ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

Ο «Ινδιάνος» της Ελληνικής Μουσικής…

Pap 1
Συνέντευξη στην Εύα Κουσιοπούλου
«Να έχεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά, να επιμένεις να αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μη την μολύνεις με το πέρασμα σου», έγραφε ένα χαρτάκι κολλημένο στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του στο γραφείο του στο στούντιο «Αγροτικόν». Διάλεξα αυτό το καθόλου τεχνοκρατικό σημείωμα αντί συστάσεων για το Νίκο Παπάζογλου. Έτσι κι αλλιώς δεν τις χρειάζεται. Περισσότερα από σαράντα χρόνια μουσική είναι παραπάνω από αρκετά. Στα τέλη του φετινού χειμώνα αποφάσισε μετά την Αθήνα να εμφανιστεί και στην «έδρα» του, τη Θεσσαλονίκη. Η κουβέντα μας έγινε στο «Αγροτικόν», το οποίο ένιωθα πως όφειλα να γνωρίζω που ακριβώς βρίσκεται. Ο Παπάζογλου δούλεψε δεκαετίες ολόκληρες στο στούντιο αυτό της Τούμπας, που σύντομα κλείνει. Ο ίδιος όμως δηλώνει φύσει και θέσει αισιόδοξος και μου μίλησε για τη νέα του αγάπη τη Νίσυρο, που όπως δείχνουν τα πράγματα θα φιλοξενήσει το στούντιο «Νησιωτικόν!».

Χρειάστηκε να τον περιμένω λιγάκι μέχρι να έρθει και μπήκα σε ένα διπλανό μαγαζί, όπου πέντε έξι τουμπιώτες παρακολουθούσαν με προσήλωση (τι άλλο;) έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που ωστόσο δεν αφορούσε την αγαπημένη τους ομάδα. Δέκα παρά βραδάκι και ο «φραπές» στα ποτήρια μου θύμισε εκείνες τις σκηνές με το Λαζόπουλο και το Σταρόβα (ο οποίος θυμάμαι έπαιζε κιθάρα κάποτε στις συναυλίες του Παπάζογλου και όταν τον πείραζαν ότι πάχυνε απαντούσε πως έτσι όπως πάει η κιθάρα του θα γίνει καρφίτσα για το πέτο). Καθόλου δε με ενόχλησε το «με» και το «σε» που ξεφύτρωνε στα λόγια τους. Γιατί δηλαδή τόσα χρόνια μου φαίνονται συμπαθείς οι χούλιγκαν της Λίβερπουλ ή της Μάντσεστερ στο βρετανικό σινεμά; Μάλλον γιατί είχα και εγώ μια παρέα φίλων εκεί στην Τούμπα, που μοιάζει ακόμα με γειτονιά, κάπου στη δεκαετία του ’90. Θυμήθηκα πόσο ωραίο είναι να αγαπάς κάποιον με τα μικρά ψεγάδια του, με τα ελαττώματα του. Έτσι αγαπάει ο Νίκος Παπάζογλου τη Θεσσαλονίκη και τους ανθρώπους της, έτσι αγαπάει την Ελλάδα που εκείνο το βράδυ ψήφιζε αυτόν που θα εκπροσωπούσε τη χώρα μας στη Eurovision. Ο ίδιος αγνοούσε πάντως ποιοι ήταν οι τρεις υποψήφιοι.

Ο Παπάζογλου ζει και δουλεύει σε μια πόλη, για την οποία όλοι γκρινιάζουν πως «τρώει τα παιδιά της», σαν μονάκριβο της τέκνο, σαν γιος που την αγαπά με τα ελαττώματα της.

Χάρηκα σαν παιδί αυτήν την κουβέντα. Από τη μία έπαιξε ρόλο το γεγονός πως μιλά σπάνια σε δημοσιογράφους, από την άλλη ήταν η άποψη των συναδέλφων στο περιοδικό « εσύ θα το κάνεις που είσαι γλυκομίλητη» (που να ’ξεραν!). Πιο πολύ όμως το επιχείρησα γιατί κουβαλώ μέσα μου τα τραγούδια του. Τα καρντάσια μου –μια λέξη που χρησιμοποιεί συνεχώς όταν απευθύνεται σε κάποιον–, φρόντισαν να τα μάθω, μαζί με τα τραγούδια των Φατμέ, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και των αδερφών Κατσιμίχα. Τα υπόλοιπα τα ανακάλυψα μόνη μου στην πορεία. Όταν ήμουν πιτσιρίκι δεν άντεχα με τίποτα την «Εκδίκηση της Γυφτιάς», που έφερε σπίτι σε μια κασέτα η μεγάλη μου αδερφή ενθουσιασμένη. Μετά από τις πρώτες φορές, όμως, που οι μουσικές του δίσκου γέμισαν το παιδικό δωμάτιο που μοιραζόμασταν, μου άρεσε τόσο που την παρακαλούσα να με παίρνει μαζί της, εμένα τη ροκού στις συναυλίες του. Του το είπα και γέλασε με εκείνον το γενναιόδωρο τρόπο που μοιράζει και τις μουσικές του. Τον ρώτησα ακόμη και για το στίχο «από τη γυναίκα ούτε ένα καλό δεν είδα μα πίστεψε με είναι μόνη μου ελπίδα» και για τις γενιές των γυναικών που αγάπησαν αυτόν και τα τραγούδια του. Απάντησε ότι τις αγαπά πάρα πολύ τις γυναίκες και του το ανταποδίδουν. Περπατώντας μαζί του ένιωσα πόσο τον αγαπούν οι Θεσσαλονικείς, όλοι όσοι συναντήσαμε καθ’ οδόν από τον χαμογελαστό, πιτσιρικά οδηγό ταξί που άλλαξε λιγάκι την «κούρσα» του για να μας πάει στο κέντρο μέχρι τα γειτονάκια που έλεγαν πως «ο Νίκος είναι η Θεσσαλονίκη». Και όπως πάντα τα καλύτερα είναι αυτά που δεν κατέγραψε το κασετοφωνάκι…
Εύα Κουσιοπούλου

