«ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΖΩΝΙΑΝΑ» ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ

«ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΖΩΝΙΑΝΑ»

ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ

 

Αυτό που συνέβη στα Ζωνιανά της Κρήτης ήταν ότι (έστω και με μη νόμιμους τρόπους) τέθηκε υπό αμφισβήτηση το καθεστώς της απαγόρευσης ορισμένων ουσιών: Μια πετυχημένη παράνομη επιχείρηση καλλιέργειας και εξαγωγής ενός προϊόντος (της ελληνικής κάνναβης), που βρίσκεται στο στόχαστρο της κρατικής εξουσίας. Πράγμα που διευκολύνει την κυριαρχία της αλβανικής «κάνναβης» στην ελληνική μαύρη αγορά.

 

 

Γράφει ο Κλεάνθης Γρίβας

Με αφορμή την εγκληματική επίθεση αγνώστων εναντίον ενός ειδικού φρουρού, η αστυνομία εξαπέλυσε μια πρωτοφανή επιχείρηση σε βάρος του πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής των Ζωνιανών. Για ένα περίπου μήνα, οι κάτοικοι αυτής της περιοχής της Κρήτης έζησαν συνθήκες στρατιωτικής κατοχής, υπό πλήρη τηλεοπτική κάλυψη, στο πλαίσιο της οποίας, ένας αριθμός ατόμων που υποδύονταν τους δημοσιογράφους (και ήταν εμφανώς άσχετοι με το θέμα), αναμετέδιδαν θριαμβευτικά σε όλη τη χώρα τη βία και την αυθαιρεσία που εμπεριείχε η συμπεριφορά των «ένστολων» οργάνων της «τάξης».

• Από την άποψη της προβαλλόμενης αφορμής για την εν λόγω αστυνομική επέμβαση, είναι προφανές ότι όσοι από τους κατοίκους της περιοχής ασχολούνται με την καλλιέργεια της κάνναβης, δεν είχαν κανένα λόγο ή συμφέρον να θέσουν σε κίνδυνο μια επιχείρηση που λειτουργούσε απολύτως εύρυθμα και αποδοτικά επί δεκαετίας, ανοίγοντας μια βεντέτα με την αστυνομία (με μια εγκληματική επίθεση εναντίον ενός ειδικού φρουρού). Συνεπώς, οι δράστες θα πρέπει λογικά να αναζητηθούν εκτός αυτού του καλλιεργητικού δικτύου.

• Από την άποψη της προπαγανδιζόμενης αποτελεσματικότητας της αστυνομικής επέμβασης, τα «τρόπαια» υπήρξαν μάλλον αστεία. Γιατί, βεβαίως, δεν αποτελεί αστυνομική «επιτυχία» η κατάσχεση 100 ή 200 δενδρυλίων κάνναβης ή 50 ή 100 κιλών φούντας σε μια περιοχή όπου η κάνναβη αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια. Ούτε η ανακάλυψη μερικών κυνηγετικών όπλων και 5-6 καλάσνικοφ σε μια περιοχή που η οπλοκατοχή αποτελεί παράδοση.

Είναι προφανές ότι τα αποτελέσματα θα ήταν ουσιαστικότερα χωρίς καμιά αστυνομική επιχείρηση, εάν οι αρχές αποφάσιζαν το απροειδοποίητο πάγωμα –και εν συνεχεία, τον έλεγχο– όλων των τραπεζικών λογαριασμών των υπόπτων για διακίνηση απαγορευμένων ουσιών. Αυτό θα ήταν ένα ουσιαστικό πλήγμα.

Όμως, στόχος της επέμβασης δεν ήταν να πληγεί ο πυρήνας της («διωκόμενης») δραστηριότητας αλλά, μια τηλεοπτική-τρομοκρατική επιχείρησης αποπροσανατολισμού, σε συνθήκες όπου «τα πράγματα έπρεπε να αλλάξουν για να παραμείνει η ίδια κατάσταση» (περιοδικό Γατόπαρδος),.

Γιατί αυτό που συνέβη στα Ζωνιανά ήταν ότι (έστω και με μη νόμιμους τρόπους) τέθηκε υπό αμφισβήτηση το καθεστώς της απαγόρευσης ορισμένων ουσιών: Μια πετυχημένη παράνομη επιχείρηση καλλιέργειας και εξαγωγής ενός προϊόντος (της ελληνικής κάνναβης) που βρίσκεται στο στόχαστρο της κρατικής εξουσίας. Πράγμα που διευκολύνει την κυριαρχία της αλβανικής «κάνναβης» στην ελληνική μαύρη αγορά.

Όταν η αγορά (νόμιμη ή παράνομη) εφοδιάζεται από χιλιάδες διαφορετικές εγχώριες πηγές, ο κεντρικός έλεγχος του εφοδιασμού και, συνεπώς, του κέρδους είναι αδύνατος. Αντιθέτως, όταν ο εφοδιάζεται από ορισμένες εξωτερικές πηγές, διασφαλίζεται απολύτως ο κεντρικός έλεγχος του εφοδιασμού και, συνεπώς, του κέρδους.

Η αλβανική «κάνναβη» εισάγεται στη χώρα και, ως τέτοια, εισάγεται από ορισμένα κανάλια. Συνεπώς, όποιος ελέγχει τα κανάλια εισαγωγής, ελέγχει τον εφοδιασμό της αγοράς και, κατά συνέπεια, το κέρδος.

Εξ’ ου και οι λόγοι της εξουσιαστικής επιλογής για δίωξη της ελληνικής κάνναβης, πράγμα που δημιουργεί ένα κενό στην αγορά της, το οποίο, εύλογα και φυσικά, καλύπτεται από την αλβανική δήθεν «κάνναβη» (η οποία, σημειωτέον, έχει πλείστες όσες αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοσωματική υγεία των χρηστών της –από τοξική δράση στο ήπαρ και τα νεφρά μέχρι την εμφάνιση ψευδο-ψυχωσικών επεισοδίων– εξαιτίας του ότι είναι εμποτισμένη με πολλά φυτοφάρμακα).

 

Η Απαγόρευση στο Στόχαστρο

Η απόρριψη της απαγορευτικής πολιτικής απορρέει λογικά (α) από την κριτική της ως εργαλείου που χρησιμοποιείται από την εξουσία για τη χειραγώγηση της κοινωνίας, και (β) από τη διαρκώς επαναβεβαιούμενη κραυγαλέα αναντιστοιχία της σε σχέση με τους διακηρυγμένους στόχους της.

Κεντρικοί στόχοι της αντι-απαγορευτικής πολιτικής είναι:

● Η εξάλειψη του μοναδικού κινήτρου της δράσης των εγκληματικών οργανώσεων, του κέρδους (πράγμα που σημαίνει κατάργηση του σπουδαιότερου εγκληματογενούς παράγοντα σε διεθνές επίπεδο) και

● Η μείωση της βλάβης για τους χρήστες και την κοινωνία.

Η εμμονή στην απαγόρευση επιτείνει τη διαδικασία διάλυσης της κοινωνικής συνοχής, γιατί, με την ανεύθυνη και δημαγωγική θέσπιση νόμων που δεν είναι δυνατό να καταστούν σεβαστοί, υπονομεύεται δραστικά η ιδέα της τήρησης του νόμου (δηλαδή των κανόνων που διέπουν τις  κοινωνικές σχέσεις), που αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ύπαρξη κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Πολιτικές Αντιμετώπισης

Όλες οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα για τα τυχερά παιχνίδια, το αλκοόλ, την πορνογραφία, την πορνεία και  τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, κυμαίνονται ανάμεσα στην καταπίεση και την ενσωμάτωση, ανάλογα με τις αλλαγές που επιτελούνται σε κάθε εποχή, στην κουλτούρα, την οικονομία και την πολιτική. Το κύριο χαρακτηριστικό όλων αυτών των φαινόμενων είναι ότι αναφέρονται τόσο σε ατομικές όσο και σε δημόσιες συμπεριφορές.

