ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ

Ο Αιρετικός Αυτοεξόριστος Δημιουργός Ξεφυλλίζει Ιδέες και Στίχους

Συνέντευξη στην Εύα Κουσιοπούλου
Τίποτα δε πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή
Το όνειρο σου ανασταίνω και το κάθε σου γιατί
Η ζωή γυναίκα μοιάζει, στο κορμί και στη ψυχή
Αν την λαχταράς, τη νοιάζει, σ’ αγαπάει και σε μισεί
Γλυκιά μα ανελέητη, γνωστή και ανεξερεύνητη,
Όταν την παίρνεις αγκαλιά γλυκά σου λέει πεθαίνω
Μα απ΄ τα φιλιά ανασταίνεται και σε κοιτάει σα ξένο
—————————————————
Όταν βλέπεις κάποιο μόνο
να’ χει συντροφιά τον πόνο
μην τον σταματάς.
Ίσως να’ χασε μια αγάπη,
να ΄φυγε μακριά κι εχάθη,
να τον συμπονάς.
Όταν βλέπεις κάποιο μόνο
να δολοφονεί το χρόνο,
στάσου στη γωνιά.
Ίσως να ’χει βρει το δρόμο,
να’ δε στη φθορά τον κόσμο
και γι ’αυτό πονά
Όταν βλέπεις κάποιο μόνο,
μπορεί να ’χει εχθρό τον πόνο,
να γελά βαθιά.
Μέσα στης ζωής το βύθος,
οι μονάχοι είναι πλήθος,
μέτρα τους σωστά.
Έλα πια στην αγκαλιά μου, μακρινέ και άγνωστε,
Είμαστε γνωστοί από πάντα, θα το νιώσεις άλλωστε…

Σε μια πρόσφατη συναυλία του Μανώλη Ρασούλη στη Θεσσαλονίκη ακούσαμε τραγούδια που χαρακτήρισαν μια ολόκληρη εποχή. Η ατμόσφαιρα της συναυλίας, η διαρκής αναζήτηση του πολυπράγμονα, ακούραστου Μανώλη Ρασούλη σε θέματα που αγγίζουν τα μυστήρια του σύμπαντος και της ανθρώπινης ύπαρξης και κυρίως οι απόψεις του, τις οποίες ποτέ δε φοβήθηκε να εκφράσει, ήταν το έναυσμα για την κουβέντα που ακολούθησε.

Τα ακούσματα στη συναυλία μου θύμισαν τους αστείους καυγάδες με τη μεγαλύτερη αδερφή μου, όταν έφερε στο σπίτι μια κασέτα με την «Εκδίκηση της Γυφτιάς», που έμελλε να γίνει μία από τις πιο χιλιοτραγουδισμένες και αγαπημένες, κατά γενική ομολογία, ελληνικές κυκλοφορίες. Πέντε-έξι χρονών εγώ τότε δε μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι τούτες τις μουσικές θα τις κουβαλούσα μέσα μου όσα χρόνια και αν περνούσαν –ακόμη και αν για χρόνια απαντούσα με σοβαρό ύφος «ροκ» στην ερώτηση των πιτσιρικάδων συμμαθητών «τι μουσική ακούς;»

Η δισκογραφία του Μανώλη Ρασούλη περιλαμβάνει –εκτός του κλασικού «Πότε Βούδας πότε Κούδας»– άπειρα άλλα αγαπημένα τραγούδια και συνεργασίες με τον Μάνο Λοίζο, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Νίκο Παπάζογλου, τον Νίκο Ξυδάκη, την Ελένη Βιτάλη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα, τον Αντρέα Μικρούτσικο, τον Πέτρο Βαγιόπουλο, τον Γιώργο Γαβαλά, τον Ορφέα Περίδη, τη Νένα Βενετσάνου, τον Σωκράτη Μάλαμα, τη Γλυκερία, την κόρη του Ναταλί και άλλους…

Τα ταξίδια του σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και οι συναντήσεις του με αξιοσημείωτους ανθρώπους, αλλά κυρίως η εσωτερική του ανάγκη για αλήθεια τον έκαναν να γράψει με το δικό του χαρακτηριστικό τρόπο βιβλία, να εκδώσει στη δεκαετία του 1980 το περιοδικό Το Αυγό, να εκφραστεί μέσα από άρθρα και ραδιοφωνικές εκπομπές και να έρθει σε σύγκρουση με τους εφησυχασμένους και όσους τρέμουν μήπως ανατραπεί η «τάξις των πραγμάτων».

