Ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Μια «Αιρετική» Άποψη για τα Εθνικά Ζητήματα της Ελλάδας

Γράφει ο Δρ. Γεώργιος Νακρατζάς

Εξετάζοντας την πολιτική της χώρας μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι χαρακτηρίζεται από έναν παρανοϊκό εθνικιστικό χαρακτήρα, από τον οποίον δυστυχώς είναι δύσκολο να απαλλαγούμε. Τα μείζονα προβλήματα που απασχολούν αυτήν την στιγμή και δυστυχώς θα απασχολούν και στο εγγύς μέλλον την ελληνική κοινωνία είναι:

  • Το θέμα της επέκτασης στα 12 μίλια των χωρικών υδάτων του Αιγαίου.
  • Το θέμα των γιγαντιαίων  εξοπλισμών.
  • Το θέμα της ονομασίας γειτονικού κράτους.
  • Το θέμα των εθνικών Μειονοτήτων.
  • Το φαιδρό θέμα των Γενοκτονιών.
Το Θέμα της Επέκτασης στα 12 Μίλια των Χωρικών Υδάτων του Αιγαίου

Με την διεκδικούμενη επέκταση σε 12 μίλια των χωρικών υδάτων του Αιγαίου είναι συνυφασμένο και το θέμα των 10 μιλίων του ελληνικού εναερίου χώρου.  Για το θέμα αυτό ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδος κύριος Σημίτης στο βιβλίο του Πολιτική για μια Δημιουργική Ελλάδα: 1996-2004 έγραψε τα εξής: «…αξιώσεις και διεκδικήσεις που εγείρει η Τουρκία στο Αιγαίο, αμφισβητώντας έτσι σχεδόν στο σύνολό του το νομικό καθεστώς που έχει διαμορφωθεί μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και πριν από αυτόν (ελληνικός εναέριος χώρος των 10 ναυτικών μιλίων κ.λ.π)».

Το θέμα των 10 μιλίων του ελληνικού εναερίου χώρου αποτελεί μια χονδροειδή διπλωματική απάτη της Ελλάδας, διότι η επέκταση αυτή ουδέποτε αναγνωρίσθηκε διεθνώς.

Ο λόγος είναι ότι γύρω στο 1931 έχει εκδοθεί ένα ελληνικό προεδρικό διάταγμα το οποίο καθόριζε πως η χώρα αναλαμβάνει το συντονισμό της κυκλοφορίας στον εναέριο χώρο του Αιγαίου μέχρι τα 10 μίλια. Σημειωτέον ότι την εποχή εκείνη στο Αιγαίο δεν υπήρχε άξια λόγου αεροπλοΐα.

Το διάταγμα αυτό μπήκε στα χρονοντούλαπα του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, χωρίς να αναγνωριστεί ποτέ από κανένα διεθνές όργανο, ή από την Τουρκία. Πρακτικώς είναι αδύνατον, και εάν ακόμη η Ελλάδα είχε διεθνώς αναγνωρισμένα 10 μίλια εναερίου χώρου στον αέρα να έχει στη θάλασσα μόνο 6 μίλια.

Όσον αφορά το θέμα της επέκτασης  στα 12 μίλια των χωρικών υδάτων του Αιγαίου, η χώρα μας δεν ψεύδεται. Το θέμα έχει ως εξής: Η ελληνική αυτή απαίτηση στηρίζεται στη διεθνή συμφωνία για το δίκαιο των θαλασσών, η οποία έλαβε χώρα στο Συνέδριο του Ριο ντε λα Πλάτα της Νοτίου Αμερικής το 1982. Στο Συνέδριο αυτό αποφασίστηκε ότι και τα νησιά έχουν δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων τους μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια. Τη συμφωνία αυτή υπέγραψε μεν η Ελλάδα, αλλά δεν υπέγραψε η Τουρκία, με το αιτιολογικό ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας απειλεί «ζωτικά συμφέροντά» της, διότι με τον τρόπο αυτό το νότιο Αιγαίο μετατρέπεται από διεθνής θάλασσα που είναι σήμερα σε μια ελληνική λίμνη.