Μερικές φορές ο νόμος στοχεύει και στις ατομικές και στις δημόσιες συμπεριφορές συγχρόνως, και άλλες φορές μόνο στις δημόσιες. Αλλά όσο περισσότερο επικαλείται την «ηθική», τόσο περισσότερο στοχεύει στον έλεγχο της ιδιωτικής συμπεριφοράς.

Είναι προφανές ότι κάθε νόμος έχει κάποιες «ηθικές» αναφορές, αλλά είναι εξίσου φανερό ότι η επιβολή της «ηθικής» με τη δύναμη του νόμου βρίσκεται εκτός των ορίων της νομιμότητας και αποτελεί τη χειρότερη μορφή τυραννίας. Ο νόμος πρέπει να δρα περιοριστικά μόνο σ’ εκείνες τις δημόσιες συμπεριφορές και τις ανθρώπινες αλληλοδράσεις που προκαλούν βλάβη σε τρίτο και θίγουν άμεσα τη δημόσια τάξη.

Η καταστολή οιασδήποτε συμπεριφοράς ορίζεται ως παράνομη, αποκλείει τόσο την κοινωνική ενσωμάτωση των φορέων της όσο και την επιχειρηματολογημένη ενημέρωση της κοινωνίας. Κι αυτό γιατί απλούστατα:

1) Ο κοινωνικός έλεγχος είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας ενός συνόλου κοινωνικών μηχανισμών που αποβλέπουν στη διαχείριση ορισμένων, κοινωνικά ανεπιθύμητων, συμπεριφορών. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους μηχανισμούς, σημαντικότατο ρόλο διαδραματίζει η ενσωμάτωση, την οποία η απαγόρευση και η καταστολή αποκλείουν εξ’ ορισμού. Γιατί, τόσο η απαγόρευση όσο και η καταστολή πραγματώνονται διαμέσου της καταπίεσης των ανθρώπινων συμπεριφορών, πράγμα που αναγκαία συνεπάγεται την καταπίεση των ανθρώπινων υπάρξεων και την περιθωριοποίησή τους.

2) Όταν η χρήση ορισμένων ουσιών ορίζεται ως παράνομη, οποιαδήποτε πληροφόρηση, ενημέρωση και εκπαίδευση εκτός του «απαγορεύεται», είναι αντίθετη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, η ενημέρωση εκτοπίζεται από τη δαιμονολογία.

 

Απαγόρευση και Παράνομη Οικονομία

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εμπειρογνωμόνων και διεθνών οργανισμών, οι δραστηριότητες που αφορούν τις απαγορευμένες ουσίες καλύπτουν, κατά χώρα, το 60 έως 80% του συνολικού όγκου των ποινικά κολάσιμων δραστηριοτήτων. Αυτές οι δραστηριότητες διεθνώς αποτιμώνται σε πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, και διαμορφώνουν μια παράνομη οικονομία που αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τη νόμιμη.

Μ’ άλλα λόγια, το παγκόσμιο σύστημα της απαγόρευσης ορισμένων ουσιών είναι ο κυριότερος παράγοντας ανάπτυξης της παράνομης οικονομίας (ακολουθούμενος από το λαθρεμπόριο των όπλων, τον τζόγο, την πορνεία και το οικονομικό έγκλημα), που τείνει να καταβροχθίσει τη νόμιμη οικονομία.

 

Κατασχέσεις και Κοινωνικό Κόστος

Οι κατασχέσεις των απαγορευμένων ουσιών είναι σταθερές και ανέρχονται στο 3% έως 5% της ποσότητας που διακινείται συνολικά. Τα προβλήματα που συνδέονται με τις απαγορευμένες ουσίες προκαλούνται από το 95% των ουσιών που δεν κατάσχονται από τις διωκτικές αρχές και φτάνουν στους χρήστες.

Απ’ αυτή τη διαπίστωση προκύπτουν δύο κρίσιμα ερωτήματα:

1) Τι θα αλλάξει εάν καταστεί δυνατός ο διπλασιασμός ή ο τριπλασιασμός της ποσότητας των απαγορευμένων ουσιών που κατάσχονται (δηλαδή, τι θα αλλάξει εάν οι κατασχέσεις των απαγορευμένων ουσιών αυξηθούν από το 5% στο 10% ή 15% του συνολικού τους όγκου); Η απάντηση είναι κατηγορηματική: Τίποτα Γιατί δεν υπάρχει καμιά διαφορά εάν φτάνει στους χρήστες το 95%, το 90% ή το 85% αυτών των ουσιών.

2) Ποιο θα είναι το κοινωνικό και οικονομικό κόστος, εάν η προσπάθεια επικεντρωθεί στην επίτευξη αυτού του στόχου με κάθε τρόπο;

Η απάντηση είναι το ίδιο σαφής και κατηγορηματική:

Θα πολλαπλασιαστεί το οικονομικό κόστος.

Θα ενδυναμωθεί το οργανωμένο έγκλημα (που συνεργάζεται αρμονικά με την κρατική εξουσία).

Θα ενταθεί η διαφθορά των κρατικών, κυβερνητικών και κομματικών αξιωματούχων και υπαλλήλων.

Θα ενισχυθεί η ισχύς των διωκτικών αρχών σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών με πρόσχημα την (μ’ αυτό τον τρόπο) ανέφικτη «προστασία» της κοινωνίας από τα «ναρκωτικά». Και

Θα συνεχίσουν να αυξάνονται όλοι οι δείκτες της ατομικής και κοινωνικής παθολογίας που συνδέονται με τη χρήση τους.

Καταστολή και Εγκληματικότητα

Συχνά υποστηρίζεται ότι υπάρχει μια σχέση αντιστρόφως ανάλογη ανάμεσα στην καταστολή και την εγκληματικότητα και ότι κάθε αύξηση της καταστολής συνοδεύεται από μια μείωση της συνολικής εγκληματικότητας.

Πρόκειται για ένα ιδεολόγημα που, ως τέτοιο, απλώς προβάλλει την κατάσταση ανεστραμμένη. Γιατί η σχέση ανάμεσα στην καταστολή και την εγκληματικότητα δεν είναι αντιστρόφως αλλά ευθέως ανάλογη: Κάθε ενδυνάμωση της καταστολής προκαλεί αύξηση της εγκληματικότητας.

Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, όλες οι κατασταλτικές πολιτικές απέναντι στις απαγορευμένες ουσίες προκαλούν αύξηση της εγκληματικότητας που συνδέεται μ’ αυτές και είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

 

Αποτελέσματα της Καταστολής

Η καταστολή έχει πολλαπλές και ανεξέλεγκτες αρνητικές συνέπειες στην κοινωνία.

1) Οι χρήστες στιγματίζονται ως εγκληματίες και εξαναγκάζονται σε ένα σταδιακό εξοστρακισμό από την κοινωνία στην οποία ανήκουν, μέσα από μια γενικότερη εξουσιαστική μεθόδευση που θέλει την κοινωνία κατακερματισμένη σε ομάδες «καλών» και «κακών» πολιτών.

2) Η κατάργηση της νόμιμης παραγωγής εξαλείφει κάθε δυνατότητα ελέγχου του όγκου και της ποιότητάς της (πράγμα που διασφαλίζεται με τη νόμιμη -και υπό κοινωνικό έλεγχο- παραγωγή).

