ΟΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ

ΟΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ

Μπορεί  ο Δικηγόρος να Γίνει «Ιατρός Πνεύματος και Ψυχής»;

 

 

Γράφει η Σάση Χότζογλου

 

 

 

«Δικαιοσύνη υπάρχει μόνο όταν υπάρχει Αγάπη! Αν μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας με τις ατέλειές του και προσπαθούμε για το καλύτερο, τότε θα είμαστε σε θέση να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τους άλλους χωρίς όρους. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, και ο δικηγόρος να έχει μέσα του πάντα αυτή την σκέψη!» λέει ο William Van Zyverden, ο εμπνευστής της Ολιστικής Δικηγορίας και ιδρυτής της Διεθνούς Ένωσης Ολιστικών Δικηγόρων.

Πάντοτε υπήρχε και θα υπάρχει μια μικρή ομάδα ανθρώπων, το ανήσυχο πνεύμα των οποίων ερευνά και ανακαλύπτει, βιώνει και εκφράζει τη βαθύτερη όψη των πραγμάτων. Δεν έχει σημασία αν είναι επώνυμοι ή ανώνυμοι. Σημασία έχει ότι αυτοί αποτελούν, εν δυνάμει, μια ομάδα ανθρώπων που ψάχνουν τις αληθινές αιτίες πίσω από τα φαινόμενα και τα συμβάντα σε ένα κόσμο που ακόμη αρνείται να ενηλικιωθεί και ζει σαν να μην έφυγε ποτέ από τη ζούγκλα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν σταματούν μόνο εκεί. Δίνουν λύσεις και νέους τρόπους θεώρησης ακόμη και αυτής της ίδιας της Δικαιοσύνης!

Έτσι, το 1991, σε μια μικρή πόλη του Βερμόντ, το Μίντλμπερι, μόλις 8.500 κατοίκων, ο William Van Zyverden εισήγαγε για πρώτη φορά τον όρο Ολιστικός Δικηγόρος και Ολιστική Δικηγορία, ταράσσοντας τα νερά της παραδοσιακής άσκησης του επαγγέλματος και ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης όπου ο διάδικος αντιμετωπίζεται πλέον ως «ασθενής» και ο δικηγόρος είναι ο βοηθός, που θα τον οδηγήσει να ανακαλύψει την ρίζα και τις αιτίες της «ασθένειάς» του για να τις θεραπεύσει. Δικηγόρος και πελάτης προσπαθούν μαζί να κατανοήσουν την πηγή της σύγκρουσης με τον οποιοδήποτε ή με οτιδήποτε, χωρίς να κρίνουν και χωρίς να ρίχνουν την ευθύνη στον άλλο διάδικο. Λειτουργούν μέσα σ’ ένα κλίμα συναίσθησης του δικαίου και αδίκου, ούτως ώστε να καταλήξουν στον κατάλληλο δρόμο που θα οδηγήσει στην «ίαση» του προβλήματος και στην προσωπική ανάπτυξη του ανθρώπου, χωρίς καμία προσκόλληση στο αποτέλεσμα.

Με γνώμονα τη θεωρία της «μη βίας» του Γκάντι –και ειδικά στο σημείο όπου μέσα στην αυτοβιογραφία του ο Γκάντι αναφέρει ότι «…ο αληθινός ρόλος ενός δικηγόρου είναι να ενώσει τα αντίπαλα μέρη….», τονίζοντας έτσι την αξία της επαναφοράς της ενότητας εκεί που εισχώρησε η χωριστικότητα και η αντιπαλότητα– ο Ολιστικός Δικηγόρος δίνει έμφαση στην πορεία της επίλυσης της σύγκρουσης και δεν εξαρτά την πορεία αυτή από οποιοδήποτε εξωτερικό αποτέλεσμα, δηλωτικό της επίλυσης ή μη, της συγκεκριμένης υπόθεσης που φέρεται στο δικαστήριο.