Άξιον αναφοράς είναι ότι χώρες που δεν υπογράφουν μια οποιαδήποτε διεθνή συμφωνία δεν δεσμεύονται από την συμφωνία αυτή.

Το επιχείρημα που ακούμε κατά κόρον είναι ότι η Τουρκία δεν σέβεται τις διεθνείς συνθήκες. Αυτό αποτελεί καθαρή υποκρισία, Ούτε και η Ελλάδα σέβεται τις συμφωνίες που υπέγραψε, ότι δεν θα εξοπλίσει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Η χώρα μας εξόπλισε τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό υπερασπίζει ζωτικά συμφέροντά της. Η επιχειρηματολογία όμως αυτή δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα, αλλά πρέπει να ισχύει και για την Τουρκία.

Κορυφαία ορθολογιστική πράξη αποτέλεσε αυτή του μνημονίου της Μαδρίτης, την οποίαν συνυπέγραψαν ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας κύριος Σημίτης με τον τότε  Πρωθυπουργό της Τουρκίας κύριο Γιλμάζ.

Στο κείμενο αυτού του μνημονίου αναφέρονταν ότι «Τα προβλήματα ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Τουρκία θα πρέπει να λύνονται λαμβάνοντας υπόψη το διεθνές δίκαιο και τα ζωτικά συμφέροντα και των δύο χωρών».

Για πρώτη φορά Πρωθυπουργός της Τουρκίας υπέγραψε δήλωση ότι θα σεβασθεί το διεθνές δίκαιο και Πρωθυπουργός της Ελλάδας υπέγραψε δήλωση ότι θα λάβει υπόψη και τα ζωτικά συμφέροντα της γείτονας χώρας.

Αυτή η σοφή και ταυτόχρονα φιλειρηνική δήλωση των δύο Πρωθυπουργών έγινε δεκτή στην Ελλάδα  με μία λυσσώδη αντίδραση εθνικιστικών στοιχείων, ιδιαίτερα των μελών του λεγόμενου «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ, με πρωταγωνιστή τον κύριο Παπαθεμελή, προερχόμενο από ένα σλαβόφωνο χωριό της περιφέρειας της Θεσσαλονίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση είτε λύνει κανείς το πρόβλημα με αμοιβαίες και έντιμες υποχωρήσεις είτε με εξοπλισμούς και πόλεμο. Σε έναν τέτοιο πόλεμο μετά από μια βιβλική καταστροφή και των δύο χωρών δεν θα υπάρξουν νικητές παρά μόνο ηττημένοι, έτσι έγινε στο παρελθόν ανάμεσα στην Αίγυπτο και το Ισραήλ.

Οι Γιγαντιαίοι Εξοπλισμοί Ελλάδας και Τουρκίας

Συνέπεια του θέματος των 12 μιλίων στο Αιγαίο είναι οι γιγαντιαίοι εξοπλισμοί τόσο της Ελλάδας όσο και Τουρκίας τους οποίους έμμεσα υποστηρίζουν, χωρίς βέβαια να  αισχύνονται, τόσο ο Συνασπισμός όσο και το εθνικιστικό ΚΚΕ, με τη χυδαία  εκστρατεία τους υπέρ των εθνικών μας δίκαίων  στο Αιγαίο.

Σύμφωνα με έρευνα του σουηδικού ινστιτούτου μελετών International Peace Research Institute (Sipri), η Ελλάδα έρχεται τρίτη στον κόσμο σε δαπάνες για την αγορά συμβατικών όπλων, μετά από την Κίνα και  τις Ινδίες.

Το 2004  η Ελλάδα, με 11 εκατομμύρια κατοίκους, δαπάνησε 5,2 δις δολάρια για την άμυνα της, η Βρετανία, με 50 εκατομμύρια κατοίκους, 3,4 δις, και η Τουρκία, με 70 εκατομμύρια κατοίκους, 3,3 δις δολάρια.

