ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΩΝ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ

Τα Ατίθασα Παιδιά που Έφυγαν Νωρίς…

Παύλος Σιδηρόπουλος, Νικόλας Άσιμος, Κατερίνα Γώγου

Γράφει ο Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

Ο Ζαν Πολ Σαρτρ διαπίστωσε ότι «η κόλαση είναι οι άλλοι». Σε κάθε χώρα, σε κάθε πόλη, υπάρχουν γειτονιές που φιλοξενούν τους «κολασμένους της γης». Μαύροι άγγελοι που περιδιαβαίνουν στις γωνιές του κόσμου, μορφές που βλέπεις σπάνια, αλλά το αποτύπωμα τους μένει για πάντα. Στοιχειώνουν με την παρουσία τους το χώρο κι αν επέλεξαν να ζήσουν καταραμένα, ήταν γιατί το ήθελαν. Έτσι δημιουργούσαν, αντιστέκονταν και γέλαγαν με το θάνατο, απέναντι στο Θεό. Μια ιστορία για κάτι τύπους φλου. Για τον Ασιμο, το Σιδηρόπουλο, τη Γώγου που έζησαν και έκοψαν τα φτερά τους…

Παύλος Σιδηρόπουλος: Ο «Πρίγκιπας» που θα Γινόταν Βασιλιάς

Ποιος είπε ότι τα θαύματα τελείωσαν στην εποχή του Χριστού; Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν ένα απ’ αυτά που δε θα ήθελε να φτιάξει ο Υιός Του. Στο ερεβώδες τοπίο της ζωής του κατάφερε να λάμψει και ήταν πάντα όμορφος. Πολύ όμορφος. Σχεδόν θεϊκός, αλλά όχι τέτοιος. Ένας δαιμονισμένος άγγελος. Δεν έζησε αρκετά, όμως πρόλαβε να κάνει πολλά και να μην ξεχαστεί. Ένας πρίγκιπας που θα γινόταν βασιλιάς…

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής ροκ, ήταν δισέγγονος του Ζορμπά και της Έλλης Αλεξίου. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1948 στην Αθήνα και ως τα επτά του έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του είχε έρθει από τον Πόντο και κατέληξε στην Αθήνα όπου άνοιξε εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού για φωτογραφίες.

Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970 από τη Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές στο Μαθηματικό. Εκεί γνωρίζει τον Παντελή Δελληγιαννίδη (κιθαρίστα των Olympians) και φτιάχνουν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας». Κυκλοφορούν το «7» «Το ξέσπασμα/Ο κόσμος τους» και συμμετέχουν με δυο κομμάτια στο δίσκο «Ζωντανοί στο Κύτταρο».

Στο Κύτταρο γνωρίζονται και με τα «Μπουρμπούλια» που έπαιζαν Σαββόπουλο. Το ντουέτο ενσωματώνεται με τα «Μπουρμπούλια» και το νέο σχήμα (Σιδηρόπουλος φωνή, Δελληγιαννίδης κιθάρα, Τσιλογιάνης ντραμς, Ντάλας μπάσο) βγάζει το «Ο Ντάμης ο ληστής» λογοκριμένο σε «Ο Ντάμης ο σκληρός». Μαζί είναι από το 1972 έως το 1974.

Με αυτό το σχήμα ο Παύλος Σιδηρόπουλος άρχισε τα πρώτα του πειράματα για να παντρέψει το ροκ με την ελληνική μουσική. Ο Πάνος Ηλιόπουλος γράφει στο σημείωμα του δίσκου «Τα μπλουζ του πρίγκιπα»:
«…όμως αν γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω θα βρούμε τον Παύλο μαζί με τα «Μπουρμπούλια» να δουλεύουν πάνω σε ένα ροκ με εθνικά στοιχεία. Τζαμαρίσματα –με την πλήρη έννοια του όρου– που έπαιρναν την μορφή μιας πολύ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ. Ήταν τότε που ο Νίκος στα τύμπανα και ο Βασίλης στο μπάσο κράταγαν ένα τέμπο που όμοιό του δεν ακούστηκε ποτέ ξανά από Ελληνική μπάντα… Ήταν τότε που στην κιθάρα ήταν ο Παντελής… Ήταν τότε που η φωνή του Παύλου ροκάριζε πάνω στις μουσικές μνήμες της Θράκης, της Ηπείρου και της Σμύρνης… Ήταν τότε που ο Παύλος άρχιζε να φανερώνει όχι μόνο την αγάπη του για την ελληνική μουσική αλλά και την ΑΠΟΨΗ του. Μια άποψη σοβαρή που ποτέ δεν κατάφερε να παρουσιάσει – όπως αυτός οραματιζόταν – στο κοινό του».

Κάτω από δύσκολες συνθήκες (η χούντα τους χαρακτηρίζει επικίνδυνους και απόβλητους) το σχήμα διαλύεται και τα «Μπουρμπούλια» ακολουθούν το Διονύση Σαββόπουλο. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το Γιάννη Μαρκόπουλο, ως τραγουδιστής στα έργα «Οροπέδιο» και «Θεσσαλικός κύκλος», «Τολμηρή επικοινωνία» και «Ηλεκτρικός Θησέας».

Το 1976 μαζί με τους αδελφούς Σπυρόπουλους έφτιαξε το γκρουπ «Σπυριδούλα». Με αυτό το σχήμα δημιούργησε τον σημαντικότερο ίσως δίσκο στην ιστορία του ελληνικού ροκ, το «Φλου». Γι’ αυτή τη δουλειά δεν υπέγραψε συμβόλαιο αλλά ένα «χαρτί» που έγραφε ότι αποποιείται πάσης οικονομικής απαιτήσεως από τον δίσκο. Η «Σπυριδούλα» υπέγραψε συμβόλαιο εκτελεστού με ποσοστό 4%. Το σχήμα διαλύεται αφήνοντας πίσω του ένα ολοκληρωμένο ροκ ήχο και σειρά συναυλιών.

Εκείνη την περίοδο κάνει και την εμφάνιση του στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» όπου και ερμηνεύει τα τραγούδια του σάουντρακ. Τον ίδιο καιρό πρωταγωνιστεί και στο φιλμ «Αλδεβαράν» με συμπρωταγωνιστή τον Δημήτρη Πουλικάκο. Η ταινία προβάλλεται στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σαν ηθοποιός εμφανίστηκε και στο σήριαλ του Κώστα Φέρρη «Οικογένεια Ζαρντή» που προβλήθηκε στην ΕΡΤ 1.

