ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

Ο Ποιητής των Μικρών Στιγμών

Ο Γιώργος Χρονάς χαρακτηρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές. Συγγραφέας και δημοσιογράφος επίσης, με έντονη παρουσία στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα, από το 1981 είναι εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Οδός Πανός και διευθύνει τις ομώνυμες εκδόσεις, καθώς και τις και εκδόσεις «Σιγαρέτα». Θυμάμαι με νοσταλγία στη δεκαετία του 1980 που τρέχαμε στην Έκθεση Βιβλίου να προμηθευτούμε τεύχη του περιοδικού που μας λείπανε, που με απορία ακούγαμε τους στίχους των τραγουδιών του, που τα άρθρα του σε διάφορα έντυπα και εφημερίδες γινότανε συλλεκτικά. Η παρουσία του Γιώργου Χρονά στα ελληνικά γράμματα ξεκινά από το 1973. Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1948 στον Πειραιά από γονείς Αρκάδες. Σήμερα ο ποιητής των μικρών στιγμών, των ανθρώπων του πόνου, των ελλείψεων αλλά και των εξαιρετικών αισθημάτων συνεχίζει δημιουργικός και πολυγραφότατος. Έχει δημοσιεύσει πληθώρα πεζών, ποιητικών συλλογών και μελετών. Επιμελήθηκε επίσης πολλές λογοτεχνικές εκδόσεις και παρουσιάσεις συγγραφέων και των έργων τους. Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του συνεχίζουν να έχουν φανατικό κοινό, ενώ ποιήματά του έχουν μελοποιήσει οι Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Μαρκόπουλος και Μιχάλης Τρανουδάκης.

Συνέντευξη στον Μπάμπη Ιμβρίδη

Κύριε Χρονά, τελικά πώς μπορεί να σας χαρακτηρίσει κανείς, εκδότη, συγγραφέα, δημοσιογράφο, ποιητή;

Ποιητή. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφραση.

Οι άλλες δραστηριότητες που έπονται;

Τις αγαπώ, τις σέβομαι, αλλά πάνω απ’ όλα είναι ο ποιητής. Δεν το θεωρείτε κάτι ιδιαίτερο; Ποιητής σημαίνει δημιουργός, ότι να πεις για τα επόμενα ξεκινάς από το δημιουργός, εκ του μηδενός μάλιστα.

Το περιοδικό Οδός Πανός έκλεισε 25 χρόνια ζωής. Το χαρακτηρίζετε «εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων», ακόμα να γίνει εργοστάσιο;

Το περιοδικό έχει ταυτότητα και διαδρομή. Μόνο του με την βοήθεια του κοινού άντεξε εικοσιπέντε χρόνια και πορεύεται έτσι, όπως ο ίδιος είμαι καθ’ οδόν έτσι και αυτό. Έχω βέβαια τους συνεργάτες που τους αγαπώ και τους σέβομαι, η παραγωγή στηρίζεται στη δική μου οικονομική και φυσική κατάσταση, που σημαίνει πως όλα αυτά τα χρόνια διαθέτω σιδηρά υγεία –το πρώτιστο– πριν πέντε χρόνια περίπου υπήρξαν κάποια προβλήματα με την υγεία μου που προφανώς τα έχω ξεπεράσει για να μπω στα εικοσιπέντε χρόνια παραγωγικής δραστηριότητας.

Δεν πέρασαν ποτέ σκέψεις διαφοροποίησης της ύλης του περιοδικού, προσέγγισης και άλλων θεμάτων ίσως;

Όταν βγαίνουν τόσα περιοδικά στην Ελλάδα, πιο πολλά από την Αγγλία και την Αμερική, με βάση τον πληθυσμό, αλήθεια μένει κανείς έκπληκτος με το πόσα περιοδικά κυκλοφορούνε, όταν υπάρχουν λοιπόν τόσα περιοδικά που καλύπτουν τα ίδια θέματα, για ποιο λόγο να τα εντάξει και η Οδός Πανός στη θεματολογία της;

Ποιες οι εμπειρίες σας όλα αυτά τα χρόνια, πώς είναι να οδηγεί κανείς ένα εκδοτικό όχημα με ιδιαίτερο στίγμα; Και δεν ρωτώ μόνο για την περιοδική έκδοση αλλά και τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και «Σιγαρέτα».