Θα μου πείτε τώρα, πως αυτά τα πράγματα δεν είναι για την κοινωνία μας, η οποία συνεχώς αμφιταλαντεύεται μεταξύ του δικαίου και του συμφέροντος! Όταν, μάλιστα, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι στον κόσμο μας δίκαιο είναι αυτό του ισχυρότερου! Σε μια κοινωνία ανταγωνιστική, γρήγορη και υπάκουη στον δυαδισμό –των μισών εναντίων των άλλων μισών, του εγώ και του εσύ, του πνεύματος και της ύλης– όλα αυτά είναι ουτοπία. Κι όμως, επειδή τα βλέπουμε όλα αυτά, βλέπουμε το παράδοξο του δυαδισμού να μπαίνει μέσα σε κάθε έργο και σε κάθε σκέψη, γι’ αυτό αποφάσισα να παρουσιάσω την Ολιστική Δικηγορία ως μοντέλο ζωής, ένα μοντέλο δυναμικής κοινωνίας ανθρώπων και Ολιστικής θεώρησης του Δικαίου.

Ακριβώς, επειδή βλέπω τον άνθρωπο μέσα στο αδιέξοδο της μηχανοκρατίας και του αβέβαιου, να κομματιάζει συνεχώς τα πράγματα, να δημιουργεί αντιθέσεις και διαφορές, να στροβιλίζεται στη δίνη των αντιφάσεων και στην α-τοπία του Είναι και Μη Είναι, να μπαίνει σ’ έναν κόσμο σπασμένο και ασυνάρτητο που τον χρησιμοποιεί σαν έσχατη καταφυγή και κλείνεται μέσα του άβουλος και επαίτης, γεμάτος από λύπη και ασθενής σαν τους ίσκιους, γι’ αυτό το λόγο θέλησα να κοινωνήσουμε μαζί σε μια νέα θεώρηση πραγμάτων. Μιας και, όπως όλοι ξέρετε ότι η ιστορία των ανθρώπων είναι επαναλαμβανόμενη στον πόνο, στην λύπη και στο μίσος, ίσως ήρθε η ώρα να κάνουμε χώρο στις καινούργιες ιδέες για να πάψει αυτό το κομμάτιασμα του ωραίου.

 

Αρχές της Ολιστικής Δικηγορίας

Ο Ολιστικός Δικηγόρος βλέπει το νομικό πρόβλημα σαν «σύμπτωμα» ή αποτέλεσμα, και όχι ως αιτία της διένεξης. Θεωρεί ότι κάθε σύγκρουση έχει τη ρίζα της στο πιστεύω ότι όλοι μας είμαστε χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο. Έτσι βλέπει κάθε διένεξη σαν μια εξωτερική εκδήλωση της εσωτερικής μας σύγκρουσης όσον αφορά τις σχέσεις μας με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος ψάχνει πέρα από τη ψευδαίσθηση των χωριστών ενδιαφερόντων για να βρει το κοινό συμφέρον που είναι η βάση της επίλυσης και επιλύει τις συγκρούσεις σε συνεργασία με τον πελάτη του. Με αυτό τον τρόπο βοηθά, επίσης, τον πελάτη του να κοιτάξει κάτω από την επιφάνεια της διένεξης και να κατανοήσει την αιτία.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος αναγνωρίζει ότι κάθε πρόβλημα που οποιοσδήποτε  πελάτης φέρνει στο γραφείο του είναι μια ευκαιρία και για τον ίδιο τον δικηγόρο να ξεπεράσει την επίκριση, τον θυμό, την προκατάληψη και κάθε εκδήλωση φόβου.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος ακούει και παρακολουθεί προσεκτικά οτιδήποτε λέει και κάνει ο πελάτης του, και ποτέ δεν επιλέγει την πελατεία του –φτάνει αυτή να είναι αντίστοιχη στον τομέα του δικαίου που αυτός εκπροσωπεί. Συμπεριφέρεται, επίσης, στους πελάτες του μα και στους αντιδίκους με σεβασμό, επειδή αναγνωρίζει ότι κάθε παίκτης –στο θέατρο που εκτυλίσσεται– έχει ένα νομικό πρόβλημα και ένα ρόλο να παίξει στην επίλυση της υποκείμενης αιτίας.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος ασκεί μη επιθετική δικηγορία και εκθέτει τις απόψεις του χωρίς να επιτίθεται στον αντίδικο.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος δεν βλέπει χωριστά την προσωπική και την επαγγελματική του ζωή. Η άσκηση ολιστικής δικηγορίας είναι το ίδιο σαν να ζεις ολιστικά.