Το 1980 ο Σιδηρόπουλος καταλήγει σε ένα σχήμα που με λίγες αλλαγές παίζει μαζί του μέχρι το τέλος, τους «Απροσάρμοστους». Μαζί ηχογραφούν μια σειρά σημαντικών άλμπουμ και με συνεχή παρουσία μέσω ζωντανών εμφανίσεων δημιουργούν τον μύθο ενός αληθινού ροκ συγκροτήματος στην Ελλάδα. Το 1982 κυκλοφορεί το «Εν λευκώ» με αρκετές αναφορές στην εμπειρία του με την ηρωίνη. Αντιμετωπίζει προβλήματα λογοκρισίας. Με τα τραγούδια «Η» και «Αντεργκράουντ με στρας» για προτροπή στη χρήση ναρκωτικών και η «Ύστατη στιγμή» για προσβολή δημοσίας αιδούς. Το 1985 κυκλοφορεί το «Zorba the freak» σε παραγωγή του Δημήτρη Πουλικάκου. Τέσσερα χρόνια αργότερα έρχεται το «Χωρίς μακιγιάζ» που είναι ένας δίσκος ηχογραφημένος ζωντανά στο «Μετρό». Τα τραγούδια αυτού του δίσκου το συγκρότημα τα έπαιζε τα προηγούμενα χρόνια στις ζωντανές του εμφανίσεις (κυρίως στο κλαμπ «Αν» στα Εξάρχεια μόνιμο στέκι των τελευταίων χρόνων). Το δίσκο αυτό χαρακτηρίζουν μπλουζ κομμάτια που πάνω στις στενές φόρμες ο Σιδηρόπουλος εκφράζεται με μοναδικό τρόπο.

Το Καλοκαίρι του 1990 ξαφνικά άρχισε να παραλύει το δεξί του χέρι. Οι γιατροί υπέθεταν πρόβλημα στα αγγεία, αλλά κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε. Αυτή η ιστορία τον έκανε ψυχολογικό ράκος. Το Φθινόπωρο το συγκρότημα άρχισε τις εμφανίσεις στο «Αν». Ο Σιδηρόπουλος εμφανίζεται με δεμένο χέρι.

Έχοντας νέα τραγούδια και μερικά παλιά ακυκλοφόρητα σε νέες ενορχηστρώσεις άρχισαν να ηχογραφούν το υλικό, ενώ συγχρόνως είχαν προγραμματίσει σειρά ζωντανών εμφανίσεων για το Δεκέμβριο. Το απόγευμα όμως της 6ης Δεκεμβρίου ο Παύλος Σιδηρόπουλος πεθαίνει από χρήση ηρωίνης στο πατρικό του σπίτι. Κηδεύεται στον Κόκκινο Μύλο.

Τον επόμενο χρόνο οι Απροσάρμοστοι κυκλοφορούν τον δίσκο «Αντέ και καλή τύχη μάγκες», όπου ορισμένα τραγούδια είχε προλάβει να τα ηχογραφήσει ο Π.Σ. και τα υπόλοιπα τα ερμήνευαν διάφοροι καλλιτέχνες.
Το 1992 κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Ο δίσκος αυτός περιέχει πειραματικές ηχογραφήσεις, που έγιναν από το 1979 ως το 1981. Ήταν ο καρπός των προσπαθειών που είχαν ξεκινήσει από το 1972. Εδώ ο Σιδηρόπουλος «παντρεύει» το μπλουζ με το ρεμπέτικο. Ο Πάνος Ηλιόπουλος γράφει στο σημείωμα του δίσκου: «Γύρω στο ’81 έχουν γραφτεί 13 τραγούδια που δημιουργήθηκαν στα Νέα Στύρα, τη Σαντορίνη και την Αθήνα. Γίνεται μια πρόχειρη ηχογράφηση με πιθανό σκοπό κάποια πιθανή συνεργασία με την Οπισθοδρομική Κομπανία («Ας την καρδιά σου να τα πει εδώ στην Κομπανία»). Αυτή η πρόχειρη ηχογράφηση γέννησε τον δίσκο «Τα μπλουζ του πρίγκιπα». Όμως ούτε αυτή η (πιθανή) συνεργασία γίνεται πραγματικότητα».

Όλες οι προσπάθειές του να ηχογραφήσει αυτό το υλικό (εν ζωή), απέβησαν λοιπόν, άκαρπες. Στις ζωντανές εμφανίσεις του τραγουδούσε τα «Σιγανά ποτάμια» και τους τελευταίους μήνες της ζωής του, μερικά ακόμα σε funk – rock ενορχηστρώσεις.

Το 1994 κυκλοφορεί ο διπλός δίσκος «Εν αρχή ην ο λόγος» με ζωντανές ηχογραφήσεις από το 1978 μέχρι το 1989, την απαγγελία ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μουσική» και απόσπασμα από μια συνέντευξή του στην Ε.Τ.2. Πολλά από τα τραγούδια του δίσκου εκδίδονται για πρώτη φορά.

 

Δισκογραφία Παύλου Σιδηρόπουλου

Το ξέσπασμα/O κόσμος τους (Zodiac) 1971

Ο Γερο-Μαθιός (Zodiac) 1971

Ο Ντάμης ο σκληρός/Aπογοήτευση (Zodiac) 1972

Φλου (ΕΜΙ) 1978

Εν λευκώ (ΕΜΙ) 1982

Zorba the freak (ΕΜΙ) 1985

Παύλος Σιδηρόπουλος (EMI) 1987

Χωρίς μακιγιάζ – Ζωντανή ηχογράφηση (MBI) 1989

Άντε και καλή τύχη μάγκες (ΕΜΙ) 1991

Τα μπλουζ του πρίγκηπα (MBI) 1992

Παύλος Σιδηρόπουλος (EMI) 1993

Εν αρχή ην ο λόγος (7η Διάσταση) 1994

O ασυμβίβαστος και πέντε σπάνια τραγούδια (Lyra) 1994

Ταξιδεύοντας (7η Διάσταση) 1996

Επιτυχίες (ΜΒΙ) 1997

Στιγμές (Δίφωνο) 1997

Day after Day 2001 (ΕΜΙ, EP με δύο ανέκδοτα τραγούδια)

Τα τραγούδια του Παύλου (EMI) 2002 (Συλλογή)

Συμμετοχές

Ζωντανοί στο κύτταρο (Με τα τραγούδια του «Απογοήτευση» και «Ο Γερο Μαθιός» 1971 Zodiac)

Θεσσαλικός κύκλος (Μαρκόπουλου) (EMI-COLUMBIA 1975)

Ανεξάρτητα (Μαρκόπουλου) (EMI 1975)

Οροπέδιο (Μαρκόπουλου) (EMI 1976)

Σε άλλη γη (Σταύρος Λογαρίδης) (1980)

Νοκ άουτ (Χατζηνάσιου) (Minos) (1986)

Τολμηρή επικοινωνία (Μαρκόπουλου) (CBS 1987)

Ηλεκτρικός Θησέας (Μαρκόπουλου) (CBS 1987)