 

Pap 2
Το «Αγροτικόν» κλείνει γιατί δεν είναι πια οικονομικά βιώσιμο. Σε έχει πικράνει αυτή η εξέλιξη;

Φυσικά, μαύρη πίκρα είναι, αλλά είναι μεγάλο οικονομικό βάρος…

Μετά από πόσα χρόνια κλείνει το στούντιο;

Τριάντα χρόνια κλείνει αυτό το στούντιο, που είναι το Αγροτικόν Νο 4. Πριν το στούντιο ήταν λίγο παρακάτω κοντά στο Ταχυδρομείο. Εκεί στο άλλο στούντιο είχε γίνει η «Εκδίκηση της Γυφτιάς», εδώ όμως έγιναν όλοι οι υπόλοιποι δίσκοι. Γέμισε τον τόπο ωραία τραγούδια φτάνει. Έκανε, όπως φαίνεται, τον κύκλο του.

Έκλεισαν όμως και πολλοί χώροι για συναυλίες ή μετατράπηκαν σε σκυλάδικα. Τώρα εμφανίζεσαι στο «Πλατώ».

Στο «Πλατώ», που ο καημένος ο Κεχαγιάς το κρατά με νύχια και με δόντια. Είναι πάρα πολύ δύσκολο πια να συντηρείς αυτούς τους μικρούς χώρους, που πάντα αποτελούσαν βήμα για οποιαδήποτε κίνηση. Θέλουν να διώξουν όλο τον κόσμο να διασκεδάζει στις παράγκες.

Στα «μεγάλα μαγαζιά»;

Ναι. Φέτος πριν τη Θεσσαλονίκη εμφανιζόμασταν στην Αθήνα, στο «Ζουμ» της Πλάκας, όπου παίζω πάντοτε όταν είμαι κάτω. Παίζουμε εκεί από το 1984, είχαμε κάνει το Σείριο εκεί με το Χατζιδάκι, πήγαμε εξαιρετικά. Το θεωρώ στέκι μου το «Ζούμ».

Έχω να σε ακούσω σε κάποια συνεργασία από τότε με τον έτερο Σαλονικιό Διονύση Σαββόπουλο και τα Βαλκανικά Ποδήλατα. «Μοναχός σου χόρευε και όσο θέλεις πήδα» σα να λέμε;

Εγώ μονάχος μου δουλεύω χρόνια τώρα κι έχω αλωνίσει όλη την Ελλάδα. Όποτε προκύψει πρόταση για συνεργασία με το Διονύση είμαι παραπάνω από πρόθυμος. Για άλλες συνεργασίες όμως είμαι πάρα πολύ προσεχτικός. Έχω δουλέψει μέχρι τώρα μονάχα με τη Χαρούλα την Αλεξίου, τη Γλυκερία και με το Διονύση. Δεν έχω σκεφτεί να δουλέψω με κανέναν άλλο.

Από την άλλη είναι τιμή να παίζεις στη μπάντα του Παπάζογλου.

Ποιος το ‘πε αυτό; Ναι, η αλήθεια είναι ότι με τους περισσότερους είμαστε χρόνια παρέα, όπως για παράδειγμα με το Γιάννη τον Κολοβό, το μπασίστα, που πάνε προ Χριστού τα πράγματα. Έχω όμως και καινούριους, όπως τον Δημητράκη τον Τσικούρη, την Έλενα Δεληχρήστου που τώρα μαθαίνουν τα χούγια μου.

Ο Γιάννης Αγγελάκας δήλωσε πρόσφατα ότι κάνει pop μουσική με την έννοια του «popular», της δημοφιλούς μουσικής. Εσύ τι μουσική κάνεις;

Για ράφια δισκοπωλείων θα μιλάμε; Αυτό το «λαϊκοπαράξενο» κάνω. Αυτό που κινήθηκε από ηλεκτρικές κιθάρες και μπάντες μέχρι μπαλάντες παιγμένες με ένα πιάνο ή μια κιθάρα και ενδιάμεσα μπουζούκια, κιθάρες, τα πάντα.

Έχεις δηλώσει ότι τα διαφορετικά σου ακούσματα δεν ενώνονται απλά στα τραγούδια σου, αλλά ότι έγινε «σύντηξη», όπως γίνεται στη χημεία που μιλάμε για «συνέργεια».

