Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΜΑΧΗΣ

Το «Βατερλό» του Ελληνικού Νεοεθνικισμού;

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η «βυζαντινή διένεξη» Αθήνας-Σκοπίων γύρω από το όνομα Μακεδονία, παρά το εθνικιστικό ντόπινγκ που προκάλεσε εκατέρωθεν, φαίνεται πως οδηγείται σε νέο εκτροχιασμό. Ο εθνικιστικός πυρετός που προσέβαλε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, κινητοποιώντας μάλιστα και τις κοινότητες της διασποράς για να συμμετάσχουν αποφασιστικά σ’ έναν «οικουμενικό πολιτισμικό πόλεμο», δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα για την ελληνική πλευρά καθώς, πάνω από 120 χώρες, αναγνώρισαν τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Στόχος αυτού του ιδιότυπου «πολέμου» Αθήνας-Σκοπίων δεν ήταν η αλλαγή συνόρων και η κατάκτηση εδαφών, αλλά η διεκδίκηση συμβόλων και ονομάτων, σημαιών κι ένδοξων προγόνων καθώς και η υπεράσπιση της πολιτιστικής κληρονομιάς, της ιστορίας και της ταυτότητας της κάθε πλευράς. Σήμερα το άλυτο, σύμφωνα άλλωστε και με τις επιθυμίες των εθνικιστών, ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας επανέρχεται επικίνδυνα στο προσκήνιο και χρησιμοποιείται ως «Σιωπηλό Όπλο» αποπροσανατολισμού του ελληνικού λαού από τα πραγματικά του προβλήματα. Πως δημιουργήθηκε όμως η Μακεδονική Διαμάχη, που έχει αναγορευθεί σε υπ’ αριθμόν ένα εθνικό ζήτημα της Ελλάδας; Ποια ήταν η εξέλιξη της και ποια η πιθανή έκβασή της;

Γράφει ο Γιώργος Στάμκος

Τα Βαλκάνια γνώρισαν πολλές μεταμορφώσεις στη διάρκεια της πολυτάραχης ιστορίας τους. Η τελευταία ξεκίνησε το 1991 και, απ’ ότι δείχνουν οι εξελίξεις στο Κόσοβο, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η γεωπολιτική φυσιογνωμία της βαλκανικής χερσονήσου άλλαξε ριζικά με τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας (1991) και την ανάδυση μιας σειράς μικρών, ασταθών και ανταγωνιστικών μεταξύ τους εθνικών κρατών. Ειδικά όσον αφορά στη χώρα μας η περιφέρεια της μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά με την εξαφάνιση της «μίνι αυτοκρατορίας» του Τίτο (ενιαία Γιουγκοσλαβία) και την ανεξαρτησία της λεγόμενης «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (FYROM ή ΠΓΔΜ), μιας μικρής πολυεθνικής κεντροβαλκανικής δημοκρατίας το έδαφος της οποίας αποτελεί το σημείο όπου τέμνονται επικίνδυνα τα δύο αντίπαλα θρησκευτικά «τόξα» (ορθόδοξο και ισλαμικό) της περιοχής. Από τη στιγμή που η FYROM εμφανίστηκε, ως ανεξάρτητο κράτος (1991) στο γεωπολιτικό σκηνικό της χερσονήσου μας, σχεδόν όλοι οι γείτονές της εκδήλωσαν απροκάλυπτα το ιδιοτελές ενδιαφέρον τους και τις αμφισβητήσεις τους για τα εδάφη –αλλά και την ταυτότητα– αυτής της νεότευκτης δημοκρατίας.

Στριμωγμένη στη Μέση

Η Βουλγαρία, που έσπευσε από τις πρώτες να αναγνωρίσει τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», δεν αναγνώρισε το «μακεδονικό έθνος», θεωρώντας τη σλαβική πλειονότητα του λαού αυτής της χώρας ως τμήμα του «βουλγαρικού έθνους», δηλαδή ως «δυτικοβούλγαρους». Η Σερβία, αν και δυσανασχέτησε με την απόσχιση της «Μακεδονίας» από τη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, έδειξε επί Μιλόσεβιτς το απειλητικό ενδιαφέρον της για τα δικαιώματα της σερβικής μειονότητας που, σύμφωνα με τους εθνικιστές του Βελιγραδίου έφθανε στις 300.000 (στην πραγματικότητα δεν ξεπερνά τις 45.000) και ουδέποτε αναγνώρισε τη λεγόμενη «Μακεδονική Εκκλησία», την οποία επιμένει να θεωρεί ότι υπάγεται εκκλησιαστικά στο σερβικό Πατριαρχείο. Οι Αλβανοί, που αποτελούν το 25% του πληθυσμού της νεότευκτης δημοκρατίας και αυξάνονται με ρυθμό διπλάσιο σε σύγκριση με τη σλαβομακεδονική πλειονότητα, απαίτησαν εξ αρχής να αναγνωριστούν ως «συστατική εθνότητα», έθεσαν θέμα αυτονομίας, ομοσπονδιοποίησης ακόμη και απόσχισης εδαφών στα οποία αποτελούν την πλειοψηφία. Τέλος η Ελλάδα, το μοναδικό κράτος της περιοχής που ήταν ενταγμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ –δηλαδή στα club των ισχυρών της Δύσης–, δεν έκρυψε τη δυσαρέσκεια της για την επίσημη ονομασία αυτής της μικρής χώρας και ρίχτηκε σ’ έναν «ανένδοτο αγώνα» για να εμποδίσει τη διεθνή αναγνώριση της ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Στριμωγμένη κυριολεκτικά στη μέση, και περικυκλωμένη από γείτονες που όλοι τους διεκδικούσαν από κάτι, αυτή η μικρή κεντροβαλκανική χώρα των δύο εκατομμυρίων κατοίκων έκανε τα πρώτα της βήματα ως ανεξάρτητη δημοκρατία μέσα σ’ ένα περιβάλλον περιρρέοντος φόβου και ανασφάλειας για το μέλλον και προσπάθησε να αμυνθεί ενισχύοντας τη νεότευκτη και ευάλωτη εθνικής της ταυτότητα.

Από τη στιγμή λοιπόν που τα Σκόπια κήρυξαν την ανεξαρτησία τους (1991), η Αθήνα, ενώ θα έπρεπε να αισθάνεται ικανοποιημένη από το νέο γεωπολιτικό πλουραλισμό των Βαλκανίων, που ολοφάνερα ευνοούσε τη γεωπολιτική της θέση και τη γεωοικονομική της διείσδυση, αντέδρασε αμήχανα, σχεδόν σπασμωδικά, προβάλλοντας μια έντονα εχθρική στάση απέναντι στον μικρό και εκνευριστικό της γείτονα, που έδειχνε να την αψηφάει. Αιτία ήταν το όνομα Μακεδονία, που τα Σκόπια επέλεξαν για να δώσουν στο νέο τους κράτος.

Για την ελληνική πλευρά το όνομα Μακεδονία συνδέονταν άρρηκτα με την ελληνική ιστορία και συγκεκριμένα με την ένδοξη εποποιία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αποτελώντας έτσι αναπαλλοτρίωτο «κτήμα ες αεί» του Ελληνισμού. Μια χώρα διεθνώς αναγνωρισμένη με το όνομα «Μακεδονία» θα αποτελούσε απειλή για την ιστορική, και πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού έθνους, ενώ, σύμφωνα με τους Έλληνες εθνικιστές, θα αποτελούσε απειλή και για την εδαφική ακεραιότητα της βόρειας Ελλάδας, σε σημεία της οποίας συνεχίζουν να διαβιούν τα υπολείμματα μιας σλαβομακεδονικής μειονότητας. Πόσο μάλιστα όταν αυτή η χώρα χρησιμοποιούσε σύμβολα και χάρτες, που καλλιεργούσαν διεκδικήσεις ελληνικών εδαφών…

Για τους κατοίκους όμως της γειτονικής μας χώρας το όνομα Μακεδονία αποτελούσε το μόνο ασφαλή αυτοπροσδιορισμό που επέτρεπε σ’ αυτό το νεόκοπο βαλκανικό έθνος να οικοδομήσει μια ανεξάρτητη εθνική ταυτότητα, μακριά από τις αφομοιωτικές επιρροές των Βουλγάρων και των Σέρβων. Χρησιμοποιήθηκε έντεχνα, ώστε να μεταγραφεί η ιστορία της περιοχής προς την κατεύθυνση νομιμοποίησης του «μακεδονικού λαού», που μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα αποτελούσε αντικείμενο διεκδίκησης τριών ανταγωνιστικών μεταξύ τους βαλκανικών εθνικισμών. Πριν από έναν αιώνα οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της Μακεδονίας θεωρούνταν από τους Βούλγαρους «Βούλγαροι της δύσης», από τους Σέρβους «Σέρβοι του νότου» και από τους Έλληνες «εκσλαβισμένοι Έλληνες». Παρ’ ότι η ταυτότητα τους αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης τριών ανερχόμενων βαλκανικών εθνικισμών, εντούτοις είχε όλα τα γνωρίσματα που της επέτρεπαν να συγκροτήσει μια ανεξάρτητη εθνική ταυτότητα, γνωστή στις μέρες μας ως «μακεδονική».

Από το «Ρούμ Μιλετί» στα Εδαφικά Έθνη των Βαλκανίων

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας διαμοιράστηκε, ως γνωστόν, ανάμεσα στα νικηφόρα βαλκανικά κράτη, με τη χώρα μας να παίρνει τη «μερίδα του λέοντος»: το 51% του συνολικού εδάφους της γεωγραφικής Μακεδονίας. Όταν απελευθερώθηκε η ελληνική Μακεδονία (η «Μακεδονία του Αιγαίου») και πριν λάβει χώρα η ελληνοτουρκική και ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923 που άλλαξε μια για πάντα το εθνογραφικό τοπίο στη βόρεια Ελλάδα, ο πληθυσμός της περιοχής αποτελούνταν κατά 43% από «Έλληνες», 40% από «Τούρκους» (μουσουλμάνους), 10% από Βούλγαρους και 7% διάφορους (Αγγελόπουλος 1979). Βέβαια, οι ελληνικές απογραφές δεν λάμβαναν υπόψιν τους τη μητρική γλώσσα και την εθνοτική καταγωγή αυτών των πληθυσμών, αλλά τη σχέση τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την ελληνική εκπαίδευση και, κυρίως, την ελληνική εθνική συνείδηση. Και πολύ καλά έκαναν, γιατί αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα τα ελληνικά σχέδια για την ενσωμάτωση της περιοχής στον «εθνικό κορμό».