Καταφεύγω πάλι σε στίχους του. Αυτή τη φορά είναι από το «Να’ μαστε πάλι εδώ Αντρέα» θέλοντας να περιγράψω τι σημαίνει τελικά «συνεπής στάση ζωής». Η διαφορετικότητα τρομάζει και οι στίχοι λένε «μια από τις σχέσεις, που δε ξέρεις, μου φώναξε ένα πρωινό κάνεις εσύ αυτό που θέλεις γι’ αυτό βαθιά και σε μισώ».

Σας έχουν χαρακτηρίσει ιδεολογικό τρομοκράτη. Στην ιστοσελίδα σας, ωστόσο, καταδικάζετε τη βία και ιδιαίτερα την ατομική βία.

Δε με έχουν πει μόνο ιδεολογικά τρομοκράτη, αλλά κυνηγήθηκα και ως αρχηγός της 17 Νοέμβρη! Μάλιστα, μέχρι να πιάσουν τους Γιωτοπουλαίους ήμουν υποψήφιος για σύλληψη. Βέβαια, γενικά χαρακτηρίζουν ιδεολογικό ή πνευματικό τρομοκράτη κάποιον που βγαίνει έξω από την πεπατημένη. Σε αυτή τη χώρα, όπου γεννήθηκαν η διαλεκτική, η αισθητική και η ηθική είναι μάλλον ύποπτο ότι φοβούνται έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει μία γνώμη, ο οποίος ερευνά. Το ίδιο συνέβη και με τον Καζαντζάκη, που ήθελε να ερευνήσει, να κατασταλάξει, να πρωτοπορήσει και έφερε τη χώρα πολύ μπροστά από τη θέση του ουραγού στο θέμα της ιδεολογίας, της επικοινωνίας. Καλά κονομήσανε όμως από τον Καζαντζάκη και γέμισε η χώρα χιλιάδες ταβέρνες Zorba´s και mouzaka και την περιβόητη greek salad.

Τι θεωρείτε ότι ήταν αυτό που τους «τρόμαξε» ;

Αυτοί που τρομοκρατούνται είναι ένοχοι. Είναι ένα σύνδρομο της εποχής, το οποίο θα έπρεπε να ερευνηθεί. Ως προς τι είμαι ύποπτος δηλαδή; Απλά απευθύνομαι στην κοινωνία και λέω ό,τι έχω να πω. Ζούμε οριακές εποχές για αυτό και εγώ δράττω κάθε ευκαιρία για να εκφραστώ. Έχω δώσει συνεντεύξεις, έχω γράψει εκατοντάδες άρθρα και βιβλία για να πω ακριβώς αυτό το πολύ απλό πράγμα: θα έπρεπε στην Ελλάδα να έχουμε τουλάχιστον τη γενναιότητα να ερευνούμε τα πεδία και τους τομείς, τους οποίους ερευνούν σήμερα και λαοί, που δεν έχουν την κληρονομιά μας. Οι Αμερικάνοι για παράδειγμα όταν θα φάνε και τη δεύτερη σφαλιάρα (μετά τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές) θα δείτε ότι μέχρι και τον Τσόμσκι θα αρχίσουν να πουλάνε, όπως πουλάνε οι Γάλλοι σήμερα τους σουρεαλιστές. Ή όπως πουλάμε εμείς ποιους; τους ρεμπέτες, τους οποίους στην εποχή τους, τους κυνηγούσανε.

Γιατί αν δε σε κυνηγάνε θα βρουν άλλους τρόπους, τρόπους διακοσμητικούς να σε ενσωματώνουν στο Σύστημα.

Εσείς δεν είστε μέσα στο Σύστημα;

Έτσι και αλλιώς είμαι μέσα στο Σύστημα, προσπαθώ όμως να δω πώς δουλεύει, έτσι ώστε να το βελτιώσουμε προς μία ανθρωποκεντρική κατεύθυνση. Ήθελα η χώρα μας να δουλέψει πάνω στα αποθησαυρίσματα μας, στη σπουδαία κληρονομιά των προγόνων μας και αυτό να «εξαγάγουμε» προς τα έξω. Βλέπετε όμως σήμερα ό,τι βγάζουμε προς τα έξω είναι οτιδήποτε χαζό, χυδαίο, φθηνό και λαϊκίστικο. Οτιδήποτε είναι αυθεντικό και χαριτωμένο μου αρέσει, δε με ενοχλεί. Δεν είμαι δηλαδή σκληροπυρηνικός! Είμαι φαν του Michael Jackson, του Michael Jordan, του George Michael γιατί αυτοί είναι αυθεντικοί δε μιμούνται κανέναν.