Αυτό έγινε μέσα μου και αυτό γράφω και στο σημείωμα του δίσκου «Χαράτσι». Γιατί όλοι μου λέγανε «Μα τι είναι τώρα αυτό; Δε ξεχωρίζει κάποιο είδος» και απαντούσα «βρε παιδιά εγώ έχω παίξει με πάρα πολλές μπάντες, αγαπώ πάρα πολλά είδη και αν προκύψουν και πέντε καλά τραγούδια από αυτά τα διαφορετικά ακούσματα καλώς να ‘ρθουν».

Pap 3

Είσαι μάλλον ο κύριος υπεύθυνος για τη λεγόμενη «Σχολή Θεσσαλονίκης», όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, η Μελίνα Κανά, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου –κι ας ήταν από Λάρισα μεριά– και άλλοι πολλοί. Νιώθεις ικανοποιημένος από την πορεία που ακολούθησε το λεγόμενο «έντεχνο τραγούδι»; Γιατί μοιάζει να έχει ξεφτίσει λιγάκι πια…

Αυτά τα παιδιά, που λες, ήταν όλοι συνεργάτες μου και όσο μπορούσα τα βοήθησα. Από εκεί και πέρα αυτονομήθηκαν και είχαν την πορεία τους. Πάντως ας μην είμαστε και αγνώμονες… γέμισαν τον τόπο ωραία τραγούδια. Δε θέλουμε τίποτε άλλο ένα τραγούδι καλό ας βγάλει καθένας από εμάς και εμείς να ‘μαστε καλά. Όπως έλεγε και ο Μάο «ο καθένας από εμάς ας φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει έναν εξαιρετικό έρωτα και να αφήσει ένα τραγούδι».

Στο νου μου θα σε έχω πάντα σαν πρεσβευτή της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Ξέρω ότι γυρνάς και συλλέγεις τραγούδια. Τι σκοπεύεις να κάνεις με αυτό; Πώς θα το αξιοποιήσεις αυτό το αρχείο;

Είναι μια δική μου, προσωπική αναζήτηση όλα αυτά και θα βγαίνει στα τραγούδια μου. Προσπαθώ να βαθύνω στα όμορφα ακούσματα, γιατί είναι τρομερή περιουσία η παράδοση μας, απίστευτη. Όταν πάω για παράδειγμα σε ένα πανηγύρι στην Ικαριά και ακούσω ένα όμορφο τραγούδι, ρωτάω για αυτό ή σε ένα άλλον τόπο, σε ένα χωριουδάκι που κάτι θα ακούσω και θα μ’ αρέσει. Υπάρχει σε κάθε όμορφο τραγούδι κάτι που σε ζεσταίνει, χωρίς να ξέρεις γιατί. Μερικές φορές αναρωτιέσαι, άλλες φορές λες «τι το ψάχνεις;» αλλά λίγο πολύ σε καθορίζουν αυτά τα πράγματα. Έτσι και αλλιώς εμένα με καθόρισαν αυτά που άκουγα, δεν έχω σπουδάσει μουσική, ούτε κανείς με έπιασε και μου είπε αυτό θα κάνεις.

Έχω την αίσθηση ότι σταματήσαμε καιρό τώρα να συζητάμε για την παγκοσμιοποίηση. Τώρα προσπαθούμε να ευαισθητοποιηθούμε για το περιβάλλον… Να υποθέσω ότι την αποδεχθήκαμε την παγκοσμιοποίηση ή όλα είναι θέμα marketing;

Αυτά είναι χαζομάρες. Η μουσική είναι μία, αλλά η ελληνική μουσική είναι διαφορετική από τη μουσική των Αιγυπτίων ή των Περσών ή των Αγγλοσαξόνων. Τι πάει να πει «παγκοσμιοποίηση»; Αφήστε να ανθίσουν χίλια λουλούδια. Πάλι με φράσεις του Μάο θα τα πω. Αυτά είναι τερτίπια αυτών που εμπορεύονται τη μουσική και προσπαθούν να σε πείσουν ότι «όλα ίδια είναι μωρέ και μην την ψάχνεις». Δεν είναι έτσι. Εγώ που φροντίζω τον κήπο μου ξέρω πως δε μπορείς να πάρεις μια μπάμια από εδώ και να πας να τη φυτέψεις εκεί, γιατί θα βγει ένα τέρας.

Για την επικαιρότητα πως ενημερώνεσαι;

Ραδιόφωνο. Ακούω πολύ ραδιόφωνο, κυρίως 9,58 και ΕΡΑ. Ακούω ωραίες μουσικές, αν και δε βγαίνουν πια οι παραγωγοί να πουν «αυτό είναι το τάδε τραγούδι του τάδε, τη μουσική την έγραψε αυτός και τους στίχους αυτός». Και αν υπάρχει και ένα εξαιρετικό σόλο να αναφερθεί και ο σολίστ. Ακούγεται σαν πολυτέλεια με τον τρόπο που κάνουν ραδιόφωνο σήμερα όμως έτσι μαθαίνεις μουσική. Το αγαπώ το ραδιόφωνο γιατί ήμουν πειρατής των μεσαίων εδώ στη Θεσσαλονίκη, τα χρόνια λίγο πριν τη δικτατορία. Να σκεφτείς ότι με συνέλαβαν κιόλας. Ήρθαν την ώρα που κοιμόμουν και με ‘πιάσαν… στον ύπνο κυριολεχτικά. Είχα το «Ράδιο Πουσπούλ» με μια διάταξη πολύ πρωτοποριακή, που την είχα ονομάσει έτσι από το «push» και το «pull». Μη βλέπεις τώρα που όλοι έχουν και από ένα κινητό. Τότε σε παρέπεμπαν με τον νόμο «περί ασυρμάτων» πως τάχα επικοινωνείς με το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» και πήγαινες για εσχάτη προδοσία.