Οι εκδόσεις αριθμούν τα 250 βιβλία, το περιοδικό τελειώνοντας το 2006 θα αριθμεί 134 τεύχη, μπορείτε να φαντασθείτε πόσα τεύχη είναι στην αγορά. Χρειάζομαι πλέον μεγαλύτερες αποθήκες. Είχαμε επιτυχίες, είχαμε αποτυχίες, αυτό δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο των βιβλίων, έχει σχέση με τις προτιμήσεις του κοινού. Το πιο σημαντικό, πρέπει να ξέρετε, για ένα βιβλίο που πρωτοκυκλοφορεί είναι σε πόσα σημεία διανέμεται. Εκείνο που μας στηρίζει και το κάνουμε με πολύ πείσμα και ενθουσιασμό είναι οι εκθέσεις βιβλίου. Πηγαίνω ο ίδιος, συναντώ το κοινό μου που μου μοιάζει, υποκλίνομαι στο κοινό μου, αυτό το κοινό με στηρίζει, είναι μια συγκινητική και εποικοδομητική συνάντηση. Γιατί βλέπετε αυτοί που ήταν κάποτε 17-18 χρονών σήμερα είναι συν 25 και εγώ που ήμουν 33 χρονών τότε που ξεκίναγα το περιοδικό, τώρα είμαι συν 25. Έτσι απλά πράγματα που τα παρατηρεί κανείς όπως τα φαινόμενα της Φύσης.

Παρεπιπτόντως πώς ένας μη καπνίζων ονομάζει τις εκδόσεις του «Σιγαρέτα»;

Γιατί είχα μάθει κάποτε πως το όνειρο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, του μεγάλου Αμερικανού ποιητή και πεζογράφου ήταν να κάνει ένα περιοδικό μα δεν μπόρεσε να το κάνει ποτέ. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει ένα περιοδικό, ένα περιοδικό σημαίνει μοναστήρι, σημαίνει να ασχολείσαι συνέχεια. Όταν θα φύγουμε απ’ εδώ, απ’ τον καφέ που πίνουμε, και είναι βράδυ Σαββάτου, και η Αθήνα διασκεδάζει, και όλη η Ελλάδα κάτι κάνει, εγώ θα πάω να δουλέψω μέχρι αργά, για ένα νέο βιβλίο που πρέπει να τελειώσει έως τις γιορτές, να δουλέψω το περιοδικό επίσης, το τεύχος των Χριστουγέννων που θα κυκλοφορήσει αρχές Δεκεμβρίου. Αυτά δεν τα λέω για να πω ότι είμαι αξιολύπητος ή ήρωας απλώς για να μην κάνω άλλα πράγματα που θα έκαναν ή που κάνουν άλλοι άνθρωποι εγώ θα πάω να εργαστώ. Όσο αντέξω δηλαδή.

Συνεχίζετε να πουλάτε μόνος σας τα βιβλία των εκδόσεων σας;

Συνεχίζω βεβαίως. Και πολλές φορές αγοράζουν τα βιβλία μου χωρίς να ξέρουν ότι τους τα δίνω ο ίδιος στο χέρι. Με ρωτούν: «ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο του Χρονά»; Τους απαντώ «αυτό» και το αγοράζουν απ’ τα χέρια μου.

Πολλές φορές πήρατε το ρίσκο να δημοσιεύσετε αλλά και να εκδώσετε κείμενα και έργα νέων ανθρώπων, νέων ονομάτων, που αργότερα στην πορεία του χρόνου καταξιώθηκαν ως συγγραφείς νέας γενιάς, ήταν τελικά αυτό ρίσκο ή διαίσθηση;

Ήτανε μαγκιά. Στη στολή των εσατζίδων στο ώμο γράφανε παλιά, δεν ξέρω αν αναγράφεται ακόμα, «ο τολμών νικά», εγώ είχα την μαγκιά να το τολμήσω. Γεννήθηκα στον Πειραιά, για μένα η μαγκιά είναι θέμα δύναμης, τρέλας και λόξας.

Αναφέρετέ μας μερικά ονόματα που πέρασαν κατά καιρούς από τις εκδόσεις σας.