Ο Ολιστικός Δικηγόρος επιζητά την εξισορρόπηση του πνευματικού, νοητικού, συναισθηματικού και φυσικού σώματός του και απολαμβάνει την ζωή με πληρότητα και χαρά.

 

 

Φυτεύεται Ένας Νέος Σπόρος

«Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος», κατά τον  Zyverden, «είναι απλά ο χώρος που εκδηλώνονται διάφορες καταστάσεις που άλλοτε χαροποιούν και άλλοτε εξαγριώνουν τον δικηγόρο. Τα πάντα εμπίπτουν στο ίδιο μοτίβο: «Γιατί σε μένα;», «Γιατί να μου τύχει αυτός ο πελάτης;», Γιατί τώρα;». Έτσι στην ουσία, ενώ εξυπηρετείς τον πελάτη σου, ταυτόχρονα προσφέρεις υπηρεσία και στον εαυτό σου, ή μάλλον θα ήταν πιο σωστό να πούμε πως ο πελάτης εξυπηρετεί εσένα τον δικηγόρο. Όλες οι σχέσεις είναι ευκαιρίες που δίνονται σε όλα τα συμμετέχοντα μέρη να μάθουν και να προσφέρουν υπηρεσία ή να διδάξουν. Έτσι, το ερώτημα «Πως μπορώ να σας βοηθήσω;» αλλάζει και γίνεται «Γιατί είμαστε μαζί; Ποιος είναι ο χορός που καλούμαστε να χορέψουμε μαζί»;».

Με βάση τον παραπάνω συλλογισμό, αναλογιζόμαστε το βάθος των αλλαγών που επιφέρει στην όλη θεώρηση της ζωής μας η ιερότητα της Δικαιοσύνης. Δεν είναι τυχαίο που ο Zyverden και η Διεθνής Ένωση Ολιστικών Δικηγόρων επέλεξαν στο σήμα τους να εμφανίσουν την Δικαιοσύνη να βγάζει από τα μάτια της το μαντήλι. «Δεν νομίζω ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι τυφλή, Δεν μπορείς να κρίνεις έναν άνθρωπο γι’ αυτό που έκανε, αλλά γι’ αυτό που είναι και γιατί το έκανε! Βλέπω, λοιπόν σήμερα, τη νομική διαδικασία σαν βρέφος που έχει πολλά να μάθει. Ακόμη δεν μπορεί να επιλύσει τις διενέξεις, αλλά απλά κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Ο ρόλος μου είναι να ρίχνω φως. Αν το φως είναι ορατό, υπάρχει πρόοδος. Αν δεν είναι, απλά έχει φυτευτεί ένας σπόρος», λέει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του στις 10 Απριλίου του 1992 στην εφημερίδα The New York Times.

Είναι αλήθεια πως ο χώρος της Δικαιοσύνης είναι επιβαρημένος με πολλά άλυτα προβλήματα και συναισθήματα. Αρκεί ένας περίπατος στα Δικαστήρια για να βιώσουμε τον πόνο, τον θυμό, την ντροπή, τις ενοχές, την καχυποψία, το μίσος, το άγχος και τόσα άλλα συναισθήματα για τα οποία, όταν μιλάμε με φίλους, τα κατακρίνουμε και βάζουμε τον εαυτό μας σε μια θέση τέτοια που καμία σχέση δεν έχει μ’ αυτά. Τι υποκρισία!!! Η ατμόσφαιρα μέσα στις αίθουσες των Δικαστηρίων είναι βαριά και άρρωστη, αντίστοιχη αυτής των νοσοκομείων, και όλα τα παραπάνω συναισθήματα είναι έκδηλα στα πρόσωπα όλων, είτε είναι δικηγόροι και δικαστές, είτε είναι διάδικοι ή μάρτυρες.