Μέχρι το 1912 στο χώρο της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί κυριαρχούσαν στα νότια και οι σλαβόφωνοι στα κεντρικά και στα βόρεια. Οι ελληνόφωνες περιοχές ήταν η Χαλκιδική, η Πιερία, η (νότια) Κοζάνη, ο νότιος τομέας της Καστοριάς και το παραλιακό τμήμα του νομού Σερρών. Οι ελληνόφωνοι αποτελούσαν τότε ένα 12-15% του συνολικού πληθυσμού της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας. Το γνωρίζω πολύ καλά αυτό διότι και οι δύο γονείς μου ήταν ελληνόφωνοι, που κατοικούσαν επί πολλές γενιές στις «αετοφωλιές» των Πιερίων, και γνώριζαν πολύ καλά πως επί τουρκοκρατίας ήταν απλώς οι «γραικοί» (Έλληνες) της Μακεδονίας, δηλαδή μια ελληνόφωνη μειονότητα με ελληνική εθνική συνείδηση απέναντι σε μια σλαβόφωνη πλειοψηφία. Αν και οι ελληνόφωνοι ήταν μειοψηφία ο Ελληνισμός διέθετε ισχυρά ερείσματα στα αστικά κέντρα ολόκληρης της Μακεδονίας, εξ αιτίας των εμπορικών και εκπαιδευτικών του δικτύων και χάρη στην εξελληνιστική πολιτική του Πατριαρχείου που παρά τις αντιξοότητες και τα εμπόδια συνεχίζονταν, προσελκύοντας βλαχόφωνους και σλαβόφωνους πληθυσμούς που στη συνέχεια απέκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση.

Αξιοσημείωτο είναι πως μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, απουσία ανάπτυξης οποιασδήποτε εθνικής ιδεολογίας, όλοι οι ορθόδοξοι κάτοικοι των Βαλκανίων αποκαλούνταν από τις Οθωμανικές αρχές «Ρουμ» (δηλαδή Ρωμιοί), επειδή άνηκαν στο Ρουμ Μιλετί (δηλαδή στους ορθόδοξους πιστούς του Πατριαρχείου). Την ίδια περίοδο όλοι οι έμποροι και οι μορφωμένοι κάτοικοι των βόρειων Βαλκανίων, ανεξαρτήτου εθνοτικής καταγωγής και γλώσσας, αποκαλούνταν «Έλληνες» (Grk). Ακόμη και τον 19ο αιώνα σχεδόν κάθε έμπορας των Βαλκανίων αποκαλούνταν Γκρκ, δηλαδή «Έλληνας», γεγονός που, όπως σωστά επισημαίνει και ο Έλληνας γεωπολιτικός Γεώργιος Πρεβελάκης, συνδέει τη συλλογική ταυτότητα του μεταγενέστερου νεωτερικού έθνους με την επαγγελματική εξειδίκευση, την οικονομική δραστηριότητα στις πόλεις και γενικώς την προσαρμογή στο περιβάλλον. Αντίστοιχα με τους «εμπόρους Έλληνες», όλοι οι αγρότες των κεντρικών και βόρειων Βαλκανίων αποκαλούνταν «Σλάβοι» –μάλιστα οι χωρικοί των Βαλκανίων αποκαλούνταν αδιακρίτως «Βούλγαροι»– και όλοι οι νομάδες βοσκοί της χερσονήσου μας «Βλάχοι».

Η επέλαση του εθνικισμού τον 19ο αιώνα και η συγκρότηση των πρώτων εθνικών κρατών στα Βαλκάνια κλόνισε αυτές τις συλλογικές ταυτότητες προς όφελος της δημιουργίας των εδαφικών εθνών, που τελικά κυριάρχησαν. Από τη μια άκρη των Βαλκανίων ως την άλλη οι διανοούμενοι άρχισαν να οικοδομούν ξεχωριστές εθνικές ταυτότητες βασισμένες κυρίως στη γλώσσα και στην κοινή ιστορία. Αυτές οι εθνικιστικές ιδεολογίες γρήγορα απλώθηκαν και δεν άργησαν να προσβάλουν και τους σλαβόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας, που μέχρι τότε βρισκόντουσαν σε μια «γκρίζα ζώνη», μετέωροι και διεκδικούμενοι από τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, που ορέγονταν την εξέχουσα γεωπολιτική θέση της Μακεδονίας: «Όποιος ελέγχει τη Μακεδονία κρατά τα κλειδιά της Βαλκανικής» (Γιόβαν Τσβίιτς).

Ποιος θα Καταβροχθίσει τη «Μακεδονική Σαλάτα»;

Ο Μακεδονικός Αγώνας, δηλαδή η όψιμη ελλαδική αντίδραση απέναντι στην οργανωμένη βουλγαρική επιβουλή κατά της Μακεδονίας, δημιούργησε ένα βαθύτατο ρήγμα ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς της μεσαίας ζώνης της Μακεδονίας αναγκάζοντάς τους να διαλέξουν στρατόπεδο. Και οι πιο πολλοί επέλεξαν το Ελληνικό/Πατριαρχικό στρατόπεδο, περιθωριοποιώντας έτσι τους Βούλγαρους εξτρεμιστές του VMRO.

Οι Βούλγαροι στήριζαν τις διεκδικήσεις τους στην «κοινή» γλώσσα, στη σλαβική κουλτούρα και στην κοινωνική δυσαρέσκεια των σλαβόφωνων αγροτικών πληθυσμών απέναντι στους Έλληνες αστούς των μακεδονικών πόλεων και την εκκλησιαστική ιεραρχία του Φαναρίου. Έχουν μείνει στην ιστορία τα λόγια που έλεγαν οι σλαβόφωνοι παπάδες όταν μνημόνευαν το όνομα του –φορομπήχτη– Φαναριώτη Μητροπολίτη τους: «Ο Θεός να μας φυλάει από τους βαρείς χειμώνες, τους λύκους που έρχονται από τα Καρπάθια κι από… τους Έλληνες που έρχονται από το Βόσπορο και τη θάλασσα του Μαρμαρά!»

Αυτό το προλεταριακό μίσος του κατώτερου σλαβόφωνου κλήρου παρέσυρε και τις αγροτικές μάζες, δημιουργώντας σταδιακά ένα ρεύμα αποστροφής προς την ελληνική κουλτούρα, με πρώτο θύμα την ελληνική παιδεία: οι σλαβόφωνοι χωρικοί σταμάτησαν σιγά-σιγά να στέλνουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία. Αυτό αποτέλεσε πολύ σημαντική εξέλιξη εφόσον, ως τα τέλη του 19ου αιώνα, όποιος σλαβόφωνος της Μακεδονίας –ακόμη και Βούλγαρος– μορφωνόταν ή έμπαινε στην εκκλησιαστική ιεραρχία ή γινόταν έμπορος, τότε θεωρούνταν αυτομάτως Γκρκ, γινόταν «Έλληνας». Δηλαδή, όταν ο χωρικός ή ο βοσκός γινόταν αστός και έμπορος, έπαυε αυτομάτως να θεωρείται «Βούλγαρος» ή «Βλάχος» και γινόταν «Έλληνας»!

Παρά την υποχώρηση της επιρροής τους στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Έλληνες συνέχισαν να προωθούν την εθνικιστική τους ιδεολογία μεταξύ των σλαβόφωνων πληθυσμών βασιζόμενοι στην εξελληνιστική εκκλησιαστική πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στα εκπαιδευτικά τους δίκτυα, που ασκούσαν μεγάλη έλξη εξαιτίας της πολιτιστικής ανωτερότητας του Ελληνισμού, στα εμπορικά τους κεφάλαια και τέλος στους αστούς των πόλεων της κεντρικής Μακεδονίας (Μοναστήρι, Έδεσσα, Καστοριά, κ.ά.)

Μεγάλο τμήμα των σλαβόφωνων της Μακεδονίας προσχώρησε ωστόσο στη βουλγαρική Εξαρχία και θεωρήθηκαν «Βούλγαροι». Σημαντικό όμως τμήμα τους παρέμεινε πιστό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και θεωρήθηκαν Έλληνες. Ενδιαφέρον έχουν οι στατιστικές της Μακεδονίας των αρχών του 20ού αιώνα, που έμοιαζε μ’ ένα πολύχρωμο εθνολογικό λιβάδι (από όπου και η έκφραση «μακεδονική σαλάτα»).

Μια αυθαίρετη ελληνική στατιστική (1904), μέτρησε 630.000 «Τούρκους», 653.000 «Έλληνες» (πιστούς στο Πατριαρχείο) και 334.000 «Βούλγαρους» (Εξαρχικούς). Οι Βούλγαροι στατιστικολόγοι ήταν λιγότερο αντικειμενικοί: ξέθαψαν 1.181.000 «Βουλγάρους», κανένα «Μακεδόνα», 229.000 Έλληνες, 700(!) Σέρβους και 500.000 «Τούρκους». Η Πύλη, τέλος, έδωσε το 1906 την εξής επίσημη στατιστική: 1.145.000 Μουσουλμάνοι, 623.000 «Έλληνες» (Πατριαρχικοί) και 626.000 «Βούλγαροι» (Εξαρχικοί). Οι Έλληνες παραδέχτηκαν ότι οι στατιστικές των τουρκικών αρχών σε τελική ανάλυση τους ευνοούσαν, ενώ στην προσπάθειά τους να μειώσουν τους Βούλγαρους, αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι οι Σλαβομακεδόνες ή Μακεδονοσλάβοι υπήρχαν (κάποιος μάλιστα μέτρησε απρόθυμα γύρω στις 450.000).

Πολλά παράδοξα συνέβαιναν εκείνη την εποχή, όταν στην εθνολογικά ανομοιογενή Μακεδονία επικρατούσε ένα πραγματικό χάος και ολόκληροι πληθυσμοί βρίσκονταν στη «νεκρή ζώνη», μετέωροι ανάμεσα σε διαφορετικές εθνικές ταυτότητες. Τα περάσματα από τη μια κουλτούρα στην άλλη ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Για παράδειγμα υπήρχαν χωριά που ήταν «σλαβικά στο αίμα και στη λαλιά» αλλά άνηκαν στην «ελληνική» (Πατριαρχική) πλευρά.

