατιώτες που υπερασπίζονταν επί αιώνες τα νότια σύνορα της αυτοκρατορίας των Αψβούργων από τους Τούρκους. Έχασε τη μισή του οικογένεια του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κροατίας από τους Ούστασι (τους Κροάτες φιλοναζί φασίστες) και αυτό τον έκανε αδιόρθωτο εθνικιστή. Ποτέ του δεν συγχώρεσε τους Κροάτες και παρόλο που μετά τον πόλεμο, ως «νικητής κατά του φασισμού» και αξιωματικός του Τίτο, συνέχισε να ζει στην Κροατία ποτέ του πια δεν εμπιστεύτηκε τους Κροάτες. Πιστεύω πως ένας από τους χειρότερους εφιάλτες του ήταν το ενδεχόμενο να παντρευτεί κάποια από τις κόρες του έναν από αυτούς. Ήξερα λοιπόν από μικρή παιδική ηλικία ότι είμαι μια Σερβίδα της Κροατίας, μια ορθόδοξη ανάμεσα στους καθολικούς, μια ξένη στον ίδιο της τον τόπο…

Γνωρίζω από «Εθνικά Τεστ»

Η ζωή στη Γιουγκοσλαβία στην εποχή του Τίτο ήταν ήρεμη και ασφαλής, ειδικά για τα μέλη του κομουνιστικού κόμματος και τις οικογένειές τους. Ο πατέρας μου δεν συμφωνούσε με την πολιτική του Τίτο, αλλά παρέμεινε μέλος του κόμματος για να μπορεί, όπως έλεγε, να υπερασπίζει, όσο είναι στο χέρι του, τα δικαιώματα των Σέρβων της Κράινας. Μεγάλωσα ακούγοντας τις ιστορίες του για τον πόλεμο, για το ότι οι Ούστασι ήταν χειρότεροι από τους Ναζί, και για το ότι η «δουλειά» τους ακόμη δεν τελείωσε, αφού δεν «καθάρισαν» την Κροατία από τους Σέρβους (ζούσαν τότε περίπου 700.000 Σέρβοι, επιζώντες της σφαγής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Κροατία). Με όλη αυτή την αντι-κροατική «προπαγάνδα» του πατέρα μου περνούσα τον κάθε καινούργιο φίλο μου από ένα «εθνικό τεστ» για να μάθω την καταγωγή του, γιατί ήμουν εκπαιδευμένη να ξεχωρίζω από τα ονόματα ποιος είναι ποιος, κάτι που οι Σέρβοι της Σερβίας συνήθως δεν καταλαβαίνουν. Στο σπίτι μου κάποιες καθαρά κροατικές λέξεις απαγορευόταν να προφέρονται: «Όσο ζω, στο δικό μου το σπίτι δεν θέλω να ακούσω κάι, μποκ, τότσνο…» έλεγε ο πατέρας μου. Ζούσαμε με το όνειρο της μεγάλης επιστροφής στη Σερβία, που φαινόταν όλο και περισσότερο πραγματικότητα όσο πλησίαζε ο καιρός για να σπουδάσω. Η κάθε σκέψη να σπουδάσουμε στο Ζάγκρεμπ ήταν απαγορευμένη γιατί «αν τα παιδιά σπουδάσουν στο Κροατικό Πανεπιστήμιο, πάει, τελείωσε, θα ξεχάσουν τις σερβικές ρίζες τους, θα λένε ζάκαϊ και μπoκ, θα παντρευτούν Κροάτες»…

Κι έτσι μετακομίσαμε στο Βελιγράδι. Φυσικά νοτίως του Δούναβη, γιατί το Νέο Βελιγράδι και το Ζέμουν (Σεμλίνο), που είναι βόρεια από τον Δούναβη, «θα ξαναπέσουν στα χέρια των Αυστροούγγρων», έλεγε ο πατέρας. Όμως και στο Βελιγράδι πάλι αισθανόμουν ξένη. Είχα μια τόσο έντονη κροατική προφορά, που, όταν μιλούσα, οι περισσότεροι με κοιτούσαν με μια ξινή έκφραση στο πρόσωπο, σαν να τους κούραζα. Σε εννιά μήνες όμως είχα αποκτήσει μια τέλεια βελιγραδέζικη προφορά χρησιμοποιώντας την πιο «in» αργκό της πόλης. Κατάφερα να κρύψω το επαρχιώτικο κόμπλεξ μου, με το οποίο θα έλεγα ότι παλεύω όλη μου τη ζωή…