3) Η ενδυνάμωση της καταστολής προκαλεί αύξηση της τιμής των ελεγχόμενων ουσιών στη μαύρη αγορά, πράγμα που συνεπάγεται μεγιστοποίηση των κερδών του οργανωμένου εγκλήματος: Ενδυνάμωση της καταστολής σημαίνει μεγαλύτερους οικονομικούς κινδύνους για το οργανωμένο έγκλημα και μεγαλύτερους ποινικούς κινδύνους για τους χρήστες. Και, όπως είναι φυσικό, το κόστος αυτών των κινδύνων ενσωματώνεται στην τιμή του προϊόντος, το οποίο αυξάνεται διαρκώς.

4) Η μεγιστοποίηση των κερδών του οργανωμένου εγκλήματος προκαλεί ενίσχυση των δραστηριοτήτων του και αύξηση της οικονομικής και, κατ’ επέκταση, της πολιτικής του ισχύος.

Καταστολή και Αστυνομία

Οι διωκτικές αρχές αναπτύσσουν μια συνεργατική σχέση με τον υπόκοσμο από τον οποίο εξαρτώνται σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες (και όχι μόνο). Όπως είναι ευνόητο, αυτό συνεπάγεται μια συναλλακτική σχέση μεταξύ των διωκτικών αρχών και του υπόκοσμου, η οποία θεσμοποιεί και «νομιμοποιεί» τη συνεργασία της νόμιμης εξουσίας του κράτους με την παράνομη εξουσία του υπόκοσμου.

Κάτι τέτοιο αποτελεί καίριο πλήγμα κατά της νομιμότητας και έχει άπειρες διαλυτικές συνέπειες για την κοινωνία, την οποία -καθ’ υπόθεση- υπηρετούν αυτές οι διωκτικές αρχές.

Επιπροσθέτως, η εμμονή στην καταστολή, έχει ως αναγκαία συνέπεια την αύξηση του αριθμού των αστυνομικών, την ενίσχυση της αστυνομικής ισχύος, την επίταση της διείσδυσης της αστυνομίας στην κοινωνία, και τον πολλαπλασιασμό των αστυνομικών παρεμβάσεων στη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Κι αυτό είναι που θέτει επί τάπητος το κρίσιμο ερώτημα:  «Ποιος θα αστυνομεύει την αστυνομία;»

Απαγόρευση: Μια Εγκληματογενής Ρύθμιση

Με βάση τη διαπίστωση ότι η εγκληματικότητα εξ’ ορισμού αρχίζει με τη θέσπιση μιας περιοριστικής νομοθεσίας, είναι σημαντικό να μη ξεχνάμε ότι όσο δεν υπήρχαν απαγορευτικοί νόμοι για ορισμένες ουσίες, δεν υπήρχε κανενός είδους εγκληματικότητα σ’ αυτό το πεδίο. Ενώ, από τη στιγμή που αποτέλεσαν αντικείμενο απαγόρευσης, οι ουσίες αυτές αναδείχθηκαν σε πεδίο διευρυμένης αναπαραγωγής μιας πολύμορφης εγκληματικότητας που δεν αφήνει ανέγγιχτο κανένα τομέα της κοινωνικής ζωής.

Από αυτή την άποψη, είναι κρίσιμης σημασίας το προφανές συμπέρασμα ότι η Ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ (1920-1933) αποδείχθηκε ένας εγκληματογενής παράγοντας που γέννησε και γιγάντωσε το οργανωμένο έγκλημα και το ανέδειξε σε καθοριστικό παράγοντα στην αμερικανική δημόσια, οικονομική και πολιτική ζωή.

Η Πολιτική της Φιλελευθεροποίησης

Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τις απαγορευμένες ουσίες ως ουτοπία ή διάκεινται εχθρικά απέναντί της. Η σύγκριση αυτής της προοπτικής με τους τρόπους διαχείρισης του αλκοόλ και των τυχερών παιχνιδιών, είναι εξαιρετικά χρήσιμη.

1) Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης του αλκοόλ στις ΗΠΑ, έγινε αντιληπτό ότι ο μόνος τρόπος να ανακοπεί η αύξηση της εγκληματικότητας και η επιρροή της στην κοινωνική ζωή, ήταν η (επα)νομιμοποίησή του.

2) Μετά την άρση της Ποτοαπαγόρευσης, το οργανωμένο έγκλημα στράφηκε στην εκμετάλλευση των –τότε απαγορευμένων– τυχερών παιχνιδιών, σε μια τέτοια κλίμακα που δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ορισμένες μεγαλουπόλεις. Και πάλι, η λύση που επιλέχθηκε ήταν η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για τα τυχερά παιχνίδια.

3) Μετά την αποποινικοποίηση των τυχερών παιχνιδιών, το οργανωμένο έγκλημα στράφηκε στις απαγορευμένες ψυχοτρόπες ουσίες, και προώθησε την παραγωγή και τη διεύρυνση της αγοράς τους στα σημερινά, επικίνδυνα για την κοινωνία, επίπεδα.

Είναι πασίγνωστο ότι η χρήση του αλκοόλ, του καπνού και της οδήγησης αποτελούν σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα, με εξόχως αρνητικές συνέπειες από την άποψη της δημόσιας τάξης, της (ατομικής και της δημόσιας) υγείας και της οικονομίας. Αλλά κανείς δε διανοείται να το «λύσει», απαγορεύοντας το αλκοόλ, το κάπνισμα και την οδήγηση.

Η μελέτη αυτών των τάσεων καθιστά σαφές πως μοναδική έλλογη απάντηση στα ποικίλα ατομικά και κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί και αναπαράγει η απαγορευτική πολιτική απέναντι σε ορισμένες ουσίες, είναι η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας και η άρση της βίας που επικαθορίζει το πεδίο των απαγορευμένων ουσιών σήμερα.

Κάποτε πρέπει να γίνει συνείδηση ότι το ζητούμενο δεν ήταν, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η (ανέφικτη) αποστείρωση της ανθρώπινης κοινωνίας από τις διάφορες ψυχοτρόπες ουσίες αλλά η ελαχιστοποίηση των βλαβών απορρέουν από τη χρήση τους και των κινδύνων προκύπτουν από την κατάχρησή τους.


ΜΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙΡΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

 

Τι Είναι η Κάνναβη;

Η κάνναβη είναι ένα κατασκευαστικό, θεραπευτικό και ευφορικό μέσο (μη-ναρκωτικό και μη-εξαρτησιογόνο) που καλλιεργείται και χρησιμοποιείται ευρύτατα, σ’ όλη τη διάρκειά της γνωστής ιστορίας της ανθρωπότητας. Νόμιμα πριν από το 1937 και παράνομα μετά. Η κάνναβη:

1) Δεν προκαλεί τοξικομανία.

2) Δεν έχει αρνητικά βιολογικά αποτελέσματα με συντηρητική χρήση (αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση, μηδέ εξαιρουμένης και της κατάχρησης, τα αποτελέσματά της είναι πολύ υποδεέστερα από τα αντίστοιχα αποτελέσματα που προκαλεί η χρήση του αλκοόλ και του καπνού).

3) Δεν έχει αιτιολογική σχέση με τη χρήση άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών, δηλαδή δεν αποτελεί «προστάδιο για τη χρήση άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών και είναι αβάσιμη η περιβόητη «θεωρία της κλιμάκωσης» (δηλ. του περάσματος από την κάνναβη στην ηρωίνη). Και

4) Δεν αποτελεί παράγοντα εγκληματικότητας.

