ΠΕΤΡΟΣ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΤΡΟΣ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

«Είμαι υπέρ του μποϊκοτάζ, ιδίως του καταναλωτικού, υπέρ κάθε ενεργητικής αντίστασης, υπέρ κάθε αντίδρασης στην αποχαύνωση».

«Το αίμα είναι μια μπούρδα», γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος σε ένα από τα κεφάλαια του νέου του βιβλίου με τίτλο Η Καλοσύνη των Ξένων. Δανείζεται μία ατάκα του ομοφυλόφιλου καλύτερου φίλου της Μαντόνα, Ρούπερτ Έβερετ, ο οποίος προσπαθεί να διεκδικήσει την από κοινού κηδεμονία του Σαμ, του παιδιού που μεγάλωσαν οι δύο τους, στην μέτρια ταινία The Next Best Thing του Τζον Σλέσινγκερ, σκηνοθέτη ταινιών όπως οι Ο Καουμπόης του Μεσονυχτίου ή Ματωμένη Κυριακή. Τα λόγια του Έβερετ  όμως κάνουν τον Τατσόπουλο να βουρκώνει: «Φαίνεται ότι όλη μου τη ζωή σκεφτόμουν το αίμα. Και το αίμα… είναι μια μπούρδα. Όλοι είμαστε γεμάτοι. Είναι καλό… γίνεται κακό… αλλά δεν δείχνει τι είμαστε. Ο πραγματικός γονιός δε φαίνεται από το DNA. Κανείς δε σε κάνει γονιό ούτε σε καταργεί. Εγώ κέρδισα το δικαίωμα να είμαι πατέρας του Σαμ. Έτσι, άσχετα από την απόφασή σας, ο Σαμ  είναι γιος μου, για πάντα».

Ο Τατσόπουλος δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες –όχι τουλάχιστον στα βιβλία του.  Είναι αυτός που έγραψε μεταξύ άλλων τα Οι ΑνήλικοιΤο Παυσίπονο, Η καρδιά του Κτήνους, Η Πρώτη Εμφάνιση αλλά και το Τιμής Ένεκεν  πριν τρία χρόνια, που στάθηκε αφορμή για την πρώτη μας κουβέντα.  Η καρδιά του Κτήνους ήταν το πρώτο του βιβλίο που διάβασα και τον ξεχώρισα για τον παιγνιώδη κυνισμό της γραφής του, για την απόλυτη αδιαφορία του για politically correct απόψεις και ισορροπίες. Στην Καλοσύνη των Ξένων αφηγείται την ιστορία της υιοθεσίας του, δουλεύοντας όμως σαν ερευνητής και τοποθετώντας τα πράγματα στην αληθινή τους βάση. Έμαθε ότι είναι υιοθετημένος όταν είχε γράψει ήδη το πρώτο του βιβλίο και παρεμβλήθηκαν είκοσι έξι χρόνια και δεκατρία βιβλία για να μιλήσει για αυτήν. Αυτό το βιβλίο τον έκανε να επισκεφθεί πολλές ελληνικές πόλεις και είναι η πρώτη φορά που τον σταματούν άνθρωποι στο δρόμο για να του πουν ότι τους λύτρωσε γιατί και οι ίδιοι σε ανάλογες περιπτώσεις δεν ένιωσαν καμία συγκίνηση. Τελικά η αλήθεια που κάποτε –παραδέχεται – χρησιμοποίησε και ως ψυχαναγκασμό σε προσωπικές σχέσεις, χωρίς κακή πρόθεση, είναι πάντα ο μόνος δρόμος για τη λύτρωση. Αναγκαία και γι’ αυτόν που τη βγάζει από μέσα του και για αυτόν που έχει δικαίωμα να τη γνωρίζει.  