Και πώς τη σκαπούλαρες;

Τι να μου έκαναν; Έχω ακόμη το «Πρωτόκολλο Παραδόσεως και Καταστροφής Ραδιοφωνικού πομπού» έτσι λεγόταν. Μάζεψαν ότι βιβλία και δίσκούς είχαν και αυτό ήταν.

Τηλεόραση δεν παρακολουθείς καθόλου;

Καθόλου. Και τις Κυριακές κυρίως αγοράζω εφημερίδες.

Pap 4

Δεν σε ενδιαφέρει όλο αυτό το παιχνίδι με τη δημοσιότητα και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης;

Δε βασίστηκα ποτέ σε αυτά. Το μόνο που κάνουν είναι να συνεχίζουν τον κύκλο της αθλιοσύνης. Όταν πρωτοάρχισα το ’78 να κάνω μια παρέα και να γυρνάω να διαλαλώ την πραμάτεια μου δεν είχε παιχτεί κανένα τραγούδι μου στο ραδιόφωνο. Οι δίσκοι «Η εκδίκηση της γυφτιάς», «Τα δήθεν» «Το χαράτσι» δεν παιζόντουσαν στα ραδιόφωνα. Και ούτε σήμερα παίζονται παρ’ όλο που τα ραδιόφωνα γινήκαν χιλιάδες. Έχουν σχεδόν πέσει στην παγίδα που λένε αυτά τα τσινάρια με τα αγγλικά του Στρατηγάκη πως ένα τραγούδι πρέπει να είναι «radio friendly». Όλα ίδια. Εγώ δεν είμαι σε αυτό το παιχνίδι και έτσι δεν είχα ποτέ ευνοϊκή μεταχείριση.

Είχες όμως τις συναυλίες, που ήταν και είναι ο καλύτερος τρόπος για να «διαλαλήσεις την πραμάτεια» σου, όπως είπες.

Όντως. Έκανα χιλιάδες φίλους σε όλη την Ελλάδα και κάθε καλοκαίρι κάναμε σαράντα συναυλίες σε νησιά, βουνά, σε ό,τι θέλεις. Και είναι κρίμα που αυτό έχει γίνει πια ανέφικτο.

Ανέφικτο γιατί; Δηλαδή μου λες πως φέτος δε θα κάνετε περιοδεία;

Όχι, φέτος δε θα κάνουμε γιατί δε βγαίνει πια από οικονομικής πλευράς.

Αν το λες εσύ αυτό που είσαι ο Παπάζογλου, τι θα έπρεπε να πουν οι άλλοι μουσικοί, οι πιτσιρικάδες που ονειρεύονται να ζήσουν από αυτήν τη δουλειά;

Αυτές οι συναυλίες σε κάθε χωριουδάκι, σε κάθε νησί γινόταν γιατί είχα αποκούμπι τις συναυλίες που κάναμε στις μεγάλες πόλεις, σε Αθήνα στο Λυκαβηττό και στη Θεσσαλονίκη στο Θέατρο Δάσους. Από τα έσοδα αυτών των μεγάλων συναυλιών ερχόταν το πράγμα ίσα βάρκα, ίσα νερά. Είχα στήσει ένα δικό μου μηχανισμό, ένα μικρό «υπουργείο πολιτισμού» για να πηγαίνουμε σε κάθε χωριό. Εγώ πρωτοπήγα στην Κάρπαθο, στην Αστυπάλαια, στο Αγαθονήσι, στη Νίσυρο μες τον κρατήρα του ηφαιστείου. Πλέον όμως έχω αποκλειστεί από τους μεγάλους χώρους. Στο Θέατρο Δάσους για να καταλάβεις την τελευταία φορά μου έστησαν μια κασκαρίκα που αν τον είχα μπροστά μου αυτόν που μου την έστησε, με το ζόρι θα τον γνωρίζανε μετά.

Τι κάνανε δηλαδή; Γιατί δεν τα έχεις πει ποτέ αυτά.

Κοίταξε, όπως πάντα στη συναυλία είχαμε πολλή νεολαία, που είχε έρθει στο Θέατρο Δάσους με το εισιτήριο της και με τις μπύρες της από τις καντίνες στο χέρι, ήρεμα, ωραία, συναυλιακά. Οι κύριοι όμως που έχουν το κυλικείο, που έχει δηλωθεί και ως μπαρ, αποφάσισαν ξαφνικά να φωνάξουν την αστυνομία. Ήρθε λοιπόν ο υποδιοικητής του τμήματος με το πιστολάκι του και έγραψε σε ένα χαρτί «απαγορεύονται τα οινοπνευματώδη» και έπρεπε ή να πιει ο κόσμος τη μπύρα του πριν μπει ή να τη χύσει. Έμεινε όλος ο κόσμος έξω και το θέατρο ήταν μισοάδειο. Άσε τα τεράστια ενοίκια που ζητούν για τους χώρους αυτούς, πρέπει να τα καταβάλεις μήνες πριν και αν για οποιοδήποτε λόγο ματαιωθεί η συναυλία εσύ χάνεις τα χρήματα σου. Και μετά με ρωτάς για τα υπουργεία… Και στην Αθήνα την τελευταία φορά δεν μπορούσαν να βάλουν μπρος τη γεννήτρια και πήγα ο ίδιος και τους έφερα δυο μπιτονάκια πετρέλαιο, γιατί δεν είχαν, ενώ έπαιρναν 14 χιλιάδες ευρώ για δύο ώρες. Σου δείχνουν δηλαδή πως δε σε θέλουν. Ε! δεν τους θέλω και εγώ!