Θεωρείτε ότι κάποιοι θέλησαν να ελέγξουν τον πολιτισμό φιμώνοντας το ελληνικό τραγούδι; Έχετε κάνει λόγο «για την ύπαρξη παράγκας στο ελληνικό τραγούδι».

Το ελληνικό τραγούδι πάντα ήθελαν να το ελέγχουν, ειδικά το λαϊκό, γιατί αυτό πάει στις μάζες, το αγαπούν οι πολλοί. Η παράγκα για την οποία με ρωτάς είναι είτε είναι οι μυστικές υπηρεσίες, είτε οι κρατικοί φορείς, είτε οι βιομήχανοι που θέλουν να βάλουν τον κοσμάκη στη στρούγκα και να τον ελέγχουν καταναλωτικά και να του λένε «επιθυμείς αυτό και θα αγοράσεις τούτο». Εγώ τους κατάλαβα νωρίς, γιατί γίνανε μετατροπές και ανατροπές μετά τη δικτατορία και είδα βλέμματα απροσδιόριστα. Σε εκείνη την καφκική ατμόσφαιρα ανέλαβα την ευθύνη να υπερασπιστώ κάποιες αξίες, την κοινωνικότητα του τραγουδιού, την ελευθερία στην έκφραση.

Οι άλλοι, οι εφησυχασμένοι με φοβήθηκαν γιατί ήθελα να βγάλω την αλήθεια στον κόσμο. Ο καθένας έχει δικαίωμα στην αλήθεια, έχει δικαίωμα να καταλάβει γιατί ζει στον κόσμο που ζει.

Προσπαθήσατε δηλαδή να υπερασπιστείτε την τιμή του τραγουδιού;

Αυτό έκανα. Απευθύνθηκα στο ευρύ κοινό και τους αιφνιδίασα με δίσκους όπως «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς», με τα τραγούδια μας με το Λοΐζο. Είδαν ότι τους ξέφυγα και ότι είχα ένα ιδεολογικό λόγο. Τότε πρέπει να αναφέρουμε ήταν μπλεγμένο και το ΚΚΕ μέσα στη δισκογραφία: είχε το 35% στη ΜΙΝΟΣ ΜΑΤΣΑΣ και ΥΙΟΣ. Μετά ήρθε το ΠΑΣΟΚ στα πράγματα και όλοι μαζί ήθελαν να ελέγξουν το λαϊκό τραγούδι. Και εκεί υπήρξε η μεγάλη σύρραξη: οι Νταλαροπανταζιστές χρηματοδοτούνταν από τα Υπουργεία και τα σκυλάδικα ανακηρύχθηκαν «πολιτιστικά κέντρα». Από την άλλη εμείς κάναμε μια έντιμη δουλειά, εκφράσαμε τη συγκυρία. Τουλάχιστον προσπαθήσαμε. Η συγκυρία μας πλάθει όλους. Η μαμά μας είναι η συγκυρία.

Τι δηλώνετε πώς είστε: ποιητής, στιχουργός, τραγουδοποιός ή μουσικοσυνθέτης;

Τυπικά γράφω στιχουργός, αυτό είναι το επάγγελμα μου. Αυτό γράφω και από αυτό ζω. Γι’ αυτό το τιμώ. Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις. Ο Λευτέρης ο Παπαδόπουλος, ο οποίος έχει γράψει έξοχα τραγούδια θέλει να λέγεται ποιητής. Είναι άλλο όμως ο ποιητής και άλλο ο στιχουργός. Ο στίχος εμπεριέχει μία ποιητικότητα, αλλά ο ποιητής είναι ένα διαφορετικό πράγμα, βαρυσήμαντο, διαχρονικό. Η ποίηση έχει να κάνει με τις μεγάλες διαστάσεις της έρευνας και των οραμάτων, έχει μια άλλη δυναμική. Ενώ το τραγούδι και η θεματολογία του έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα, με τους ανθρώπους που ζουν, ερωτεύονται, που αγωνιούν.

Και όλος αυτός ο θόρυβος και η κοσμοσυρροή στα σκυλάδικα;

Κατά τη γνώμη μου το σκυλάδικο το εφηύρε ο Βοσκόπουλος. Το σκυλάδικο είναι ένα τραγούδι κενόδοξο, μιζανπλί. Ξαφνικά εκεί που ο Καζαντζίδης έλεγε κάτι σοβαρό, με ψυχή, βγήκε ο ζεν πρεμιέ από το κινηματογράφο σε μια νέα –ερότικ– ατμόσφαιρα και τραγούδησε με το μικρόφωνο ανάμεσα στις κυρίες. Ο κόσμος στράφηκε προς τα εκεί σοκάροντας τον Καζαντζίδη και αυτός τα μάζεψε και αποσύρθηκε. Ο Βοσκόπουλος ήταν και είναι καλό παιδί δε λέω, αλλά όλο αυτό με τα σκυλάδικα είναι μία μπαναλιτέ, χωρίς αισθητική. Βλέπετε πως κατέληξαν τα πράγματα.