Ποια Συμφέροντα και Σκοπιμότητες Εξυπηρετεί η Απαγόρευση της Κάνναβης;

Οι εξελίξεις που καθόρισαν την απαγόρευση της κάνναβης συντελέστηκαν μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια (1927-1937). Κυριότερες ανάμεσά τους ήταν:

  • Η δημιουργία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ναρκωτικών (1930).
  • H άρση της Ποτοαπαγόρευσης (1933).
  • H κατασκευή μηχανών υψηλής τεχνολογίας για την παραγωγή χαρτιού από τη δασική ξυλεία και η μονοπώληση αυτής της παραγωγής από το συγκρότημα Hearst (1930-1936).
  • H μαζική εισαγωγή στην αγορά των προϊόντων της πετροχημικής βιομηχανίας (1926-1936) και του νάιλον (1936). Και
  • Η κατάκτηση της δυνατότητας της φαρμακοβιομηχανίας να παράγει μαζικά συνθετικά φάρμακα. (1928-1932).

Αυτές οι εξελίξεις σε συνδυασμό έκριναν οριστικά την τύχη της κάνναβης, δεδομένου ότι κυριότερος ανταγωνιστής των προϊόντων της πετροχημικής και φαρμακευτικής βιομηχανίας στην αγορά, ήταν τα προϊόντα που παράγονταν από κάνναβη.

Ο εξοστρακισμός της κάνναβης από την παραγωγή και την αγορά με τον απαγορευτικό νόμο Marihuana Tax Act του 1937 που «ομαλοποίησε» την αμερικάνικη (και κατ’ επέκταση και την παγκόσμια) οικονομία προς όφελος των κέντρων οικονομικής και πολιτικής ισχύος που καθορίζουν την πορεία των ΗΠΑ, έγινε στ’ όνομα της «προστασίας της κοινωνίας» από ένα φυτό που επί χιλιάδες χρόνια αποτελούσε ευεργεσία της φύσης.

Με το νόμο Marihuana Tax Act του 1937, η συμμαχία των ισχυρότερων μπλοκ της αμερικάνικης οικονομίας πέρασε στον παράδεισο της διαρκούς συσσώρευσης τεράστιων κερδών, ενώ η ανθρωπότητα εισήλθε στην κόλαση της χημικοποίησης και πλαστικοποίησης της ζωής της.

Είστε Υπέρ της Αποποινικοποίησης της Κάνναβης;

Είμαι υπέρ της νομιμοποίησης όχι μόνο της κάνναβης αλλά όλων των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών, για λόγους ηθικούς, πολιτικούς, ανθρωπιστικούς και επιστημονικούς.

Από ηθική άποψη, γιατί κανένας εκτός από μένα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποια ουσία θα καταναλώνω και ποια όχι.

Από πολιτική άποψη γιατί η κοινωνία δεν απειλείται από τις ψυχοτρόπες ουσίες αλλά πλήττεται σοβαρά από την κατασταλτική πολιτική της κρατικής εξουσίας απέναντι σ’ αυτές.

Από ανθρωπιστική άποψη γιατί πρέπει να τεθεί τέρμα στην ανθρωποβόρα βιομηχανία της απαγόρευσης και της καταστολής που παράγει αμέτρητες ατομικές και οικογενειακές τραγωδίες. Και,

Από επιστημονική άποψη γιατί η ιατρική δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ άπειρο ως απενοχοποιητικός γελωτοποιός της εξουσίας και της οικονομίας και να αυτοκαταργείται ως αυτοτελής ανθρωπιστική-θεραπευτική επιστήμη, θυσιάζοντας στο βωμό των πρόστυχων εξουσιαστικών συμφερόντων ένα πλήθος φυσικών, αποτελεσματικών θεραπευτικών μέσων που έχουν ανύπαρκτη ή χαμηλή τοξικότητα.

Ποια Αποτελέσματα Αναμένονται Από την Αποποινικοποίηση της Χρήσης των Απαγορευμένων Ουσιών;

Η απάντηση απορρέει από τις διαπιστώσεις των καταστρεπτικών συνεπειών της απαγόρευσης και της καταστολής, η οποία:

1) Συντελεί στην αύξηση του αριθμού των εξαρτημένων: Γιατί μέσω της διαστροφικής απαγορευτικής προπαγάνδας που τη συνοδεύει υποχρεωτικά, οι εν δυνάμει μελλοντικοί εξαρτημένοι, και κυρίως οι νέοι, σχηματίζουν την εσφαλμένη και επικίνδυνη εντύπωση ότι η εξάρτηση από τα οπιούχα είναι προσωρινή, θεωρώντας ότι το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί αν μπουν στο «λούκι» της ηρωίνης είναι ότι θα σπαταλήσουν ένα ή δύο χρόνια σε ένα κέντρο ψευτο-αποτοξίνωσης ή σε κάποια ψευτο-θεραπευτική κοινότητα, και, εν συνεχεία, θα σταδιοδρομήσουν ως επικυρωμένοι πρώην-τοξικομανείς, είτε σε πρωταγωνιστικούς ρόλους στις «αντιναρκωτι-κές» καμπάνιες ή σε αρχηγικούς ρόλους στις ίδιες τις κοινότητες.

2) Επιβαρύνει οικονομικά την κοινωνία: Τα τεράστια ποσά που υφαρπάζονται κάθε χρόνο από τους φορολογούμενους και σπαταλιούνται για την αντιμετώπιση των παρενεργειών της απαγόρευσης (συντήρηση διωκτικών, ποινικών, σωφρονιστικών και νοσηλευτικών μηχανισμών και ποικίλων όσων ψευτο-θεραπευτικών προγραμμάτων και ψευτο-θεραπευτικών κοινοτήτων) συνιστούν ένα συνεχώς αυξανόμενο βάρος που καμιά κοινωνία δεν μπορεί να σηκώνει αγόγγυστα.

3) Ενισχύει το οργανωμένο έγκλημα: H «αντιναρκωτική» νομοθεσία εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της μαύρης αγοράς υπό το μονοπωλιακό έλεγχο της «νόμιμης» εξουσίας του κράτους και της «παράνομης» εξουσίας του οργανωμένου εγκλήματος, διαμορφώνοντας μια κατάσταση από την ύπαρξη της οποίας όλα τα κέρδη τα προσπορίζεται το οργανωμένο έγκλημα και όλο το κόστος –για την αντιμετώπιση των παρενεργειών της– το επωμίζεται η κοινωνία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διαρκή οικονομική ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος και την αύξηση των δυνατοτήτων του να διαφθείρει όλο και μεγαλύτερο αριθμό κυβερνητικών, κρατικών και κομματικών αξιωματούχων, με αποτέλεσμα την επέκταση της επιρροής του ή την επιβολή του έλεγχό του σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.

4) Επιβαρύνει πολιτικά την κοινωνία: Με πρόσχημα την «προστασία» της κοινωνίας από τα «ναρκωτικά», νομιμοποιείται η συνεχή ενδυνάμωση των αρμοδιοτήτων της κρατικής εξουσίας σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών, και έτσι επιταχύνεται η διαδικασία της αυτονόμησης της κρατικής εξουσίας και της ετερονόμησης της κοινωνίας.

5) Δολοφονεί τους χρήστες: Γιατί τους εξαναγκάζει να οδηγούνται στην αθλιότητα, το ποινικό αδίκημα, την πορνεία, την αρρώστια και πολλές φορές το θάνατο.