Πρόσφατα ανακοίνωσε η ελληνική κυβέρνηση ότι θα δαπανήσει τα επόμενα 15 χρόνια το ιλιγγιώδες ποσό των 56 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να σκεφθεί κανείς, κυρίως η λεγόμενη Αριστερά, τι ωφέλεια θα είχε η ελληνική και η τουρκική νεολαία εάν τα ιλιγγιώδη αυτά ποσά δεν δίνονταν για παλιοσίδερα αλλά για αναπτυξιακούς και κοινωνικούς σκοπούς…

 

Το Θέμα των Εθνικών Μειονοτήτων

Όλες οι σημερινές εθνικές ταυτότητες είναι τεχνητές, συμπεριλαμβανομένων τόσο της ελληνικής, όσο και της μακεδονικής. Η ευρωπαϊκή Αναγέννηση και πιο συγκεκριμένα η Γαλλική Επανάσταση, ήταν αυτή που δημιούργησε τις εθνικές ταυτότητες με σκοπό την καταπολέμηση της φεουδαρχίας και της θεοκρατίας στην Ευρώπη. Η δημιουργία της ελληνικής εθνικής ταυτότητας αρχίζει αμέσως μετά την Γαλλική Επανάσταση, μέσα από ενέργειες Ελλήνων της διασποράς, όπως του Κοραή και του Ρήγα Φεραίου.

Η μακεδονική εθνική ταυτότητα εμφανίζεται 100 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1897 κατά την διάρκεια του πρώτου συνεδρίου διανοούμενων Μακεδόνων στην Θεσσαλονίκη, παρουσία και του εθνικού τους ήρωα Γκότσε Ντέλτσεφ.

Προς ατυχία τους όμως οι νεαροί αυτοί Μακεδόνες δεν επιθυμούσαν βασιλιά διότι ήταν σοσιαλιστές, πράγμα το οποίο αποτελούσε για την τότε άρχουσα τάξη της Ευρώπης, η οποία ρύθμιζε τότε τις τύχες των λαών, κάτι σαν «κόκκινο πανί».

Η εθνική λοιπόν ταυτότητα των Μακεδόνων δεν είναι δημιούργημα του Τίτο –όπως μας λέει η ελληνική εθνικιστική προπαγάνδα– αλλά υπήρχε από την εποχή εκείνη, τουλάχιστον σε εκείνη τη μερίδα των πολιτικά συνειδητοποιημένων Μακεδόνων.  Κατά την εποχή εκείνη, τόσο η γλώσσα όσο και η εθνική ταυτότητα των Μακεδόνων, αποτελούσε μία τρομερή απειλή για τον ελληνικό εθνικισμό.

Αυτό οφείλονταν κυρίως στο ότι το 1912 η Μακεδονία, που τότε καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό, είχε πληθυσμό αποτελούμενο κατά 35-40% περίπου από μουσουλμάνους Τούρκους, κατά 40% από σλαβόφωνους Μακεδόνες, και μόνο κατά 10-12% από Ελληνόφωνες Μακεδόνες. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της οθωμανικής τότε Μακεδονίας αποτελούνταν από Εβραίους, Αλβανούς, λατινόφωνους Βλάχους, και Τσιγγάνους.

Μετά την εποχή αυτή ο ελληνικός εθνικισμός, για να μπορέσει να διατηρήσει τη Μακεδονία, υποχρεώθηκε να καταπολεμήσει τόσο την γλώσσα όσο και την αναδυόμενη εθνική ταυτότητα των Μακεδόνων.

Η θρησκεία Ελλήνων και Μακεδόνων δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για διαχωρισμό διότι και οι δύο ομάδες υπάγονταν στον ορθόδοξο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Μόλις μετά το 1870, έτος δημιουργίας της βουλγαρικής Εξαρχίας, κατέστη δυνατός ο διαχωρισμός των κατοίκων της Μακεδονίας σε Εξαρχικούς και Πατριαρχικούς.

Το 1924, ο καταστροφέας του Μικρασιατικού Ελληνισμού Ελευθέριος Βενιζέλος, και όχι όπως πιστεύεται οι Τούρκοι, επέβαλε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, με αποτέλεσμα να ανατραπεί όχι μόνο τελείως αλλά και οριστικά ο εθνολογικός χάρτης της ελληνικής Μακεδονίας.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες μετατράπηκαν σε μια μειοψηφία, μειοψηφία η οποία συρρικνώθηκε πιο έντονα με τον Εμφύλιο Πόλεμο και την μετανάστευση.