Ο πατέρας μου δεν έζησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, που την προέβλεπε με πολλή πίκρα και θυμό, μιλώντας για τους «ηλίθιους Σέρβους πολιτικούς που πούλησαν τα εθνικά συμφέροντα του λαού για τις κόκκινες πολυθρόνες τους…» Το 1992 ο πόλεμος θέριζε για τα καλά ανθρώπινες ζωές στην Κροατία και στη Βοσνία, ενώ η Σερβία, ως μόνιμος ένοχος για τη Δύση, υπέστη το εξοντωτικό οικονομικό εμπάργκο. Όπως και παρά πολλοί συμπατριώτες μου, που δούλευαν για ξένες εταιρίες οι οποίες έκλεισαν λόγω του εμπάργκο, έμεινα κι εγώ χωρίς δουλειά. Αποφάσισα με βαριά καρδιά να φύγω στο εξωτερικό, αλλά κάπου όπου δεν θα με μισούν πάλι, μόνο και μόνο επειδή είμαι Σερβίδα. Άρα, αποκλείονταν σχεδόν όλες οι Δυτικές χώρες λόγω της έντονης αντισερβικής προπαγάνδας. Έπρεπε, βλέπετε, να προετοιμάσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη και να δικαιολογήσουν τους ανελέητους βομβαρδισμούς της Σερβίας που θα έκαναν το 1999. Αποφάσισα λοιπόν να έρθω στην Ελλάδα, μια παραδοσιακά φιλική –ως προς τους Σέρβους τουλάχιστον– χώρα, την οποία ήδη ήξερα καλά, της οποίας τη γλώσσα σπούδασα και μιλούσα αρκετά καλά και από την οποία μου είχαν έρθει αρκετοί οιωνοί ότι είναι η χώρα στην οποία έχω κάποια αποστολή…

Σκοτεινά Πρόσωπα, Κλειστές Καρδιές

Σήμερα, όταν συναντώ μετανάστες στον δρόμο, στην πολυκατοικία όπου μένω, στο λεωφορείο, στο μπακάλικο, στο σούπερ μάρκετ, έχω πολύ μπερδεμένα συναισθήματα. Αναρωτιέμαι γιατί τα δύο κορίτσια που καθαρίζουν τις σκάλες της πολυκατοικίας όπου μένω είναι πάντα μουτρωμένα και ποτέ δεν μου λένε μια καλημέρα. Δεν με χωνεύουν άραγε γιατί πιστεύουν ότι είμαι Ελληνίδα και νομίζουν ότι τους μισώ ή με μισούν γιατί ξέρουν πως είμαι Σερβίδα…; Κάποιοι Έλληνες που συναντώ συχνά και ποτέ δεν μου λένε ούτε ένα «γεια» το κάνουν επειδή είναι παράξενοι ή επειδή δεν γουστάρουν τη σλαβική φάτσα μου; Ταυτόχρονα, όταν κάποιες στιγμές κάνοντας ζάπινγκ, σταματάω για να ακούσω κάποιον από τους Έλληνες εθνικιστές που φωνάζουν κατά των αλλοδαπών στη χώρα τους, δεν μπορώ να μη θυμηθώ τον πατέρα μου… Προχθές, στο αστικό λεωφορείο τράβηξε αυθόρμητα την προσοχή μου ένας άνθρωπος, γιατί το πρόσωπό του είχε διαφορετική έκφραση. Είχε ένα καλλιεργημένο πρόσωπο, που μου θύμιζε τους Ευρωπαίους υπαρξιστές της δεκαετίας του 1970. Είχε μαλλιά με γκρίζες τούφες αφημένα μέχρι τους ώμους κι έμοιαζε μ’ έναν ζωγράφο της χώρας μου. Μπορεί και να ήταν ζωγράφος, αλλά τα ρούχα του και οι μισάνοιχτες αρβύλες του ήταν άσπρες από τη σκόνη, στοιχείο που παρέπεμπε σε κάποια σκληρή δουλειά της οικοδομής. Στα κουρασμένα και από την πολλή δουλειά φουσκωμένα του χέρια κρατούσε μια σακούλα με τέσσερα πέντε ψωμιά και τίποτε άλλο. Ξέρετε, οι οικονομικοί μετανάστες ζούνε πολύ λιτά, επειδή έχουν στόχο.

Πρόσφατα μπήκα σε ένα μεγάλο μανάβικο ενός κεντρικού δρόμου της Θεσσαλονίκης. Όλοι όσοι δούλευαν εκεί ήταν αλλοδαποί, δεν ήμουν σίγουρη από πού, δεν είχε σημασία, πάντως δεν ήταν ούτε Γερμανοί ούτε Γάλλοι, αλλά από κάπου εδώ γύρω, από τα πολύπαθα Βαλκάνια. Συναντώ όλο και περισσότερους μετανάστες εργάτες σε βενζινάδικα, περίπτερα, μπακάλικα, σε καθαριστήρια διάφορων ειδών. Με σκοτεινιασμένα πρόσωπά, χωρίς χαμόγελο, και κλειστά στόματα που πολύ σπάνια λένε έστω μια καλημέρα. Κι εγώ είμαι μία από σας, λέω μέσα μου, απλώς, αντί να προσποιούμαι ότι είμαι κάτι που δεν είμαι, προσπαθώ να υπερασπίσω την ξεχωριστή μου ταυτότητα. Γιατί σίγουρα θα υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος για τον οποίο η μοίρα με όρισε να είμαι πάντα ξένη στον τόπο μου…

Η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς είναι φιλόλογος, μεταφράστρια και συγγραφέας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΠΟΡΦΥΡΗ ΠΛΑΚΕΤΑ» ΤΟΥ ΤΕΣΛΑ

 

Advertisements