Συχνές ήταν οι περιπτώσεις Ελλήνων οικογενειαρχών που έβλεπαν το γιο τους να γίνεται «Βούλγαρος» πηγαίνοντας σε εξαρχικό σχολείο, όπου κι επηρεαζόταν από τη βουλγαρική εθνικιστική προπαγάνδα. Παρομοίως ένας Βούλγαρος πατέρας έβλεπε με βαριά καρδιά το παιδί του να γίνεται «Έλληνας» με το που πήγαινε σ’ ένα πατριαρχικό σχολείο. Υπήρχαν οικογένειες όπου ο ένας γιος πήγαινε στον οθωμανικό στρατό, εξισλαμιζόταν και γινόταν Τούρκος, ο άλλος προσχωρούσε στην Εξαρχία και γινόταν Βούλγαρος, ενώ ο τρίτος παρέμενε πιστός στην ελληνορθόδοξη Εκκλησία, και θεωρούνταν Έλληνας. Εφόσον πάντα υπήρχαν, και συνεχίζουν να υπάρχουν, οικογένειες που τροφοδοτούν με μέλη τους ανταγωνιστικές μεταξύ τους κουλτούρες και έθνη, τότε για ποια «έθνη» μιλάμε; Σίγουρα όχι γι’ αυτά που βασίζονται σε «συγγένεια αίματος», εφόσον η ιστορία μάς δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο.

Στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρχε ένας σλαβόφωνος πληθυσμός, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι, που δεν ήξεραν ποια εθνική ταυτότητα να επιλέξουν, ενώ κατά βάθος είχαν συνείδηση ότι είχαν όλα τα χαρακτηριστικά και τα διαπιστευτήρια ενός ιδιαίτερου έθνους. Το τμήμα αυτού του αναποφάσιστου πληθυσμού που κατάφερε να μη «μολυνθεί» από τις εθνικιστικές ιδεολογίες των Βουλγάρων, Σέρβων και Ελλήνων, αλλά αντίθετα ν’ αποκτήσει «ανοσία» σ’ αυτές, αποτέλεσε τον εθνογενετικό πυρήνα των σημερινών «Μακεδόνων». Οι ίδιοι κατασκεύασαν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους προβάλλοντας τις διαφορές τους με τις γειτονικές εθνικές κουλτούρες.

Διαφοροποιήθηκαν σε σχέση με τους Βούλγαρους με βάση την ιστορία και τη γεωγραφία. Απέναντι στους Έλληνες τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, μιας και υπήρχε πάντα το φράγμα της γλώσσας: εφόσον η μητρική τους γλώσσα δεν ήταν η ελληνική, δεν μπορούσαν να είναι Έλληνες. Και αυτό συνέβαινε επειδή από τα τέλη του 19ου αιώνα η προώθηση των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων στα Βαλκάνια γινόταν πλέον με κριτήριο τη γλώσσα και όχι τη θρησκεία, όπως στη Μικρά Ασία και στον Πόντο.

Προηγουμένως η γλώσσα δεν αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για ν’ ανήκει κάποιος στον Ελληνισμό. Αρβανίτες, Βλάχοι, σλαβόφωνοι και τουρκόφωνοι ορθόδοξοι μπορούσαν να γίνουν εύκολα μέλη του Ελληνισμού, δηλώνοντας απλά ότι ανήκουν σ’ αυτόν, άσχετα με το αν ήξεραν ή όχι Ελληνικά. Υπεύθυνη για την ταύτιση αυτών των γλωσσικών ομάδων με τον Ελληνισμό πρέπει να θεωρηθεί η εξελληνιστική πολιτική του Πατριαρχείου, που καλλιεργούσε την ταυτότητα του Ρουμ (Ρωμιού, δηλαδή Ελληνορθόδοξου), παρακάμπτοντας τις επιμέρους γλωσσικές και εθνοπολιτιστικές ταυτότητες.

Εξάλλου «η χρήση της ελληνικής ως γλώσσας-φορέα σ’ ένα μεγάλο μέρος της Αυτοκρατορίας και το κύρος του ελληνικού πολιτισμού έσπρωχναν πολλούς σλαβόφωνους, αλβανόφωνους ή βλαχόφωνους να εξελληνιστούν» (Γιώργος Πρεβελάκης). Με αυτήν τη λογική, σύμφωνα με την οποία Έλληνας είναι όποιος αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, η δήλωση και μόνον ενός σλαβόφωνου του 19ου αιώνα ότι είναι «Μακεδόνας» αρκούσε για να τον κάνει δεκτό στον Ελληνισμό (κάτι αδύνατο σήμερα…)

Πως η Ελληνική Αντιβουλγαρική Πολιτική Δημιούργησε τον «Μακεδονισμό»

Όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, ο πραγματικός υπεύθυνος για την καλλιέργεια της σκληροπυρηνικής «μακεδονικής» ταυτότητας στους σλαβόφωνους πληθυσμούς δεν είναι άλλος από την επίσημη ελληνική (αντιβουλγαρική) πολιτική! Στην προσπάθειά τους να βρουν τρόπους για να προσεταιριστούν τους επίμαχους σλαβόφωνους πληθυσμούς της Μακεδονίας, οι Έλληνες –που δε διέθεταν το πλεονέκτημα της γλωσσικής συγγένειας (όπως οι Βούλγαροι)– επιχείρησαν να εμφυσήσουν σ’ αυτούς τους πληθυσμούς την προπαγανδιστική ιδέα ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επομένως ότι δεν είχαν σλαβική καταγωγή!

«Αυτός ο Μέγας Αλέξανδρος, παιδιά μου, αυτός ο βασιλεύς των πατέρων σας, έγινεν όργανο του Θεού, διότι εις όλον τον κόσμο που εκυρίευσε διέδωκε την ωραίαν ελληνικήν γλώσσα μας», εξηγούσε ο μακεδονομάχος Παπα-δράκος στους σλαβόφωνους κατοίκους του χωριού Σλήμνιτσα της Φλώρινας. Αυτό το προερχόμενο από το ελληνικό προπαγανδιστικό οπλοστάσιο τερατώδες επιχείρημα στέφθηκε με απρόσμενη επιτυχία: ενώ μέχρι τότε ακόμη και το όνομα Αλέξανδρος (Αλεξάντρ) ήταν άγνωστο μεταξύ των σλαβόφωνων, χάρη στην ελληνική εξόρμηση οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας άρχισαν να αισθάνονται περήφανοι που κατάγονταν από τον Φίλιππο και το Μέγα Αλέξανδρο!

Μάλιστα ελληνικές οργανώσεις με έδρα την Αθήνα έφτασαν στο σημείο να τυπώσουν Διακηρύξεις καθώς και τις περίφημες Προφητείες του Μεγάλου Αλέξανδρου στη «μακεδονική» γλώσσα αλλά με ελληνικό αλφάβητο! Ως γνωστόν όλη αυτή η πετυχημένη εθνική επιχειρηματολογία υπέρ της μακεδονικής ταυτότητας των σλαβόφωνων επέστρεψε κατά την επόμενη ιστορική φάση, όταν πλέον ο «μακεδονικός εθνικισμός» ωρίμασε (μετά το 1912), ως μπούμερανγκ σε βάρος των ελληνικών θέσεων…

Η Δημιουργία και Ενίσχυση της «Μακεδονικής» Εθνικής Ταυτότητας

Η δημιουργία λοιπόν της λεγόμενης «μακεδονικής» εθνικής ταυτότητας ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και αποκρυσταλλώθηκε την τιτοϊκή περίοδο με την ίδρυση της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της «Μακεδονίας» το 1944. Επειδή οι Σλάβοι κάτοικοι της κεντρικής και βόρειας Μακεδονίας συνδέονταν γλωσσικά και πολιτιστικά με τους Βούλγαρους, έπρεπε να βρεθεί ένα ισχυρό στοιχείο διαφοροποίησης, πάνω στο οποίο θα οικοδομούνταν μια ανεξάρτητη ταυτότητα. Και το στοιχείο αυτό επιλέχθηκε να είναι η σύνδεση αυτού του λαού όχι μόνον με το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, αλλά και με την προ-σλαβική ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας.

Επρόκειτο για μια περίπλοκη επιχείρηση, για την οποία έπρεπε να επιστρατευτούν οι επιλεκτικές γνώσεις των ιστορικών, διαγράφοντας μεγάλα τμήματα της ιστορίας της Μακεδονίας και κατασκευάζοντας επιμελώς ορισμένα άλλα. Έτσι, η εθνογένεση των νέων «Μακεδόνων» όχι μόνον ανάχθηκε στην εποχή της εγκατάστασης των Σλάβων στα Βαλκάνια (5ος-6ος μ.Χ. αιώνας), αλλά πήγε ακόμη πιο πριν, στους αρχαίους Θράκες, τμήμα των οποίων υποστήριζαν πως αποτελούσαν και οι αρχαίοι Μακεδόνες. Μια ολόκληρη βαλκανική μυθολογία επινοήθηκε από την αρχή για να δικαιολογήσει την ύπαρξη ενός ακόμη «έθνους» κι ενός νέου κράτους στα πλαίσια της ομόσπονδης σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Το όλο σχέδιο της κατασκευής της ιστορίας του «μακεδονικού έθνους» σχεδιάστηκε και υποστηρίχτηκε από το τιτοϊκό καθεστώς της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ως ένα όχημα προώθησης των αλυτρωτικών ή μεγαλογιουγκοσλαβικών βλέψεων σε βάρος των γειτονικών βαλκανικών κρατών και συγκεκριμένα της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, στις οποίες υποστήριζαν πως διαβιούσαν μεγάλοι πληθυσμοί αλύτρωτων «Μακεδόνων».