Σήμερα όμως παρά το ότι ο κίνδυνος αυτός έχει εξαλειφθεί οριστικά και αμετάκλητα, οι αρμόδιοι του ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών πάσχουν από ένα αυτιστικό σύνδρομο, δηλαδή ζουν στον δικό τους κόσμο, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν τι συμβαίνει στον έξω κόσμο, στον κόσμο  της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το χειρότερο είναι ότι ο εγκέφαλος των ανθρώπων αυτών έχει παραμείνει στην ημερομηνία 1903…

Το Θέμα της Ονομασίας Γειτονικού Κράτους

Το ελληνικό κράτος μετά τα συλλαλητήρια της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1990, ίσως επειδή δεν αντιλήφθηκε καν την αλλαγή της νοοτροπίας στην διεθνή κονίστρα, επιμένει να καταπολεμά τόσο τη γλώσσα όσο και την εθνική ταυτότητα των Μακεδόνων.

Συνέπεια της ιμπεριαλιστικής αυτής πολιτικής το ελληνικό κατεστημένο παραμένει και σήμερα ακόμη δέσμιο μιας νοοτροπίας που διαμορφώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 υπό το κράτος εθνικιστικής υστερίας και εκβιασμών, με πρωταγωνιστές κυρίως τέως σλαβόφωνους ή βλαχόφωνους ελλαδέμπορους.

Ο αγώνας για το όνομα άρχισε με το επαίσχυντο εμπάργκο εναντίον ενός ανίσχυρου γειτονικού κράτους, με μοναδική επιτυχία να πλουτίσει ένας αριθμός μαυραγοριτών, οι οποίοι προμήθευαν την Δημοκρατία της Μακεδονίας μέσω της Βουλγαρίας κυρίως πετρελαιοειδή. Ο αγώνας αυτός έχει ήδη ηττηθεί, διότι η Δημοκρατία της Μακεδονίας έχει ήδη αναγνωριστεί από 120 κράτη στον κόσμο,

Τόσο η μακεδονική γλώσσα όσο και η μακεδονική εθνική ταυτότητα είναι η μόνη που έχουν γνωρίσει οι κάτοικοι του κράτους αυτού κατά την διάρκεια της ζωής τους. Η αξίωση της Ελλάδας να τους υπαγορεύσει τι είδους αυτοσυνείδηση θα πρέπει να έχουν είναι παράλογη. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που η αξίωση αυτή δεν γίνεται κατανοητή από το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας.

Θα ήταν γελοίο το 60% των κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας, οι οποίοι σημειωτέον είναι πρόσφυγες ή απόγονοι προσφύγων από την ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία, να απαιτούν την μοναδικότητα του όρου Μακεδόνες. Η εθνική ταυτότητα μας δεν είναι Μακεδόνας, είναι αποκλειστικά και μόνο Έλληνας.

Το Φαιδρό Θέμα των Γενοκτονιών: Η Υποτιθέμενη Γενοκτονία των Ποντίων

Τα τελευταία χρόνια ακούγονται εκκωφαντικοί θόρυβοι αναφορικά με την λεγόμενη   Γενοκτονία που υπέστησαν το 1922 οι Έλληνες του Πόντου από τους Τούρκους. Ο ελληνικός πληθυσμός των τριών νομών ή Βιλαετίων του Πόντου αποτελούσε μειοψηφία. Τα στατιστικά στοιχεία, που  αφορούν στο έτος 1912, προέρχονται από τον  καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Σωτηριάδη. Τα στοιχεία αυτά υιοθέτησε και χρησιμοποίησε η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου στις διάφορες διεθνείς συνδιασκέψεις.

Λεπτομερώς στο νομό, δηλαδή στο Βιλαέτι, της Τραπεζούντας οι Έλληνες ανέρχονταν στο 25.9% του συνολικού πληθυσμού. Συγκεκριμένα οι Τούρκοι αριθμούσαν  957.866 άτομα, ενώ οι Έλληνες ανέρχονταν μόνο σε 353.533.