H Συναυλία στο Ηρώδειο (Μαρκόπουλου) (PHILIPS 1990)

ΜαΘήματα πατριδογνωσίας (Διάφοροι) (Lyra 1991)

Η Φαντασία στην εξουσία (Ρομαντικοί παραβάτες) (7η Διάσταση)

Σε δύο δίσκους του Δημήτρη Πουλικάκου

Ροκ ιστορίες (ΕΜΙ)

Rocks beer (ΕΜΙ)

Θεσσαλικός κύκλος (ΜΙΝΟS)1974

Ανεξάρτητα (ΜΙΝΟS) 1975

Οροπέδιο (ΜΙΝΟS) 1976

Crazy love στου Ζωγράφου (ΜΙΝΟS) 1979

Νοκ άουτ (ΜΙΝΟS) 1986

Τολμηρή επικοινωνία (CBS) 1987

Ηλεκτρικός Θησέας (CBS) 1988

Η συναυλία στο Ηρώδειο (Philips) 1990

Μαθήματα πατριδογνωσίας (Lyra) 1991

Δημήτρης Πουλικάκος: «Οι Καλοί Πεθαίνουν Νέοι»

Ο Δημήτρης Πουλικάκος γνώρισε τον Παύλο Σιδηρόπουλο και μοιράστηκε μαζί μας κάποιες αναμνήσεις που τον αφορούσαν. Όπως αναφέρει: «Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 χρονολογείται η γνωριμία μας. Ήταν λίγο πιο μικρός από μένα. Αυτό που μου έκανε εντύπωση πάνω του ήταν η αθωότητα του. Αθωότητα από καλή άποψη. Καλός κι αγαθός (με την αρχαία έννοια). Αυτό ήταν καλό και κακό ιδιαίτερα με το χώρο με τον οποίο ασχολιόταν. Παραήταν αθώος. Ωστόσο μη ξεγελιέστε ότι δεν είχε αντοχές. Είχε, όπως και δύναμη και θάρρος. Το αν έκανε λάθος επιλογές δεν είναι δουλειά μου να το κρίνω. Μπορεί να πέθανε πρόωρα, αλλά οι καλοί πεθαίνουν νέοι. Σα μουσικός ξεχώριζε. Έγραφε καλά και ήταν ικανός δημιουργός και εκτελεστής. Επιπλέον η παρουσία του είχε μια ‘’αύρα’’. Εξ ου και το ‘’πρίγκιπας’’.

Σχετικά με τη συνεργασία μας δεν μπορώ να πω κάτι συγκεκριμένο. Είναι πράγματα που δεν περιγράφονται με λόγια. Όπως κι αν έχει συζητούσαμε και για πράγματα εκτός μουσικής. Προσωπικά βαριέμαι αφόρητα να μιλάω για δουλειές. Εξάλλου ήταν καλός συνομιλητής και έκανε καλή παρέα. Ήταν πολύ ευχάριστος στην παρέα του. Εντούτοις δεν έδινε ο ένας στον άλλο συμβουλές. Δεν πολυγουστάρω γενικά ανθρώπους που είναι εύκολοι στο να δίνουν συμβουλές. Φυσικά και άφησε τη μουσική του στον κόσμο, όπως και τη ζωή του εν τέλει. Τη ζωή που είχε επιλέξει.

Το στέκι του δεν μπορώ να πω ότι ήταν τα Εξάρχεια. Απλώς έτυχε να κάνει αρκετές εμφανίσεις σε μαγαζιά της περιοχής. Σίγουρα είχε κοινωνική συνείδηση, κάτι που φαίνεται στα τραγούδια του. Μίλαγε για πολιτικά και κοινωνικά θέματα μέσα απ’ αυτά. Έδωσε το στίγμα του στο μουσικό χώρο. Δεν ξέρω αν έφερε κάτι καινούργιο. Έτσι κι αλλιώς είναι ματαιοπονία (και ματαιόδοξο μπορεί να πει κανείς) το να προσπαθείς να παριστάνεις τον πρωτότυπο. Το θέμα είναι η ουσία. Ναι ήθελε να παίζει μουσική, αλλά δεν γνωρίζω αν ήταν μόνο αυτό. Είναι δύσκολο να ξέρεις τα εσώψυχα του άλλου. Ταλέντο είχε και το δούλευε το πράγμα με τον τρόπο του! Για την σπουδαιότητα του έργου του συνέβαλλαν τα ερεθίσματα που είχε τότε. Σήμερα πιστεύω ότι θα είχε περισσότερα, διότι τα πράγματα αγριεύουν.

Στο θέμα των ναρκωτικών δε θεωρώ ότι παρασύρθηκε, ήθελε και το έκανε. Δεν ήταν άβουλο παιδάκι. Ήξερε τι έκανε. Όταν αποφασίζεις να γίνεις γιατρός του εαυτού σου, ξέρεις τι κάνεις. Τα ναρκωτικά αφορούν γενικά τον άνθρωπο. Ουσίες ψυχότροπες χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους (κι από τα ζώα επίσης εξ άλλου) από αμνημονεύτων χρόνων. Είτε ως πνευματικά βοηθήματα για την ‘’επαφή’’ με το ‘’θείο’’, αλλά και για ποταπούς λόγους (καθαρά εμπορικούς σκοπούς, ανακρίσεις –ίδε CIA, KGB κ.λ.π). Ο κατάλογος είναι μακρύς. Είναι κάτι διαταξικό και διαχρονικό. Αναμφίβολα τον επηρέασαν οι ουσίες. Όχι πάντα για κακό. Έτσι κι αλλιώς το καλό και το κακό είναι πράγματα ρευστά. Είναι στο χαρακτήρα του καθενός. Δεν έχει σχέση αν χρησιμοποιείς κάποια ουσία. Δεν πρόκειται να γίνεις καλύτερος ή χειρότερος. Ίσως εντείνει αυτό που ήδη είσαι. Ο Παύλος ήταν αθώος στη ψυχή, δεν ήταν λαμόγιο. Δεν ήταν κατεργάρης. Ήταν ψυχούλα. Τέτοια άτομα σπανίζουν τη σήμερον ημέρα. Απλώς στις πονηρές και χαώδης μέρες μας θα πρέπει να μπορούν να χτίζουν τις κατάλληλες άμυνες. Γιατί τα λαμόγια και οι κακεντρεχείς την έχουν στημένη από παντού και δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει!!!