Δεν ήταν όμως μόνον ο Τίτο που βοήθησε στην κατασκευή του «μακεδονικού έθνους». Πρέπει να σημειωθεί πως στις αρχές του 20ου αιώνα τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Σέρβοι, υποστήριζαν με διάφορους τρόπους την ύπαρξη ξεχωριστής εθνικής ταυτότητας για τους Σλάβους της Μακεδονίας, προκειμένου να αποτρέψουν την ενσωμάτωση τους στο δυναμικά ανερχόμενο βουλγαρικό έθνος, με το οποίο συνδέονταν γλωσσικά και, ως ένα βαθμό, ιστορικά. Προς αυτή την κατεύθυνση οι Έλληνες δημοσίευαν στις αρχές του 20ου αιώνα προπαγανδιστικά έντυπα με ελληνικό αλφάβητο αλλά στη «σλαβομακεδονική διάλεκτο», υποστηρίζοντας πως οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της περιοχής δεν ήταν Βούλγαροι, δηλαδή δεν ήταν Σλάβοι, αλλά απόγονοι των ένδοξων αρχαίων Μακεδόνων! Σε χάρτες μάλιστα που εξέδωσε το 1918 η κυβέρνηση Βενιζέλου αρκετές βόρειες περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας φέρονται να κατοικούνται από Macedonian Slavs (Μακεδονοσλάβους). Το αστείο στην υπόθεση είναι ότι μεταξύ 1918-1926 το ελληνικό κράτος άλλαξε τρεις φορές την επίσημη ονομασία των σλαβόφωνων μειονοτικών της Μακεδονίας! Ενώ το 1918 τους αποκαλούσαν «Μακεδόνες Σλάβους», το 1924, με το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ, τους αναγνώρισαν ως βουλγαρική μειονότητα και το 1926, ο Θ. Πάγκαλος συμφώνησε με το Βελιγράδι να αναγνωρίσει τη μειονότητα ως… σερβική!

Οι Σέρβοι από την πλευρά τους, προσπαθώντας να αποκτήσουν ερείσματα στην εθνολογική διεκδίκηση της Μακεδονίας, υποστήριζαν πως οι Σλάβοι αυτής της περιοχής ήταν μια «μεταβατική ομάδα» ανάμεσα σε Σέρβους και Βούλγαρους. Μάλιστα, ο περίφημος Σέρβος εθνολόγος Γιόβαν Τσβίιτς ήταν ο πρώτος που δημοσίευσε χάρτη, όπου απεικονίζονταν ως ξεχωριστή εθνοτική ομάδα με το ουδέτερο όνομα «Μακεδονοσλάβοι».

Στη διάρκεια του μεσοπολέμου οι «Μακεδονοσλάβοι» του Γιουγκοσλαβικού βασιλείου, παρά την εκσερβιστική πολιτική του Βελιγραδίου, ανέπτυξαν ακόμη περισσότερο την ξεχωριστή εθνική τους ταυτότητα σε σημείο ώστε να είναι αδύνατον να ταυτιστούν πλέον με τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους. Αργότερα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας, με παρέμβαση του ίδιου του Τίτο, αναγνώρισε πως είχε σημαντικούς πολιτικούς λόγους να διακηρύξει την ύπαρξη των «Μακεδόνων» ως ξεχωριστό έθνος και να τους χρησιμοποιήσει ως συστατικό στοιχείο για την οικοδόμηση της ομόσπονδης σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Με την κίνηση αυτή ο πραγματιστής Τίτο πετύχαινε πολλά. Εμπόδιζε τους Σέρβους να απορροφήσουν την περιοχή. Προσέφερε άλλοθι στους βουλγαρίζοντες πληθυσμούς της Γιουγκοσλάβικης Μακεδονίας, που είχαν σε μεγάλο βαθμό δεχθεί τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής ως «απελευθερωτές». Τους νομιμοποιούσε αναβαπτίζοντας τους σε «Μακεδόνες», κερδίζοντας μ΄ αυτό τον τρόπο την αφοσίωση τους.

Για να το πετύχει όμως αυτό έπρεπε πρώτα να εξαλείψει κάθε αίσθημα βουλγαρικής εθνικής συνείδησης των κατοίκων της περιοχής, που ήταν ακόμη αρκετά διαδεδομένο. Ανομολόγητος βέβαια στόχος της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας ήταν να χρησιμοποιήσει την ύπαρξη του νεόκοπου «μακεδονικού έθνους» ως μηχανισμού επέκτασης του γιουγκοσλαβικού ελέγχου στη Βουλγαρία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου ζούσαν σημαντικοί πληθυσμοί «αλύτρωτων Μακεδόνων». Και ίσως να το πετύχαινε αν η έκβαση του ελληνικού Εμφύλιου Πόλεμου (1944-1949) ήταν διαφορετική…

Το Νέο «Μακεδονικό Ζήτημα»: Η Διαμάχη Αθήνας-Σκοπίων για το Όνομα Μακεδονία

Στα 47 χρόνια (1944-1991) της ύπαρξης του στα πλαίσια της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (SFRY) το ομόσπονδο κρατίδιο των Σκοπίων υπάκουε σε γενικές γραμμές στην πολιτική του Βελιγραδίου, που κατέπνιγε τους επιμέρους εθνικισμούς. Δεν ασκούσε αυτόνομη πολιτική αλυτρωτισμού και δεν υποστήριζε φανερά τουλάχιστον τις σλαβομακεδονικές οργανώσεις της διασποράς. Στα πλαίσια της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας ο σλαβομακεδονικός αλυτρωτισμός χρησιμοποιούνταν κατά διαστήματα και όχι συστηματικά ως μέσο πίεσης κατά της Ελλάδας με στόχο την εξασφάλιση διευκολύνσεων στο σημαντικό για τη βαλκανική ενδοχώρα λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Όλη αυτή την περίοδο οι Σλάβοι κάτοικοι της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας πέτυχαν αρκετά. Κατάφεραν να αναγνωριστούν ως ξεχωριστός λαός και «έθνος», να αναγνωριστεί η γλώσσα τους, ακόμη και η αυτονομία της λεγόμενης «μακεδονικής» εκκλησίας. Κατάφεραν να στήσουν έναν προπαγανδιστικό μηχανισμό, που διακήρυττε διεθνώς πως αυτοί ήταν οι «πραγματικοί Μακεδόνες» και πως οι Έλληνες κατείχαν εδάφη τους και καταπίεζαν μια πολυάριθμη μειονότητα τους, τους «Αιγαιάτες Μακεδόνες», που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ανέρχονταν στις 250.000 με 300.000. Κατάφεραν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους διεθνώς σε σημείο ώστε το όνομα Μακεδονία να ταυτίζεται από τρίτους με τα Σκόπια και όχι με τη Θεσσαλονίκη.

Μέσα σ’ αυτά τα 47 χρόνια μεγάλωσαν δύο γενιές Σλάβων των Σκοπίων πιστεύοντας πως είναι «Μακεδόνες» και τίποτε άλλο. Η εμβρυακή εθνική ταυτότητα των «Μακεδόνων», που έφερε στο φως ο Τίτο, είχε πλέον ενηλικιωθεί και παγιωθεί. Όταν μια μέρα το ελληνικό κράτος βγήκε από το λήθαργο και προσπάθησε να αντιδράσει π.χ. μετονομάζοντας το 1988 το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος σε «Μακεδονίας-Θράκης» ή βαπτίζοντας το διεθνές αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης σε «Αεροδρόμιο Μακεδονία», ήταν πλέον αργά. Οι κάτοικοι της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας σχεδόν μονοπωλούσαν διεθνώς το όνομα Μακεδονία.

Όταν στις 17 Σεπτεμβρίου του 1991 η βουλή των Σκοπίων ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας, αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας, με το συνταγματικό όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας», η Ελλάδα και η ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθούσε αμήχανη και μουδιασμένη τις εξελίξεις. Το όνομα της χώρας, οι αναφορές στο νεόκοπο σύνταγμα της για «τμήματα του ‘’μακεδονικού λαού’’ που ζουν ως εθνικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες», η υιοθέτηση του δεκαεξάκτινου αστέρα της Βεργίνας ως σημαίας του κράτους, η έκδοση γραμματοσήμων με το Λευκό Πύργο και η δημοσίευση χαρτών της «Ενιαίας Μακεδονίας» με την ελληνική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη ως φυσική «πρωτεύουσα» της, εξόργισαν, όπως ήταν αναμενόμενο, την ελληνική πλευρά. Η νέα μακεδονική διαμάχη είχε πλέον ξεσπάσει.

Στις εθνικιστικές προκλήσεις των Σκοπίων οι ελληνικές –εθνικιστικές και όχι μόνον– αντιδράσεις ήρθαν καθυστερημένα, ήταν σπασμωδικές, υπερβολικές και συχνά παράλογες, όπως π.χ. η πρόταση να μετονομαστεί η χώρα μας σε «Ελλάδα-Μακεδονία» ή η πρόταση κάποιων βουλευτών της ΝΔ για άμεση μεταφορά της πρωτεύουσας στη Θεσσαλονίκη! Διαδηλώσεις κατά της πολιτικής των Σκοπίων πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες ελληνικές πόλεις, με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Νομίσματα κόπηκαν με το Αστέρι της Βεργίνας και την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το ελληνικό κράτος τύπωσε και μοίρασε εκατομμύρια έντυπα και αυτοκόλλητα με το σύνθημα «Η Μακεδονία είναι Ελληνική». Ομογενειακές οργανώσεις του εξωτερικού κινητοποιήθηκαν για να πείσουν τις κυβερνήσεις των χωρών τους να μην αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το όνομα Μακεδονία. Η Ελλάδα εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη στην ιστορία της διεθνή διαφημιστική εκστρατεία προκειμένου να πείσει τον υπόλοιπο κόσμο να μην αναγνωρίσει το νεοσύστατο γειτονικό κράτος με το συνταγματικό του όνομα, προβάλλοντας επιχειρήματα ότι το όνομα Μακεδονία και ό,τι σχετίζεται μ’ αυτό άνηκαν αποκλειστικά στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό.