Pap 5

Έτσι και αποφασίσεις να τα γράψεις αυτά θα γελάσει πολύς κόσμος.

Το λέμε και εμείς μεταξύ σοβαρού και αστείου. Μπορεί και να το κάνω όταν θα έχει περάσει ο θυμός, όταν θα έχει καταλαγιάσει. Και δε σου έχω πει ούτε τα μισά…

Μόνο που το πληρώνει ο κόσμος, ειδικά στα μικρά μέρη, που θέλει να μας ξανακούσει. Τι να κάνω; Να βάλω χορηγό; Όπως ξεφτιλίσανε τους ποδοσφαιριστές και τους μπασκετμπολίστες;

Πολλοί μουσικοί το κάνουν πια ή το γυρίζουν στις διαφημίσεις.

Εγώ δεν το κάνω λοιπόν! Φαντάζεσαι δηλαδή το Μάρκο Βαμβακάρη να παίζει με την μπύρα τάδε πάνω από το κεφάλι του ως χορηγό; Όσο μπορούμε θα παίζουμε, αλλιώς θα βουβαθούμε. Όπως γίνεται και με τα μαγαζιά που λέγαμε πριν που θέλουν τον κόσμο να αποχαυνώνεται. Πάρε για παράδειγμα τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με εβδομήντα χιλιάδες ανήσυχους φοιτητές, που τη βγάζουν μέσα σε τούτες τις άθλιες καφετέριες με τη μουσική που σχεδιάστηκε για πλύση εγκεφάλου το ’55 και τώρα σε κάνει βλάκα και νερουλιάζει το μυαλό σου.

Τους παρατηρώ λίγο αμήχανα, λίγο θλιμμένα στην Εγνατία που δίνουν ραντεβού πριν τα «ελληνάδικα» , τα μπουζούκια που μόνο μπουζούκια δεν είναι και μιλούν στο κινητό με το μπαμπά που θα τους στείλει πάλι λεφτά. Παρ΄ όλα αυτά όμως, λόγω δουλειάς, νομίζω θα συμφωνήσουμε και οι δύο ότι γνωρίζουμε πολλά νέα παιδιά που τη ψάχνουν με τη μουσική σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τη δημιουργία.

Και αυτό είναι που με στεναχωρεί πιο πολύ που κλείνουμε το «Αγροτικόν». Αυτό το στούντιο υπήρξε κάποτε ο πυρήνας μιας κίνησης, από όπου περνούσε οτιδήποτε μικρό ή μεγάλο γινόταν μουσικά. Γνωρίστηκαν μεταξύ τους αυτά τα παιδιά και βγήκαν ωραία πράγματα.

Ερχόταν και σε βρίσκανε οι μουσικοί… Οι κυνικοί της παρέας όμως θα πουν ότι «αλλάζουν οι καιροί». Και εμείς ακολουθούμε την εξέλιξη; Γιατί και το αντίθετο είναι ήττα.

Εγώ ξέρεις για τι λυπάμαι πιο πολύ; Ότι αυτά τα παιδιά σήμερα δεν είναι αισιόδοξα, δεν σκέφτονται τα καημένα , όπως εμείς παλιά, ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, πως μόνο καλύτερα θα πάνε. Και δε μιλώ μόνο για τους μουσικούς, αλλά για όλα τα παιδιά. Είναι κρίμα γιατί τους φτιάξαμε μια κοινωνία που τους λέει να μαζέψουν φράγκα, να τα κάνουν μασούρια, να κοιτάζουν την πάρτη τους.

Να υποθέσω ότι δεν έπεσες από τα σύννεφα με τη «Ζαχοπουλιάδα» και όσα αποκαλύπτονται για τα πάρε δώσε στο Υπουργείο Πολιτισμού;

Όχι, γιατί πάντα για μένα εκεί ήταν μια μολυσματική εστία και εγώ έχω νιώσει αυτή τη σαπίλα και από τα τελευταία, τελευταία στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού, κάποιους υπαλληλίσκους εδώ στα μέρη μας, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Σκέψου τι γίνεται εκεί πέρα μέσα. Τέλος πάντων, ούτε που βρίσκεται το κτίριο δε ξέρω. Μακριά, μακριά…

Επιχορήγηση πήρες ποτέ;

Ποτέ! Ούτε καν προσπάθησα ποτέ.