Δεν έκλεισε ο κύκλος των συνεργατών μου, έχουν περάσει αρκετοί, τώρα είναι αλλού, αλλά ίσως κάποια στιγμή να μου δώσουν κάποια νουβέλα κάποιο κείμενο, δεν έχουν διακόψει τη σχέση τους. Είναι η Ζυράννα Ζατέλη, ο Μισέλ Φάις, ο Βασίλης Μπούτος, ο Νίκος Ξυδάκης αρχισυντάκτης τώρα της Καθημερινής, ο Φαίδων Ταμβακάκης, ο Γιώργος Πανόπουλος, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, και πολλά άλλα παιδιά που δεν καταφέρνω να θυμηθώ όλα τα ονόματα τώρα.

Και όλες αυτές οι μικρές «ειδήσεις θανατικού» που βρίσκονται σκορπισμένες σε πολλά τεύχη πώς νομίζετε ότι λειτουργούν στον αναγνώστη;

Άλλοι πειράζονται, η ανάμνηση και η μνήμη του θανάτου υπάρχει στο περιοδικό μου σαν μια φυσική έννοια η οποία συνοδεύει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος γεννιέται για να πεθάνει, το ξέρει. Όλα αυτά τα ποιήματα, τα τραγούδια που έχουν γραφτεί είναι για να απαλύνουν τον θάνατο. Δεν σας λέω καινούργια πράγματα, την μοίρα μας δεν την ξέρει κανένας μας, μα πολλές φορές οι ίδιοι προκαλώντας την, προκαλούμε το θάνατο. Άλλες φορές πάλι τον ξεπερνάμε και το ξεχνάμε. Μεταξύ της γέννησής μας από τους γονείς μας και μέχρι να πεθάνουμε, το ενδιάμεσο αυτό τμήμα, άγνωστης χρονικής διάρκειας, είναι η ζωή που ζήσαμε.

Πώς είναι να ξημεροβραδιάζεστε με όλα αυτά τα ιερά φαντάσματα του παρελθόντος, να σας περιτριγυρίζουν οι σκιές των Παζολίνι, Χατζιδάκι, Ζενέ, Λιλής Ζωγράφου, Τσαρούχη και τόσων ακόμα;

Κοιτάτε εγώ ζω με τους πεθαμένους και πολλές φορές με παρεξηγούν –χωρίς να καταλαβαίνουν τι εννοώ– όταν λέω ότι είμαι ένας πεθαμένος που μιλάει. Αυτή είναι η φιλοδοξία μου και αυτό είναι που θέλω να εκφράσω. Θα μου πείτε πώς συνδυάζονται όλα αυτά δημοσιογραφία, ραδιόφωνο, στίχοι τραγουδιών, βιβλία με το να λέω πως είμαι πεθαμένος. Για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο και να βρω και την ματαιότητα όλων αυτών των πραγμάτων που κάνω, που πολλά είναι τέχνη αλλά είναι και βιοπορισμός. Καλώς ή κακώς εγώ έζησα από τα χέρια μου και το μυαλό μου. Όταν ξεκίνησα δεν είχα κεφαλαίο, και όταν ακόμα με ρωτάνε το λέω, δεν είχα κεφάλαιο αλλά κεφάλι. Γιατί στην ουσία το κεφάλαιο δημιουργείται από το μυαλό του καθενός. Και το κεφάλαιο τού καθενός είναι το κεφάλι του.

Κύριε Χρονά είναι καιρός για ποιητές σήμερα;

Πάντοτε. Τον Αύγουστο του 2006 –μετά από 10 χρόνια σχεδόν– έγραψα δύο ποιήματα. Το πρώτο το έδωσα στο περιοδικό Εντευκτήριο της Θεσσαλονίκης, στον Γιώργο Κορδομενίδη, το δεύτερο μου το ζήτησε να το δημοσιεύσει ο Κώστας Βούλγαρης στην εφημερίδα Αυγή.