Εύα Κουσιοπούλου

Συνέντευξη στην Εύα Κουσιοπούλου

Αυτή η συνέντευξη δε θα ξεκινήσει με τη συνηθισμένη ερώτηση «πώς δηλαδή προέκυψε η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο». Και αυτό γιατί αφηγείστε μια αληθινή ιστορία, την οποία γνωρίζετε καλύτερα από τον καθένα αφού πρόκειται για την ιστορία της υιοθεσία σας.  Ωστόσο, αν και το ίδιο το θέμα του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη για μια μελοδραματική ιστορία, εσείς διαλέξατε να μιλήσετε ψύχραιμα και από απόσταση για κάτι πολύ προσωπικό. Καταρρίπτετε όσα πιστεύαμε για ήρωες, όπως ο Όλιβερ Τουίστ. Τελικά σε αυτές τις ιστορίες δεν υπάρχει «χάπι εντ»;

Δεν τα πάω καλά με το μελοδραματισμό. Υποθέτω πως είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας. Ακόμη κι αν ήθελα να γράψω ένα μελόδραμα, φοβάμαι πως δε θα τα κατάφερνα. Το μελόδραμα απαιτεί από τον συγγραφέα να μην υπονομεύει την πίστη του αναγνώστη στη βαρύτητα όσων διαδραματίζονται. Να μην «κλείνει το μάτι» στον αναγνώστη. Εγώ λειτουργώ αφηγηματικά περισσότερο ως πειραχτήρι παρά ως ιεροκήρυκας. Νομίζω όμως ότι αδικείτε τον Όλιβερ Τουίστ, όπως και τα υπόλοιπα έργα του Ντίκενς –και δεν είστε η μόνη. Δυστυχώς από τον Ντίκενς κρατήσαμε το μελοδραματισμό και λησμονήσαμε το χιούμορ –συχνά ζοφερό, συχνά μακάβριο– που διατρέχει τις σελίδες του. Διόλου τυχαία έπειτα τον υποβιβάσαμε στην παιδική λογοτεχνία –κάπως σαν ευρωπαϊκή απάντηση στην Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά. Ο Ντίκενς είναι σπαραχτικά αστείος. Μακάρι να έφτανα στο μικρό του δαχτυλάκι.

Στις σελίδες του βιβλίου σας δε βρίσκουμε ούτε μία επινοημένη σκηνή. Οι περισσότεροι συνάδελφοι σας ωστόσο θα υπέκυπταν  στη σαγήνη του μελό ειδικά με ένα τέτοιο θέμα όπως η υιοθεσία εσείς όμως;

Για να σαγηνεύσεις πρέπει  πρώτα να  σαγηνευτείς. Πώς να μεταδώσεις κάτι που δεν αισθάνεσαι εσύ ο ίδιος; Μονάχα οι πολιτικάντηδες κατορθώνουν ανάλογους άθλους, οι φωνακλάδες δημαγωγοί και αυτοί μονάχα προσωρινά, με γραμμένη στην ούγια των λόγων τους την ημερομηνία λήξης. Θέλω να πιστεύω ότι οι αναγνώστες εκτίμησαν το γεγονός ότι δεν προσποιήθηκα κάτι άλλο από αυτό που είμαι και δεν εκβίασα τους δακρυγόνους αδένες τους. Αν το επιχειρούσα, μάλλον θα με έπαιρναν με τις ντομάτες. Έχουν αυθεντικούς κλαυσοποιούς για να ξεχαρμανιάζουν –βρίθει η τηλεόραση –δεν χρειάζονται ρεπλίκες.

Η συνάντηση σας με τη φυσική σας μητέρα στην Κρήτη περιγράφεται εύστοχα με τέσσερις λέξεις: «σκατά διανομή, σκατά χημεία», ενώ υπάρχει και μια σειρά από παρόμοιες περιγραφές για υπαρκτά πρόσωπα. Δε σκεφτήκατε ότι αυτό μπορεί να ενοχλήσει ή να πληγώσει κάποιους;

Εκείνοι που θα μπορούσαν εν δυνάμει να πληγωθούν από την Καλοσύνη των Ξένων  –οι θετοί μου γονείς, η φυσική μου μητέρα– είναι ήδη νεκροί. Ήταν και αυτός ένας από τους λόγους, ίσως ο κυριότερος, που δε βιάστηκα να μεταφέρω την υιοθεσία μου στο χαρτί. Από εκεί και έπειτα, δεν είχα πρόθεση ούτε να πληγώσω ούτε να εκδικηθώ οιονδήποτε. Εισέπραξα απίστευτο απόθεμα καλοσύνης στη ζωή μου –ακόμη και από τη φυσική μου μητέρα, που θα μπορούσε κάλλιστα να περιορίσει τα βάσανα της με μία έκτρωση– και ένα τουλάχιστον μέρος από αυτό το απόθεμα θέλησα να το ανταποδώσω. Εάν παρ’ ελπίδα πλήγωσα κανέναν από τους ζώντες –τα ετεροθαλή αδέλφια μου λόγου χάριν– δεν το έκανα σκόπιμα και αυτονόητα ζητώ την κατανόηση τους.