«Βέβαια, η άσκηση της δικηγορίας μέσα από την καρδιά δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση,» λέει ο Zyverden και συνεχίζει: «Ο Νόμος έχει καταντήσει μια καθαρά νοητική άσκηση στην οποία λείπει κάθε συναίσθημα. Σε κάθε υπόθεση, πελάτης και δικηγόρος καλούνται να θεραπεύσουν τα κομμάτια τους. Κάθε υπόθεση ξεκινά με την παρουσίαση του συναισθηματικού πόνου του πελάτη. Στο τέρμα του ταξιδιού οφείλει να δει την απελευθέρωση της εσωτερικής αναταραχής ή τουλάχιστον την έναρξη της διαδικασίας της απελευθέρωσης αυτής. Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρείται το φαινόμενο  ότι ο δικηγόρος που έχει τον συγκεκριμένο πελάτη, να αντιμετωπίζει ένα αντίστοιχο ή παραπλήσιο πρόβλημα εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή, το οποίο πρόβλημα καλό είναι να μοιραστεί με τον πελάτη του ή αν η επαγγελματική σχέση δεν το επιτρέπει, να ασχοληθεί μ’ αυτό, απουσία του πελάτη του. Έτσι, όταν ο δικηγόρος πιστεύει ότι η θεραπεία είναι προς το αμοιβαίο όφελος, η αλαζονεία αντικαθίσταται από ένα πνεύμα ενθουσιώδους αναζήτησης».

 

Συμμετοχή του Διάδικου και Σεβασμός στον Αντίδικο

Σ’ αυτή την «ενθουσιώδη αναζήτηση για θεραπεία», ο πελάτης καλείται να κάνει ο ίδιος τη συλλογή στοιχείων, να συγκεντρώσει το φωτογραφικό ή άλλο υλικό που κρίνεται απαραίτητο, να συναντήσει και να συζητήσει με τους πιθανούς μάρτυρες και γενικά να συμμετέχει σ’ όλα εκτός από την νομική έρευνα.

«Η θεραπεία», διδάσκει με τον τρόπο του αυτός ο πρωτοποριακός δικηγόρος, «επέρχεται όταν ο άνθρωπος κατανοήσει τα κίνητρα του άλλου και περιέλθει σε μια κατάσταση συμπόνιας. Η συμμετοχή του πελάτη σε κάθε βήμα διαδικασίας τον βοηθά να θεραπεύσει την εσωτερική του σύγκρουση. Όταν πας πίσω στο παρελθόν και δουλεύεις το πρόβλημα, ένα μεγάλο μέρος της συναισθηματικής φόρτισης εξανεμίζεται». Και χαρακτηριστικό είναι ότι ένας Ολιστικός Δικηγόρος δεν καταφεύγει σε τεχνάσματα με σκοπό να αποφύγει την ποινή. Μπορεί να υπάρχουν παραθυράκια τα οποία θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ή θα μπορούσαμε να αποκρύψουμε στοιχεία. Όμως αυτό δεν θα ήταν Δικαιοσύνη!

Με τον ίδιο σεβασμό, επίσης, που ο Ολιστικός Δικηγόρος βλέπει τον πελάτη του, βλέπει και τον αντίδικο. Γιατί, ο πελάτης λέει το πρόβλημα από την δική του σκοπιά. Υπάρχει, όμως, και ή άλλη πλευρά, αυτή του αντιδίκου, που πιθανόν να είναι εξίσου αληθινή. Και με βάση την ολιστική θεώρηση της Δικηγορίας οι αντίδικοι αρχίζουν να λειτουργούν καταλυτικά ο ένας για τον άλλο –με προτροπή πάντα του δικηγόρου. Αυτό που εκδηλώθηκε σαν αντιπαράθεση μπορεί να μετατραπεί σε «χορό» που δίνει την ευκαιρία στον καθένα τους «να χορέψει τον χορό της απελευθέρωσης» από το βάρος που κουβαλούν μέσα τους και γύρω τους.