Παρά την τεράστια και πρωτοφανή διαφημιστική της εκστρατεία η Ελλάδα δεν πέτυχε παρά πενιχρά αποτελέσματα. Ελάχιστες κυβερνήσεις αρνήθηκαν ν’ αναγνωρίσουν τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, δείχνοντας απροθυμία να ασπαστούν τους ελληνικούς φόβους σχετικά με την επεκτατικότητα του γειτονικού κρατιδίου. Αντίθετα πολλοί άρχισαν να μιλούν για «παραλογισμό» των Ελλήνων και για πιθανή εμπλοκή της χώρας μας στους γιουγκοσλαβικούς πολέμους που φούντωναν. Στα μάτια των ξένων αναλυτών η Ελλάδα, με την υπερβολική στάση της στο ζήτημα των Σκοπίων, καθίστατο αυτομάτως τμήμα του «βαλκανικού προβλήματος». Πολλοί μάλιστα συνιστούσαν στην ελληνική πλευρά «ψυχραιμία», υποστηρίζοντας πως το όνομα Μακεδονία δεν συνδέονταν απαραίτητα με εδαφικές βλέψεις. Και η Γαλλία, έλεγαν, έχει μια επαρχία με το όνομα Βρετάνη, αλλά δεν ζήτησε ποτέ από τη Μεγάλη Βρετανία να αλλάξει το όνομά της…

Ο Κύκλος των Χαμένων Ευκαιριών

Εκνευρισμένη από την αδιάλλακτη στάση των Σκοπιών και αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο να απομονωθεί και να χάσει την αξιοπιστία της, η Αθήνα αποφάσισε να μεταφέρει τη διένεξη της με τα Σκόπια σε επίπεδο ΟΗΕ και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το «όπλο» της σ’ αυτή την περίπτωση ήταν το βέτο. Τα υπόλοιπα 11 μέλη της ΕΕ δεν αρνήθηκαν στην Ελλάδα τη νόμιμη διεκδίκηση ενός εθνικού της συμφέροντος. Για να μη δυσαρεστήσουν λοιπόν τη χώρα μας επέδειξαν την περιβόητη «κοινοτική αλληλεγγύη» μη αναγνωρίζοντας τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα –ουσιαστικά όμως αποδέχονταν το όνομα Μακεδονία στις διμερείς τους σχέσεις με τα Σκόπια– αλλά συνέστησαν στις δύο πλευρές να δείξουν μετριοπάθεια και να διαπραγματευτούν μια κοινά αποδεκτή λύση. Αξιωματούχοι μάλιστα της ΕΕ προθυμοποιήθηκαν να μεσολαβήσουν για την εξεύρεση προτάσεων και λύσεων που θα ικανοποιούσαν και τις δύο πλευρές, ώστε να σταματήσει αυτή η «άνευ ουσίας» διένεξη που απειλούσε με αποσταθεροποίηση τα κεντρικά Βαλκάνια.

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 η Ελλάδα πέτυχε στις Βρυξέλλες τη δέσμευση των υπολοίπων χωρών της ΕΕ να μην αναγνωρίσουν την αποσχισθείσα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, προτού εξασφαλιστούν εγγυήσεις ότι δεν τρέφει εδαφικές διεκδικήσεις ούτε κι ασκεί εχθρική προπαγάνδα κατά της Ελλάδας. Για την τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη επρόκειτο για ελληνικό «θρίαμβο». Υπήρχαν όμως και «κεραυνοί» από την πλευρά της Ευρώπης. Στις 11.01.1992 η επιτροπή Μπανταντέρ από το Παρίσι αποφάνθηκε πως «η χρήση του ονόματος ‘’Μακεδονία’’ δεν θα μπορούσε να συνεπάγεται εδαφική διεκδίκηση έναντι άλλου κράτους», ανοίγοντας έτσι το δρόμο για έμμεση αναγνώριση του κράτους των Σκοπίων με το συνταγματικό του όνομα.

Η Ελλάδα απάντησε με μαζική διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη τις 14 Φεβρουάριου του 1992, εικόνες της οποίας μεταδόθηκαν από όλα τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων. Τρεις μέρες αργότερα στη Λισσαβόνα οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ολλανδίας και της Δανίας πίεσαν την Ελλάδα για αναγνώριση των Σκοπίων. Η στάση τους ώθησε τον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Αντώνη Σαμαρά να ανεχθεί το μποϊκοτάζ εναντίον ολλανδικών και δανέζικων προϊόντων, που προωθούσαν τότε τα ελληνικά ΜΜΕ. Ο κίνδυνος του εμπορικού πολέμου, των κυρώσεων και της απομόνωσης της Ελλάδας μέσα στην ΕΕ ήταν πλέον ορατός. Αξιωματούχοι της ΕΕ αποφάσισαν να μεσολαβήσουν.

Την 1η Απριλίου του 1992 ο προεδρεύον της ΕΕ Υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας Α. Ντ. Πινέιρο κατέθεσε στον Α. Σαμαρά προτάσεις για τη ρύθμιση του προβλήματος με τα Σκόπια. Οι προτάσεις αυτές, γνωστές και ως «πακέτο Πινέιρο», περιλάμβαναν σχέδια για μια «Συνθήκη επιβεβαίωσης των συνόρων», αποκήρυξη εδαφικών βλέψεων και προπαγάνδας εκ μέρους των Σκοπίων και πρόταση για την ονομασία «Νέα Μακεδονία». Αν και οι προτάσεις αυτές ήταν ευνοϊκές για την ουσία των ελληνικών θέσεων, δεν έγιναν αποδεκτές από την ελληνική κυβέρνηση που είχε επιλέξει τη λεγόμενη «γραμμή Σαμαρά», δηλαδή την αδιάλλακτη εθνικιστική στάση, που αρνούνταν αναγνώριση των Σκοπίων με το όνομα «Μακεδονία» ή παράγωγά του. Η ελληνική πλευρά πρότεινε διάφορες ονομασίες για το κράτος των Σκοπίων όπως «Δαρδανία», «Παιονία», «Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία», «Νοτιοσλαβία», «Μακεδονική Δημοκρατία των Σκοπίων», «Δημοκρατία των Σκοπίων» κ.α. Η κυβέρνηση των Σκοπίων δεν δέχθηκε να συζητήσει καμιά από αυτές τις προτάσεις θεωρώντας τες γελοίες και απαράδεκτες. Τα τρίτα μέρη από την άλλη, που επιθυμούσαν διευθέτηση του προβλήματος με αμοιβαίες υποχωρήσεις, πρότειναν στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές ονόματα όπως «Νέα Μακεδονία», «Βόρεια Μακεδονία», «Άνω Μακεδονία» και «Μακεδονία του Βαρδάρη». Όμως, όπως αναφέραμε η θέση της Ελλάδας ήταν να μην δεχθεί ονομασία των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία ή παράγωγα του. Το χάσμα των δύο πλευρών έμοιαζε αγεφύρωτο…

Στις 14 Ιουνίου του 1992, κι ενώ οι άλλες χώρες της ΕΕ με πρώτες τη Γερμανία και τη Μ. Βρετανία είχαν ήδη προχωρήσει σε μονομερή αναγνώριση των Σκοπίων, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Κ. Μητσοτάκης πρότεινε στους ομολόγους του τη φόρμουλα της «διπλής ονομασίας» των Σκοπίων: ένα «ουδέτερο» επίσημο διεθνές όνομα, που δεν θα θίγει τις ελληνικές θέσεις και στο εσωτερικό, αποκλειστικά για «εγχώρια» χρήση, το όνομα «Μακεδονία». Η πρόταση αυτή, που παρουσιάστηκε ως συμβιβαστική από τον ελληνικό τύπο, έδινε το δικαίωμα στους κατοίκους των Σκοπίων να αποκαλούνται «Μακεδόνες» αλλά μόνον στο εσωτερικό της χώρας τους.

Ένα χρόνο αργότερα η κυβέρνηση του Κίρο Γκλιγκόροφ αντιπρότεινε το δικό της σχέδιο «διπλής ονομασίας»: Η Ελλάδα θα μπορούσε να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε όνομα επιθυμούσε αναφερόμενη στα Σκόπια, όμως η διεθνής κοινότητα θα την αποκαλούσε με το συνταγματικό της όνομα. Σε συνέντευξη που έδωσε το 2002 ο τέως πρόεδρος της ΠΓΔΜ Κίρο Γκλιγκόροφ, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της προεδρίας του δεν υπήρξε ποτέ πρόταση στον ίδιο εκ μέρους της Ελλάδας αναφορικά με το όνομα: «Όταν εμείς προτείναμε τη χρήση διπλής ονομασίας, διότι δεν μπορούμε να επιβάλλουμε στην Ελλάδα να μας αποκαλεί όπως εμείς θέλουμε, ο τότε εκπρόσωπός της είπε ότι πρέπει να συνεννοηθεί με την κυβέρνηση. Στην επόμενη συνάντηση είπε ότι η Ελλάδα επιθυμεί γραπτή πρόταση. Δώσαμε και γραπτή πρόταση αλλά απάντηση δεν πήραμε».

Το Όνομά μας Είναι η Ψυχή μας!

To όνομα μας είναι η ψυχή μας, υποστήριζαν τότε οι «Μακεδόνες», που δεν ήθελαν να κάνουν την παραμικρή υποχώρηση στο ζήτημα του ονόματος. «Χάνοντας αυτό το όνομα, χάνουμε την ταυτότητα μας… Αν παραμείνουμε δίχως όνομα θα αναζωπυρωθούν οι παλιές διενέξεις και οι παλιές ορέξεις…», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρώην Πρόεδρος των Σκοπίων Κίρο Γκλιγκόροφ. Για να αμβλύνει ωστόσο τις ελληνικές αντιδράσεις ο ίδιος είχε δηλώσει ότι «είμαστε Σλάβοι και ήρθαμε σε αυτή την περιοχή τον 6ο αιώνα… δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων».

Στη σύνοδο κορυφής πάντως της Λισσαβόνας (26-27.06.1992) η Ελλάδα, έχοντας άρει προηγουμένως το βέτο για τη χρηματοδότηση της Τουρκίας με πόρους της ΕΕ, εξασφάλισε μια ευνοϊκή γι’ αυτήν απόφαση: το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να αναγνωρίσει τα Σκόπια με μια ονομασία που δεν θα περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία». Η κυβέρνηση καυχιόταν για «εθνική επιτυχία», ενώ το ΠΑΣΟΚ την κατηγόρησε για «μειοδοσία». Στα Σκόπια ξέσπασε κυβερνητική κρίση και η Βουλή της χώρας ψήφισε διακήρυξη που απέρριπτε ως απαράδεκτη την απόφαση της Λισσαβόνας.

Στις αρχές Ιουλίου παρεμβαίνει και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ζητώντας να αναιρεθεί η απόφαση της Λισσαβόνας. Ενθαρρυμένος ο πρόεδρος Γκλιγκόροφ ζητεί στις 30.7.1992 με επιστολή του στον γ.γ. του ΟΗΕ άμεση ένταξη της χώρας του με το όνομα «Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Και στις 11 Αυγούστου του 1992 η Βουλή των Σκοπίων προβαίνει σε μια προκλητική κίνηση αποφασίζοντας να υιοθετήσει το Αστέρι της Βεργίνας ως εθνόσημο και σημαία της χώρας.