Είναι Έτοιμη η Ελληνική Κοινωνία για να Υποδεχθεί Θετικά την Ελεύθερη Χρήση της κάνναβης;

Οι κοινωνίες χαρακτηρίζονται ως εξουσιαστικές γιατί εκείνο που βαρύνει στην ύπαρξή τους είναι η εξουσία και όχι ο εαυτός τους. Για την εξουσία, η κοινωνία υπάρχει μόνο ως πεδίο άσκησής της. Η εξουσία αποφασίζει σχεδόν πάντοτε ερήμην της κοινωνίας για τη διαχείριση των υποθέσεων που αφορούν την επιβίωση των διαφόρων κοινωνικών μορφωμάτων. Κάθε κοινωνία σέρνεται στην παράνοια του πολέμου, υφίσταται μια φρικαλέα ανισότιμη κατανομή του πλούτου και της δύναμης και εξαναγκάζεται να αποδεχθεί τις Απαγορεύσεις που της επιβάλλει η εξουσία.

Η κοινωνία δεν ρωτήθηκε για την επιβολή της απαγόρευσης ορισμένων ουσιών και, φυσικά, δεν θα ρωτηθεί από την εξουσία για την αποποινικοποίηση ή τη νομιμοποίησή τους. Συνεπώς, δεν υπάρχει θέμα «ωριμότητας» της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με την άρση της απαγόρευσης. Υπάρχει μόνο θέμα εξαναγκασμού της εξουσία να το κάνει.

Ποια Μεθόδευση Πρέπει να Ακολουθηθεί στην Κατεύθυνση της Αποποινικοποίησης;

Προσωπικά θεωρώ ότι μοναδική λύση στο «πρόβλημα των ναρκωτικών» που κατασκευάζεται τεχνητά με την απαγόρευση ορισμένων ουσιών και τη δίωξη των χρηστών τους είναι η κατάργηση όλων των απαγορευτικών νόμων για τα «ναρκωτικά» και η ρύθμιση της διάθεσης των μη-εξαρτησιογόνων ουσιών (κάνναβη) διάθεσή τους με τους κανόνες που διατίθενται το αλκοόλ και ο καπνός και των εξαρτησιογόνων με τους όρους που διέπουν τη διάθεση των ελεγχόμενων φαρμάκων.

Αλλά η πραγματικότητα του κατασταλτικού πανθεϊσμού και της εξουσιαστικής παραπληροφόρησης που κυριαρχεί στην εποχή μας, γεννά την ανάγκη να εναρμονιστεί η διεκδίκηση του αιτήματος για νομιμοποίηση των παράνομων ουσιών με ορισμένα μεταβατικά μέτρα που συμβάλλουν στην «ομαλοποίηση» του προβλήματος, την απόσπαση των χρηστών από το πεδίο της μαύρης αγοράς και την αποδυνάμωση του οργανωμένου εγκλήματος που την ελέγχει.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση μπορούν να γίνουν αξιόλογα βήματα με την απόρριψη της ισχύουσας πολιτικής που ματαίως επιδιώκει -διακηρυκτικά- να κρατήσει την ηρωίνη μακριά από τους χρήστες, και την υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα έχει ως στόχο να κρατήσει την ηρωίνη μακριά από τους μη-χρήστες. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να έχει τους εξής ως κεντρικούς της άξονες:

1) Αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ψυχοτρόπων ουσιών (και προκειμένου για την κάνναβη, αποποινικοποίηση και της καλλιέργειας για προσωπική χρήση ή της διάθεσής της κατά το πρότυπο του θεσμού των Ολλανδικών Coffe Shops).

2) Διάθεση των εξαρτησιογόνων ουσιών (των οπιούχων ή των υποκατάστατών τους) στους εξαρτημένους, με ιατρική συνταγογραφία.

3) Ειλικρινή ενημέρωση της κοινωνίας που θα στηρίζεται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια για τη φαρμακολογική δράση και τις συνέπειες της χρήσης των διαφόρων ουσιών (και όχι στη δαιμονολογία των επαγγελματιών της καταστολής).

Ποια Είναι η Θεραπευτική Αξία της Κάνναβης και Πόσο θα Ωφελήσει η Νομιμοποίησή της Χρήσης της για Θεραπευτικούς Σκοπούς;

Σήμερα, η θεραπευτική χρησιμότητα της κάνναβης και των παραγωγών της είναι αποδεδειγμένη και αποδεκτή για την αντιμετώπιση ενός ευρέως φάσματος παθολογικών καταστάσεων, όπως:

  • Η ενδοφθάλμια υπέρταση (που οφείλεται σε γλαύκωμα).
  •  Οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας (ναυτία, εμετοί).
  •  Ορισμένοι εκφυλιστικές νόσοι του νευρικού συστήματος.
  •  Το άσθμα.
  •  Η επιληψία και διάφορες σπασμικές καταστάσεις.
  • Η κατάθλιψη, το άγχος και η ανορεξία.
  • Τα άλγη διαφόρου αιτιολογίας.
  • Οι κακοήθεις νεοπλασίες.
  • Η εξάρτηση από οπιούχα και αλκοόλ.
  • ελευταία διαπιστώθηκε ότι λειτουργεί προστατευτικά και στο ανοσοποιητικό σύστημα (βλ. το εγκυρότερο ιατρικό περιοδικό Lancet, τεύχος 9039, 26/11/1996, σ. 1036)

Η κάνναβη έχει τέσσερα σημαντικά πλεονεκτήματα που την καθιστούν πολύτιμη από θεραπευτική άποψη:

  • Είναι το πιο ατοξικό από τα διαθέσιμα φάρμακα.
  • Έχει ευρύτατο πεδίο θεραπευτικών εφαρμογών.
  • Δρα μέσω μηχανισμών που διαφέρουν απ’ αυτούς των άλλων φαρμάκων.
  • Μπορεί συνδυαστεί αποτελεσματικά και με ασφάλεια με οποιοδήποτε φάρμακο.

Απ’ αυτή την άποψη, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το 1985, η αμερικανική κυβέρνηση έδωσε άδεια κυκλοφορίας σε μια έκδοση της συνθετικής Δ9-Τετρα-ϋδρο-κανναβινόλης (που είναι η δραστική ουσία της κάνναβης) με την ονομασία Dronabinol που κυκλοφορεί στην αγορά με το εμπορικό όνομα Marinol, από την εταιρεία Lilly. Λίγο αργότερα προστέθηκε και το Nabilone, που διατίθεται στην αγορά με το εμπορικό όνομα Cesamet.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω εταιρεία μεταξύ των βασικών της μετόχων περιλαμβάνει την οικογένεια του πατρός Μπους και ελέγχεται από τον Κουέιλ, που ο γιος του ήταν αντιπρόεδρος του Μπους.

Θα Συστήνατε Κάνναβη στους Ασθενείς σας και σε Ποιες Περιπτώσεις;

Ο παραλογισμός της ισχύουσας νομοθεσίας δεν μου επιτρέπει να συστήσω στους πελάτες μου τη χρήση της κάνναβης για θεραπευτικούς σκοπούς. Αλλά κανένας νόμος δεν μπορεί να μου απαγορεύσει να λέω τι θα έκανα εγώ εάν αντιμετώπιζα κάποια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις. Και αυτό ακριβώς κάνω. Υπόψη ότι η λήψη της κάνναβης για θεραπευτικούς λόγους μπορεί να γίνει είτε κάπνισμα είτε με μορφή βάμματος.

Τι απαντάτε σε όσους υποστηρίζουν πως η ελεύθερη κάνναβη σημαίνει ανεξέλεγκτη αύξηση των χρηστών, εξάπλωση της χρήσης και στις μικρές ηλικίες και ακόμα μεγαλύτερη ζήτηση «σκληρών» ναρκωτικών;

Σ’ ό,τι αφορά το παρόν (δηλ. όλη την περίοδο μετά την απαγόρευση), θα τους έλεγα να μην αποδέχονται άκριτα τη διαστροφική εξουσιαστική προπαγάνδα και να ζητήσουν από το Υπουργείο Υγείας της Ολλανδίας τα επίσημα στατιστικά στοιχεία γι’ αυτό το θέμα.