Η νομική πλευρά της οποιασδήποτε διένεξης είναι το ένα μόνο κομμάτι του θέματος. Αν θέλουμε να ανυψωθεί το σώμα της απονομής δικαιοσύνης σ’ ένα νέο επίπεδο υπηρεσίας στην ανθρώπινη κοινωνία, τότε χρειάζεται να προχωρήσουμε πέρα από το ιστορικό, να δούμε τα εσωτερικά εκείνα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην διένεξη και τον αντίκτυπο που έχουν στην ζωή του ανθρώπου και την δημιουργία της εσωτερικής σύγκρουσης. Έτσι, ο δικηγόρος γίνεται «ιατρός πνεύματος και ψυχής». Βοηθά τον πελάτη του να εντοπίσει την ρήξη που έχει επέλθει στο μυαλό του καθώς προσπαθεί να απελευθερώσει την συναισθηματική φόρτιση και να αποκτήσει αυτογνωσία για να μπορέσει να αναλάβει ο τελευταίος τις ευθύνες του συμβάλλοντας στην ειρήνη και την αρμονία τόσο μέσα του, όσο και στον χώρο της κοινότητας μέσα στην οποία ζει.

Όλα τα προαναφερόμενα μας δίνουν και το σύνθημα της Διεθνούς Ένωσης Ολιστικών Δικηγόρων: «Ενέργησε έχοντας στο μυαλό σου το καλό όλων». Το σύνθημα αυτό γίνεται η αφορμή για να αντιληφθούμε πια πως η ολιστική θεώρηση κάθε τρόπου ζωής θα ενηλικιώσει τον άνθρωπο, καθώς θα τον βγάλει από τους φόβους του, τις ενοχές και την άκομψη δειλία, που του υπέβαλλαν τόσους αιώνες οι τιμωροί θεοί καθώς και οι πάσης φύσεως «πατέρες» της ηθικής, και θα συμμετέχει από δω και πέρα σε μια κοινωνία σεβασμού και αλληλοπαραδοχής.

 

Δικαιοσύνη και Ολιστική Δικηγορία

Κατά τον Αριστοτέλη, «Δικαιοσύνη είναι η αρετή της ψυχής, η οποία απονέμει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Δεν είναι μόνο διανεμητική σε σχέση με την κατανομή των αγαθών, αλλά και διορθωτική, επίσης, καθώς ρυθμίζει τις ιδιωτικές σχέσεις των πολιτών». Τα  ανωτέρω μπορούν να γίνουν ευχή η οποία θα συνοδεύει τον σύγχρονο δικηγόρο να αναθεωρήσει τον κυρίαρχο σήμερα υλιστικό προσανατολισμό και να αφουγκραστεί τη δικαιοσύνη πέραν της νομικής μάθησης και της δικηγορικής δεοντολογίας. Γιατί, δράση σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας μόνο, σημαίνει δράση κατά το δοκούν, δηλαδή δράση σύμφωνα με το εκάστοτε συμφέρον, άρα δράση αντικοινωνική.

Σκέτη μάθηση των νόμων και δράση σύμφωνα –πάλι μόνο– με κανόνες δεοντολογίας είναι σύμπτωμα ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης. Και δεν είναι τυχαίο ότι ετυμολογικά η λέξη δεοντολογία συγγενεύει με το δέον, την ένδεια, τα δεινά την δειλία και το δεύτερο, συνδέεται δε εννοιολογικά με τον φόβο, τον τρόμο την ανάγκη και το αίσθημα κατωτερότητας! Αν συμβάλλουν μόνο αυτά στην απονομή της δικαιοσύνης, γίνονται μέσον επιβολής και καταπίεσης όσων θεωρούνται από άλλους ως δευτερεύοντες.