Τελικά «άλλο η Ελλάδα κι άλλο οι έλληνες;»

Ο Τσαρούχης το είχε πει πολύ ωραία «σε αυτό το άθλιο ντεκόρ γίνεται μία άθλια παράσταση». Η πραγματικότητα των νεοελλήνων είναι απαράδεκτη. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει σε τι εποχή ζούμε. θα καταντήσουμε σε έναν βουγιουκλακισμό και σε μια κακομοιριά. Εκεί τείνει συνεχώς η Ελλάδα: στη μιζέρια και… από τις μίζες γίνανε όλοι μίζεροι. Διότι δε μπορούμε να λέμε ότι η Ελλάδα είναι δυνατή και οι ιθύνοντες το μόνο που κάνουν είναι να σκουπίζουν τα σκουπίδια κάτω από το χαλί. Έχουν γίνει ειδικοί στη δημιουργική λογιστική. Η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια δανειζόταν συνεχώς και δημιουργήθηκε ο Ευτύχης Δυστυχίδης. Ο Δυστυχίδης είναι ο μέσος πολίτης, ο οποίος πάει στα σκυλάδικα, πάει στο καζίνο και μετά γυρίζει μόνος του στο σπίτι και παίρνει πρόζακ ή βαράει το κεφάλι του στον τοίχο. Εγώ θέλω να συμπαρασταθώ σε αυτόν τον άνθρωπο, να του δείξω ότι μπορεί να κρατηθεί σε μια ισορροπία μεταξύ συναισθήματος και πραγματικότητας. Θέλω να του πω μην αφήνεις να σε πιέζουν όλοι αυτοί εκεί έξω.

Είχα την εντύπωση ότι βλέπατε με καλό μάτι το ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ απάλλαξε, λύτρωσε την ελληνική κοινωνία από διάφορα σύνδρομα και μετά μας έφερε στο δίλημμα «πεπσι κόλα ή κόκα κόλα – ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ». Εγώ είμαι υπέρ της σύγκλισης. Ντρέπομαι μια, σιχαίνομαι δύο, αυτοεξορίζομαι. Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος: είχαν κάνει έναν κλοιό θανάτου, με απειλούσαν, με λασπώσανε, έκαναν ακόμη και απόπειρα στραγγαλισμού.

Γιατί επιλέξατε να ζήσετε στην Ισπανία και συγκεκριμένα στη Βαρκελώνη;

Στη Βαρκελώνη αυτοεξορίστηκα γιατί εκεί βρίσκονταν η πρώτη αναρχική κυβέρνηση του κόσμου. Είναι μία πόλη μοντέλο η Βαρκελώνη. Ζήτησα βοήθεια από τους Καταλάνους για να περισώσω το τομάρι μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι εγώ είχα αγωνιστεί τόσα χρόνια για να καρπωθούν τους αγώνες μου τα βρωμόπαιδα της χούντας.

Που οφείλεται η κρίση που αντιμετωπίζει η Αριστερά τα τελευταία χρόνια;

Η Αριστερά του σήμερα είναι μια μούμια. Η Αριστερά ήταν πάντα ένα ηθικό και πολιτισμικό όραμα. Δεν ήταν ένα πολιτικό Πράκτικερ. Ο Στάλιν το κατάφερε αυτό με τους μηχανισμούς του. Ήταν μια ηττημένη επανάσταση, που έγινε στη Ρωσία, σε μια χώρα η οποία είχε τρομαχτικές αντιφάσεις, δεν έγινε π.χ. στη Βρετανία που ήταν μια ανεπτυγμένη χώρα. Στην ελληνική Αριστερά κάποιοι μεταχειρίστηκαν το πάθος των αριστερών, αυτών που αγωνίστηκαν. Δεν υπάρχει πια το πάθος.

Εγώ πάλι πίστευα εντελώς ρομαντικά, ότι στην Ελλάδα μπορούσε να γίνει η διεθνής έπαλξη, ότι θα γινόμαστε πιο συνετοί και ότι θα επιστρέφαμε στη φύση, διότι τώρα ζούμε κατά κάποιον τρόπο παρά φύσει.

Τι εννοείτε λέγοντας «παρά φύσει»;

Καταρχήν προσωπικά δεν είμαι ενάντια στην τεχνολογία, ενημερώνομαι για τις εξελίξεις, χρησιμοποιώ ηλεκτρονικό υπολογιστή, e-mail κτλ. Πιστεύω όμως ότι εμείς πρέπει να ελέγχουμε τις μηχανές και όχι εκείνες εμάς.