Η Ολλανδία, για πολλούς (ιστορικούς, πολιτικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς) λόγους διαφοροποιήθηκε ευθύς εξαρχής από τον παραλογισμό του αμερικανικού «πολέμου κατά των ναρκωτικών» και πέτυχε τα εξής εντυπωσιακά αποτέλεσμα:

  • Μείωση του αριθμού των χρηστών.
  • Αύξηση του μέσου όρου ηλικίας έναρξης της χρήσης.
  • Μείωση της ζήτησης των «σκληρών ναρκωτικών».
  • Μείωση του αριθμού των θανάτων των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών (ηρωίνη).
  • Μείωση της εγκληματικότητας που συνδέεται με τη χρήση των ελεγχόμενων ουσιών.
  • Μείωση του ποινικού πληθυσμού.
  • Μείωση του κόστους της λειτουργίας του διωκτικού, ποινικού, σωφρονιστικού και νοσηλευτικού μηχανισμού σε σχέση με υποθέσεις που αφορούν τις ελεγχόμενες ουσίες.

 

Σ’ ό,τι αφορά το παρελθόν, θα τους έλεγα να μελετήσουν -έστω κι από περιέργεια- το πανόραμα των ψυχοτρόπων ουσιών πριν από τη θέσπιση της απαγόρευσης. Όπως διαπιστώνεται στην Εκθεση του Εντουαρντ Μπρέχερ και της Ένωσης Καταναλωτών των ΗΠΑ: «Κατά τον 19ο αιώνα, η χρήση του οπίου δεν ήταν αντικείμενο ηθικής καταδίκης. Οι γυναίκες και οι άνδρες δεν χώριζαν τους καταναλωτές συζύγους τους. Τα παιδιά δεν εξαναγκάζονταν να ζήσουν σε ξένα σπίτια ή σε δημόσια ιδρύματα επειδή οι γονείς ή κάποιος από τους γονείς τους έπαιρναν όπιο. Οι χρήστες του οπίου συνέχιζαν να συμμετέχουν πλήρως στη ζωή της κοινότητας. Τα παιδιά και οι νέοι που έκαναν χρήση οπίου, εξακολουθούσαν να πηγαίνουν στο σχολείο, να διαβάζουν και να παίζουν. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο 19ος αιώνας απέφυγε μια απ’ τις καταστρεπτικότερες συνέπειες των νόμων και των στάσεων απέναντι στα ναρκωτικά, που χαρακτηρίζει την εποχή μας: τη γέννηση μιας ξεχωριστής υποκουλτούρας των ναρκωτικών που αποκόβεται από την κοινωνία χωρίς οδό επιστροφής. Τον 19ο αιώνα δεν υπήρχαν αντιναρκωτικοί οργανισμοί, αντιναρκωτικές σταυροφορίες και πολέμιοι των λεγόμενων ναρκωτικών. Και ο λόγος ήταν απλός: Οι ψυχοτρόπες ουσίες δεν αντιμετωπίζονταν σαν απειλή για την κοινωνία.» Γιατί, απλούστατα, δεν ήταν απειλή.

Πώς κρίνετε τη στάση των διαχειριστών της εξουσίας στην Ελλάδα απέναντι στην κάνναβη και πόσο συμβαδίζει η πρακτική τους με τις εξελίξεις στις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Εξαιτίας της αποικιοκρατικής σχέσης της χώρας μας με την Αγγλία (μέχρι το 1947) και με τις ΗΠΑ (μετά το 1947), όλοι οι διαχειριστές της εξουσίας στη χώρα μας ήταν και εξακολουθούν να είναι απλοί αποικιακοί διοικητικοί υπάλληλοι. Για λόγους που αναλύω διεξοδικά στο βιβλίο μου Πλανητική Κυριαρχία και Ναρκωτικά με τον αποσαφηνιστικό υπότιτλο Τα Ναρκωτικά ως Εργαλείο της Αμερικανικής Εσωτερικής και Εξωτερικής Πολιτικής, οι ΗΠΑ οργανώνουν και καθοδηγούν την παγκόσμια «αντιναρκωτική σταυροφορία» και επιβάλλουν το νομοθετικό πλαίσιο που τη διασφαλίζει σε όλες τις εξαρτημένες χώρες, χρησιμοποιώντας ποικίλες πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις και εκβιασμούς.

Κατά τη δική μου προσέγγιση, η δήθεν εθνική «αντιναρκωτική» νομοθεσία στη χώρα μας, υπαγορεύεται ευθέως από τις ΗΠΑ στους ντόπιους αποικιακούς υπαλλήλους τους.

Σ’ ό,τι αφορά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εικόνα εμφανίζεται διαφορετική τα τελευταία χρόνια. Σ’ αυτές άρχισε να διαμορφώνεται μια στάση απομάκρυνσης από τον πολλαπλά καταστρεπτικό αμερικανικό «πόλεμο κατά των ναρκωτικών».

Και όλα δείχνουν ότι αυτή η εξέλιξη θα συνεχιστεί παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των διαφόρων δήθεν ευρωπαϊκών οργανισμών που παίζουν το παιχνίδι των ΗΠΑ (όπως, π.χ. η «ομάδα Πομπιντού» που οφείλει την ύπαρξή της στον Γάλλο πρόεδρο Πομπιντού, συνεργάτη στην εφαρμογή του «πραξικοπήματος της ηρωίνης» του Αμερικανού προέδρου Νίξον).

 

Ποιες Είναι οι Πλέον Προφανείς Αντιφάσεις της Ισχύουσας Απαγορευτικής Πολιτικής;

Σ’ ό,τι αφορά την απαγόρευση και τη δίωξη ορισμένων επιλεγμένων ουσιών, είναι προφανές ότι οι απαγορευτικές επιλογές των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας, γίνονται αποκλειστικά και μόνο με κριτήρια πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά που δεν έχουν καμιά σχέση με το βαθμό της επικινδυνότητας τους.

Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, από την άποψη των βλαπτικών επιδράσεων στο κορμί και τη σκέψη του λήπτη, οι νόμιμες εξαρτησιογόνες ουσίες (αλκοόλ, καπνός, ηρεμιστικά και αμφεταμίνες) είναι αισθητά βλαπτικότερες από ορισμένες παράνομες (όπως η ηρωίνη) και απείρως καταστρεπτικότερες από ορισμένες άλλες (όπως τα φύλλα της κόκας, η ατοξική κάνναβη και τα παράγωγά της: μαριχουάνα και χασίς).

Με βάση την επικινδυνότητα των ψυχοτρόπων ουσιών (που προσδιορίζεται από το συνδυασμό της εγκατάστασης εξάρτησης, των βλαβών που προκαλούν στα διάφορα συστήματα -και κυρίως το νευρικό- και των επιδράσεών τους στις ψυχικές λειτουργίες και τη συμπεριφορά), οι προτάσεις για την ταξινόμηση των ψυχοτρόπων ουσιών που έγιναν κατά καιρούς από διάφορες επιστημονικές εταιρείες και οργανισμούς των ΗΠΑ, μπορούν να συνοψιστούν στην ταξινόμηση που προτάθηκε στην Έκθεσης της Ερευνητικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου «για το θέμα της εξάπλωσης του οργανωμένου εγκλήματος που σχετίζεται με το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» (1992).