Η Ολιστική Δικηγορία στέλνει σήμερα το δικό της κάλεσμα προς όλους εκείνους που είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να ανταποκριθούν στην επιθυμία να ζήσουμε ελεύθεροι. Όταν το 1991 πρωτοεμφανίστηκε αυτός ο όρος, λίγοι ήταν αυτοί που κατάλαβαν το μήνυμα που έφερνε αυτή η ολιστική θεώρηση. Οι περισσότεροι έβλεπαν το όλο θέμα με σκεπτικισμό. Στα χρόνια που μεσολάβησαν όλο και περισσότεροι δικηγόροι άρχισαν να αντιλαμβάνονται την αξία άσκησης της δικηγορίας σύμφωνα με τους νόμους της Φύσης.  Σήμερα αριθμούν αρκετές εκατοντάδες μέλη σ’ όλο τον κόσμο, οργανώνουν συνέδρια και καταβάλλουν προσπάθειες να ενταχθεί το μάθημα της Ολιστικής Δικηγορίας στις Νομικές Σχολές των Κρατών.

Όπως εξηγεί ο ιδρυτής της, «ένας δικηγόρος για να μεταβεί από το κλασικό μοντέλο στο ολιστικό χρειάζεται να κατανοήσει ότι υπάρχει πάντα η άλλη όψη του νομίσματος και αυτή η άλλη όψη έχει την ίδια αξία με αυτή που ο ίδιος έχει ακούσει, καθώς πολύ πιθανόν να είχε τον αντίδικο πελάτη του. Η συνεργασία, λοιπόν, ανάμεσα στους αντιδίκους για την επίλυση της διένεξης και η συνεργασία του δικηγόρου με άλλους επαγγελματίες με σκοπό την βελτίωση της υγείας των πελατών του, καθώς και η εκπαίδευση του ιδίου σε σχετικούς τομείς, κρίνεται απαραίτητη για την αλλαγή του μοντέλου».

Η Αρχή μιας Νέας Πραγματικότητας

Η πραγμάτωση του οράματος της Ολιστικής Δικηγορίας θα αποτελέσει και την απαρχή της κοινωνικής αρμονίας. Εξ άλλου όλα παραδείγματα της Φύσης, η οποία παντοιοτρόπως αναγνωρίζει τα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως, εκδηλώνει ολιστικά και χωρίς διάκριση την αμέριστη αγάπη προς όλα τα έμβια όντα.

Η Δικαιοσύνη, λοιπόν, ασκούμενη όχι μόνο σαν ηθική αρχή αλλά και σαν μέσον αυτογνωσίας –μέσω της Ολιστικής Δικηγορίας– μπορεί να αποτελέσει το ισχυρό και το ωραίο οικοδόμημα, το οποίο θα στεγάσει τις ατομικές μα και κοινωνικές ελευθερίες σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο. Γιατί, όταν οι αρχές της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης εφαρμόζονται από κάθε άνθρωπο, τότε αποβαίνουν ιδιότητες της ανθρώπινης συνείδησης και εκδηλώνονται ως συναίσθημα του ανθρώπου, ο οποίος δεν περιορίζεται πλέον στην απλή εκπλήρωση του καθήκοντος, αλλά καλείται ο ίδιος, να εφαρμόσει αυτός, κατ’ απομίμηση της φύσης, τις ιδανικές πλέον αρχές της Ανθρώπινης Ύπαρξης.

Μέσα από τέτοια πορεία, ο δρόμος του κάθε δικηγόρου που γίνεται αναζητητής της αλήθειας γίνεται λιγότερο μοναχικός και παύει να είναι ανταγωνιστικός. Συναισθάνεται, κατ’ αρχάς, την κοινή μοίρα που τον συνδέει με κάθε πελάτη του και επιπλέον αντιλαμβάνεται πως κοντά του, γύρω του, μα και σε όλο τον κόσμο υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που ενώνουν τις δυνάμεις τους για έναν ουσιαστικά καλύτερο κόσμο δίχως ανταγωνισμό, ξεσπάσματα επιθετικότητας και ανισότητες, δίχως εγωισμό και εκμετάλλευση, για έναν κόσμο αληθινά ισορροπημένο και όμορφο!

 

 Πηγές:

Όλγα Γκουνή, Γνωρίστε την Ολιστική Δικηγορία, Ατραπός

 

 

Η Σάση Χότζογλου είναι ψυχολόγος και ερευνήτρια εναλλακτικών μεθόδων θεραπείας.

 

 

Advertisements