Πώς κρίνετε το ρόλο που διαδραματίζει η Ελληνική Εκκλησία στην πολιτικο-κοινωνική κατάσταση της χώρας;

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χριστόδουλος εκφράζει την ιδιομορφία της χώρας, ιδιοποιείται τον ελληνοκεντρισμό, δεν κάνει καμία υπέρβαση. Θέλεις να κάνεις την ανατροπή, την υπέρβαση στο χώρο της Εκκλησίας; Θα πρότεινα να δώσει έμφαση στην Ανάληψη του Χριστού και όχι στην Ανάσταση γιατί μόνο τότε, μόνο στην Ανάληψη ο Χριστός ταυτίζεται με το σύμπαν. θα μου πείτε εσύ ένας άθεος μπαίνεις στα χωράφια της εκκλησίας;

Ποια είναι η γνώμη σας για το συντηρητικό καθεστώς που κυβερνά τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής;

Θέλουν να ενισχύσουν τους πόλους, τα ακραία. Από τη μία ο Μπους και από την άλλη ο Μπιν Λάντεν, που εκφράζει, λέει, τον Θεό. Είναι ζήτημα χρόνου μέχρι να εκραγούν αυτά τα μπαλόνια –διότι περί μπαλονιών πρόκειται. Το αμερικάνικο μοντέλο θα συντριβεί. Είναι βέβαιο. Το θέμα είναι τι θα το αντικαταστήσει στο φαντασιακό του μέσου πολίτη της Δύσης.

Πώς επιλέξατε να μείνετε στη Θεσσαλονίκη;

Δε διάλεξα τη Θεσσαλονίκη. Εμένα με ξέβρασε η Αθήνα. Από την Αθήνα έφυγα γιατί με κυνηγούσανε. Εδώ υπήρχε ακόμα μια μποέμ ατμόσφαιρα. Ο κόσμος με κοιτούσε φιλικά. Αλλά κατεβαίνω ακόμη στην πρωτεύουσα για δουλειές, γιατί εδώ οι βορειοελλαδίτες οι επιχειρηματίες φαίνεται ότι δε αγαπούν τη Μακεδονία. Οι πολίτες διαβάζουν εφημερίδες αθηναϊκές, ακούν αθηναϊκά ραδιόφωνα, βλέπουν τα αθηναϊκά κανάλια. Μόνο η ΕΤ 3 κάπως αντιστέκεται, η πόλη όμως είναι ένα μεγάλο χωριό. Στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997 πίστευα μάταια ότι θα κάναμε ένα ντου και θα κάναμε την πόλη αυτοδύναμη.

Η Αθήνα όμως τη Θεσσαλονίκη την έχει σαν πρόχωμα προς τα Βαλκάνια. Ποτέ δε θα την αφήσει να αναπτυχθεί και να ξαναβρεί τον εαυτό της, τον πολυπολιτιστικό.

Αν και «η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά» μένετε δεκαπέντε χρόνια στη Θεσσαλονίκη

Μπορώ να ζήσω στη Θεσσαλονίκη και αυτό είναι το μήνυμα: αποκέντρωση. Τι κάνουν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι στριμωγμένοι σε μία πόλη, όταν όλη η χώρα έχει δέκα εκατομμύρια; Αυτό δεν έχει συμβεί πουθενά στον κόσμο. Είναι παρανοϊκό αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα. Η Αθήνα αρχίζει να αποκτηνώνεται. Τη Θεσσαλονίκη δεν την ήξερα, ο Γιάννης ο Αγγελάκας από τις Τρύπες μου είχε πει «έλα να δεις τι παίζει και εδώ». Μου ’χε πει για ένα μαγαζί το «Όνειρο». Έπαιξα και στο «Πλατώ» και μετά στη «Βάρδια». Ήρθα για να παίξω στο «Όνειρο» και ερωτεύτηκα. Ίσως και να ερωτεύτηκα για να μείνω εδώ.

«Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει», «όταν μια γυναίκα θέλει όλα τα μπορεί», «από τη γυναίκα ούτε ένα καλό δεν είδα, μα πίστεψε με είναι η μόνη μου ελπίδα» .Έχει τόση δύναμη ο έρωτας ή και τούτο το υπερασπίζονται μόνο οι τελευταίοι των ρομαντικών;

Ο έρωτας είναι τα σκαλοπάτια για να ανέβεις, το λέει και ο Osho. Ο έρωτας είναι ακατέργαστη ενέργεια που οφείλεις να τη χρησιμοποιήσεις για να γίνεις καλύτερος. Όποιος ερωτεύεται είναι τυχερός. Ήταν σπουδαίος δάσκαλος ο Οsho, ήταν ο πολικός μου αστέρας. Γνωρίζοντας τον προσπάθησα να θέσω το εγώ μου στην υπηρεσία της συνείδησης μου.