Ξαφνικά μετά από χρόνια ανακάλυψαν τα κανάλια ότι οι Χρυσαυγίτες τα έχουν καλά με τα ματ, ότι οι αστυνομικοί δέρνουν τους μετανάστες και πουλούν προστασία σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Πόσο υποκριτική είναι αυτή η κοινωνία;

Δε μ ’ αρέσουν καθόλου όλα αυτά. Πάρα πολύ υποκρισία γύρω μας αλλά τι να κάνουμε;

Μη μου πεις πάλι να φυτέψουμε λουλούδια… Δε ξέρω πόσο θα βοηθήσει.

Δε σου μένει να κάνεις και τίποτε άλλο. Τι να κάνεις δηλαδή; Να βγεις να συγκρουστείς; Θα σου σπάσουν το κεφάλι και θα πουν ότι βγήκες και χτύπησες στη ζαρντινιέρα! Ό, τι μπορείς να κάνεις για το μικρό κύκλο των ανθρώπων γύρω σου, για τους φίλους σου κάντο. Εγώ είμαι τυχερός που έχω ένα μεγάλο κύκλο ανθρώπων κοντά μου, που αγαπούν τα τραγούδια μου και κρατώ επαφή μαζί τους και γεμίζω χαρά. Κατά τα άλλα η καθημερινότητα είναι μια μαύρη μιζέρια, δε ξέρεις τι να κάνεις. Είναι φρίκη.

pap 6

Η Μελίνα Μερκούρη είχε πει όταν άρχιζε και στη χώρα μας να καταφθάνει η μόδα της ψυχανάλυσης πως «στην Ελλάδα δε χρειαζόμαστε ψυχοθεραπεία, γιατί έχουμε φίλους». Μας χρειάζεται μαζική, εθνική ψυχοθεραπεία για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε;

Έχει διαρραγεί τόσο ο κοινωνικός ιστός, υπάρχει τέτοια υποκρισία που ο κόσμος θα αρχίσει να τη βγάζει με αντικαταθλιπτικά. Όσοι έχουν φίλους είναι τυχεροί. Αλλά τι να πεις όταν πηγαίνεις πια στο σπίτι ενός φίλου, σου ανοίγουν και σου λένε «γιατί δεν πήρες ένα τηλέφωνο πριν έρθεις;». Χάλια. Εγώ πάντως έχω αρχίσει να αποζητώ τη ζωή, όπως είναι σε μια πολύ μικρή κοινωνία.

Υπάρχουν ακόμη λέξεις στο λεξιλόγιο μας, όπως «προγαμιαίες σχέσεις» (πλέον υπάρχει και το «προγαμιαίο συμβόλαιο») και η νοοτροπία ότι με το γάμο ολοκληρώνεσαι, πώς κάνεις το χρέος σου στην κοινωνία. Την ίδια στιγμή και όχι μόνο τη νύχτα, βλέπω ανθρώπους μόνους, που ακόμη και όταν βρίσκονται μέσα σε σχέσεις- συμβάσεις, δεν έχουν κανέναν να μιλήσουν. Στο δρόμο πλέον βλέπω διαρκώς ανθρώπους που μιλούν μόνοι τους. Μου θυμίζουν την εικόνα που περιέγραφε το τραγούδι σου ο «Μοναχός», μια εικόνα που με έθλιβε από παιδί. Υπάρχει ελπίδα;

Ναι, υπάρχει. Εγώ τη βρήκα αυτήν την κοινωνία, τους φίλους σε ένα νησάκι του Αιγαίου, στη Νίσυρο. Μου έδωσαν ένα σπιτάκι που αναπαλαίωσα και ακόμη και το «Αγροτικόν», τα μηχανήματα τα πιο καινούρια θα μεταφερθούν εκεί. Θα φτιάξουμε δηλαδή το «Νησιωτικόν!». Υπάρχει ακόμη ελπίδα για τα νέα παιδιά, πράγμα που δεν τους το διδάσκει ο περίγυρος και τα περιοδικά του life –style. Όπως το «στιλ είναι εχθρός της τέχνης» το life – style είναι εχθρός της ζωής.

Της αληθινής ζωής θες να πεις.

Πρέπει να αποφασίσουμε ότι όλες οι σχέσεις σε τούτη τη ζωή δεν είναι μόνο «τι θα πάρω από αυτόν;» . Είναι και τι μπορώ να δώσω. Σου δίνει ο άλλος το χέρι και σκέφτεσαι «Σε τι μπορεί να μου φανεί χρήσιμος;». Και αν σε έχει κάνει τσιγκούνη ο περίγυρος δε θα νιώσεις ποτέ ευτυχία, δε θα χαρείς όσα λεφτά, πτυχία, σπίτια και αν έχεις.

«Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό» δηλαδή; Άσε αυτό το έχει πληρώσει πολύς κόσμος κι εγώ μαζί.

Δε γίνεται να κλείσεις ένα συρτάρι, να το κλειδώσεις και να προλάβεις να έχεις και το κλειδί μέσα. Πρέπει να μάθουμε να αγαπιόμαστε, να αφηνόμαστε σε ό, τι μας λέει η καρδούλα μας.

Διάλεξες να μένεις εκτός πόλης. Ποια είναι η Θεσσαλονίκη που θυμάσαι εσύ;

Ήταν μια κούκλα που ασχήμαινε, για αυτό και εγώ την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια. Διάλεξα από το ’74 να μένω σε ένα μέρος, όπου δεν παίρνεις χαμπάρι ότι δίπλα σου είναι μια μεγάλη πόλη. Έχω τους μπαξέδες μου, το σκύλο μου και ζω, όπως διάλεξα.