Η Ελλάδα αντέδρασε με κήρυξη εμπάργκο πετρελαίου κατά της ΠΓΔΜ, πράγμα που οδήγησε στην αύξηση του λαθρεμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες. Λίγους μήνες αργότερα ο Βρετανός απεσταλμένος της προεδρίας της ΕΕ Ρόμπιν ο’ Νηλ συντάσσει έκθεση όπου αναφέρει πως τα Σκόπια είναι πρόθυμα να αλλάξουν το όνομα τους σε «Δημοκρατίας της Μακεδονίας (Σκόπια)» και πως αυτό πρέπει να γίνει γρήγορα ώστε να σταθεροποιηθεί η χώρα που κινδυνεύει από το «σημερινό στάτους της μη αναγνώρισης της Δημοκρατίας». Τον Δεκέμβριο του 1992 η απόφαση της Λισσαβόνας είχε ενταφιαστεί και στις 7 Απριλίου του 1993 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αποφασίζει να εντάξει στους κόλπους του τα Σκόπια με την προσωρινή ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Αντιλαμβανόμενος ότι το ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων έπρεπε να κλείσει πριν να είναι πολύ αργά για την Ελλάδα, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης ήρθε σε ρήξη με τη «σκληρή γραμμή» στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος και ιδιαίτερα με τον εθνικιστή Α. Σαμαρά, που αργότερα θα αποσκιρτούσε και θα ίδρυε δικό του πολιτικό κόμμα, την «Πολιτική Άνοιξη». Στις 14 Μαΐου του 1993 οι διαπραγματευτές του ΟΗΕ Βανς και Όουεν πρότειναν σχέδιο σύμφωνα με το οποίο η ΠΓΔΜ θα ονομαζόταν επίσημα «Nova Makedonija», θα άλλαζε το σύνταγμα της αρνούμενη κάθε εδαφική διεκδίκηση και θα αναλάμβανε την υποχρέωση να σύμβολα, σημαίες και εμβλήματα που αποτελούν τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Παρότι η ονομασία που προτείνονταν ήταν σλάβικη, ο Κ. Μητσοτάκης απέρριψε δίχως δεύτερη σκέψη την πρόταση επειδή θα «δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες στην Ελλάδα». Λίγες βδομάδες μετά την απόρριψη του σχεδίου Βανς-Όουεν Αμερικανοί στρατιώτες εγκαθίστανται στα Σκόπια για να σταθεροποιήσουν τη χώρα…

Το Εμπάργκο και η Ενδιάμεση Συμφωνία

Στις πρόωρες εκλογές που έγιναν στην Ελλάδα στις 10 Οκτωβρίου του 1993 το ΠΑΣΟΚ αναλαμβάνει και πάλι τη διακυβέρνηση της χώρας με ένα ποσοστό 46,5% και αποφασίζει να υιοθετήσει «σκληρή στάση» στο ζήτημα του ονόματος των Σκοπίων. Στις 8 Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν τη ΠΓΔΜ. Οκτώ ημέρες αργότερα το υπουργικό συμβούλιο της Ελλάδας αποφασίζει την κήρυξη «οικονομικού αποκλεισμού» (εμπάργκο) κατά των Σκοπίων, στερώντας το ζωτικό για την οικονομική επιβίωση της χώρας λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Πριν περάσουν 48 ώρες όλες οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής, με πρώτη και καλύτερη την Τουρκία, έστειλαν εκπροσώπους τους στη Σόφια για να συζητήσουν τρόπους εναλλακτικού εφοδιασμού της ΠΓΔΜ. Μέσα σε λίγες ημέρες το γενναίο μερίδιο που καταλάμβανε η χώρα μας στο εμπόριο με τα Σκόπια το απέκτησαν οι άλλες γειτονικές χώρες. Με μια απερίσκεπτη κίνηση η ΠΓΔΜ κινδύνεψε να βρεθεί στη «γεωπολιτική αγκαλιά» της Τουρκίας…

Όπως ήταν αναμενόμενο η ελληνική πρωτοβουλία για την κήρυξη εμπάργκο βρήκε κάθετα αντίθεση την ΕΕ. Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι κατηγορούμενη και στις 13 Απριλίου του 1994 η Κομισιόν την παρέπεμψε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο ευτυχώς απέρριψε τις αιτήσεις λήψης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της χώρας μας. Μέσα στην κυβέρνηση κάποιες «λογικές φωνές», όπως εκείνη του Θεόδωρου Πάγκαλου, υποστήριζαν την άρση του εμπάργκο λέγοντας ότι αυτό που στην ουσία συνέβαινε ήταν ένα «εκτεταμένο λαθρεμπόριο κατά μήκος των συνόρων». Το εμπάργκο δεν έβλαπτε μόνον την ΠΓΔΜ αλλά και την Ελλάδα και δεν φαινόταν να αμβλύνει τη σκληροπυρηνική στάση των Σκοπίων. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ ακόμη. Έπρεπε να βρεθεί ένας δρόμος για συμβιβασμό.

Έπειτα από έντονη παρασκηνιακή δράση και ενεργό παρέμβαση των ΗΠΑ οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές υπέγραψαν στις 13 Σεπτεμβρίου του 1995 στη Νέα Υόρκη τη λεγόμενη «Ενδιάμεση Συμφωνία», που άνοιγε τον δρόμο για έναν ιστορικό συμβιβασμό. Η Ενδιάμεση Συμφωνία είχε υιοθετήσει πολλές προτάσεις του σχεδίου Βανς-Όουεν αλλά ήταν περισσότερο εις βάρος της Ελλάδας, αντανακλώντας το διαμορφωμένο εις βάρος της χώρας μας συσχετισμό δυνάμεων. Βέβαια και οι δύο πλευρές προέβησαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η Αθήνα ήρε το εμπάργκο και τα Σκόπια έβγαλαν το Αστέρι της Βεργίνας από τη σημαία τους. Τα Σκόπια δεσμεύτηκαν να αλλάξουν άρθρα του Συντάγματος τους, που υπονοούσαν εδαφικές διεκδικήσεις και αλυτρωτικές βλέψεις. Αν και πουθενά στο κείμενο της συμφωνίας δεν αναφέρθηκε το όνομα των Σκοπίων εντούτοις το προσωρινό όνομα «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», με το οποίο τα Σκόπια έγιναν δεκτά στον ΟΗΕ το 1993, έγινε επίσημα αποδεκτό κι από την ελληνική πλευρά. Οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να ομαλοποιήσουν και να διευρύνουν τις σχέσεις τους σε όλους τους τομείς. Όσο για το τελικό όνομα των Σκοπίων αυτό παραπέμφθηκε στους διαπραγματευτές-πρεσβευτές των δύο χωρών στον ΟΗΕ, που θα προετοίμαζαν το δρόμο για την τελική λύση. Ο δρόμος για τη συμφιλίωση των δύο χώρών είχε ανοίξει.

Αν θελήσουμε σήμερα, από την ασφαλή απόσταση των ετών που πέρασαν, να δούμε τη διαμάχη Αθήνας-Σκοπίων για το όνομα Μακεδονία με πιο ψύχραιμη ματιά και να κάνουμε τον απολογισμό της θα πρέπει να παραδεχτούμε πως επρόκειτο για μια άσκοπη πολυτέλεια, για μια τεράστια σπατάλη που γελοιοποίησε την Ελλάδα διεθνώς, αποδυνάμωσε τον γεωπολιτικό της ρόλο στα Βαλκάνια, ενίσχυσε τους αντιπάλους της (π.χ. Τουρκία), ενώ αποτέλεσε τροχοπέδη στην οικονομική ανασυγκρότηση της γειτονικής μας χώρας, ενισχύοντας παράλληλα την εγγενή της αστάθεια. Σπατάλη και πολυτέλεια γιατί, αν υπάρχουν στα Βαλκάνια δύο χώρες που τα γεωπολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά τους συμφέροντα συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα, αυτές είναι αναμφισβήτητα η Ελλάδα και η ΠΓΔΜ. Αυτές οι δύο γειτονικές χώρες είναι καταδικασμένες να είναι στρατηγικοί σύμμαχοι και συνεργάτες. Και προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση κινήθηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Η Ελληνική Γεωοικονομική Διείσδυση

Αμέσως μετά την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας η Αθήνα και τα Σκόπια άρχισαν σταδιακά να παραμερίζουν την παραδοσιακή τους καχυποψία και να αναπτύσσουν σχέσεις καλής γειτονίας. Ειδικότερα οι οικονομικές τους σχέσεις αναπτύχθηκαν εκθετικά. Η αγορά των Σκοπίων άνοιξε για τα ελληνικά προϊόντα και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης άρχισε και πάλι να ανεφοδιάζει τη γειτονική μας χώρα. Οι επιρροές των εθνικιστικών κύκλων και στις δύο χώρες μειώθηκαν, αλλά δεν εξαφανίστηκαν. Οι δύο γειτονικοί λαοί άρχισαν να επικοινωνούν καλύτερα μεταξύ τους, οι πολιτιστικές σχέσεις διευρύνθηκαν και άρχισε να αναπτύσσεται μια διάθεση αλληλοκατανόησης. Ειδικότερα τόσο η κυβέρνηση, όσο και οι κάτοικοι των Σκοπίων, άρχισαν να συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο πως η μακροπρόθεσμη επιβίωση τους περνούσε μέσα από την Ελλάδα.

Η Ελλάδα, ως η μοναδική στα Βαλκάνια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ (μέχρι το 2004) και της ΕΕ (μέχρι το 2007), έδειξε διάθεση να βοηθήσει την ΠΓΔΜ να ενσωματωθεί όταν μπορέσει στις ευρωατλαντικές δομές. Η Ελλάδα με τη σχετική οικονομική της ισχύ στήριξε με τις επενδύσεις της την αναιμική οικονομία των Σκοπίων. Και το σημαντικότερο είναι πως η Ελλάδα δεν έδειξε να απειλεί τη σταθερότητα και την εδαφική ακεραιότητα της ΠΓΔΜ, αλλά αντίθετα πως είναι διατεθειμένη να τη στηρίξει με κάθε τρόπο.