Μέσα σε τούτη τη βαρβαρότητα που μας περιβάλλει από παντού μπορεί κανείς να ασχοληθεί με την ποίηση;

Ακόμη και τότε μπορεί ένας ποιητής να γράψει έξοχα ποιήματα. Όλες οι τέχνες έχουν κλείσει τον κύκλο τους και ξαναγεννιούνται μόνο με ισχυρά κείμενα. Και τι σημαίνει ισχυρό κείμενο, να κομίζεις με την τέχνη που υπηρετείς καινούργια πράγματα, χωρίς να λες τίποτα νέο. Είναι κάτι το εξαιρετικά δύσκολο που όμως μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Όμως έχετε χρόνια να εκδώσετε κάποια καινούργια συλλογή;

Ακραιφνώς ποιητική συλλογή έχει καιρό να κάνω, από την Κίτρινη όχθη Β το 2001. Αλλά τι νόημα έχει να βγάλω συλλογές, αν επαναλαμβάνω τον εαυτό μου; Καλύτερα λίγα και καλά. Αν και τα καθαρά ποιητικά μου βιβλία είναι πέντε, συν δύο που είναι τα Κίτρινη όχθη Α΄ και Β΄, που σύμφωνα με τους ήρωές τους κατατάσσονται στο ποιητικό θέατρο και όπου δραματοποιώ τους ήρωες των πέντε ποιητικών μου συλλογών. Από τα συνολικά 19 βιβλία μου, που έχω μέχρι σήμερα από το 1973, που εμφανίστηκα στα γράμματα, αν αφαιρέσουμε αυτά τα 7 ποιητικά βιβλία μου τα υπόλοιπα 12 είναι ετερόκλητα, με διάφορα θέματα.

Πόσο δύσκολα συμπυκνώνεται ο λόγος σε ποίηση; Αποτελεί πάλη με τις λέξεις;

Αν κατέβει ο Θεός, ή οι Θεοί και μου δώσουν τη φώτισή τους τότε γράφω. Τότε βγαίνουν καταπληκτικά πράγματα με απλές λέξεις. Ελπίζω ότι δεν έχω προδώσει το ταλέντο μου που αφορά τη μεγάλη έννοια της ποίησης. Δεν γράφονται μεγάλα ποιήματα πάντα, αυτό είναι γεγονός. Όπως και το σινεμά που κάνει ένας καλλιτέχνης ή τα ρούχα που λανσάρει ένας μόδιστρος δεν είναι πάντοτε καλά, μερικά όμως λάμπουν, είναι αστέρια. Παλαιότερα κλαίγαμε βλέποντας φιλμ του Παζολίνι, του Βισκόντι, του Φελίνι, σήμερα ανακαλύπτουμε μικρά αριστουργήματα, όπως η ταινία «Φώτα στο σούρουπο», του σκηνοθέτη από τη Φινλανδία (Άκι Κιαουρισμάκι) Σήμερα υπάρχουν καλλιτέχνες από την Ευρώπη αλλά και από την Ασία που κάνουνε τέχνη με την κυριολεκτική σημασία του όρου… Όλες οι τέχνες έχουνε γίνει, έχουνε ειπωθεί, έχουνε κλείσει και οι Μούσες είναι σιωπηλές, εν δυνάμει υπάρχουν, αλλά μόνο ένα πραγματικά νέο ταλέντο μπορεί και τις επαναφέρει από τη σιωπή τους. Ένα ποίημα δυνατό, καθαρό, που δεν λέει περιττά πράγματα, δεν περιαυτολογεί, ενώ ξεκινά από τη σκέψη του ποιητή ταυτόχρονα είναι παγκόσμιο, το στιγμιαίο γίνεται οικουμενικό, όταν όλα αυτά τα στοιχεία εμπεριέχονται, ε.. τότε κάτι γίνεται. Και αυτό σημαίνει ότι τίποτα δεν πέθανε και αν συμβαίνει ακόμα και αυτό δια της τέχνης ανασταίνεται…

Άλλα πραγματικά σε οποιοδήποτε επίπεδο, ακόμα και στην τηλεόραση αν προβληθεί κάτι καινούργιο και όμορφο κι αν ακόμα και μια νοικοκυρά καθίσει και το δει θα καταλάβει ότι αυτό το πράγμα λέει κάτι. Φυσικά όλα τα πράγματα χρειάζονται μια παιδεία και μια εξοικείωση, αλλά αν κάποιος καθαρίσει την ψυχή του και δεν κάνει ζάπινγκ στις ανοησίες, βλέπει το φως.

Κατά πόσο ένας καλλιτέχνης συμμετέχει στις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες της εποχής μας;

Δεν μπορεί να μη συμμετέχει, μπορεί προσωπικά να μην καταβαίνω σε πορείες και διαδηλώσεις αλλά με τα κείμενά μου κάνω τη δική μου επανάσταση. Η επανάστασή μου είναι δια της εργασίας μου και ό,τι κερδίζω με τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μου γνωστούς η αγνώστους μ’ αυτούς το καταναλώνω.