Ο Σιδηρόπουλος ήταν ευάλωτος, όπως και η κάθε ευαίσθητη ψύχη. Σ’ αυτό συμβάλλει και η αναγνωρισημότητα. Όσο πιο διάσημος, τόσο πιο τρωτός γίνεσαι. Αυτόματα γίνεσαι βορά στα θηρία. Στα ΜΜΕ και όχι μόνο. Δεν ήταν μόνος βέβαια. Είχε καλούς φίλους και θέλω να πιστεύω ότι ήμουν ένας απ’ αυτούς. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις, έστω κι έναν καλό φίλο. Φοβάμαι πως πάνω από το 90-95% των ανθρώπων, δεν έχει αυτόν τον έναν».

Νικόλας Άσιμος: Όσο Υπήρχε τους Φόβιζε

Ο Νικόλας Άσιμος έζησε σαν άσημος (αφανής), πέθανε μόνος και τώρα πια είναι αυτό που του αξίζει. (Δι)Ασιμος. Μπορεί και να μην το ήθελε, όμως δεν γίνεται να τον αγνοήσεις. Δεν ήταν σοβαροφανής, αλλά ένας σοβαρός που άφηνε τους άλλους να νομίζουν ότι είναι τρελός. Έβλεπε περίεργα τη ζωή και δεν λοξοκοίταξε καθόλου. Αυτή είναι η εικόνα μου για τον Άσιμο και οι λίγες λέξεις που ακολουθούν η βιογραφία του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1949. Οι γονείς του ήταν από την Κοζάνη. Έζησε εκεί μέχρι τα 18 του. Από μικρός ήταν ανήσυχος. Είχε μεγάλη περιέργεια και ήταν φιλομαθής. Σαν μαθητής του άρεσε να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και στο σχολείο ήταν από τους πρώτους μαθητές. Όπως αναφέρει και ο αδερφός του Δημήτρης Ασιμόπουλος, ήταν ζωηρός και αμφισβητούσε.

Στο δημοτικό κρατούσε τη σημαία. Είχε πολύ μεγάλη σιγουριά για τον εαυτό του. Οι καθηγητές του ήταν διχασμένοι. Έφηβος ασχολήθηκε με το σχολικό θέατρο, με τον αθλητισμό, με το ποδόσφαιρο. Έγραφε στίχους. Δημιουργούσε ποιήματα με αφορμές διάφορες. Οι καθηγητές του γνωμάτευσαν ότι είχε πρόωρη ωριμότητα. Πολλές εκδηλώσεις του σχολείου του και εκτός γίνονταν με πρωτοβουλίες του.

Τα σχολικά βιβλία του τα διάβαζε ολόκληρα και δεν τα ξαναδιάβαζε. Τελειώνει το λύκειο, τότε Πρακτικό-Κλασσικό. Ο Νικόλας τελείωσε το Πρακτικό, μα επέλεξε θεωρητικές επιστήμες. Φροντιστήριο δεν πήγε. Μαθαίνει τελευταία στιγμή τα λατινικά και μπαίνει στη φιλοσοφική Θεσσαλονίκης (1967). Ήθελε να πάει για δημοσιογραφία. Στέλνει κάποιο γραπτό σε εφημερίδα της πόλης χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος. Σαν φοιτητής καθιερώνει το Άσιμος σαν επίσημο, η ταυτότητα του μένει στην Ασφάλεια. Δεν την αναζητεί και αργότερα εκδίδει άλλη σαν Νικόλας Άσιμος.

Σαν φοιτητής θέλησε να ξαναδημιουργήσει το Φοιτητικό θέατρο με δική του αίθουσα στο πανεπιστήμιο. Ανέβασε 4-5 έργα. Αριστοφάνη, Μένανδρο, Μολιέρο. Τότε αγοράζει και την πρώτη του κιθάρα. Έπαιζε σε ταβέρνες με τις παρέες του. Ήταν αυτοδίδακτος. Στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε τρεις μπουάτ. Παράλληλα, ξεκινούν οι πρώτες εμφανίσεις στο αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου και μετά στο Apple. Ήρθε αντιμέτωπος με τη Χούντα γιατί δε δεχόταν λογοκρισία. Βρέθηκε στα κρατητήρια και χτυπήθηκε άγρια.

Το 1973 κατέβηκε στην Αθήνα για να βρει καλύτερη τύχη. Αρχικά ασχολείται με το θέατρο. Συμμετείχε στο έργο «Τσιρκολάνοι» του Γιώργη Χριστοφιλάκη που ανέβηκε στο θέατρο Στοά. Μετά απ’ αυτό αρχίζει η καλλιτεχνική του καριέρα. Συνεργάστηκε με πολλούς τραγουδιστές. Λήδα, Σπύρος, Ζωγράφος, Τζαβέλλας, Ζουγανέλης, Μπουλάς κ.α. Εμφανίζεται στην Πλάκα σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς, συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: 5η εποχή, 11η εντολή, Χνάρι, Μουσικό Θέατρο Φτώχειας, Σούσουρο. Το πρώτο αυθεντικό μουσικό καφενείο, συνεργατικός θίασος μουσικών. Η συνεργασία όμως χαλάει στο ξεκίνημα της λόγω του χαρακτήρα του. Ίδρυσε μόνος του πολλές μπουάτ. Με το σχήμα «Για ένα πολιτικό καφενείο» δίνει παραστάσεις στον πεζόδρομο της Μνησικλέους για να συμβάλλει έμπρακτα στην ανατροπή των καταπιεστών. Δημιούργησε την Exarchia Square Band και συμμετείχε σε συναυλίες. Τα τελευταία χρόνια ήταν κοντά με την Κατερίνα Γώγου.

Έγραφε πολλά τραγούδια που τα ηχογραφούσε σε κασέτες μόνος του (σε στούντιο φίλων). Η πρώτη του ήταν η παράνομη κασέτα Νο 000001 με το βαρέλι που για να βγει το σπάει (συνολικά κυκλοφόρησε οκτώ διαφορετικές). Τις διακινούσε ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβηττό, στις διάφορες συναυλίες. Γύρω στο 1983 ανοίγει μαγαζί στα Εξάρχεια, στην Καλλιδρομίου στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής. Το ονομάζει χώρο προετοιμασίας. Ήταν μαγαζί και σπίτι. Εκεί έγραφε, συνέθετε, πουλούσε βιβλία, κασέτες δικές του και πολλά άλλα.

Από την σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη γεννιέται το 1976 η κόρη του. Ήταν αντίθετος με τους θεσμούς της σημερινής κοινωνίας (γάμος, παιδεία, στρατό). Το 1974 εκδίδει με τη ΛΥΡΑ-ZODIAC τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών (Ρωμιός-Μηχανισμός). Το 1983 κυκλοφορεί δίσκο 33 στροφών με την ΜΙΝΟS (Ξαναπές το). Το 1980-81 γράφει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Αναζητώντας Κροκάνθρωπους».

Ενδιαφέρον έχει το στρατιωτικό του. Περίοδος 1978-79. Προσπαθεί να μην υπηρετήσει. Παίρνει απολυτήριο λόγω σχιζοειδούς ψυχώσεως. Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου.