Ήταν τόσο απογοητευτική η συνάντηση με την μητέρα σας, που δεν επιδιώξατε να βρείτε και τον πραγματικό σας πατέρα;

Προσέξτε. Δεν κρίνω αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς τη φυσική μου μητέρα. Δεν χρειάστηκε ούτε μία μέρα στη ζωή μου ν’ αντιμετωπίσω δυσκολίες, έστω και κατά προσέγγιση ανάλογες με τις δυσκολίες που αντιμετώπισε εκείνη. Εάν κρίνω κάτι στο βιβλίο –και κρίνω πιθανόν αυστηρά– κρίνω τις δικές μου αυταπάτες γύρω από τη φυσική μου μητέρα προτού τη συναντήσω. Οι εν λόγω αυταπάτες αναντίρρητα διαλύθηκαν με τη συνάντησή μας. Εικάζω ότι δεν μου απέμειναν ψυχικές εφεδρείες για μια δεύτερη διάψευση και γι’ αυτό δεν αποτόλμησα να εντοπίσω και το φυσικό μου πατέρα. Όχι πως θα τον εντόπιζα εύκολα, έτσι και το αποτολμούσα. Δεν αποκλείω άλλωστε να το αποτολμήσω στο μέλλον. Και μην εκλάβετε, σας παρακαλώ, αυτή την πιθανότητα σαν απειλή για αφηγηματικό σίκουελ. Μην το ξεφτιλίσουμε κιόλας.

Ο Αλέξης Σταμάτης έγραψε ότι αν και υπαινίσσεστε στο βιβλίο πως «οι ουμανιστικές μας αρτηρίες βουλώνουν μετά τα σαράντα, Η Καλοσύνη των Ξένων αποτελεί ένα μπάι πας ουμανισμού».  Ποιος είναι ο λόγος για αυτήν την αρτηριοσκλήρωση  και την έλλειψη συναισθημάτων;

Παρά τα καλά λόγια του Αλέξη Σταμάτη, η πικρή αλήθεια είναι πως μετά τα σαράντα μας βουλώνουν πράγματι οι ουμανιστικές μας αρτηρίες. Με καραμπινάτες ασφαλώς εξαιρέσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ψυχανεμίζονται ποτέ από ουμανισμό –γάτες παιδεύουν στα παιδικά τους χρόνια, υφιστάμενους στα γεράματα– και άλλοι που προσφέρουν ανιδιοτελώς έως την τελευταία πνοή τους. Η πλειονότητα πάντως κουράζεται και αποσύρεται. Για του λόγου το ασφαλές, δεν έχετε παρά να ρίξετε μια ματιά στις ανθρωπιστικές οργανώσεις, όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, που με φιλοξένησαν στην Ονδούρα. Αυτή είναι άλλωστε και η Αχίλλειος Πτέρνα του σοσιαλισμού, όπως πολύ ορθά είχε επισημάνει εκείνος ο ευφυής παλιάνθρωπος, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ. Απευθύνεται σε νεαρές ηλικίες. Από τα πενήντα και κατόπιν, συντηρητισμός και αρθριτικά προχωρούν χέρι-χέρι.

Αυτοσαρκάζεστε συνεχώς και δίνετε στο βιβλίο τον ορισμό του λογοτέχνη είναι «ο επικαλούμενος περισυλλογή» –τουλάχιστον όταν επιθυμεί να αποφύγει δυσάρεστες παρουσίες! Και στο Τιμής Ένεκεν υπήρξατε αρκετά δηκτικός με το σινάφι στο οποίο ανήκετε. Είναι δείγμα χιούμορ ή όντως έχετε απογοητευτεί τόσο από τους συναδέλφους σας;

Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από το σινάφι των συγγραφέων. Είμαι σάρκα από τη σάρκα τους. Στο Τιμής Ένεκεν θεώρησα πως μια στοιχειωδώς έντιμη στάση επιβάλλει να μην σαρκάσω κανένα συνάδελφο, αν δεν σαρκάσω πρώτα εμένα τον ίδιο. Αυτή είναι, αν θέλετε, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο χιούμορ και στην πλάκα. Στην πλάκα σταματάς ως τα περίχωρα του εαυτού σου. Στο χιούμορ προχωράς παραπέρα: αυτοσαρκάζεσαι. Ο αυτοσαρκασμός σου δίνει το  ηθικό δικαίωμα να σαρκάσεις και τον διπλανό σου. Όσο για το χώρο των συγγραφέων καθαυτό, δε νομίζω ότι διαφέρει αισθητά από τους χώρους των υπολοίπων συμπατριωτών μας: βαθύτατα συντηρητικός, με όποια «προβιά» και αν καλύπτουν το συντηρητισμό τους…

Όπως διαπιστώθηκε και στην τελευταία Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης η ζήτηση για αυθεντικές ιστορίες είναι πλέον μια διεθνής τάση. Εσείς από την άλλη γράφετε χρόνια. Γιατί πήρατε την απόφαση να γράψετε τώρα την ιστορία της υιοθεσίας σας;

Με απασχολούσε σχεδόν τρεις δεκαετίες –από το 1978, που πρωτοανακάλυψα την υιοθεσία μου. Διαρκώς το ανέβαλα κι έγραφα άλλα βιβλία –μυθιστορήματα, διηγήματα, ανάλεκτα κείμενα– δεκατρία συνολικά τον αριθμό. Στα μέσα του 2005 είπα στον εαυτό μου: «Κάνε το ή μην το κάνεις, μονάχα μην μας τα πρήζεις με τα αμλετικά σου διλήμματα». Ως εκ του τούτου, η προσωπική μου σύμπλευση με τη διεθνή τάση για «αληθινές ιστορίες»  είναι καθαρά συμπτωματική –εκτός και αν κάποιος πιστεύει ότι φρόντισα να υιοθετηθώ πριν από σαράντα χρόνια και να περιμένω τριάντα για να σπεκουλάρω την υιοθεσία μου σήμερα. Ως σχέδιο δε σας παραφαίνεται μακρόπνοο;

Το γεγονός ότι οι θετοί σας γονείς ήταν μεγάλης ηλικίας πιστεύετε ότι είχε επιπτώσεις στην ανατροφή σας; Πόσο τυχερός αισθάνεστε που βρεθήκατε στη συγκεκριμένη οικογενειακή αγκαλιά;

Το μεγάλο ηλικιακό χάσμα είναι μάλλον κάτι συνηθισμένο στις θετές οικογένειες, αφού οι περισσότεροι υιοθετούν μονάχα όταν εξαντλήσουν όλα τα άλλα μέσα (και τις ελπίδες)  για να αποκτήσουν παιδιά με φυσικό τρόπο.

Από εκεί και έπειτα, αν θα καλοπέσεις ή αν θα κακοπέσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη. Βεβαίως στις δημόσιες υιοθεσίες, η εξαντλητική έρευνα της κοινωνικής υπηρεσίας γύρω από το ποιόν των υποψηφίων θετών γονέων, αυτόν ακριβώς το σκοπό έχει: να περιορίσει τον παράγοντα τύχη στο μίνιμουμ, Στις ιδιωτικές υιοθεσίες όμως, που είναι και οι συντριπτικά περισσότερες, δεν προηγείται καμία έρευνα –όπως δεν προηγείται καμία έρευνα για τα ποιόν σου, αν πας να αγοράσεις ένα κιλό ντομάτες (στην Κίνα σήμερα, ένα βρέφος –ιδίως ένα κορίτσι– μη νομίζετε ότι κοστίζει και πολύ περισσότερο). Από αυτήν την άποψη, σίγουρα στάθηκα πολύ τυχερός. Ούτε συζήτηση.

Το γεγονός της υιοθεσίας σας τι ρόλο έπαιξε στη σχέση σας με το γιο;

Συνειδητά δεν έπαιξε κανένα ρόλο. Υποσυνείδητα ίσως να ενδυνάμωσε τη θέληση μου να μην τον εγκαταλείψω ποτέ, ανεξαρτήτως κοινωνικών συνθηκών. Αλλά και πάλι, μιλάω εκ του ασφαλούς. Μέχρι στιγμής δε βρέθηκα ποτέ στη δυσάρεστη θέση να λάβω οδυνηρές αποφάσεις. Γιος και πατέρας σταθήκαμε τυχεροί εξίσου.