Αυτό δεν είναι κάπως εγωιστικό, ενώ όλα γύρω να γκρεμίζονται ο ποιητής ή ο συγγραφέας να επωάζει τα γραπτά του;

Μην το θέτετε έτσι, μπορεί το γραπτό να είναι μια σύνθεση από τη διάλυση αυτή που περιγράψατε. Το τελευταίο μου ποίημα περιγράφει μια αναγγελία θανάτου κολλημένη πάνω στο στύλο της ΔΕΗ, περιγράφω ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και δημιουργώ το πορτρέτο του.

Μπορεί να συμβιβάζεται το κράτος και η εκάστοτε εξουσία με τη λογοτεχνία;

Δεν με ενδιαφέρει η εκάστοτε εξουσία εγώ ζω απ’ το κοινό μου και απ’ το ταλέντο μου, αυτά με στηρίζουν. Στην ΕΡΤ που ξεκίνησα να δουλεύω το 1979 όταν με πήρε ο Χατζιδάκις στο Τρίτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου, ήμουν με δελτίο παροχής και όταν τα τελευταία χρόνια μου είπαν πως μπορώ να κάνω χαρτιά να με προσλάβουνε, μια «φωνή» μου είπε, πως δεν έχω τα προσόντα, και ας έχω πάνω από 27 χρόνια εμπειρία στο ραδιόφωνο. Στο δε ιδιωτικό ραδιόφωνο, όταν απευθύνθηκα, μου είπαν, πως δεν έχουν χρόνο αλλά ούτε και χρήματα, ενώ μετά από μένα προσλαμβάνανε μια σειρά σκουπιδιών να κάνουνε πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και ώρες, Μάλλον με φοβούνται, όπως μου είπε χαρακτηριστικά κάποια μέρα, ο φίλος μου, ο Γιάννης Πετρίδης.

«Τα ποιήματά σας έχουν έναν άνεμο από μια παρακμή του Μπωντλαίρ», έχουν γράψει σε μια κριτική, έχουν πρωταγωνιστές ανθρώπους του περιθωρίου και της παρακμής, είναι γεμάτα από τοπία στέρησης, ελλείψεων και αδιεξόδων. Γιατί επιμένετε σ’ αυτήν την παραδοξότητα της αλήθειας, σ’ αυτόν τον ανέκφραστο πόνο;

Διότι αυτοί είναι οι φίλοι μου, αυτοί είναι οι άνθρωποι που με ενδιαφέρουν, δεν είμαι εγώ το μοντέλο των ποιημάτων μου εγώ είμαι ο συνθέτης των πραγμάτων, των «σπασμένων αγαλμάτων». Παρά την πρόοδο των επιστημών πεθαίνουνε 16.000 παιδιά το λεπτό από πείνα, ασθένειες και έλλειψη φαρμάκων, άρα για ποιο κόσμο μορφωμένο σε Ευρώπη και Αμερική να μιλήσουμε; Το καλοκαίρι του 2004 επισκέφτηκα τα Χανιά προσκεκλημένος του τοπικού Δήμου. Φθάνοντας, έφθανε στα Χανιά και η Ολυμπιακή Φλόγα. Εκεί θα έκανα μια εισήγηση στο Δημοτικό κινηματογράφο για την ταινία του Παζολίνι «Ακατόνε». Το προηγούμενο βράδυ πέρασα έξω από το σινεμά και ενώ άκουγα τις φωνές και τα κλάματα της Άννα Μανιάνι, που προβαλλότανε μέσα, λίγο πιο πέρα συνάντησα ένα νεαρό παιδί, τον Μύρη, από την Αλβανία, να κοιμάται σε ένα παγκάκι. Σκέφθηκα ο Παζολίνι είναι εδώ, δεν έχει αλλάξει τίποτα χρόνια τώρα. Ελάτε σήμερα, μετά από εδώ να σας πάω μια βόλτα μέσα σ’ αυτό το κρύο, να σας δείξω δεκάδες ανθρώπους που κοιμούνται έξω στο δρόμο. Αυτοί δεν είναι άγιοι;