Για τους Έλληνες αναλυτές η ανάπτυξη στενών και μάλιστα στρατηγικών σχέσεων με την ΠΓΔΜ θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του γεωπολιτικού της οράματος για επέκταση της ελληνικής επιρροής στη βαλκανική ενδοχώρα. Η ΠΓΔΜ, αν και ευάλωτη, κατέχει κομβική θέση στο νέο γεωπολιτικό χάρτη των Βαλκανίων. Είναι ο «βατήρας» για την περαιτέρω προώθηση προς βορρά και μια «Buffer Zone» για τη μη επέκταση των βαλκανικών κρίσεων προς νότο. Η εδαφική ακεραιότητα της είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα. Πολύ σωστά έχει ειπωθεί από τον Θ. Πάγκαλο πως «αν δεν υπήρχε η ‘’Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’ θα έπρεπε να την εφεύρουμε». Η ύπαρξη αυτής της χώρας συμφέρει την Ελλάδα, έστω και μ’ ένα ανεπιθύμητο όνομα.

Από το 1995 ως σήμερα οι σχέσεις Αθηνών-Σκοπίων αναπτύχθηκαν θεαματικά, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, βρίσκοντας πλέον ένα ευνοϊκό και φιλικό περιβάλλον, προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις και εξαγορές. Τα Ελληνικά Πετρέλαια εξαγόρασαν το διυλιστήριο της ΟΚΤΑ, η Εθνική Τράπεζα την Stopanska Banka, o OTE ανέλαβε τη 2η άδεια κινητής τηλεφωνίας, ο Βερόπουλος εγκατέστησε μια αλυσίδα από σούπερ μάρκετ (VERO) κ.α. Επενδύοντας σχεδόν ένα δισεκατομμύριο Ευρώ η Ελλάδα έγινε η 1η και με διαφορά επενδύτρια δύναμη στην ΠΓΔΜ, εξασφαλίζοντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και δίνοντας πνοή σε μια ασθενική τοπική οικονομία. Η Ελλάδα ελέγχει πλέον νευραλγικούς τομείς της οικονομίας των Σκοπίων.

Οι εμπορικές συναλλαγές των δύο χωρών αυξήθηκαν σημαντικά. Αν δεν συνέβαιναν μέσα στο 2001 οι συγκρούσεις με τους Αλβανούς εξτρεμιστές, που στοίχισαν στην οικονομία των Σκοπίων ζημιές 1,2 δισεκατομμυρίων μάρκων, το εμπόριο Ελλάδας-ΠΓΔΜ θα γνώριζε περαιτέρω αύξηση. Πάντως υπολογίζεται πως η αξία των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δυο χωρών θα κυμανθεί πάνω από ένα δισεκατομμύριο Ευρώ ως το 2010, και η οικονομία της νεαρής δημοκρατίας θα ενταχθεί στο πλέγμα των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή. Αν βέβαια κλείσει η εκκρεμότητα της ονομασίας, που συνεχίζει να ρίχνει νερό στ’ αυλάκι για τους εθνικιστές και των δύο πλευρών…

Gornamakedonija ή Republika Makedonija;

Την περίοδο 2001-2002 επιχειρήθηκε μια προσπάθεια για να κλείσει το ζήτημα του ονόματος με μια σύνθετη ονομασία. Ο τότε πρωθυπουργός των Σκοπίων και ηγέτης του εθνικιστικού κόμματος VMRO, Λιούμπτσο Γκεοργκίεφσκι επέδειξε έναν ρεαλισμό στις σχέσεις του με την Ελλάδα, δείχνοντας, φαινομενικά τουλάχιστον, ότι επιθυμούσε μια συμβιβαστική λύση στο ζήτημα της ονομασίας ώστε να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο οι διμερείς σχέσεις. Μέχρι να ξεσπάσουν, στις αρχές του 2001, οι συγκρούσεις με τους Αλβανούς, που έθεσαν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ, υπήρχε σε εξέλιξη μια διαπραγμάτευση για το όνομα της χώρας που ήδη φαινόταν να καταλήγει κάπου. Πληροφορίες που διέρρευσαν τότε στον τύπο έκαναν λόγο για σύγκλιση των απόψεων των δύο πλευρών σε μια σύνθετη ονομασία, που πιθανότατα θα ήταν το «Ανωμακεδονία», αλλά στα κυριλλικά: «Gornamakedonija». Το όνομα αυτό ως μία λέξη από τη μια προσδιόριζε τη χώρα επαρκώς, τονίζοντας την ιδιαίτερη ταυτότητα της, κι από την άλλη απομάκρυνε τις ελληνικές ανησυχίες για αποκλειστική χρήση του ονόματος Μακεδονία από τα Σκόπια. Επιπλέον τα αρχικά της χώρας δεν θα ήταν πλέον «Mk» αλλά «Gm», κάτι που θεωρείται πλεονέκτημα για την ελληνική πλευρά.

Πολλοί, ειδικά στα Σκόπια, πίστευαν πως «αν δεν γινόταν ο πόλεμος με τους Αλβανούς αντάρτες το πρόβλημα θα είχε λυθεί». Ο τύπος της γειτονικής χώρας αναφέρθηκε πολλές φορές στην πιθανή επίλυση του προβλήματος της ονομασίας με τη φόρμουλα «Άνω Μακεδονία», υπογραμμίζοντας ότι κάτι τέτοιο συζητήθηκε από τους πρωθυπουργούς των δύο χωρών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Σκοπιανής εφημερίδας Ουτρίνσκι Βέσνικ «ο Γκεοργκίεφσκι αποδέχτηκε τη λύση του ονόματος Άνω Μακεδονία, το οποίο θα χρησιμοποιείται όχι μόνο στις σχέσεις της με την Ελλάδα αλλά διεθνώς». Το Νοέμβρη του 2001 ο Έλληνας πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης επανέλαβε αναφορικά με την ονομασία των Σκοπίων: «Υπάρχει μια διαπραγμάτευση, αλλά η διαπραγμάτευση αυτή ατύχησε μετά τα πρόσφατα γεγονότα στα Σκόπια. Υπάρχει καθυστέρηση, αλλά πρέπει να σας πω ότι πριν από τις φασαρίες υπήρχε διάθεση για επίλυση του προβλήματος. Η άποψή μας είναι ότι το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί γιατί η Ελλάδα έχει κάνει πολλά για τα Σκόπια». Τον ίδιο μήνα η μη κυβερνητική οργάνωση Διεθνής Ομάδα Κρίσεων, με έδρα τις Βρυξέλλες, σε σχετική έκθεση ζήτησε από την Ελλάδα και τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα, αλλά με την κυριλλική του απόδοση «Republika Makedonija», πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μία διαφοροποίηση από την ελληνική ονομασία «Μακεδονία». Πρότεινε επίσης ο ΟΗΕ και οι άλλες διεθνείς οργανώσεις να υιοθετήσουν το όνομα «Republika Makedonija», και να υπογραφεί διμερείς συμφωνία Αθηνών-Σκοπίων, στην οποία θα περιέχονται ειδικές παραχωρήσεις στην Ελλάδα. Επίσης, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ να δεσμευτούν ότι θα λάβουν τα απαραίτητα μέτρα στην περίπτωση που η ΠΓΔΜ δεν σεβαστεί τις υποχρεώσεις που θα απορρέουν από τη διμερή συμφωνία με την Ελλάδα.

Ο Υπουργός Εξωτερικών των Σκοπίων, Σλόμπονταν Τσάσουλε, εμφανίστηκε τότε αισιόδοξος πως η λύση είναι κοντά: «Αν δεν καταλήξουμε σε λύση, τότε κάποιοι άλλοι θα επιβάλλουν τη λύση και η χώρα μου είχε σκληρή εμπειρία από αυτό. Ας ενώσουμε τις οικονομίες μας, ας ρίξουμε τα σύνορα, καθιστώντας συγχρόνως εξαιρετικά δύσκολη τη διάβασή τους στους λαθρεμπόρους. Ας χαράξουμε σχέδια για το κοινό μας μέλλον στην Ευρώπη και τότε η λύση στη διαφορά μας θα πέσει μέσα στα χέρια μας». Τελικά το 2002 δεν επιτεύχθηκε συμφωνία Αθήνας-Σκοπίων για την οριστική ονομασία της γειτονικής μας χώρας.

Το Χάσμα Μεγάλωσε

Στο μεταξύ, στα χρόνια που μεσολάβησαν, όλο και περισσότερες χώρες αναγνώρισαν τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, δηλαδή ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Ανάμεσα τους και μερικές πολύ ισχυρές χώρες, όπως οι ΗΠΑ, που αναγνώρισαν το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» τον Οκτώβριο του 2005, αλλά και πρόσφατα ο Καναδάς. Συνολικά πάνω από 120 χώρες-μέλη του ΟΗΕ αναγνώρισαν τον «εκνευριστικό» βόρειο γείτονα μας ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», παγιώνοντας έτσι τις θέσεις αλλά και την αδιαλλαξία της άλλης πλευράς, όσον αφορά στην επίτευξη μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος.

Μια ολόκληρη γενιά μεγαλώνει στη γειτονική μας χώρα έχοντας την πεποίθηση ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» –και όλα όσα αυτό συνεπάγεται– αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής του ταυτότητας από το οποίο αρνείται να υπαναχωρήσει με οποιοδήποτε τίμημα. Η Αθήνα απειλεί πλέον ανοικτά να εμποδίσει με βέτο την προσπάθεια των Σκοπίων να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ το 2008, αν προηγουμένως δεν βρεθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση για τη διεθνή τους ονομασία. Οι βόρειοι γείτονες μας, παρά τα οικονομικά και εσωτερικά τους προβλήματα με την αλβανική μειονότητα, παρουσιάζονται έτοιμοι να θυσιάσουν ακόμη και την ευρωατλαντική τους προοπτική προκειμένου να κρατήσουν το όνομα, το οποίο τους διασφαλίζει την εθνική τους ταυτότητα. Εθνικιστές και των δύο πλευρών εκφράζουν μαξιμαλιστικές απόψεις κι εμφανίζονται ανένδοτοι και αδιάλλακτοι. Εθνολαϊκιστές και πατριδοκάπηλοι από την ελληνική πλευρά ξεπερνούν τα όρια μιλώντας ακόμη και για «απελευθέρωση σκλαβωμένων εδαφών», όπως έκανε λόγο στις 28 Οκτωβρίου 2007 ο γνωστός για τις υπερπατριωτικές του κορώνες μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος, που ζήτησε αλλαγή συνόρων και «απελευθέρωση» του Μοναστηρίου (Μπίτολα). Ο ίδιος, πριν από δύο χρόνια, έκανε λόγο για άχρηστα «σταγονίδια» αναφερόμενος στα υπολείμματα της «μακεδονικής» μειονότητας στη βορειοδυτική Ελλάδα…