Το φαινόμενο της υιοθεσίας παιδιών τείνει να λάβει τεράστιες διαστάσεις παγκοσμίως. Εσείς, μετά την εμπειρία σας, θα λέγατε ότι είναι  θεμιτό να πάρεις ένα παιδί από την πατρίδα του, την οικογένεια του, το μικρόκοσμο του και να το μεταφέρεις σε διαφορετικές και πιθανόν καλύτερες συνθήκες ζωής; Και ποια είναι η δικλείδα ασφαλείας για να γίνουν  αυτά τα παιδιά  μεγαλώνοντας υγιείς ενήλικες;

Πιστεύω ότι το μόνο που δεν είναι θεμιτό είναι να πάρεις το παιδί και να το πετάξεις στο γιαλό –να το εγκαταλείψεις εν ολίγοις στην τύχη του. Κάθε απόφαση που βελτιώνει τη μοίρα ενός παιδιού είναι θεμιτή. Πατρίδα δεν είναι ούτε η λάσπη, ούτε η ευλογιά, ούτε ο υποσιτισμός, ούτε ο αναλφαβητισμός. Πατρίδα είναι –πρέπει να είναι– μια ζωή με στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Μην αμφιβάλλετε ότι αναφανδόν υπέρ του θεσμού της υιοθεσίας –χωρίς να παραγνωρίζω, ούτε να αποσιωπώ τις πιθανές παρενέργειες.

Τον τελευταίο καιρό σταρ όπως η Αντζελίνα Τζολί ή η Μαντόνα, ακόμη και εγχώριοι σταρ εκδηλώνουν την επιθυμία να υιοθετήσουν κάποιο παιδί ή υιοθετούν παιδιά από τον Τρίτο Κόσμο. Πώς κρίνετε αυτή την κίνηση;

Αυτή ακριβώς –η επιδημία υιοθεσιών από επωνύμους– είναι μία από τις παρενέργειες. Δεν μπορείς να ξέρεις που τελειώνει το πραγματικό ενδιαφέρον για το παιδί και που ξεκινάει η ματαιοδοξία του αστέρα. Αλλά και πάλι δεν μπορούμε να δικάζουμε τις προθέσεις των επωνύμων –και μάλιστα εκ του μακρόθεν– χωρίς να γνωρίζουμε το αληθινό ποιόν τους. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η επωνυμία να σε καταδικάζει και σε υποχρεωτική ατεκνία. Το παιδί ως αξεσουάρ είναι σίγουρα απεχθής αντίληψη. Μήπως όμως και αναρίθμητοι επώνυμοι δεν χρησιμοποιούν ως αξεσουάρ τα φυσικά του τέκνα;

Ποια πράγματα σας ενοχλούν περισσότερο στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Προσπαθώ να μη μιζεριάζω ούτε με τους Νεόλληνες, ούτε με τη νεοελληνική πραγματικότητα. Νεοέλληνας είμαι και εγώ. Η καθημερινή μου πραγματικότητα είναι μέρος της νεοελληνικής –δεν υπερίπταται. Έχω συμφιλιωθεί από καιρό με την ιδέα ότι δεν υπάρχει μία Ελλάδα, αλλά καμιά εικοσαριά Ελλάδες. Αντί να χολοσκάω μ’ εκείνη που δε μου αρέσει, στρέφω την προσοχή μου σ ’εκείνη που μου αρέσει. Αν δεν μου άρεσε καμία, θα σηκωνόμουν να έφευγα. Τα σύνορα είναι ανοιχτά ακόμα.