Μείνατε ικανοποιημένος από την θεατρική εκδοχή του βιβλίου σας Η Γυναίκα της Πάτρας; Πώς το είδατε στο σανίδι;

Τη θεατρική διασκευή την δούλεψα μόνος μου στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της έκθεσης βιβλίου τον Ιούνιο του 2006. Ο Περικλής Βασιλόπουλος εξαιρετικός φίλος έκανε τη δική του θεατρική εκδοχή, παρακολούθησα την παράσταση στην Πάτρα μαζί με πολύ κόσμο, ήταν συγκινητικό για μένα. Ίσως η πιο πετυχημένη θεατρική παράσταση που έγινε έως τώρα στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα, μάλιστα για ένα πρόσωπο που έχει ζήσει στην Πάτρα, μια πόρνη. Όπως θα ξέρετε οι περισσότερες Άγιες πριν αγιάσουνε ήτανε πόρνες.

Πώς είναι οι σχέσεις σας με τον κόσμο; Έχετε φίλους, βγαίνετε τα βράδια; Πού και πώς σας αρέσει να διασκεδάζετε;

Ξοδεύομαι πάρα πολύ για τους φίλους και δεν εννοώ οικονομικά. Μ’ έχει απασχολήσει αρκετά το θέμα αυτό, πίστευα ότι είχα φίλους πολλούς, τελευταία ένας φίλος από την Κεφαλονιά μου είπε να μην λέω την λέξη φίλος τόσο εύκολα. Να λέω την λέξη γνωστός. Ίσως είχε δίκιο. Ένας άλλος φίλος απ’ τη Θεσσαλονίκη, ο μαθηματικός Βασίλης Ιωσηφίδης, δεν ζει πια, αυτοκτόνησε μπροστά στη μητέρα του, κρεμάστηκε, μου έλεγε: η φιλία είναι πράξεις, είναι αποδείξεις. Όπως το εννοεί ο Πλάτων. Πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα ορισμένοι άνθρωποι που με αγαπούν πραγματικά.

Δίνετε, την εντύπωση ενός μοναχικού κι απόμακρου ανθρώπου.

Ίσως να είναι κι έτσι. Τώρα κάνω παρέα με έναν φίλο από την Κω πού ’ναι και συγγραφέας, τον Φώτη Θαλασσινό, όχι ότι είναι αρμονική πάντοτε η παρέα μας αλλά είναι ο μόνος άνθρωπος που με αναζητεί για να βγαίνουμε να πιούμε ένα καφέ και να μιλήσουμε. Παρ’ όλο που πέρασαν πολλοί άνθρωποι από κοντά μου, που γνώρισα πολύ κόσμο, δεν ξέρω αν με φθονούν και απομακρύνονται. Δεν νομίζω ότι είμαι δυσάρεστος και κουραστικός άνθρωπος.

«Αισθάνομαι χωρίς προέλευση/ χωρίς καταγωγή/ όπου καταλήγω με καλύπτουν/ οι μουσικές/ οι φωτισμένες πλευρές των πόλεων/ Βαδίζω έξω από τα σύνορα/ θέλοντας να συλληφθώ/ και να ομολογήσω/ ότι υπήρξα ένα τίποτα/ ένας ιερός πόνος / στην ωμοπλάτη». Θέλετε να σχολιάσετε αυτούς τους στίχους σας;

Αυτό το ποίημα το πρόβαρα για πρώτη φορά στο σπίτι του Τσαρούχη και του άρεσε πολύ. Η έκφραση «ένας πόνος στην ωμοπλάτη» μου αρέσει, πόσοι άραγε από τους αναγνώστες διαβάζοντάς το, δεν αισθανθήκανε έναν τέτοιο πόνο; Ο τραυματισμός από κάποτε, μια ανάμνηση που επανέρχεται. Αν βέβαια σε πείσει αυτό που διαβάζεις. Αυτός ο πόνος στην ωμοπλάτη για πολλούς είναι σύνηθες, έτσι δεν είναι;

Αν και γεννημένος στον Πειραιά, επιμένετε στην γονική καταγωγή σας, ως Αρκάς. Υπάρχουν λόγοι γι’ αυτή την εμμονή σας;

Ναι, γιατί η Αρκαδία ήταν το τελευταίο μέρος που τελείωσαν οι ανθρωποθυσίες. Ξέρετε ολόκληρη η αρχαία τραγωδία είναι μέσα στο αίμα. Μ’ επηρεάζει ίσως.