Ήταν μια «προχωρημένη» απόφαση για τότε, δεν ήταν; Γιατί τώρα τα προάστια σφύζουν από ζωή και από μεζονέτες και τζιπάκια.

Είπαμε το life- style σε ένα πράγμα μόνο χρησιμεύει: σε κρατά μακριά από την αληθινή ζωή.

Η αγάπη σου για την πόλη, τη Θεσσαλονίκη όμως είναι δεδομένη. Πως και δεν έμπλεξες με τα κοινά; Γιατί υποθέτω ότι υπήρχαν προτάσεις.

Οι παλιοί λέγανε «πάρε γυναίκα με ωραία μάτια». Αν πάρεις γυναίκα με όμορφα μάτια, ότι και να γίνει το σώμα της, να χοντρύνει, να γίνει άσχημη μεγαλώνοντας τα μάτια της θα είναι πάντα εκεί όταν σε κοιτά. Η Θεσσαλονίκη έχει γίνει μια άσχημη, μια χοντροκώλα αλλά τι να κάνω; Εγώ την κοιτάζω ακόμη στα μάτια. Προτάσεις υπήρχαν αλλά δε με ενδιέφερε. Ασχολούμαι με τα κοινά αλλά με τον τρόπο μου, στο περιβάλλον μου. Αν ήταν λίγο πιο «εύκρατες» οι συνθήκες θα έκανα πάρα πολλά πράγματα εθελοντικά. Αλλά ήταν όλες οι πόρτες κλειστές. Μου λέγανε «αφήστε το στους ειδικούς». Ποιοι είναι αυτοί οι ειδικοί δηλαδή; Τους είδαμε τους ειδικούς. Το πώς γλυτώνουν το κάγκελο, το πώς ξεγλιστρούν είναι μεγάλη τέχνη…

Νομίζω ότι υπήρξες πάντα συνεπής στις αρχές σου και αυτό στα μάτια μου σε κάνει ροκ όσο λίγους. Υπάρχουν πράγματα για τα οποία έχεις μετανιώσει;

Μόνο για μικροπράγματα. Μόνο σε ζητήματα στρατηγικής έχω κάνει μικροελιγμούς, σε ζητήματα αρχών είμαι αμετακίνητος. Για αυτό κοιμάμαι ένα ολόκληρο οχτάωρο κάθε βράδυ ήσυχος.

Είμαστε μια χώρα που δεν καταφέραμε να αγκαλιάσουμε τους μετανάστες. Όχι ότι ισχύει κάτι πολύ διαφορετικό στα άλλα κράτη, αλλά φτάσαμε πλέον στην άλλη άκρη. Δε θα ξεχάσω εκείνη τη φορά που επιχείρησαν κάποιοι να αναφερθούν στις στατιστικές που αποδείκνυαν πως «για την εγκληματικότητα δεν ευθύνονται οι…Αλβανοί», όπως νομίζει συνήθως η έντρομη κυρία απέναντι και υπήρξαν πολιτικοί και δημοσιογράφοι που ισχυρίστηκαν πως και αυτό αποτελεί ρατσιστική προσέγγιση και για αυτό δε δόθηκε έκταση στο θέμα!

Εγώ δε βλέπω χρώματα ή θρησκείες. Κάποιοι ίσως είναι μπλεγμένοι σε ύποπτες δουλειές, αλλά και Έλληνες έχουμε τέτοιους κι είχαμε πάντα. Ίσα ίσα που οι περισσότεροι μετανάστες δουλεύουν από νύχτα σε νύχτα και πολλά παιδιά τους είναι φωστήρες. Μαλώνουν λέει στα σχολεία μας για το αν θα κρατήσει το Αλβανάκι που αρίστευσε τη σημαία. Είναι η σημαία του σχολείου και έχει κάθε δικαίωμα αυτό το παιδί να την κρατήσει!

Πιστεύεις ότι το διαδίκτυο έδωσε ελευθερία στους μουσικούς;

Μόνο για να κλέβουν μουσική. Αλλά έχει άλλα καλά το ίντερνετ και είναι φυσικό να έχουμε και παράπλευρες απώλειες.

Σε ενοχλεί για παράδειγμα αν κάποιοι κατεβάσουν ελεύθερα από το διαδίκτυο τη μουσική σου;

Με ενοχλεί η εντύπωση που έχει καλλιεργηθεί ότι η μουσική θα πρέπει να είναι τσάμπα, ενώ πληρώνεις για το φαγητό σου ή για τα ποτά σου. Από εκεί και πέρα το θέμα εναπόκειται στη συνείδηση του καθενός. Υπάρχει πλέον τρόπος να κατεβάσεις πληρώνοντας ελάχιστα ένα τραγούδι. Εγώ για παράδειγμα ότι προγράμματα έχω στον υπολογιστή μου είναι αγορασμένα. Θα μπορούσα πάρα πολύ εύκολα να πω σε ένα από τα νέα παιδιά, από τα τσακαλάκια να μου το κατεβάσει, να το «σπάσει» αλλά δε μου πάει η καρδιά.

Έστησες και site στο internet πάντως.