Τι νομίζετε θα έπρεπε να κάνουν σήμερα οι νεοέλληνες;

Νομίζω ότι πρέπει να ανακαλύψουν τη μεγάλη κληρονομιά που έχουν στα χέρια τους χωρίς όλη αυτήν την πρεμούρα ότι τάχα μου είναι Έλληνες και απόγονοι των αρχαίων σοφών και φιλοσόφων και αυτό αρκεί. Οι Έλληνες πρέπει να δουν τον εαυτό τους. Το τραγούδι αυτό ακριβώς κάνει. Τους απογυμνώνει. Ο Έλληνας είναι αγαπημένος, αλλά μόνο όταν μένει στα μέτρα και στα σταθμά τα πρέποντα. Ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Θεοδωράκης και τα τραγούδια τους ήταν ένας καθρέπτης μέσα στον οποίο καθρεπτίζονταν οι Έλληνες και έβλεπαν τον εαυτό τους. Τώρα βρήκαν κάποιοι τον καθρέπτη και τον έκαναν χίλια κομμάτια.

Υπάρχει τρόπος αντίδρασης;

Δεν πρέπει να αντιδρά κανείς. Πρέπει να δρα. Εγώ δεν αντιδρώ, δεν περιμένω δηλαδή να γίνει το κακό για να βγω στους δρόμους όπως αυτοί οι κακόμοιροι που μπαζώνουν τα ρεύματα και μετά βρέχει, πλημμυρίζουν τα σπίτια τους και βγαίνουν στα κανάλια και ωρύονται. Εγώ πασχίζω για μια νέα πλανητική συνείδηση και μια νέα προσέγγιση στο τρίπτυχο «ζειν – ευ ζειν – γνώθι σεαυτόν» και παρεμβαίνω όπου μπορώ εδώ, στο Ισραήλ, στην Τουρκία παντού.

Είστε γνωστός στην Τουρκία. Τα τραγούδια σας ακούγονται στο Ισραήλ, τη Σερβία, όπου υπάρχουν Έλληνες.

Στην Τουρκία είμαι πολύ γνωστός και πολλά από τα τραγούδια μου έχουν μεταφραστεί στα τούρκικα. Κάποτε πρότεινα σε μία τούρκικη τηλεοπτική εκπομπή να δημιουργηθεί ένα τόξο χωρών της Μεσογείου, έξω από το κέντρο της Ευρώπης, με χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τουρκία, οι οποίες θα βοηθούσαν η μία την άλλη. Την άλλη μέρα το έγραφαν όλες οι τουρκικές εφημερίδες, με έβλεπαν στα καφενεία και με χαιρετούσαν. Έχω παίξει παλαιότερα στην Τουρκία με τα πολυβόλα να με σημαδεύουν και εγώ τραγουδούσα «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ». Από την άλλη, οι Εβραίοι που έφυγαν από την Ελλάδα ήταν η μαγιά που έφερε την ελληνική κουλτούρα στο Ισραήλ. Ένας κουμπάρος του Καζαντζίδη άνοιξε μάλιστα στο Τελ Αβίβ ένα κέντρο, την Αρριάνα, όπου πήγαινε εκεί όλη η ελίτ του Ισραήλ. Αυτή η χώρα είναι μουσική αποικία της Ελλάδας. Δεν υπάρχει ελληνικό τραγούδι που να μη το ξέρουν απέξω.

Την κουλτούρα μας την αγαπήσανε διότι διέθετε το στοιχείο του οριεντάλ, της Ανατολής και συγχρόνως τους άνοιγε ένα παράθυρο στον κόσμο της Δύσης. Το μπουζούκι είναι το εθνικό τους όργανο, η πιο επιτυχημένη τηλεοπτική εκπομπή θυμίζει τις αντίστοιχες δικές μας με μία παρέα που μαζεύεται γύρω από ένα τραπέζι και τραγουδά. Δεν είναι μόνο τα τραγούδια μου γνωστά στο Ισραήλ. Και ο Νταλάρας έχει παίξει, η Αλεξίου και η Γλυκερία δίνουν συναυλίες που γίνονται sold out.