Πήγατε διακοπές φέτος;

Πήγα στην Αλβανία.

Αλήθεια, πώς σας φάνηκε;

Σαν την Ελλάδα του 1950-1960. Οι εκεί Αλβανοί φίλοι μου με δέχθηκαν με πολύ αγάπη, μάλιστα ένας 17χρόνος Αλβανός, ο Φάτιο, με κάλεσε στο σπίτι του στην οικογένειά του για τραπέζι. Φυσικά πήγα με τα δώρα μου, όπως στην αρχαιότητα. Αν αυτό συνέβαινε σε μια ελληνική οικογένεια θα ειδοποιούσαν την αστυνομία να με συλλάβει για «παιδεραστία». Αυτή η οικογένεια με δέχθηκε με ιδιαίτερη φιλοξενία και αγάπη. Μου έκαναν το τραπέζι που θα το ζήλευε και η βασίλισσα Φρειδερίκη. Οι Αλβανοί καταλαβαίνουνε την ψυχή μου και αυτό το θεωρώ σημαντικό. Οι Έλληνες καταλαβαίνουνε την ψυχή μου και παν να την κατασπαράξουν, να την πετάξουν στα σκουπίδια ή να την αγνοήσουν, αυτοί την γνωρίζουν και την σέβονται. Μιλάω για καθημερινές, διαπροσωπικές σχέσεις, όχι για τίποτα παραπάνω. Ο Φάτιο με τους γονείς του με κατέπληξε. Ένα άλλο παιδί, ο Μύρης, φεύγοντας από την Ελλάδα και ενώ τον αποχαιρετούσα στο πρακτορείο λεωφορείων για τα σύνορα, μου είπε, κοιτώντας τα φώτα τριγύρω του: «Φεύγω, επιστρέφω, στο σκοτάδι», εννοώντας τις συχνές διακοπές ρεύματος στην πατρίδα του, σαν να επέστρεφε στο σκότος, στο θάνατο. Το θυμάμαι με συγκίνηση.

Είχατε δηλώσει πριν μόλις λίγο καιρό πως όταν όλοι πήγαιναν στην Μύκονο εσείς πηγαίνατε στη Λαμία και όταν όλοι πηγαίνανε στο Σύνταγμα εσείς πηγαίνατε στην Ομόνοια. Κατά πόσο άλλαξε αυτό;

Δεν άλλαξε καθόλου, πάντα έτσι ήμουνα από τη φύση μου, να κάνω το αντίθετο από τους πολλούς. Παρά το ότι το ραντεβού μας είναι στο Σύνταγμα, το ανάλογο καφενείο που βρίσκεται στην Ομόνοια ανακαινίζεται τώρα, γι’ αυτό και δεν βρισκόμαστε εκεί. Η δε Λαμία, εξακολουθεί να μ’ αρέσει, είναι κτισμένη επάνω σε οκτώ λόφους όπως η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, έχει κάτι μαγικό και μαγνητικό που με τραβάει. Εκεί έχω ένα φίλο ποιητή, τον Θανάση Κουτλή, τον οποίο συμβουλεύομαι σε πολλά σημεία της ζωής μου, τον έχω σαν πνευματικό φίλο. Αν και ο ίδιος είχε πατέρα ιερέα, για μένα είναι ιερός φίλος, τον θεωρώ ιερέα. Εκεί συναντώ και άλλους φίλους, αδέσποτους, κυνηγημένους και τα λέμε, άλλωστε έτσι στους δρόμους εξασκώ την τέχνη μου.

Σήμερα το ανθρώπινο τοπίο στην Ομόνοια και γενικότερα στην Αθήνα, είναι περισσότερο πολύχρωμο λόγω της πολυπολιτισμικότητας της πόλης, γλώσσες, μυρωδιές, γεύσεις, άνθρωποι διαφόρων φυλών και εθνικοτήτων. Αυτό δεν αποτελεί ένα ενδιαφέρον ανθρώπινο τοπίο;

Βεβαίως. Μπορεί να μην είχα έρθει στο ραντεβού μου σήμερα γιατί καθώς πέρναγα από την Ομόνοια πριν λίγο, διάφορα πρόσωπα ήταν έτοιμα να φύγουνε μαζί μου.