Στον νομό ή Βιλαέτι της Κασταμονής ο ελληνικός πληθυσμός ανερχόμενος στο  2,5%  του πληθυσμού αποτελούσε στατιστικά μια αριθμητικά ασήμαντη εθνική ομάδα και τέλος στο νομό ή Βιλαέτι της Σεβάστειας (Σίβας) οι Έλληνες ανέρχονταν στο 8.9% του πληθυσμού.

Οι πηγές για τον Απελευθερωτικό Αντάρτικο του Πόντου, προέρχονται από  συγγράμματα Ποντίων εθνικιστών και από δημοσιεύσεις στη βιβλιοθήκη της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκης, προπύργιο του ελληνικού εθνικισμού στην Βόρεια Ελλάδα.

Η στρατιωτική δράση του ποντιακού αντάρτικου έλαβε χώρα στη Μπάφρα της Σαμψούντας,  και στη Σάντα της ορεινής Τραπεζούντας. Το πραγματικό αντάρτικο άρχισε μόλις το 1916, όταν οι Ρώσοι κατέλαβαν την πόλη της Τραπεζούντας μεταφέροντας το ρωσο-τουρκικό πολεμικό  μέτωπο στην περιοχή της Τραπεζούντας.

Οργανωτής του ελληνικού αντάρτικου ήταν ο «στρατηγός» Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος ήρθε στην Σαμψούντα το 1908 ως μητροπολίτης. Οι ταλαίπωροι Μπαφραλήδες αντάρτες, επί το πλείστον τουρκόφωνοι και αναλφάβητοι, έπεσαν στην παγίδα του αιμοσταγούς αυτού παπά χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες του λεγόμενου «απελευθερωτικού αγώνα».

Οι αντάρτες, ή τουλάχιστον οι ηγέτες των ανταρτών, δεν θα μπορούσαν καν να φαντασθούν ότι μετά  το πόλεμο θα πάθαιναν  αυτά που έπαθαν το 1945-46 στην Ελλάδα εκείνοι οι σλαβόφωνοι Μακεδόνες ή λατινόφωνοι Βλάχοι, οι οποίοι κατηγορήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση για εσχάτη προδοσία και εκτελέσθηκαν. Ο λόγος που το ελληνικό κράτος κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία την προαναφερθείσα μερίδα των υπηκόων του, δηλαδή τους σλαβόφωνους Μακεδόνες και Βλάχους, ήταν ο ίδιος λόγος για τον οποίον και η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία τους χριστιανούς αντάρτες της Μπάφρας και της Σάντας, οι οποίοι ήταν τούρκοι υπήκοοι. Οι αντάρτες του Πόντου συντάχθηκαν  κατά την διάρκεια του πολέμου με τα εχθρικά κατοχικά στρατεύματα της Ρωσίας, καταπολέμησαν τον στρατό του κράτους του οποίου ήταν υπήκοοι, καταπιέζοντας και σκοτώνοντας αλλόθρησκους συμπολίτες τους.

Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος δεν μιμήθηκε τον Καραβαγγέλη ούτε δημιούργησε αντάρτικα σώματα στην περιοχή του, αντιθέτως το 1916, κατά την διάρκεια της ρωσικής κατοχής της Τραπεζούντας, προστάτεψε τους Τούρκους από την εκδικητική μανία των Αρμενίων και τις υπερβάσεις των Ελλήνων. Εκτός αυτού ο Χρύσανθος δημιούργησε συσσίτια για τους άπορους Τούρκους Πρόσφυγες και αργότερα όταν οι σουλτανικές αρχές  επέστρεψαν στην Τραπεζούντα αναγνώρισαν τις υπηρεσίες  του  και τον παρασημοφόρησαν.

Ο πληθυσμός των επτά χωριών της Σάντας αποτελούνταν από σκληροτράχηλους ορεσίβιους και ταυτόχρονα ιδιαίτερα φιλοπόλεμους χριστιανούς, οι οποίοι ήταν εγκαταστημένοι σε ένα οροπέδιο ύψους 2.500 μέτρων όντας ανέκαθεν οπλισμένοι. Όταν το 1916 η περιοχή της Σάντας περιήλθε προσωρινά στην κυριαρχία του ρωσικού στρατού οι Σανταίοι εκδηλώθηκαν με ενθουσιασμό υπέρ των κατοχικών ρωσικών στρατευμάτων, επιτιθέμενοι σε γειτονικά τουρκικά χωριά.