Μακεδονικό: Ένα «Σιωπηλό Όπλο» σε Βάρος του Ελληνικού Λαού

Στα τέλη του 2007 ζούμε στην Ελλάδα μια νεκρανάσταση του «Μακεδονικού Ζητήματος». Έχουμε την αίσθηση ενός déjà vu, μιας επανάληψης, που μας γυρίζει τουλάχιστον 15 χρόνια πίσω. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ζήσαμε, ως γνωστόν, μια πρωτοφανή έξαρση του ελληνικού εθνικισμού με επίκεντρο τη χρήση του ονόματος Μακεδονία από μια μικρή και νεότευκτη γειτονική μας χώρα. Ένας εθνικιστικός πυρετός προσέβαλε τότε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και Ελλήνων της διασποράς, σ’ έναν ακήρυκτο πόλεμο για τη διεκδίκηση συμβόλων και ονομάτων, σημαιών κι ενδόξων προγόνων, ιστορίας και πολιτιστικής ταυτότητας. Τεράστια τμήματα της νεοελληνικής κοινωνίας είχαν τόσο πολύ «ντοπαριστεί» με εθνικισμό, ώστε αρνούνταν να δουν την πραγματικότητα. Αρνούνταν δουν πως η τότε κυβέρνηση (πάλι) της Νέας Δημοκρατίας χρησιμοποιούσε το Μακεδονικό ως «Σιωπηλό Όπλο» αποπροσανατολισμού του ελληνικού λαού, που έπρεπε να υποστεί αγόγγυστα την επώδυνη φορολογική επέλαση, που μαγειρευόταν στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης της ελληνικής κοινωνίας και της προσαρμογή της στα περιβόητα Κριτήρια του Μάαστριχ.

Οι Έλληνες πολίτες έπρεπε να ξεχάσουν το γεγονός ότι ήταν αναπόφευκτο να «σφίξουν το ζωνάρι», να εργάζονται περισσότερο και να αμείβονται λιγότερο, καθώς και να πληρώνουν περισσότερους φόρους. Τι σημασία είχαν όλα αυτά μπροστά στον κίνδυνο να μας αρπάξουν οι Γυφτοσκοπιανοί το «ιερό» όνομα Μακεδονία, που αποτελούσε αναπαλλοτρίωτο «κτήμα ες αεί» του Ελληνισμού; Μπορεί τα μικροσκοπικά Σκόπια, χωρίς καθόλου στρατό και με ισχνή οικονομία, να μην αποτελούσαν καμιά απειλή κατά της χώρας μας –σε αντίθεση με την Τουρκία, απέναντι στην οποία δείχνουμε διαρκώς υποχωρητικότητα–, ωστόσο απειλούσαν να μας κλέψουν τα «ιερά και όσια» του γένους μας, δηλαδή το εθνικιστικό φαντασιακό μας. Παρά τις τεράστιες κινητοποιήσεις και την όλη φασαρία που δημιουργήσαμε διεθνώς δεν κατορθώσαμε η γειτονική μας χώρα να μην αναγνωριστεί από 123 χώρες (η 102η ήταν οι ΗΠΑ). Αυτό που κατορθώσαμε ήταν να αυτοδυσφημιστούμε ως «παρανοϊκοί» και αναξιόπιστοι γείτονες και να γίνουμε το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης. Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το πάθημα φαίνεται πως δεν έχει γίνει μάθημα κι έχει εμφανιστεί μια τάση αναβίωσης της «μακεδονικής παράνοιας» κι ο ελληνικός λαός, συμπεριφερόμενος ως «ζαλισμένο κοπάδι», φαίνεται να πέφτει στην ίδια παγίδα!

Το Μακεδονικό επαναχρησιμοποιείται από ορισμένους πατριδοκάπηλους και εθνολαϊκιστές αλλά, κυρίως, από την κυρίαρχη ελίτ και τη σημερινή συντηρητική κυβέρνηση, ως «Σιωπηλό Όπλο» αποπροσανατολισμού του ελληνικού λαού από τα πραγματικά του προβλήματα. Σκεφτείτε: Πως θα μπορούσε η συντηρητική και κοινοβουλευτικά ευάλωτη κυβέρνηση Καραμανλή να δικαιολογήσει τις αθετημένες υποσχέσεις που μοίρασε αφειδώς στον ελληνικό λαό προεκλογικά για να την ψηφίσει; Πως θα μπορούσε να δικαιολογήσει αυτά που έπρεπε να κάνει και δεν κάνει για τους πυρόπληκτους και τους φτωχούς Έλληνες; Πως θα μπορούσε να αιτιολογήσει το συνεχιζόμενο τέλμα του Κυπριακού, την άνευρη εξωτερική μας πολιτική και τις συνεχόμενες προκλήσεις της Τουρκίας, που θέλει να εισέλθει «αλά καρτ» στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Πώς να αιτιολογήσει την επώδυνη επέλαση της «λύσης» του ασφαλιστικού προβλήματος, που επικρέμεται ως «δαμόκλειος σπάθη» στον ορίζοντα των μελλοντικών γενιών; Πως θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επερχόμενη αύξηση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων που πλήττουν κυρίως του φτωχούς; Πως θα μπορούσε να κάμψει τις λαϊκές αντιδράσεις στο θέμα των «μεταρρυθμίσεων» στην παιδεία κ.α.; Μα φυσικά με μια νέα εθνικιστική παραζάλη γύρω από το Μακεδονικό!

Η συνταγή είναι απλή: Παίρνεις έναν δευτερεύον ή και τριτεύον ζήτημα (λ.χ. το Μακεδονικό), το καθιστάς, με τη βοήθεια των πανίσχυρων Media, πρωτεύον ζήτημα κι ενώ ο αποπροσανατολισμένος λαός ασχολείται μ’ αυτό, εσύ κερδίζεις χρόνο κι έχεις όλα τα περιθώρια να ελιχθείς και να επιβάλεις «υπογείως» την αντιλαϊκή σου πολιτική γύρω από τα καυτά προβλήματα που απειλούν τον τόπο… Δεν είναι τίποτε το πρωτότυπο. Το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο και πολύ φοβάμαι πως θα το ξαναδούμε σύντομα…

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Ζωρζ Καστελλάν, Ιστορία των Βαλκανίων, Γκοβόστης 1996

Loring Danforth, H Mακεδονική Διαμάχη: Ο Εθνικισμός σ’ έναν Υπερεθνικό Κόσμο, Αλεξάνδρεια 1999

Καρακασίδου Αναστασία, Μακεδονικές Ιστορίες και Πάθη 1870-1990, Οδυσσέας 2000

Francois Thual, Η Κληρονομιά του Βυζαντίου: Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας, ΡΟΕΣ 1999

Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Το Μακεδονικό Ζήτημα, Παρατηρητής 1993

Πρεβελάκης Γιώργος, Γεωπολιτική της Ελλάδας, Libro 1998

Πρεβελάκης Γεώργιος, Τα Βαλκάνια: Πολιτισμοί και Γεωπολιτική, LIBRO 2001

Max Weber, Εθνοτικές Σχέσεις και Πολιτικές Κοινότητες, ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ 1997

Νακρατζάς Γεώργιος, Η Στενή Εθνολογική Συγγένεια των Σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων, Μπατάβια, Θεσσαλονίκη 1997

Kaplan D. Robert, Φαντάσματα των Βαλκανίων, ΡΟΕΣ 2002

Κωστόπουλος Τάσος, Η Απαγορευμένη Γλώσσα: Κρατική Καταστολή των Σλαβικών Διαλέκτων στην Ελληνική Μακεδονία, Μαύρη Λίστα, 2000

Μαζάουερ Μαρκ, Τα Βαλκάνια, Πατάκης 2002

Μαζάουερ Μαρκ, Θεσσαλονίκη: Πόλη των Φαντασμάτων, Αλεξάνδρεια 2006

Γιώργος Στάμκος, Γεωπολιτική του Αρχιπελάγους: Ελληνική Γεωφιλοσοφία και οι Προκλήσεις της Παγκοσμιοποίησης, Άγνωστο 2007

Γιώργος Στάμκος & Μίλιτσα Κοσάνοβιτς, Στοιχειωμένα Βαλκάνια, Άγνωστο 2006

Τούντα-Φεργάδη Αρετή, Μειονότητες στα Βαλκάνια, Παρατηρητής 1994

Todorova Maria, Βαλκάνια: Η Δυτική Φαντασίωση, Παρατηρητής 2001
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΚΟΣ (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και εκδότης-διευθυντής του περιοδικού ΖΕΝΙΘ.
Το Όνομα μας δεν είναι η Ψυχή μας!

Εφόσον πάντα υπήρχαν, και συνεχίζουν να υπάρχουν, οικογένειες που τροφοδοτούν με μέλη τους ανταγωνιστικές μεταξύ τους κουλτούρες και έθνη, τότε για ποια «έθνη» μιλάμε; Σίγουρα όχι γι’ αυτά που βασίζονται σε «συγγένεια αίματος», εφόσον η ιστορία μάς δείχνει ότι κάτι τέτοιο είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο.

Μεταξύ 1918-1926 το ελληνικό κράτος άλλαξε τρεις φορές την επίσημη ονομασία των σλαβόφωνων μειονοτικών της Μακεδονίας! Ενώ το 1918 τους αποκαλούσαν «Μακεδόνες Σλάβους», το 1924, με το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ, τους αναγνώρισαν ως «βουλγαρική μειονότητα» και το 1926, ο Θ. Πάγκαλος συμφώνησε με το Βελιγράδι να αναγνωρίσει τη μειονότητα ως… σερβική!

«Η χρήση της ελληνικής ως γλώσσας-φορέα σ’ ένα μεγάλο μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το κύρος του ελληνικού πολιτισμού έσπρωχναν πολλούς σλαβόφωνους, αλβανόφωνους ή βλαχόφωνους να εξελληνιστούν»

Γιώργος Πρεβελάκης

«Είμαστε Σλάβοι και ήρθαμε σε αυτή την περιοχή τον 6ο αιώνα… δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων» Κίρο Γκλιγκόροφ

Η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αν και ευάλωτη, κατέχει κομβική θέση στο νέο γεωπολιτικό χάρτη των Βαλκανίων. Είναι ο «βατήρας» για την περαιτέρω προώθηση προς βορρά και μια «Buffer Zone» για τη μη επέκταση των βαλκανικών κρίσεων προς νότο.

Advertisements