Στις 24/10/1977 φυλακίζεται μαζί με άλλους εκδότες-συγγραφείς. Αιτία; Εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν σκοπιμότητα. Αποφυλακίζεται τον Δεκέμβριο του 1977. Νοσηλεύεται στο ΔΑΦΝΙ για λίγες ημέρες και το 1987 οδηγείται στις φυλακές του Κορυδαλλού με την κατηγορία του βιασμού γυναίκας. Από τότε αρχίζει ο ψυχολογικός κατήφορος. Βγαίνει με εγγύηση. Δεν μπορεί όμως να ξεπεράσει τον στιγματισμό. Μαζί με άλλα προβλήματα λυγίζει. Στις 17 Μαρτίου 1988 βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του.

Δισκογραφία Νικόλα Ασιμου

1974, Ρωμιός- Μηχανισμός, single.

1978, Παράνομη κασέτα Νο.000001 «Κασέτα με το βαρέλι που για να βγει το σπάει»

1979, «Τριπλή κασέτα μπελά με χωρίς ταμπέλα» που περιέχει:

Παράνομη κασέτα No.000002 «Είμαι παλιάνθρωπος»

Παράνομη κασέτα No.000003 «Γιατί φοράς κλουβί»

Παράνομη κασέτα No.000004 «Κλάστε ελευθέρως»

1982, Ο Ξαναπές. Συμμετέχουν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Χάρις Αλεξίου.

1986, «Τριπλή κασέτα» που περιέχει:

Παράνομη κασέτα No.000005 «Ο Σάλιαγκας»

Παράνομη κασέτα No.000006 «Η Ζαβολιά»

Παράνομη κασέτα No.000007 «Πάλι στην Ξεφτίλα»

1987, Παράνομη κασέτα No.000008 «Το Φανάρι του Διογένη»

1987, Συμμετοχή με 5 τραγούδια στο δίσκο «Χαιρετίσματα» του τραγουδιστή Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

1988, Συμμετοχή στο δίσκο «Ήχοι του Χειμώνα» με το τραγούδι «Πάλι στην ξεφτίλα».

1989, «Το Φανάρι του Διογένη». Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε μετά θάνατον και περιέχει κομμάτια από την Παράνομη κασέτα No.000008 με μερικές απουσίες λόγω παρέμβασης από την δισκογραφική εταιρία. Συμμετέχει η Σωτηρία Λεονάρδου.

1992, «Στο φαλημέντο του κόσμου». Μετά θάνατον. Περιέχει επιλογές από τις παράνομες κασέτες. Συμμετέχει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

1997, Το συγκρότημα Magic de Spell διασκευάζει το τραγούδι «Μπαταρία» του Νικόλα Άσιμου στο cd single τους «Ο Φόβος έχει όνομα».

1997, Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου διασκευάζει 5 τραγούδια του Νικόλα Άσιμου στο δίσκο «Πες μου ένα ψέμα ν’ αποκοιμηθώ».

2000, Το συγκρότημα Ενδελέχεια διασκευάζει το τραγούδι «Μπαγάσας» του Νικόλα Άσιμου στο Cd single τους «Καθρέφτης».

2002, Συλλογή (2 Cd) ονομαζόμενη «Βιομηχανία του πεζοδρομίου» με επιλογές από τις παράνομες κασέτες του Νικόλα Άσιμου.

Κατερίνα Γώγου: Ένα Ευαίσθητο Αγρίμι

Η εικόνα της έχει ξεθωριάσει. Δε θέλω να τη βλέπω στις ταινίες που προβάλλει η τηλεόραση. Τουλάχιστον όχι σε αυτές με τη Βουγιουκλάκη, τον Κωνσταντάρα και τους άλλους πρωταγωνιστές του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Εκεί η Κατερίνα Γώγου είναι ψεύτικη, είναι αυτό που οι άλλοι ήθελαν να είναι. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μάθε τι επιθυμούσε η ίδια. Ίσως να μην άφηνε κι αυτή περιθώρια. Μόνο εκεί μπορούσες να τη βρεις και να δεις ότι από κει έριχνε φως στη σκηνή του κόσμου.

Οι πληροφορίες γι’ αυτή είναι λίγες. Τα λόγια δεν είναι πολλά. Οι εικόνες, όχι αυτές στο πανί, οι εκτός πρόβας και κάμερας, ελάχιστες. Κι όμως. Αν τη συνάντησες μια φορά, αν τη διάβασες μια φορά, κατάλαβες ότι προσπάθησε να ξεπεράσει το φτιαγμένο Εγώ της. Έψαχνε το δικό της και προσπαθούσε να μιλήσει σε όσους ήταν γύρω της. Θα αναφερθούμε στον κινηματογράφο και τη μουσική, αλλά η Γώγου βρίσκεται στην ποίηση της.

Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Από πολύ μικρή, ως παιδί θαύμα, δούλεψε σε παιδικούς θιάσους και στη συνέχεια επαγγελματικά σαν ηθοποιός στον κινηματογράφο και το θέατρο. Συμμετείχε σε πολλές ταινίες («Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» 1959, «Άπονη ζωή» 1964, «Δεσποινίς Διευθυντής» 1964, «Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα» 1965, «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση» 1971 κ.α), ενώ στο θέατρο έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι τραγωδία (θίασος Κουν). Πήρε και βραβεία (όχι πως τους έδωσε σημασία) όπως για το φιλμ «Το βαρύ πεπόνι» που κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Για την «Οστρια» πήρε το ίδιο και μοιράστηκε αυτό του σεναρίου με τον Α. Θωμόπουλο. Πρωταγωνίστησε και στην «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου.

Το μικροκαμωμένο κορίτσι δε γέμιζε όσο θα μπορούσε το πανί και ξέσπαγε στο χαρτί. Ενας παράξενος καθρέφτης στον οποίο έβλεπε τον εαυτό της και άφηνε και τους άλλους να τη δουν. Ο υπογράφων προσπάθησε να προσεγγίσει το ποιητικό της έργο. Το κείμενο (με τίτλο «Ένα ευαίσθητο αγρίμι») που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 145 του λογοτεχνικού περιοδικού «Οδός Πανός».