Το 1920 το τουρκικό κράτος προσέφερε αμνηστία στους Σανταίους, τους όρους της οποίας, όπως αναφέρεται, παραβίασαν οι ίδιοι οι Σανταίοι, αρνούμενοι κάθε συμβιβασμό. Κάτω από την εγκληματική καθοδήγηση του Καραβαγγέλη οι χριστιανοί άρχισαν να πυκνώνουν τις τάξεις των ανταρτών χτυπώντας πισώπλατα τον τουρκικό στρατό και ληστεύοντας κυρίως τουρκικά χωριά, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Λόγω των πράξεων αυτών ο τουρκικός στρατός άρχισε στην περιοχή της Μπάφρας το κυνήγι εναντίον των ανταρτών, οι οποίοι τον Απρίλιο του 1917, για να γλιτώσουν την καταδίωξη των Τούρκων, κατέφυγαν σε μια σπηλιά, γνωστή ως σπηλιά της Παναγίας, κοντά στο χωριό Οτ Καγιά το οποίο βρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού Νεπιέν Νταγ. Οι αντάρτες αριθμούσαν 80 άτομα και είχαν μαζί τους περίπου 700 γυναικόπαιδα, τα τουρκικά στρατεύματα κυρίεψαν τη σπηλιά, σκότωσαν τους τραυματισμένους αντάρτες και κακοποίησαν τους άμαχους.

Δύο χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 15 Αυγούστου 1919, ανήμερα του πανηγυριού της Παναγίας του Οτ Καγιά, 12.000 αντάρτες συνοδευόμενοι και αυτή την φορά από τα γυναικόπαιδα τους, για να παραπλανήσουν τους Τούρκους, επιτέθηκαν την νύχτα στη γειτονική τουρκική κωμόπολη Τσασούρ όπου διέπραξαν σοβαρές εγκληματικές πράξεις με θύματα όχι μόνο ένοπλους Τούρκους αλλά και άοπλους συμπατριώτες τους. Συγκεκριμένα οι χριστιανοί σκότωσαν 1.000 στρατιώτες, 400 γυναικόπαιδα κι έκαψαν 400 σπίτια, εκτός αυτού τραυμάτισαν 800 στρατιώτες, χωροφύλακες και αμάχους.

Επικεφαλής αυτού του εγκλήματος Γενοκτονίας εναντίον του τουρκικού πληθυσμού  ήταν ο Επίσκοπος Μπάφρας Ζήνωνας Αγριτέλης, δεξί χέρι του  Καραβαγγέλη. Λόγω της τρομερής καταστροφής η κωμόπολη έμεινε ακατοίκητη για πολλά χρόνια.

Επειδή γίνεται συνεχής αναφορά στις πράξεις Γενοκτονίας που διέπραξαν οι Τούρκοι εναντίον των Ελλήνων στον Πόντο, παρασιωπώντας συστηματικά τις εγκληματικές πράξεις των Ελλήνων ανταρτών, θα αναφερθούμε μόνο σε ένα τμήμα αυτών των εγκλημάτων, όπως τα παρουσιάζει στην εργασία του ο εθνικιστής Πόντιος συγγραφέας Ανθεμίδης.

Ο εν λόγω συγγραφέας στο κεφάλαιο του βιβλίου του με τον τίτλο Επαναστατική Τρομοκρατία αναφέρεται συν τοις άλλοις και στα εξής: «Το Δεκέμβριο του 1922, οι Έλληνες αντάρτες επιτέθηκαν κατά των Τούρκων ατάκτων τσετέδων και πυρπόλησαν σε μια μόνο επιχείρηση οκτώ τουρκοχώρια…» Στο πέρασμα λοιπόν των ελληνικών ανταρτικών συγκροτημάτων, ερημώνονταν στην κυριολεξία τα τουρκικά χωριά. Τα αντίποινα των ανταρτών εναντίον των αμάχων τουρκικών πληθυσμών, ήταν, σύμφωνα με το δίκαιο του πολέμου, και μάλιστα με το δίκαιο του ανταρτοπολέμου της εποχής εκείνης.