Και μόνο το γεγονός ότι οι επιλογές των διαχειριστών της εξουσίας καταστρατηγούν πλήρως τις επιστημονικές ταξινομήσεις των διαφόρων ουσιών με βάση την επικινδυνότητά τους, αποδεικνύει ότι στόχος της απαγορευτικής πολιτικής τους δεν είναι η (άλλωστε, αχρείαστη) «προστασία της κοινωνίας» από τα «ναρκωτικά» (όπως διακηρύσσουν), αλλά η εξυπηρέτηση των δικών τους πολιτικών, οικονομικών και ιδεολογικών σκοπιμοτήτων.

 

Ποια Είναι η Άποψή σας για το Λεγόμενο «Πρόβλημα των Ναρκωτικών»;

To «πρόβλημα των ναρκωτικών» δεν είναι επιστημονικό αλλά πολιτικό και οικονομικό ζήτημα και κατασκευάζεται με την απαγόρευση. Η επιλεκτική απαγόρευση ορισμένων ουσιών και η δίωξη των χρηστών τους ποτέ δεν στηρίχτηκε σε επιστημονικά δεδομένα: Μοναδικό αντιστήριγμά της υπήρξαν οι παράλογοι φόβοι και η απόρριψη του Άλλου που καλλιεργούν οι κυρίαρχες σε κάθε εποχή πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές σκοπιμότητες.

Η κοινωνική και νομική αποδοχή ή απαγόρευση ορισμένων ουσιών ποτέ δεν συνδέθηκε με τις επιστημονικές αποδείξεις για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία φαρμακολογικών κινδύνων από τη χρήση τους. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμιά επιστημονική βάση για το διαχωρισμό των ψυχοτρόπων ουσιών σε νόμιμες και παράνομες. Κάθε φάρμακο μπορεί να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά, ανεξάρτητα από την τοξικότητά του. Και κάθε φάρμακο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάχρησης, ανεξάρτητα από το βαθμό της κοινωνικής αποδοχής του. Γιατί απλούστατα, δεν υπάρχουν καλά ή κακά φάρμακα, υπάρχουν μόνο καλές και κακές σχέσεις με τα φάρμακα.

Και είναι γελοίο να μιλάει κανείς για «επιστημονική» (!) απαγορευτική στάση απέναντι στα «ναρκωτικά», όταν στις ΗΠΑ, όλες οι παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες προκαλούν το θάνατο 7.000 ανθρώπων το χρόνο, ενώ μόνο δυο νόμιμες ψυχοτρόπες ουσίες, ο καπνός και το αλκοόλ, σκοτώνουν 500.000 ανθρώπους κάθε χρόνο (450.000 ο καπνός και 50.000 το αλκοόλ) χωρίς να συνυπολογίζονται οι θάνατοι που οφείλεται σε βιαιότητες που τελούνται υπό την επήρεια του αλκοόλ).

 

Ποια Είναι τα Βασικά Αντιστηρίγματα του Αιτήματος της Αποποινικοποίησης της Χρήσης των Παράνομων Ουσιών που Υπερασπίζεστε;

Η αποποινικοποίηση της χρήσης των απαγορευμένων ουσιών αποτελεί για μένα ένα ενδιάμεσο στάδιο στη διαδικασία της νομιμοποίησής τους (ή για την ακρίβεια της επανα-νομιμοποίησής τους, δεδομένου ότι η απαγόρευσή τους έχει ζωή μόλις 90 ετών). Είναι ένας αναγκαίος τακτικός στόχος που ανταποκρίνεται στην αξιοθρήνητη διανοητική κατάσταση μιας κοινωνίας που η συνείδησή της, κάτω από την επίδραση της τρομοκρατικής προπαγάνδας, έχει υποστεί τόσο ριζικές διαστροφές ώστε να μη μπορεί να δει καθαρά το ίδιο της το παρελθόν (δηλαδή την κατάστασή της στην περίοδο πριν από την απαγόρευση).

Το αίτημα της επανα-νομιμοποίησης των παράνομων ουσιών:

● Απορρέει αβίαστα από μια ηθική και πολιτική φιλοσοφία που εδράζεται στη βασική επιβιωτική αρχή «ζήσε και άσε τον άλλο να ζήσει».

● Βασίζεται στην αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα της σχέσης του ανθρώπου μ’ αυτές τις ουσίες κατά την περίοδο πριν από την απαγόρευση (1914).

● Ενισχύεται από τα στατιστικά στοιχεία που καταδείχνουν τη βαρβαρότητα της απαγόρευσης και τις αφανιστικές συνέπειές της για τα άτομα και τις κοινωνίες. Και,

● Αποσκοπεί στην υπεράσπιση της θεμελιώδους αρχής του δικαίου σύμφωνα με την οποία καμιά πολιτισμένη κοινωνία δεν έχει το δικαίωμα να τιμωρεί πράξεις αυτοπροσβολής.

 

Υπάρχει Σχέση Πολιτικής, Υπόκοσμου, Τρομοκρατίας και Ναρκωτικών;

Αναμφίβολα. Και η απάντηση προκύπτει από την ιστορική έρευνα. Από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου (1947), τα ναρκωτικά και η τρομοκρατία αποτελούν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, δυο αποτελεσματικά, πολιτικά και οικονομικά, εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τις μυστικές υπηρεσίες και το οργανωμένο έγκλημα.

Από το 1947 και μετά, οι δραστηριότητες των μυστικών υπηρεσιών και του οργανωμένου εγκλήματος αλληλοεπικαλύπτονται στ’ όνομα της αντιμετώπισης του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα την αλληλεπίδραση και τον αμοιβαίο μετασχηματισμό τους:

● Το οργανωμένο έγκλημα, παράλληλα με την παραδοσιακή του δραστηριότητα (προστασία, πορνεία, ναρκωτικά) πολιτικοποιείται διαμέσου της εξυπηρέτησης πολιτικών στόχων που του θέτουν οι μυστικές υπηρεσίες (σπάσιμο απεργιών, βιαιότητες σε βάρος της αριστεράς, πολιτικές δολοφονίες).

Και οι μυστικές υπηρεσίες, παράλληλα με την παραδοσιακή τους δραστηριότητα (κατασκοπία, αντικατασκοπία, πολιτική τρομοκρατία) εγκληματοποιούνται χρησιμοποιώντας τα μέσα του οργανωμένου εγκλήματος (και κυρίως τα ναρκωτικά). Κι έτσι αναδεικνύονται σε παράλληλη εξουσία, γιατί οι μπίζνες με τα ναρκωτικά τους εξασφαλίζουν αφ’ ενός μια πολιτική αυτονομία διαμέσου μιας σειράς «συμμαχιών» που μπορούν να διαφεύγουν από τον έλεγχο της νόμιμης πολιτικής εξουσίας και αφ’ ετέρου μια οικονομική αυτοδυναμία από τα αρμόδια συνταγματικά όργανα ελέγχου, διαμέσου της αυτοχρηματοδότησης των επιχειρήσεών τους με τα κέρδη που προσπορίζονται από την έμμεση ή άμεση συμβολή τους στη διακίνηση των ναρκωτικών.

Ο κατάλογος των αδιάψευστων αποδείξεων είναι μακρύς: Συνεργασία της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Ναυτικού και της OSS με την αμερικανική μαφία (1941 και 1943). Της CIA και της γαλλικής ΚΥΠ με την κορσικανική μαφία (1947-1954). Της CIA και της ιταλικής ΚΥΠ με την ιταλική μαφία (1956-1980). Της CIA και του Δικτύου της Ν.Α. Ασίας (1967-1972). Οι επιχειρήσεις όπλα για ναρκωτικά (και αντιστρόφως) στο Αφγανιστάν, το Ιράν, τη Νικαράγουα, κλπ.