Ένα ευαίσθητο αγρίμι

Η Κίρκη ό,τι πόνεσα κι αγάπησα/τα’ κανε όλα, τίποτα όρθιο, γουρούνια/Δε ζητάω τίποτα/ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΤΟΣΟ ΚΑΙ ΟΛΟΙ («Μένουν αιώνες έτσι» Με λένε Οδύσσεια). Αυτή μπορεί να είναι η πλευρά που υπερίσχυσε, δεν «έσβησε» όμως κάθε σημάδι αισιοδοξίας. Όταν το μυαλό της πάει πίσω στο παρελθόν, η ελπίδα είναι ζωντανή. Άλλοτε χάνεται κι άλλοτε όχι. Θέλει ένα κόσμο ανατρεπτικό, ηθικότερο, καλύτερο. Απλά αυτό είναι κρυμμένο βαθιά και πρέπει να ψάξει για να το φέρει στην επιφάνεια. Εκεί που είναι πεσμένη και ετοιμάζεται να παραδοθεί ολοκληρωτικά, στέκεται όρθια.

μ’ αίματα ποιήματα μυαλά

και με στριγγλιές

ένας μακρύς μακρύς άσπρος επίδεσμος σημάδι μου της εμμονής

Σ’ όλης της γης τα γκέτο («4» Ιδιώνυμο).

Αγωνίζεται (αν και είναι μόνη της, ελάχιστοι την ακολουθούν) γράφοντας. Σ’ ένα από τα πεζά της αποκαλύπτει ότι Θεός γι’ αυτήν είναι η αλήθεια. Οι λέξεις όμως οδηγούν εκεί γι’ αυτό και

Κάθομαι και γράφω

όπως οι οριστικά τρελοί («1» Το ξύλινο παλτό). Θυμάται το Μάη του 68’ και μόνο η αναφορά σ’ αυτόν, έστω και φευγαλέα («10» Ιδιώνυμο) δείχνει ότι το έρεβος δεν την έχει σκεπάσει ολοκληρωτικά. Γι’ αυτό και το «άσπρο» το χρώμα γενικά, υπάρχει κι άλλου, όταν

Εχω νοικιάσει ένα κάτασπρο Ολτσμομπιλ καμπριολέ

Αυτοκίνητο. Με μπλε και ροζ ρίγες («His Masters Voice» Με λένε Οδύσσεια).

Η αναφορά σ’ αυτή την πλευρά της Γώγου δεν είναι τυχαία. Ίσως είναι και το «κλειδί» για να την κατανοήσουμε. Όταν τη ρωτάει ένας φίλος που δεν ήξερε «Τι κάνεις Κατερίνα;» αυτή του απαντά «Ακούω» («Χαρά είναι μάνα, δε βλέπεις, χαρά…» Με λένε Οδύσσεια). Κάτι περίμενε, σε κάτι ήλπιζε, σε κάτι πίστευε. Το «ακούω» είναι η αγωνία της αλλά και η πίκρα της γιατί τελικά δεν «άκουσε» αυτό που ήθελε. Γι’ αυτό και φωνάζει, άλλοτε ψιθυρίζει αυτά που την απογοήτευσαν και την έκαναν να αλλάξει, να αφήσει την πολυχρωμία και να επιλέξει το μαύρο και το κόκκινο. Δεν εγκαταλείπει όμως έτσι. Προσπαθεί να πιαστεί ακόμη και από το Θεό, αν και δεν είχε καμία συμπάθεια για τις θρησκείες. Του κάνει πρόταση προσφέροντας Του τη ζωή της που είναι κατάμαυρο ρόδο για να της δοθεί η Χάρις να αγωνιστεί, να παλέψει, να υπερασπιστεί τους κάθε λογής αδικημένους και περιθωριοποιημένους. Να ξυπνήσει τους ένοικους της γης. Δεν τα καταφέρνει όμως αφού

Αργά μεθοδικά

μας αλλοιώνουνε («1» Ιδιώνυμο). Όντως κάτι άλλαζε, αλλά όχι εκεί που θα ήθελε. Δεν είχε και βοήθεια. Που να πιστέψει; Οι ιδεολογίες είχαν εκπέσει στα μάτια της και η καταστολή θέριευε και στόχος ήταν το μυαλό

κόβουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές

την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα («ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ» Το ξύλινο παλτό). Όταν λοιπόν χάνει το μυαλό της, τους (συν)ανθρώπους της, τότε βρίσκεται σε αδιέξοδο. Μένει μόνη της και βυθίζεται στις ουσίες (αλκοόλ, ναρκωτικά) και στην τρέλα της. Τρέλα που δεν την απέφευγε. Με ένα δικό της τρόπο της έκανε καλό. Καταλάβαινε ότι οι πραγματικοί τρελοί είναι έξω από τρελοκομείο. Αυτοί οι τρελοί όμως ήταν οι φτωχοί, οι άστεγοι, οι πεινασμένοι. Γι’ αυτήν η θεραπεία ήταν η απρόβλεπτη αντίδραση, η μολότοφ. Δεν μπορούσε όμως πάντα να ελέγχει την τρέλα της και προσπαθούσε να φύγει. Να λυτρωθεί. Έτσι, φλέρταρε με την αυτοκτονία. Ηθελημένα. Όταν αποτύγχανε ένιωθε δυστυχισμένη. Απευθυνόταν στην μητέρα της λέγοντας

Γιατί έζησα πάλι;

Μανούλα… («Πάμε, μάνα…» Με λένε Οδύσσεια). Έψαχνε το θάνατο γιατί ήταν δυστυχισμένη, απογοητευμένη. Μπορεί να μην ήταν για κάποιους η λύση, αλλά είχε δικαιολογία, υπήρχε νόημα. Η πορεία της ζωής της την είχε κάνει να ζει ανάμεσα στους πεθαμένους ανθρώπους. Ζωντανοί νεκροί που τους έβλεπε κάθε μέρα. Γιατί, τι άλλο ήταν οι πουτάνες; Οι εξαρτημένοι από τα ναρκωτικά; Οι μετανάστες; Οι παρίες που όλοι κακοποιούσαν καθημερινά. Σε ποίημα της δεν τους ξεχνά και υπενθυμίζει την κακομεταχείριση από τους «ανώτερους» λευκούς. Μιλά ειρωνικά για να περάσει το μήνυμα του αντιρατσισμού.

Ευτυχώς σ’ αυτές τις δικές τους απομακρυσμένες περιοχές

κόψαμε το νερό…./Θα πρέπει να λάβουμε μέτρα/πόσο καιρό έχουμε να κάνουμε ένα πόλεμο μια επιστράτευση («10» Το ξύλινο παλτό).