Γράφετε στο βιβλίο σας για τη στήριξη που σας προσέφεραν λογοτέχνες, όπως π.χ. ο Αντώνης Σαμαράκη,ς τον οποίο γνωρίσατε όταν είσαστε παιδί ακόμη. Θα προτρέπατε τους νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με το γράψιμο; Θεωρείτε ότι το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ευοίωνο;

Δεν μπορώ να ξέρω αν το μέλλον της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ευοίωνο ή δυσοίωνο, όσον αφορά τουλάχιστον τους συγγραφείς. Μπορεί, όσο εγώ γκρινιάζω, κάποιο παιδί, κάπου, να ετοιμάζει το αυριανό αριστούργημα. Η συγγραφή είναι μοναχική δουλειά και, ως εκ τούτου, δεν ενδείκνυται για προφητείες. Όσον αφορά  όμως τους αναγνώστες, την πολύ αποθαρρυντική κατάσταση που επέβαλε η ιδιωτική τηλεόραση με την αποχαυνωτική της ηλιθιότητα, έρχεται να αντιστρέψει το Διαδίκτυο, με μια νέα γενιά μπλόγκερ, που δείχνει να επιστρέφει στην ανάγνωση. Εκεί –στις ιστοσελίδες των μπλόγκερ– εντοπίζουμε πράγματι ευοίωνα σημάδια.

Τηλεόραση βλέπετε; Πώς κρίνετε το επίπεδο της ελληνικής τηλεόρασης;

Παιδιά, μην τρελαθούμε. Η τηλεόραση έχει ακόμη κουμπί. Κλείστε την! Μην κλαψουρίζετε για τα χάλια της. Αφήστε την να πεθάνει από τη βλακεία της! Κλείστε την και αγνοείστε την. Κάποτε –ίσως σε δέκα χρόνια, ίσως και σε λιγότερα– θα λάβει το  μήνυμά σας
 Είστε υπέρ της δημιουργικής αντίστασης, όπως για παράδειγμα τα «καταναλωτικά μποϊκοτάζ», «κλείσιμο TV»  κ.α.;

Είμαι υπέρ του μποϊκοτάζ, ιδίως του καταναλωτικού, υπέρ κάθε ενεργητικής αντίστασης, υπέρ κάθε αντίδρασης στην αποχαύνωση. Δεν αντιστεκόμαστε όμως στην αποχαύνωση μιλώντας από το πρωί ως το βράδυ για την αποχαύνωση. Την αγνοούμε και προχωρούμε παραπέρα.

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πολύς λόγος γίνεται για την ασφάλεια των πολιτών, την αύξηση της εγκληματικότητας, την ανάγκη λήψης μέτρων όπως π.χ. οι κάμερες στους δρόμους. Πώς κρίνετε τη λήψη τέτοιων μέτρων;

Η ανασφάλεια και η σπέκουλα με την ασφάλεια προχωρούσαν πάντα «αλά μπρατσέτα». Εγκληματικότητα και νόμοι καταστολής, με όλα τα τεχνολογικά τους συμπράγκαλα, λειτουργούσαν ανέκαθεν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Η σχέση τους είναι τόσο εξόφθαλμη και προβοκατόρικη, ώστε να μην εξαπατά πλέον κανένα η συγκάλυψη της εκτός, εννοείται, από εκείνους που πολτοποίησαν την αντιληπτική τους ικανότητα στο τηλεοπτικό σέικερ. Όλοι οι υπόλοιποι δεν μασάμε.

Είναι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία συντηρητική και ξενόφοβη; Σε τι θα
λέγατε ότι οφείλεται κυρίως το γεγονός αυτό;

Είναι και συντηρητική και ξενόφοβη. Ένα μεγάλο μέρος της τουλάχιστον. Όχι συνειδητά όμως, όχι ως απότοκος περασμένων μεγαλείων ή προ πολλού χαμένων προνομίων, όπως είναι στη Βρετανία ή στη Γαλλία. Είναι περισσότερο μία ανακλαστική και πανικόβλητη αντίδραση ανθρώπων εφησυχασμένων σε νεόκοπα δεδομένα και ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ο κόσμος έγινε ξαφνικά εξαιρετικά επικίνδυνος και πολύπλοκος για τον μέσο Έλληνα νοικοκυραίο. Φοβάται αυτό που δεν καταλαβαίνει. Κατ’ επέκταση, το δαιμονοποιεί.

Υπάρχει κάποια φράση, ένα «μότο» που σας εκφράζει;

Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Εκεί οφείλεται και η γλύκα της. Αντί να προσπαθείς να την στριμώξεις σε προκρούστεια καλούπια, αποδέξου την αδυναμία σου και συμφιλιώσου μαζί της. Μην λησμονείς ότι σου δίνεται εφάπαξ –χωρίς καν να ρωτηθείς.

Πηγή:  ΖΕΝΙΘ Νο 15, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2007

Advertisements