Οποιαδήποτε σοβαρή μελέτη για τα ναρκωτικά θα προσκρούσει αναγκαία στο τρίπτυχο Οργανωμένο έγκλημα – Μυστικές υπηρεσίες – Τρομοκρατία, και οποιαδήποτε σοβαρή έρευνα για την τρομοκρατία θα βρεθεί αντιμέτωπη με το τρίπτυχο Οργανωμένο έγκλημα – Μυστικές υπηρεσίες – Ναρκωτικά. Ετσι σχηματίζεται το τετράπτυχο Οργανωμένο έγκλημα – Μυστικές υπηρεσίες – Ναρκωτικά- Τρομοκρατία, που τα επιμέρους στοιχεία του μόνο αφελείς ή ανιστόρητοι μπορούν να απομονώνουν με ελαφριά καρδιά και σκέψη.

 

Η Χρήση των Ψυχοτρόπων Ουσιών και η Εξέλιξη της Χρήσης Έχουν Ταξικά Χαρακτηριστικά;

Σ’ ό,τι αφορά τη χρήση, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα, γιατί η διωκτική μανία της αστυνομίας είναι ταξικά προσδιορισμένη και στρέφεται επιλεκτικά στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα, με αποτέλεσμα να είναι στατιστικά αποδείξιμη μόνο η χρήση από τα εργατικά στρώματα ή τους άνεργους (Πάρτε υπόψη ότι πριν από την απαγόρευση, η πλειοψηφία των χρηστών ανήκε στα μεσαία και τα μικροαστικά στρώματα, και το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν γυναίκες).

● Σ’ ό,τι αφορά την εξέλιξη της εξάρτησης, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μοίρα του εξαρτημένου είναι ταξικά προσδιορισμένη:

Οι προνομιούχοι εξαρτημένοι, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης, μπορούν να συντηρούν την εξάρτησή τους και να ζουν μια απολύτως κανονική ζωή χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να προσφεύγουν στις πηγές της μαύρης αγοράς, να συναλλάσσονται με το οργανωμένο έγκλημα, να καταναλώνουν τα νοθευμένα και νοσογόνα περιττώματα που προσφέρονται ως «ηρωίνη» στη μαύρη αγορά ή να εξαναγκάζονται στη μικροδιακίνηση, την κλοπή και την εκπόρνευση για να εξασφαλίσουν τη δόση της ουσίας που έχουν ανάγκη.

Οι μη-προνομιούχοι εξαρτημένοι, απ’ αφορμή τον ίδιο αλύγιστο ταξικό ντετερμινισμό, είναι καταδικασμένοι να συντηρούν την εξάρτησή τους, προσπαθώντας απελπισμένα να κρατηθούν σε μια κατάσταση ισορροπίας ανάμεσα στον προμηθευτή και την αστυνομία, την ελευθερία και τη φυλακή, τον υποσιτισμό και την αρρώστια, την επιβίωση και το θάνατο.

 

Μερικά παραδείγματα προνομιούχων εξαρτημένων: ο Lincoln (κοκαΐνη), ο στρατηγός Grant (κοκαΐνη και οπιούχα), ο Freud (κοκαΐνη), ο διάσημος χειρουργός Wil. Halstead (μορφίνη), ο γερουσιαστής και καθοδηγητής του κυνηγιού των κόκκινων μαγισσών στις ΗΠΑ Joseph ΜcCarthy (μορφινομανής), ο Jack, η Jacqueline και ο John F. Kennedy (αμφεταμίνες), ο πρωταγωνιστής του πρώτου αμερικανικού «πολέμου κατά των ναρκωτικών» Elvis Presley (πολυτοξικομανής), η κυρία «Just Say No» Nancy Reagan (βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά), η Betty Ford, ο Billy Carter, η «πλειστάκις ανανήψασα» Kity Dukakis (αλκοόλ, ηρεμιστικά), κ.α. Τα αντίστοιχα παραδείγματα των μη-προνομιούχων εξαρτημένων είναι άπειρα και κοσμούν καθημερινά τα αστυνομικά δελτία…


Δεν υποστηρίζω τη χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών.

Αλλά υπερασπίζομαι τη νομιμοποίησή τους.

Πρώτον, για λόγους ηθικούς:

Κανένας εκτός από μένα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει

ποια ουσία θα καταναλώνω και ποια όχι.

Δεύτερον, για λόγους πολιτικούς:

Η κοινωνία δεν απειλείται από τις ψυχοτρόπες ουσίες.

Κινδυνεύει μόνο από την κατασταλτική πολιτική

της κρατικής εξουσίας απέναντι σ’ αυτές.

Το δικαίωμα να ψηφίζω

και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου

αποτελούν βασικά στοιχεία της ελευθερίας μου.

Το δικαίωμα να ψηφίζω

είναι θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας μου ως πολίτη.

Και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου

είναι κεντρικό στοιχείο της ελευθερίας μου ως ατόμου.

Η απαγόρευση της ψήφου

αίρει το δικαίωμά μου να ασκώ κάποιο έλεγχο

στους διαχειριστές της εξουσίας,

και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως πολίτη.

Και η απαγόρευση ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών

αίρει το δικαίωμά μου να εξουσιάζω το κορμί μου

και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως ατόμου.

Υπερασπίζομαι την (επανα)νομιμοποίηση

όλων των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών,

επαναλαμβάνοντας για λογαριασμό μου

τη δήλωση του Καρλ Μαρξ: «Μου είναι ευπρόσδεκτη κάθε επιστημονική κριτική.

Αλλά απέναντι στις προκαταλήψεις της λεγόμενης κοινής γνώμης,

που δεν της έκανα ποτέ καμιά παραχώρηση,

ισχύει πάντα για μένα η ρήση του μεγάλου Φλωρεντινού:

Τράβα το δρόμο σου, κι άσε τον κόσμο να λέει».

Κλεάνθης Γρίβας

 

 

 

 

 

O ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΓΡΙΒΑΣ (γεν. 1944) είναι ψυχίατρος-νευρολόγος, Διδάκτωρ ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ, με σπουδές στην Κοινωνιολογία. Υπήρξε συνεργάτης πολλών περιοδικών και εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η Ελευθεροτυπία (για 15 χρόνια μέχρι τις 4-2-2002). Συντάκτης της Έκθεσης για τα Ναρκωτικά της Ειδικής Επιτροπής του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1986) και συγγραφέας 19 βιβλίων με θέμα τη δημόσια υγιεινή, την ψυχιατρική, τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία και την ιστορία.

 

 ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΠΛΑΚΕΤΑ ΤΕΣΛΑ

ΑΠΑΛΛΑΓΕΙΤΕ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΤΕ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΑΣ

 

ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΩ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΠΟΡΦΥΡΗ ΠΛΑΚΕΤΑ ΤΟΥ ΤΕΣΛΑ;

 

Η Πλακέτα Τέσλα σας αποστέλλεται με Αντικαταβολή στη διεύθυνσή σας.

Τηλεφωνείστε τώρα στο

2311.270832
ή στο 6945354443
ή στείλτε στον ίδιο αριθμό SMS με τα στοιχεία σας (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, Ταχυδρομικός Κώδικας και Τηλέφωνο).
Μπορείτε επίσης να δώσετε την παραγγελία σας και τα στοιχεία σας στο mail: tesla.plate.gr@gmail.com

● Η κάθε Πλακέτα του Τέσλα κοστίζει 22 ευρώ (συν έξοδα αποστολής 3,8 ευρώ).  Για κάθε επιπλέον Πλακέτα Τέσλα παραγγείλετε, ισχύει έκπτωση 10%.

 
ΚΑΝΤΕ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΩΡΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΤΕ. ΕΝΑ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΜΑΣ.

 

Advertisements