Από το κάδρο της ποιητικής ζωής της λείπει ο πατέρας της. Η ξεχωριστή αναφορά σ’ αυτόν έχει τη σημασία της. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα που απέκτησε όταν άρχισε να γράφει. Στην ουσία είναι ο πρώτος εχθρός που αντιμετωπίζει μια και η συμπεριφορά του απέναντι της δεν ήταν καλή. Όπως αναφέρει τον ψάχνει στο καφενείο, στου Μακρυγιάννη, που έπαιζε πρέφα, να του θυμίσει να τη δείρει. Ήταν αυτό που μισούσε στην ενήλικη ποιητική της πορεία και γενικά στη ζωή της. Ένας βολεμένος αστός (διευθυντής στο υπουργείο Γεωργίας) που δε συμπαθούσε τους κομμουνιστές και τη φόβιζε. Δεν την αγάπησε και της «γέννησε» το μίσος που αναγκαστικά έμαθε να χειρίζεται. Προσπάθησε να τον βρει, αλλά πάντα την απομάκρυνε. Την έμαθε τι σημαίνει ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Ο τρόμος, η καταστολή, η απέχθεια για κάθε είδος εξουσία ήταν εν μέρει δημιούργημα του πατέρα της. Την είχε μάθει από έξι, εφτά χρόνων, να στέκεται προσοχή, να δέχεται διαταγές και τίποτα άλλο. Ούτε αγάπη, ούτε συμπαράσταση. Αυτή δεν ήταν σε θέση να του δώσει συγχώρεση, όμως τον αγαπούσε πολύ. («Πατέρα, πες μια κουβέντα, μίλα μου» Με λένε Οδύσσεια).

Αυτή ήταν η Γώγου. Αυτή ήταν η ποίηση της. Έγραψε για τη δική της Οδύσσεια. Γιατί τι άλλο ήταν η ζωή της; Από τη στιγμή που γεννήθηκε έψαχνε μια Ιθάκη να ακουμπήσει. Οι αντιστάσεις της δε τη βοήθησαν να αντέξει στους δαίμονες και τις Σειρήνες. Γι’ αυτό λυπάται και τον εαυτό της που ηττήθηκε. Αυτό που την πόνεσε πιο πολύ ήταν ότι η μάχη που έδωσε δεν είχε πολλούς συμπολεμιστές. Έμεινε μόνη κι έτσι πώς να κερδίσει; Γιατί να χαρεί; Η αυτοκτονία της με χάπια τον Οκτώβριο του 1993 μπορεί να φαντάζει σαν πράξη μικρόψυχη, δεν είναι όμως έτσι. Ήταν η ύστατη προσπάθεια να ακουστεί. Να πει «είμαι εδώ. Ακούστε με». Τι κι αν το τίμημα ήταν η ίδια της η ζωή; Ήθελε να αλλάξει την κοινωνία. Δεν της άρεσε. Η ανατροπή ήταν γι’ αυτή η λύση. Στην ουσία είναι πράξη αυταπάρνησης. Αυτοθυσιάζεται για να την προσέξει έστω κι ένας. Δεν τη νοιάζει αν την κατακρίνουν γι’ αυτό που έκανε. Δεν είχε να χάσει τίποτα και το αναφέρει.

Οποίος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα.

Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.

«…τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε…» (στο τέλος του Με λένε οδύσσεια).

Κάνει το χρέος της και προειδοποιεί αυτούς που νομίζουν ότι έχουν κάτι (λίγα λεφτά, ένα αυτοκίνητο, δήθεν φιλίες) και μένουν καθηλωμένοι, αποχαυνωμένοι, απαθείς, υποταγμένοι. Κάθε λέξη που χρησιμοποιεί στα ποιήματα της, είναι σαν να κρατά μαστίγιο και να στοχεύει στις συνειδήσεις των άλλων αλλά και στη δικής της. Κάθε στίχος και μια τιμωρία, μια απορία, ένα δάκρυ, μια διαμαρτυρία, μια ελπίδα (που δεν άνθισε). Το ποιήματα της βγάζουν ένταση, πάθος, μελαγχολία, «στάζουν αίμα», σε ταξιδεύουν, σου «μιλάνε» στη συνείδηση και στη ψυχή που είναι και η «δεύτερη» καρδιά μας. Σκοπός είναι να μη σταματήσει. Αυτός είναι ο σκοπός της.

Κυριακός Σφέτσας: «Η Κατερίνα Έπαιζε Συνεχώς με τη Φωτιά»

Ο Κυριακός Σφέτσας έχει μακρά πορεία στο χώρο της μουσικής. Είναι από τους ανθρώπους που είχαν την τύχη να γνωρίσουν την Κατερίνα Γώγου. Το κείμενο που ακολουθεί είναι οι αναμνήσεις του από τη συνεργασία μαζί της. Τον ευχαριστούμε θερμά.

«Γνώρισα την Κατερίνα Γώγου το καλοκαίρι του 1980 όταν κλήθηκα από τον Παύλο Τάσιο αλλά κι εκείνη να γράψω τη μουσική για την ταινία «Παραγγελιά».

Πριν από μένα είχαν απευθυνθεί σε αρκετούς ομοτέχνους μου «αλλά το πράγμα κάπου στράβωνε» όπως χαρακτηριστικά μου είπαν.

Δεν μπορώ να εξηγήσω ακόμη και σήμερα γιατί η Κατερίνα μου έδειξε κατευθείαν την εμπιστοσύνη της αφού ύστερα από κάνα δύο συναντήσεις των τριών μας, κι αφού διάβασα το σενάριο και τα ποιήματά της έφυγα στη Λευκάδα για διακοπές όπως είχα προγραμματίσει. Λέγοντάς τους μάλιστα με ύφος λιγάκι σνομπ ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου θα βρίσκομαι πίσω με γραμμένη τη μουσική.

Πράγματι, στις αρχές Σεπτεμβρίου μπήκαμε στο στούντιο Action του Γιάννη Τριφύλλη κάπου στην περιοχή της Μιχαήλ Βόδα, αν θυμάμαι καλά.

Εκεί, πιστεύω, ότι η ψυχή και η καρδιά της Κατερίνας άρχισαν να παραληρούν αλλά και να ημερεύουν. Μέχρι τότε, είχε πάρει όλο το βάρος της επιτυχίας ή της αποτυχίας πάνω της, ρισκάροντας τα πάντα ως προς την επιλογή της στο πρόσωπό μου. Καταλαβαίνετε το γιατί: η ταινία έπρεπε να παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης στα τέλη Σεπτέμβρη…

Όταν λοιπόν γράφτηκε η ηχητική μπάντα έπρεπε να μοντάρουμε, με την Κατερίνα ως ερμηνεύτρια (απαγγελία) τα ποιήματά της. Φυσικά και ήταν η πρώτη φορά που έπραττε κάτι τέτοιο, φυσικά και δεν είχε τις απαιτούμενες μουσικές γνώσεις για να προσαρμόζει τα λόγια της (στίχους) πάνω σε δεδομένη μουσική δηλ. όχι τυχάρπαστα αλλά μέσα σε συγκεκριμένα μουσικά μέτρα ή περιόδους. Και οι απαιτήσεις μου δεν ήταν μόνο να «πέφτει σωστά» με τη μουσική αλλά να έχουμε μια υψηλής στάθμης, ύφους και ήθους ερμηνεία και απόδοση του ποιητικού κειμένου. Υπάρχουν στιγμές που υπήρξε απερίφραστα συγκλονιστική και μάλιστα υπό το βάρος των καταστάσεων: εννοώ θέμα χρόνου, χαμηλού προϋπολογισμού, τεχνικών συνθηκών κ.ά.