Στην Ελλάδα όμως υπάρχει ένας αντισημιτισμός διάχυτος και θέλω να το «σπάσω» αυτό. Έχω ακόμη σχέδια να κάνω παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή. Βαυκαλίζομαι ότι θα μπορέσω να δουλέψω και εγώ από τη μεριά μου για να βρεθεί μία λύση στο Μεσανατολικό.

Δε θεωρείτε ότι αυθαιρετήσατε στο βιβλίο σας Οι Εβραίοι είναι Έλληνες- Κρήτες;

Ίσως, αλλά πιστεύω ότι το εβραϊκό φαινόμενο προέρχεται από τη Μεσόγειο, την Ελλάδα και ειδικότερα από το Κρητικό μοντέλο, της κραταιάς Κρήτης πριν το 1450 π.Χ., πριν καταστραφεί από το έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης.

Όταν θα έχει δημοσιευτεί τούτη η κουβέντα θα έχει κυκλοφορήσει από την πολυθεματική σειρά «μικρός ΙΑΝΟΣ», του Ιανού το νέο σας βιβλίο με τίτλο Τι είδε ο Βουκεφάλας: 15 χρόνια Σαλονίκη, το οποίο το αφιερώνετε στο Γεχούδα Πόλικερ.

Ο Πόλικερ , τον οποίο σκοπεύω να παρουσιάσω στους Θεσσαλονικείς έχει μία εξαιρετική φωνή. Είναι απόγονος Εβραίων Θεσσαλονικέων, που έδιωξαν οι Γερμανοί στον πόλεμο και πήγαν στο Τελ Αβίβ. Ήρθε πριν 20 ημέρες περίπου ινκόγκνιτο στην πόλη και πήγε στο σπίτι των γονιών του, απέναντι από το γήπεδο του Άρη. Ξαναπήρε μάλιστα την ελληνική υπηκοότητα. Όσον αφορά τώρα το βιβλίο πρόκειται για μία έκδοση, στην οποία αναφέρομαι στη ζωή μου στη Θεσσαλονίκη, τη σχέση μου με το Μίκη Θεοδωράκη, το Διονύση Σαββόπουλο, τον αγώνα μου ενάντια στο κατεστημένο της Αθήνας κτλ.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο;

Από τον Ιανό θα κυκλοφορήσει και ένα ακόμη βιβλίο με όλα τα τραγούδια μου που έχουν κυκλοφορήσει σε δίσκους, συνεντεύξεις, άρθρα που έχω κατά καιρούς δημοσιεύσει σε εφημερίδες κ.ά.

Πόσα τραγούδια είναι περίπου;

Καμιά τρακοσαριά, Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν κάνω συναυλίες έρχονται και με βρίσκουν και μου λένε «Και αυτό δικό σου ήταν; Και το τάδε δικό σου είναι; Δε το ξέραμε. Εσύ είσαι αδικημένος!» και εγώ γελάω. Αυτό συμβαίνει διότι έχουν την τάση να ταυτίζουν το τραγούδι με τον ερμηνευτή. Αυτό ακριβώς ήταν η σύγκρουση μου με το Νταλάρα: δεν είναι τα τραγούδια του Νταλάρα, αυτός τα τραγούδησε. Πάρε για παράδειγμα το «Η ζωή μου όλη» ήταν ένα τραγούδι τόσο σπουδαίο, που όποιος και να το έλεγε θα έκανε επιτυχία. Το τραγούδησε όμως και ο Καζαντζίδης και του έδωσε ψυχή.

Οι συναυλίες σας πάντως είναι ένα γλέντι, μια γιορτή.

Ρ: Εγώ δημιούργησα μια ατμόσφαιρα. Ας χορέψουμε είπα για να κινηθεί το σώμα και να πάει το αίμα στην καρδιά, στον εγκέφαλο. Να χορέψουμε και να μπορέσουμε μετά να επικοινωνήσουμε στα ζωτικά θέματα, να ταρακουνηθούμε.

Η γενιά σας και οι λίγο μεταγενέστεροι από εσάς έγραφαν πολιτικά, ακόμη και όταν επρόκειτο για ερωτικά τραγούδια. Έγραφαν τραγούδια για να γλεντά ο κόσμος χωρίς να αγνοούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η κοινωνία. Γιατί τα τραγούδια που γράφονται σήμερα δεν καταφέρνουν να μας δημιουργήσουν την ίδια αίσθηση; Ο Σταμάτης Κραουνάκης αναφερόμενος πρόσφατα στα τραγούδια, τα οποία έγραψαν οι νέοι δημιουργοί που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, το οποίο πραγματοποιήθηκε ξανά τον Οκτώβριο μετά από οχτώ χρόνια, δήλωσε στηρίζοντας την αναβίωση του θεσμού ότι πρόκειται για «τα τραγούδια της γενιάς των πολυκατοικιών».