Βλέπετε τηλεόραση;

Δεν βλέπω, παρ’ όλο που αγόρασα με δόσεις μια ακριβή και την ξόφλησα. Δεν ξέρω ακόμα να χρησιμοποιήσω ούτε τις δυνατότητες που μου παρέχει, δηλαδή να βλέπω ταυτόχρονα δύο κανάλια και τέτοια. Λίγο μουσική, λίγο ντοκιμαντέρ, δεν έχω χρόνο για περισσότερο, υποφέρω από έλλειψη χρόνου.

Αναφέρετε κάποιες από τις ραδιοφωνικές στιγμές που έχουν εγχαραχθεί στη μνήμη σας…

Ξεκίνησα το 1979 με πέντε τέταρτα για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, κατά σύμπτωση η ηχολήπτριά μου η Μαρία Δημοπούλου ήταν από τη Θεσσαλονίκη, πιστεύω να ‘ναι καλά. Έκανα πέντε εκπομπές για τον Παζολίνι και συνέχισα με Ηράκλειτο, Μπητλς, έκανα την πλατεία Ομονοίας. Τότε είπε ο Χατζιδάκις «η πλατεία Ομονοίας είναι ένα τίποτα αλλά στα χέρια του Χρονά έγινε κάτι». Έκανα πολλά. Πρόσφατα έκανα τρεις εκπομπές για την Έλλη Λαμπέτη. Η εκπομπή που κάνω τώρα στο Τρίτο Πρόγραμμα ονομάζεται «Ξενοδοχείο Βαλκάνια», αν και τα Βαλκάνια είναι πιο κοντά στη Θεσσαλονίκη και όχι στην Αθήνα. Είμαι ρεσεψιονίστας σε ένα φανταστικό, μοναχικό ξενοδοχείο.

Κάποια από τα ονόματα που δεν φεύγουν επίσης από τη μνήμη σας;

Απ’ αυτούς που δεν μας έχουν φύγει, έχω την χαρά και την τιμή να αναφέρω ότι είμαι φίλος του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη τρώμε πάντα μαζί στο «Χρυσό παγώνι». Ο Γιάννης Γκούμας επίσης, ποιητής, μεταφραστής, παλιός ηθοποιός, σπάνιος φίλος που ζει στην Αθήνα, τηλεφωνιόμαστε καθημερινά.

Στίχοι σας έχουν μελοποιηθεί με επιτυχία από γνωστούς μουσικούς και ερμηνευτές. Πώς βλέπετε σήμερα την κατάσταση στο ελληνικό τραγούδι;

Στίχους μου ζητούν ακόμα και σήμερα διάφοροι συνθέτες αλλά δεν έχω χρόνο για κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να πουλήσω την τέχνη της ποιήσεως για να βγάλω λεφτά, προτιμώ να πουλώ βιβλία και κάρτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης και στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και αν δεν έχω κοινό να κλείσω.

Τι θα συμβουλεύατε στους νέους ανθρώπους που θέλουν ή ασχολούνται με τη συγγραφή και την ποίηση;

Μακρύς ο δρόμος της ποιήσεως. Το να ανέβει κανείς το πρώτο σκαλί σημαίνει αγώνας και προσπάθεια. Χρειάζεται καθαρή ψυχή, ούτε λεφτά ούτε τίποτα, μόνο με το ταλέντο του και για να μιλήσω πιο πειραιώτικα, μόνο με την καύλα του. Αν την έχει να γράψει.

Υπάρχει κάποιο άγχος από πλευράς σας για το αύριο;

Η τελευταία μου φιλοσοφία είναι να μην ασχολούμαι για το αύριο παρά μόνο για το τώρα. Από τη φύση μου είμαι επικούρειος. Τι νόημα έχει να σκεφτώ για αυριανές επενδύσεις.

Οι τέχνες έχουνε γίνει, έχουνε ειπωθεί, έχουνε κλείσει και οι Μούσες είναι σιωπηλές.

Υποκλίνομαι στο κοινό μου, αυτό το κοινό με στηρίζει, είναι μια συγκινητική και εποικοδομητική συνάντηση.

Κοιτάτε, εγώ ζω με τους πεθαμένους και πολλές φορές με παρεξηγούν, όταν λέω ότι είμαι ένας πεθαμένος που μιλάει.

Advertisements