Εκεί, σ’ αυτές τις ηχογραφήσεις ανακάλυψα το απροσπέλαστο βάθος της ψυχής της. Εκεί γνώρισα το πληγωμένο κομμάτι του εαυτού της. Εκεί είδα την γενναιοδωρία της καρδιάς της αλλά και το πηγαίο, αφτιασίδωτο ταλέντο της. Είχε κι αυτή την ατυχία να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να ζήσει στη χώρα της μιζέριας που ήταν τότε και που είναι σήμερα (τρις χειρότερα) η «νέα» Ελλάδα, χωρίς καμιά ελπίδα σωτηρίας.

Είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως αν είχε την τύχη να δράσει ως ποιήτρια σε κάποια χώρα της Δύσης, σήμερα θα ήταν μια μεγάλου βεληνεκούς παγκόσμια δημιουργός. Και πως άραγε θα μπορούσε η πνευματική υποστάθμη της χώρας μας να συνδράμει ή να βοηθήσει μια τέτοια προσωπικότητα ώστε να «εκραγεί»; Θα μου πείτε ότι η έκρηξη επήλθε με την καταστροφή της από το σύστημα…

Προσωπικότητες σαν της Κατερίνας απαιτούν πολύ γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθούν. Δεν αρκεί η «Πατησίων» που την καταπλάκωνε κάθε μέρα του βίου της.

……………………………………………………………………………………………

Η επιτυχία της «Παραγγελιάς», (σάρωσε κυριολεκτικά σχεδόν όλα τα βραβεία και αυτό της μουσικής), ήρθε να τονώσει την συνεργασία μας με την Κατερίνα και φυσικά με τον Π. Τάσιο. Έτσι, στις αρχές του 1981 κυκλοφόρησε ο δίσκος μας «ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ» που περιείχε τα μουσικά μέρη της «Παραγγελιάς» με επιπλέον κάποια νέα κομμάτια σε άλλα ποιήματα από τις συλλογές της που έγραψα στα τέλη του ’80 για να συμπληρωθεί μια ικανοποιητική διάρκεια του LP.

Είναι αλήθεια πως κάναμε όνειρα τα οποία όμως, παρά την επιτυχία του δίσκου, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ! Κάναμε όμως μια νέα μουσική πρόταση, ίσως μάλιστα πολύ «νέα» και ανατρεπτική για την εποχή που ενόχλησε πολλούς ατάλαντους! Και που δεν πιστεύω ότι έχει ξεπεραστεί ή ότι και σήμερα έχει γίνει αντιληπτή… κι ας με πουν εγωιστή. Κάποιοι πάντως νεώτεροι και ενημερωμένοι μίλησαν για «cult» δίσκο.

Ίσως αυτό να ήταν η αρχή και το τέλος…

Εκείνη όμως υπήρξε επί μακρόν, θέλω να πιστεύω ευτυχισμένη, που κάποιος «ξένος» από τον δικό της κόσμο την εμπιστεύτηκε με τη σειρά του, κι «έντυσε» με μουσική τα ποιήματά της αναγνωρίζοντας την αξία τους. Γιατί πρέπει να πω πως τότε, πολλοί ήταν εκείνοι οι ξενέρωτοι από το χώρο της «δόκιμης» ποίησης, κριτικοί, ποιητές, αναγνώστες, συνάδελφοί της κ.ά. που είχαν σαστίσει με την επιτυχία των ποιητικών συλλογών της κι έβγαζαν μικροψυχία και κακίες. Δεν είχαν χώρο φαίνεται στις καρδιές τους ώστε να χαρούν που ένα κορίτσι του «Δρόμου» τους έβαζε γυαλιά. Πολλές δε φορές έτυχε, με μεγάλη μου θλίψη αλλά και οργή ν’ ακούσω τη φράση: «σιγά μωρέ, τι θέλει να μας παραστήσει αυτή», κι άλλα πολλά.

…………………………………………………………………………………………….

Οι ενθυμήσεις, έχουν πάντα πολυσύνθετο χαρακτήρα. Μπλέκεσαι. Δεν ξέρεις που να σταθείς. Που να χαρείς και που να πονέσεις. Και βέβαια, μου είναι δύσκολο να καταθέσω πιο προσωπικές στιγμές της γνωριμίας και της σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ μας. Θα πω μόνο τούτο: η Κατερίνα έπαιζε συνεχώς με τη φωτιά, και την αγάπη της για τη ζωή. Συχνά, ήθελε και πάσχιζε να δώσει στους πάντες ολόκληρο τον εαυτό της και ξαφνικά βούλιαζε στα ερέβη, έχοντας πληγωθεί από ένα ασήμαντο συμβάν ή αφορμή. Διότι ήταν προσωπικότητα που βίωνε σαν μικρό παιδί τα πράγματα κι ήταν ανίκανη ν’ αντιμετωπίσει την κακία του κόσμου. Μπορούσε τότε να φωνάξει, να κραυγάσει, να κλάψει, να πιει και να μεθύσει. Ήταν ένας τρόπος για να λυτρωθεί, να συνέλθει και να προχωρήσει. Κάνοντας κακό στον εαυτό της. Δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει αλλιώς τις κρίσεις. Ορμούσε πάντα σαν ταύρος με καρδιά όμως μικρού παιδιού. Κι έμενε δυστυχώς, με την απορία στα μάτια. Ένα τεράστιο και αναπάντητο «γιατί» χαραζόταν μέσα της. Κι έμενε με το «Θαρθεί καιρός»…»

Τα βιβλία της Κατερίνας Γώγου

Τρία Κλικ Αριστερά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1978

Μεταφράστηκε στα Αγγλικά («Three clicks left») από τον Jack Hirschman και κυκλοφόρησε στην Αμερική to 1983, από τις εκδόσεις «Night Horn Books» του San Francisco. (Night Horn Books, 495 Ellis Str., Box 1156, San Francisco, CA 94102)

Ιδιώνυμο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1980

Το ξύλινο παλτό, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1982

Απόντες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1986

Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 1988

Νόστος, Εκδόσεις Λιβάνη

Μεταθανάτιες κυκλοφορίες

Με λένε Οδύσσεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1η έκδοση 2002

Νόστος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Επανέκδοση 2004

Βιβλία για την Κατερίνα Γώγου

Βιργινία Σπυράτου: Κατερίνα Γώγου: Έρωτας Θανάτου, Εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος», 1η έκδοση 2007

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ είναι δημοσιογράφος που ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.

Advertisements