Ακούγοντας τα τραγούδια που προωθούν σήμερα από την τηλεόραση και τα ραδιόφωνα λέω πως είναι ένα τίποτα, είναι τραγούδια του θερμοκηπίου, σαν πλαστικά. Είναι σαν να μην ανασαίνει αυτή η κοινωνία. Όσο για το Φεστιβάλ, δεν είμαι κατά μιας τέτοιας διοργάνωσης. Αν με είχαν καλέσει θα συμμετείχα, το θέμα όμως δεν είναι να μπω εγώ σε κάποια επιτροπή. Το θέμα είναι να δημιουργηθεί μία αυθεντική ατμόσφαιρα, να λειτουργήσει σαν πρόκληση και μέσα από αυτήν να εκφραστούν και οι πιτσιρικάδες .Φοβάμαι ωστόσο, ότι οι πιτσιρικάδες δεν μπαίνουν στο στίβο για να αγωνισθούν. Μπαίνουν ως γιάπηδες, για να κάνουν καριέρα και αυτό είναι που με ενοχλεί. Μπαίνουν για να βρουν επάγγελμα. Για αυτό και εξαφανίζονται γρήγορα. Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω να δημιουργηθεί μία σκηνή, να βρεθεί ένα κίνητρο αληθινό.

Οι εταιρείες σήμερα σου λένε να γράψεις τραγούδια για το τάνγκα της δείνα και τα τσόκαρα της τάδε. Να βγάλεις λεφτά και να παίξεις στο καζίνο, να γίνουμε είδηση στα ιδιωτικά κανάλια.

Ποιος ασχολείται με αυτό που συμβαίνει αληθινά εκεί έξω; Ένα από τα θέματα τα οποία σας έχουν προβληματίσει έντονα είναι η ίδρυση του Εθνικού Μουσείου Λαϊκού Τραγουδιού.

Πρόσφατα το θέμα επανήλθε, έγινε μια ζύμωση για την ίδρυση του Μουσείου στο στούντιο της Columbia. O Πρόεδρος του Συνασπισμού Αλέκος Αλαβάνος έφερε το θέμα στη Βουλή προς συζήτηση. Είναι πολύ σημαντική υπόθεση η ίδρυση του Μουσείου. Ένας φίλος μου έφερε πρόσφατα ένα cd με λαϊκά τραγούδια ελληνικά από μουσικούς της Σουηδίας, του οποίου την παραγωγή την επιχορηγεί το κράτος.

Και εδώ στη χώρα μας η πολιτεία έχει αφήσει το ελληνικό τραγούδι στα χέρια ασύστολων ιδιωτών. Χάνεται το εθνικό μας προϊόν και η κληρονομιά μας. Οι εταιρείες μας έχουν κλειστές τις πόρτες και μας έχουν πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων.

Εσείς γιατί γράφετε τραγούδια;

Εγώ είμαι ένας τραγουδοποιός, ο οποίος γράφει λαϊκά τραγούδια. θέλω να είναι εύληπτα, βατά ώστε να τα τραγουδάει και ένας οξυγονοκολλητής στα ναυπηγεία και ένας καθηγητής Πανεπιστημίου.

Καλή αντάμωση κ.Ρασούλη!

Καλή αντάμωση!.

 

Δε με έχουν πει μόνο ιδεολογικά τρομοκράτη, αλλά κυνηγήθηκα και ως αρχηγός της 17 Νοέμβρη!

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει σε τι εποχή ζούμε. θα καταντήσουμε σε έναν βουγιουκλακισμό και σε μια κακομοιριά. Εκεί τείνει συνεχώς η Ελλάδα: στη μιζέρια και… από τις μίζες γίνανε όλοι μίζεροι!

Η Αριστερά του σήμερα είναι μια μούμια. Η Αριστερά ήταν πάντα ένα ηθικό και πολιτισμικό όραμα. Δεν ήταν ένα πολιτικό Πράκτικερ.

Δε διάλεξα τη Θεσσαλονίκη. Εμένα με ξέβρασε η Αθήνα. Από την Αθήνα έφυγα γιατί με κυνηγούσανε. Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε ακόμη μια μποέμ ατμόσφαιρα. Ο κόσμος με κοιτούσε φιλικά.

Όταν κάνω συναυλίες έρχονται και με βρίσκουν και μου λένε «Και αυτό δικό σου ήταν; Και το τάδε δικό σου είναι; Δε το ξέραμε. Εσύ είσαι αδικημένος!» και εγώ γελάω…

Advertisements