Σε άλλο σημείο ο ίδιος συγγραφέας αναφέρεται επίσης στα εξής: «…Οι κύριες πηγές για την επιμελητεία τους ήταν πλέον τα τουρκοχώρια… Το Σεπτέμβριο 200 περίπου αντάρτες κυρίεψαν το τουρκικό χωριό Σιβασλή, το οποίο είχε 150 οικογένειες και το έκαψαν ολοκληρωτικά, αφού πήραν 200 ζώα και τρόφιμα, μετά πέντε μέρες κυρίεψαν το χωριό Κουτετί με 70 οικογένειες, στη συνέχεια το χωριό Ταϊπλί με 50 οικογένειες και το χωριό Κάρογλαρ…

Μετά από ανάπαυλα είκοσι μερών 500 Έλληνες αντάρτες και 1.000 άοπλοι κυρίεψαν το Σεχρί, που είχε 600 οικογένειες, πήραν όλα τα ζώα και τα τρόφιμα με την βοήθεια των αμάχων και έκαψαν το χωριό… Αστραπιαία μαθεύτηκε στα λιμέρια των βουνών του Πόντου ότι τραυματίστηκε ο καπετάνιος. Έτρεξαν όλοι μαζί κοντά του να τον περιποιηθούν. Στο χωριό Τσαμιλήκιοϊ, ύστερα από διαταγή του ίδιου του καπετάνιου, οι αντάρτες ως αντίποινα δεν άφησαν τίποτε όρθιο».

Το παράξενο είναι ότι ακόμα και κατά την εποχή μας ορισμένοι Πόντιοι συγγραφείς περιγράφουν με υπερηφάνεια τα εγκλήματα γενοκτονίας του διέπραξαν οι Πόντιοι αντάρτες. Ταυτόχρονα οι Πόντιοι εθνικιστές καταδικάζουν με θορυβώδη και ταυτόχρονα υστερικό τρόπο τα εγκλήματα Γενοκτονίας, που διέπραξε η τουρκική πλευρά, απαιτώντας διεθνή αναγνώριση Γενοκτονίας, χωρίς φυσικά να ζητούν συγνώμη από τους Τούρκους για παρόμοια εγκλήματα που έκανε η δική μας πλευρά.

Όπως φαίνεται στους επαγγελματίες αυτούς πατριώτες ούτε στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό τους να ζητήσουν και οι δύο πλευρές συγνώμη για το κακό που έκανε η μία στην άλλη, κοιτώντας πλέον όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον.

Οι πληροφορίες αυτές προσφέρονται κυρίως στην ελληνική νεολαία και ιδιαίτερα στην ελληνική νεολαία ποντιακής καταγωγής, ώστε ακούγοντας και μια άλλη άποψη να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα…

 

Ο ΔΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΑΚΡΑΤΖΑΣ είναι συγγραφέας, έκδότης, σύμβουλος της ΕFA (European Free Alliance), και πρώην διευθυντής πνευμονολογικής κλινικής. Ζει στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας.

Σημείωση: Το περιοδικό ΖΕΝΙΘ είναι πρόθυμο να δημοσιεύσει οποιαδήποτε διαφορετική άποψη ή αντίρρηση πάνω στο συγκεκριμένο άρθρο, αρκεί βεβαίως να βασίζεται σε επιχειρήματα και να είναι απαλλαγμένη από φανατισμό. Όπως έχει αποδείξει άλλωστε κατά τηνπολυετή διαδρομή του, το ΖΕΝΙΘ επιθυμεί να αποτελέσει βήμα διαλόγου πάνω σε ζητήματα-ταμπού της ελληνικής κοινωνίας, προωθώντας τον πλουλαρισμό των ιδεών και την ελευθερία της έκφρασης, όπως αρμόζει στην κοιτίδα της δημοκρατίας.

 

 

Advertisements