Το στήσαμε πιο πολύ για να ενημερώνεται ο κόσμος για τις συναυλίες μας αλλά δεν το συνεχίσαμε.

Σε απασχολεί η διανομή της μουσικής;

Πιστεύω ότι το ίντερνετ σκότωσε τη δισκογραφία. Έχω δει κόσμο να μένει χωρίς δουλειά, κόσμο που δούλευε σε μεγάλες δισκογραφικές που έκλεισαν. Ξέρω πως είναι τσιμπημένες οι τιμές των cd και αυτό είναι παλιό. Ήταν μια απάτη των εταιριών , από την οποία κέρδισαν λεφτά βραχυπρόθεσμα αλλά έβλαψε την ίδια τη δουλειά. Όταν πρωτοβγήκε το cd η μαγική λέξη ήταν «digital», ψηφιακό και ότι ψηφιακό ήταν και ακριβό, τελευταία λέξη της τεχνολογίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια κουτσουλιά πλαστικό. Μπροστά στο βινύλιο αυτή η κουτσουλιά δεν κόστιζε τίποτα. Πουλώντας λοιπόν τα cd πούλησαν παλιούς και νέους τίτλους πανάκριβα. Δεν τους ενόχλησε κανείς τότε, αλλά στην ουσία πριόνισαν το σπίτι τους. Ο Αλέκος Πατσιφάς της Lyra, θυμάμαι κάποτε, συνέκρινε τη δισκογραφία με ένα κουτί σοκολατάκια, όταν κάποιος του είπε πως «οι τιμές των δίσκων βινυλίου είχαν διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία». Τώρα η Lyra πουλήθηκε στο Γιαννίκο, που δεν είναι απλώς ένας επιχειρηματίας, είναι άνθρωπος της δισκογραφίας, ήταν στην Columbia του Λαμπρόπουλου και σέβεται τη δουλειά μας. Για αυτό και εγώ συνέχισα τη συνεργασία.

Από τη μια χαίρομαι για τις επανεκδόσεις δίσκων αλλά από την άλλη δε με βρίσκει σύμφωνη η αισθητική των νεότερων κυκλοφοριών και του τρόπου προώθησης.

Ίσως έχεις δίκιο αλλά από την άλλη δε μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι έτσι δεν κινδυνεύει να χαθεί το παλιό υλικό.

«Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα». Εσύ όταν νιώθεις ότι κινδυνεύεις τι κάνεις;

Και εγώ σε πολύ βασικά πράγματα τρέχω. Αυτήν την ταμπελίτσα που έχουμε εδώ τη ξήλωσα από ένα φυλάκιο στον Άγιο Κασσιανό στη Λευκωσία, ένα μέρος όπου πολλοί σκοτώθηκαν κοντά στην πράσινη γραμμή. Τη βρήκα εκεί όταν εκκενώθηκε το φυλάκιο και μπήκαν οι του ΟΗΕ. Είχα προσέξει ότι παρά το γεγονός ότι είχαν ασυρμάτους, τηλέφωνα και διάφορα μηχανήματα ο σκοπός για να ειδοποιήσει ότι κινδυνεύει είχαν ένα κλάξον ποδηλάτου, το οποίο έπρεπε να ενεργοποιήσει με το χέρι. Το επόμενη που είχες να κάνεις ήταν να φωνάξεις με το στόμα σου. Μου είχε κάνει λοιπόν εντύπωση πως σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση δεν χρησιμοποιούσαν άλλο τρόπο. Στα δύσκολα δηλαδή επιστρέφανε στα βασικά. Αυτό κάνω και εγώ. Γυρνάω στα πολύ βασικά, εκεί που πατάς γερά. Για να κάνεις ένα άλμα πρέπει να έχεις χώμα από κάτω, στην άμμο όσο και να σαλτάρεις την ενέργεια σου την τρώει η άμμος…

Φωτογραφίες: Μίλιτσα Κοσάνοβιτς

Η ΕΥΑ ΚΟΥΣΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι δημοσιογράφος, ασχολείται με την εναλλακτική τέχνη και παρουσιάζει την εκπομπή «Η ζωή Όπως μας Αρέσει!» στον 9,58 FM της ΕΡΤ3.

 

teslaplate-advertising1

Το life- style σε ένα πράγμα μόνο χρησιμεύει: σε κρατά μακριά από την αληθινή ζωή!

Τι πάει να πει «παγκοσμιοποίηση»; Αφήστε να ανθίσουν χίλια λουλούδια. Πάλι με φράσεις του Μάο θα τα πω…

Η Θεσσαλονίκη έχει γίνει μια άσχημη, μια χοντροκώλα αλλά τι να κάνω; Εγώ την κοιτάζω ακόμη στα μάτια.

Με ενοχλεί η εντύπωση που έχει καλλιεργηθεί ότι η μουσική θα πρέπει να είναι τσάμπα, ενώ πληρώνεις για το φαγητό σου ή για τα ποτά σου.

Μαλώνουν στα σχολεία μας για το αν θα κρατήσει το Αλβανάκι που αρίστευσε τη σημαία. Είναι η σημαία του σχολείου και έχει κάθε δικαίωμα αυτό το παιδί να την κρατήσει!

Πιστεύω ότι το ίντερνετ σκότωσε τη δισκογραφία.

Advertisements